Legislator Case Law & Legislation
780/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding jurisdiction and finality of first-instance decisions.

Case Number 780/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against first-instance decisions regarding land registration. The appellant argued the lower court erred in jurisdiction and finality, but the Court found the original judgments were final due to the expiration of appeal deadlines. The Court ruled that the appeal was inadmissible because the underlying decisions were already final and the jurisdictional issues were correctly resolved by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 309, 321, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appealed decision is not final, and a decision becomes final when the appeal period expires or the appellant withdraws the appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility finality of judgment expiration of appeal period jurisdictional error Code of Civil Procedure land registration withdrawal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 553, paragraph 1b of the Code of Civil Procedure
Article 309, section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 6, paragraph 3 of Law 2664/1998
Article 6, paragraph 2 of Law 2664/1998
Article 7A of Law 2664/1996

Cited Case Law

AI generated
Case 712/2020
Case 1596/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 780 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 780/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Ε. Τ., το γένος Π. και Σ. Π., κατοίκου ….. ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Τζώρτζη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καφίρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5618/2016 εν μέρει οριστική, 11482/2018 οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β, 309 εδ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είναι τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησής της, κατά το χρόνο, δηλαδή, κατάθεσής της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Τελεσίδικη δε είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή και δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση (ΑΠ 712/2020, ΑΠ 1596/2018).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ.

διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί, από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την (εκκλητή) απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (ΑΠ 460/2022, ΑΠ 878/2017).

Η προθεσμία της εφέσεως, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η, αντιμωλία των διαδίκων, απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, δύο (2) έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη και τελειώνει όταν παρέλθουν τα δύο (2) έτη, οπότε αυτή, αφού πλέον δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη, και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή, αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης (ΑΠ 728/2021, ΑΠ 810/2018), στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, Επομένως, η προθεσμία της αναίρεσης, αν δεν υπάρξει επίδοση της απόφασης, είναι συνολικά τέσσερα (4) έτη, δηλαδή δύο (2) έτη για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει η απόφαση τελεσίδικη και άλλα δύο (2) έτη από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε κατά των υπ' αριθ. 11842/2018 οριστικής και υπ' αριθ. 5618/2016 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 26-01-2016 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του πρώτου εναγομένου Γ. Μ. του Ν. (μη όντος διαδίκου στην παρούσα δίκη) και κατά του δεύτερου εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου περί αναγνώρισης κυριότητας ακινήτων και διόρθωσης ανακριβών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών.

Με την πρώτη, χρονολογικά, απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή (ελλείψει δικαιοδοσίας, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 4 ΚΠολΔ) ως προς το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου και με την δεύτερη χρονολογικά, απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου.

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό της άσκησης της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν, ως προς το παραδεκτό της αναίρεσης, τα ακόλουθα: Η προσβαλλόμενη 5618/2016, εν μέρει οριστική απόφαση δημοσιεύτηκε την 14-12-2016 και ακολούθως την 26-10-2018 δημοσιεύτηκε η (συμ)προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, των οποίων δεν προβάλλεται ούτε προκύπτει η επίδοση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε κατόπιν ειδικής πληρεξουσιότητας της υπογράφουσας το δικόγραφο δικηγόρου, με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθ. 3169/13-10-2022 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου ... Χ. Ζ., με το οποίο η αναιρεσείουσα, εκτός των άλλων, ενέκρινε την σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα για άσκηση έφεσης (άρθρο 98 περ.

β ΚΠολΔ) κατά των ανωτέρω αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η έγκρισή της συνάγεται από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της. Η έγκριση αυτή, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε την σιωπηρή παραίτηση για άσκηση έφεσης από τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, έτσι κατέστησε τις αποφάσεις αυτές τελεσίδικες και υποκείμενες έκτοτε σε αναίρεση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 782/2017).

Μετά την δημοσίευση της οριστικής απόφασης, την 26-10-2018, η διετής (καταχρηστική) προθεσμία της έφεσης (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) άρχισε (άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ) την επομένη και έληξε την 27-10-2020, ενώ την επομένη άρχισε η διετής (καταχρηστική) προθεσμία της αναίρεσης (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), που έληξε την 28-10-2022. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με την κατάθεσή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) την 20-10-2022, δηλαδή πριν την πάροδο της οριζόμενης προθεσμίας για την αναίρεση.

Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς την βασιμότητα του (μοναδικού) λόγου της (άρθρο 577 αριθμός 3 ΚΠολΔ).

