Legislator Case Law & Legislation
780/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and insufficient reasoning.

Case Number 780/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding car damage and insurance claims. The appellants argued the lower court erred in fact-finding and reasoning, but the Court ruled these were matters of evidence evaluation not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and baseless, and the appellants were ordered to pay the costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments; appeals challenging evidence evaluation or citing insufficient reasoning regarding facts are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evidence evaluation insufficient reasoning appellate review code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 780 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 780/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Ε. του Ι. και 2) Ι. συζ. Ν. Ε., το γένος Θ. Μ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μητσόπουλο - Σόντα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Λ. του Ε., 2) Ε. Λ. του Δ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μουτσελάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2012 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιεράπετρας και συνεκδικάστηκε με την από 15-2-2012 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, η από 3.9.2018 και υπ' αυξ. αριθμό κατάθεσης 2/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 93/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α' ΚΠολΔ). Με την άνω απόφαση (αναιρεσιβαλλόμενη) απορρίφθηκε η από 16.4.2014 έφεση του εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος (Ν. Ε.) κατά της υπ' αριθμ. 42/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιεράπετρας, καθώς και η από 26.8.2014 και με αριθμ. κατάθεσης 286/2014 κύρια παρέμβαση της κυρίως παρεμβαίνουσας Ι. συζ. Ν. Ε., ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας. Το Ειρηνοδικείο Ιεράπετρας, αφού συνεκδίκασε την υπ' αριθμ. καταθέσεως 30/2012 αγωγή του εναγόντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Ν. Ε. κατά του πρώτου και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) με την αντίθετη υπ' αριθμ. καταθέσεως 86/2012 αγωγή των ήδη πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων απέρριψε την πρώτη υπ' αριθμ. καταθ. 30/2012 αγωγή, ενώ δέχθηκε εν μέρει την υπ' αριθμ. καταθ. 86/2012 αγωγή. Την αναίρεση της παραπάνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου (που δίκασε κατ' έφεση), ζητούν οι αναιρεσείοντες για τους λόγους που αναφέρουν σ' αυτή. Η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προσβαλλομένων λόγων της.

Από τους αριθμούς 1, 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ορίζονται τα ακόλουθα: Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο, (αριθ. 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, (αριθ. 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, (αριθ. 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου στην ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (ΑΠ 652/2013).

Επιπροσθέτως πρέπει, να αναφέρεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν τα διδάγματα αυτά καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου ο οποίος προκύπτει απ' αυτά, που το δικαστήριο εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 401/2018). Άλλως απορρίπτεται ο σχετικός λόγος, ως αόριστος, διότι, ο αναιρετικός έλεγχος καθίσταται ανέφικτος.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1, όπως ήδη εκτέθηκε η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, (ως τοιούτων θεωρουμένων γενικών αρχών που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων) ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 401/2018).

Περαιτέρω ο από το άρθρ. 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/2005).

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας, έτσι, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αξιολόγηση του και γενικότερα ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μορφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1997), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, δικάσαν ως Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, ύστερα από εκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης: "Στις 8 Μαΐου 2011 και ώρα 07.45 ο ενάγων της υπ' αριθμ.

έκθεσης κατάθεσης 30/2012 αγωγής, Ν. Ε., οδηγούσε το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας TOYOTA, συνιδιοκτησίας του ίδιου και της Ι. Μ., που ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, επί της επαρχιακής οδού Ιεράπετρας - Σητείας, με κατεύθυνση προς Σητεία. Η ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με όριο κυκλοφορίας τα 40 χλμ.

Την ίδια στιγμή επί της ανωτέρω οδού και στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας προπορευόταν το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας OPEL, συνιδιοκτησίας των εναγόντων της υπ' αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 86/2012 αγωγής, με οδηγό τον Γ. Λ.. Στο 1° χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού, στο ύψος του ξενοδοχείου "...", ο εναγόμενος της πρώτης ως άνω αγωγής, Γ.

Λ., σταμάτησε το όχημά του