Με την αγωγή της εκθέτει η ενάγουσα ότι έγινε κυρία των περιγραφόμενων δύο γεωτεμαχίων, κειμένων στην …… ..., από κληρονομία της μητέρας της, Σ. χήρας Π. Π. το γένος Σ. και Α. Ν., που απεβίωσε χωρίς διαθήκη, την 26-09-2000, δηλαδή πριν την έναρξη λειτουργίας, την 30-01-2004, του Εθνικού Κτηματολογίου στον Δήμο Ελευσίνας.

Ότι έγινε κυρία αυτών άλλως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού οι προκτήτορές της ενέμοντο συνεχώς με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τα ακίνητα, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις και ακολούθως ασκούσε και η ίδια επ' αυτών με όμοιο τρόπο τη νομή, προσμετρώντας την νομή των δικαιοπαρόχων της.

Ότι αποδέχθηκε την κληρονομία με την υπ' αριθ. 40413/26-1-2016 πράξη δήλωσης αποδοχής στον συμβολαιογράφο ... Γ. Σ., μη μεταγραφείσα, αλλά καταχωρηθείσα, κατ' άρθρο 7α Ν. 2664/199, στους ανωτέρω Κωδικούς Αριθμούς Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ). Ότι κατά την διαδικασία ένταξης της περιοχής στο κτηματολόγιο τα περιγραφόμενα αυτά γεωτεμάχια καταχωρήθηκαν, ως άγνωστου ιδιοκτήτη, υπό ΚΑΕΚ το πρώτο 05 049 48 26 016 και 05 049 48 26 032 το δεύτερο.

Και ότι το περιγραφόμενο τμήμα από το δεύτερο γεωτεμάχιο καταχωρήθηκε ανακριβώς ως τμήμα του ευρύτερου γεωτεμαχίου υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 26 017 ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου. Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί η πλήρης κυριότητά της στα δύο επίδικα ακίνητα υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 15 016 και 05 049 48 26 032, να διαταχθεί η διόρθωση της εσφαλμένης εγγραφής αυτών και να καταχωρηθούν στην ιδιοκτησία της και επίσης να αποσπαστεί το επίδικο τμήμα από το ευρύτερο γεωτεμάχιο υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 26 017 ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου και να συνενωθεί με το επίδικο δεύτερο ακίνητο υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 26 032 ιδιοκτησίας της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 εδ.. α και παρ. 3 περ. α, 6 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 2664/1998 περί Εθνικού Κτηματολογίου, όπως οι παρ. 2 και 3 του τελευταίου αυτού άρθρου αντικαταστάθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 Ν. 4146/2013, συνάγεται ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως άγνωστου ιδιοκτήτη, όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς αυτής εγγραφής.

Αντικείμενο της εν λόγω δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος που υπάρχει.

Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση αμφισβητούμενου δικαιώματος, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για την αιτούμενη διόρθωση, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Με την αίτηση μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα, κατά το άρθρο 1192 αριθμοί 1 - 4 ΑΚ, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο.

Ενόψει του αντικειμένου της ως άνω δίκης της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο νόμος δεν προβλέπει την απεύθυνση της αίτησης εναντίον οποιουδήποτε, όπως του Ελληνικού Δημοσίου, του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας, του Προϊσταμένου του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου ή άλλου, αν απευθυνθεί δε, τυχόν, εναντίον τρίτου, από μόνο το γεγονός αυτό, δεν καθίσταται διάδικος.

Γι' αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 Ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής, όχι, όμως, και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην εν λόγω τροποποιημένη διάταξη ορίζεται ότι, εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 247/2023, 943/2022, ΑΠ 41/2022, ΑΠ 812/2020, ΑΠ 1020/2018, ΑΠ 208/2017, ΑΠ 1500/2013, ΑΠ 414/2013).

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 Ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι στην αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (ΑΠ 34/2019, ΑΠ 74/2015, ΑΠ 1364/2014, ΑΠ 148/2014, ΑΠ 632/2013).

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ιδρύεται όταν στο αναιρετήριο αναφέρονται ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 623/2015, ΑΠ 164/2017). Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 και 3 Ν. 2664/1998 είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1169/2023, ΑΠ 208/2017).

Από την επισκόπηση, παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 5618/2016 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... προκύπτει ότι έγιναν δεκτά, ως προς την αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά την κύρια βάση της, τα εξής: " .....

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή απαραδέκτως εν μέρει εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία των άρθρων 1-590 ΚΠολΔ, αναφορικά με τα υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 15 016 και 05 049 48 26 032 ακίνητα αγνώστου ιδιοκτήτη και ως προς την κύρια βάση της αγωγής, ήτοι την αναγνώριση της κυριότητας και την διόρθωση της πρώτης εγγραφής λόγω κληρονομίας διά συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.

α Ν. 2664/1998, όπως ισχύει, στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9, όταν ζητείται διόρθωση, αντί της προβλεπόμενης στην παρ. 2 αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. .....

Εν προκειμένω, όπως η ενάγουσα ιστορεί στο δικόγραφό της, οι επίδικες υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 15 016 και 05 049 48 26 032 ιδιοκτησίες φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Ελευσίνας ως αγνώστου ιδιοκτήτη, ενώ επικαλείται κυριότητα, αιτία κληρονομίας, δυνάμει του υπ' αριθ. 40413/20….. συμβολαιογραφικού εγγράφου.

Επομένως, καθ' ό μέρος υπόθεση δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων δικαζόντων κατά την εκούσια δικαιοδοσία, ήτοι διόρθωση των πρώτων εγγραφών με την καταχώρηση της ενάγουσας ως πλήρους και αποκλειστικής κυρίας επί ακινήτου, φερομένη κατά τις πρώτες εγγραφές ως αγνώστου ιδιοκτήτη, εισάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, πλην όμως κατά την τακτική διαδικασία της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας και επειδή η υποβολή αυτής της αίτησης δεν έχει δικονομικές συνέπειες, που να είναι ανάγκη να διατηρηθούν (όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ασκήσεως αγωγής της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας), κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 4 ΚΠολΔ, πρέπει αυτή να απορριφθεί (ελλείψει δικαιοδοσίας) και να υποβληθεί εκ νέου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 174/2014).

Κατά τα λοιπά η αγωγή αρμοδίως καθ' ύλη και κατά τόπο εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998) ..... κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία των άρθρων 1-590 ΚΠολΔ ..... Περαιτέρω, η αγωγή αναφορικά με τα υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 15 016 και 05 049 48 26 032 ως προς την επικουρική βάση της, ήτοι την αναγνώριση του δικαιώματος της κυριότητας δια των προσόντων της έκτακτης χρησικτησίας είναι μη νόμιμη, διότι από το έτος 2000 οπότε ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι απέκτησε την νομή επί του επιδίκου έως το έτος 2016, οπότε άσκησε την κρινόμενη αγωγή, δεν έχει συμπληρωθεί χρονικό διάστημα 20 ετών, κατ' άρθρο 1045 ΑΚ.

Περαιτέρω, ούτε και σε κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία με προσμέτρηση του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου μητέρας της Σ. χήρας Π. Π. το γένος Σ. Ν. είναι δυνατή η στήριξη της αγωγής, διότι από το έτος 1943, οπότε υπεισήλθε στη νομή έως το έτος 2000, οπότε απεβίωσε, έχει συμπληρωθεί η 20ετία στο πρόσωπό της (βλ. 29η σελίδα της υπό κρίση αγωγής).

Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν δικαιούται η ενάγουσα να προσμετρήσει στο χρόνο νομής της τον χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου της ..... Τέλος, αναφορικά με την αναγνώριση της κυριότητας και την καταχώρησή της ως πλήρους και αποκλειστικής κυρίας επί εδαφικού τμήματος, το οποίο έχει συμπεριληφθεί στο υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 26 017 ακίνητο, αφορά σε διόρθωση γεωμετρικών στοιχείων και κατ' επέκταση σε αλλαγές στα κτηματολογικά διαγράμματα.

Ως εκ τούτου, για την συζήτηση της αγωγής αυτής απαιτείται να προσκομίζεται, με ποινή απαραδέκτου, και η εισήγηση του Κτηματολογικού Γραφείου ..... ". Μετά από αυτά, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5618/2016 εν μέρει οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου ... η αγωγή της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, κατά το μέρος μεν που στρέφεται κατά του αναιρεσιβλήτου - δεύτερου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, κατά το μέρος δε που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου Γ.

Μ. του Ν., διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθεί νέα θετική εισήγηση περί της συνδρομής των τεχνικών προϋποθέσεων της αιτούμενης γεωμετρικής μεταβολής. Περαιτέρω, από την επισκόπηση, παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του περιεχομένου της (συμ)προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 11842/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

προκύπτει ότι έγιναν δεκτά, ως προς την αναγνώριση της κυριότητας της αναιρεσείουσας - ενάγουσας επί του εδαφικού τμήματος, που έχει συμπεριληφθεί στο υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 26 017 γεωτεμάχιο ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, τα εξής: " ..... Η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος του πρώτου εναγομένου και ζητείται αφενός μεν η αναγνώριση της κυριότητας της ενάγουσας, αφετέρου δε η καταχώρηση της τελευταίας ως πλήρους και αποκλειστικής κυρίας επί του περιγραφομένου εδαφικού τμήματος, το οποίο έχει συμπεριληφθεί στο γεωτεμάχιο υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 26 017 ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση .....

και είναι νόμιμη κατά το μέρος αυτό, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων ..... 1, 3 παρ. 2, 6 παρ. 2 και 7 παρ. 3, 12 παρ. 1 περ. ιβ Ν. 2664/1998. .....Ο πρώτος εναγόμενος με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την 5618/2016 απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, και με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν νόμιμα στην αρχική συζήτηση, συνομολογεί την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως παραδεκτά περιορίστηκε το αίτημα αυτής. ..... ".

Μετά από αυτά, με την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθ. 11842/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου και η αναιρεσείουσα - ενάγουσα αναγνωρίστηκε κυρία ακινήτου έκτασης 300,02 τ.μ., το οποίο αποσπάστηκε από το υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 26 017 γεωτεμάχιο ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, έχει περιληφθεί δε στο υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 26 032 γεωτεμάχιο και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Ελευσίνας.

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο την πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη 5618/2016 εν μέρει οριστική απόφαση απέρριψε την περί αναγνώρισης κυριότητάς της και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής αγωγή της κατά την κύρια βάση της κτήσης κυριότητας με παράγωγο τρόπο από κληρονομική διαδοχή κατά το μέρος της που αφορά τα υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 15 016 και 05 049 48 26 032 ακίνητα με ένδειξη άγνωστου ιδιοκτήτη και στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, παρά το νόμο, ως απαράδεκτη, ως μη υπαγόμενη στην αμφισβητούμενη, αλλά στην εκούσια δικαιοδοσία.

Ο λόγος αναίρεσης στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε στο Πρωτοδικείο, παραδεκτά και νόμιμα, με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη οριστική απόφαση, εξάλλου προκύπτει και από την ίδια την προσβαλλόμενη εν μέρει οριστική απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η αιτούμενη με την αγωγή διόρθωση, κατά την κύρια βάση της παράγωγης κτήσης κυριότητας, ως προς τις επικαλούμενες ανακριβείς πρώτες εγγραφές των υπό ΚΑΕΚ 05 049 48 15 016 και 05 049 48 26 032 επίδικων ακινήτων με την ένδειξη "άγνωστος ιδιοκτήτης", ώστε να καταχωρηθούν αυτά στην ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας - ενάγουσας στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας Αττικής, εκδικάζεται από τα πολιτικά δικαστήρια με αίτηση κατά την εκούσια δικαιοδοσία (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 2664/1998) και όχι με αγωγή κατά την αμφισβητούμενη διαδικασία, με την οποία απαραδέκτως έχει εισαχθεί (άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998).

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας την αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του αναιρεσιβλήτου - δεύτερου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998, αλλά εφάρμοσε την δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 Ν. 2664/1998, καθόσον η διόρθωση ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής με την ένδειξη "άγνωστος ιδιοκτήτης" μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής, η αιτούμενη διόρθωση αφορά τα επίδικα ακίνητα, τα οποία φέρονται με άλλους δικαιούχους και υπό διαφορετικά ΚΑΕΚ στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας Αττικής και δεν φέρονται περισσότεροι δικαιούχοι για το ίδιο ακίνητο, δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος φέρεται ως δικαιούχος σε εδαφικό τμήμα ακινήτου διαφορετικού από τα ακίνητα που φέρονται ως άγνωστου ιδιοκτήτη, ως εκ τούτου δεν υπάρχει διάσπαση της δικονομικής ενότητας και κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, κατά τα αβασίμως υποστηριζόμενα στο αναιρετήριο.

Τέλος, αφού ο θάνατος της κληρονομουμένης επήλθε πριν από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου, η αιτούμενη καταχώρηση γίνεται από την δικαιούχο του εγγραπτέου δικαιώματος αναιρεσείουσα - ενάγουσα, με αιτία κτήσης την επικαλούμενη κληρονομική διαδοχή και τίτλο κτήσης την ήδη εγγραφείσα, κατ' άρθρο 7Α Ν. 2664/1996, ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας.

Μετά από αυτά, το Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη εν μέρει οριστική απόφαση δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, επομένως ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τη διάταξη αυτή είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, ελλείψει σχετικού αιτήματος από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω μη κατάθεσης προτάσεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2022 αίτηση για αναίρεση των αποφάσεων εν μέρει οριστικής υπ' αριθ. 5618/2016 και οριστικής υπ' αριθ. 11842/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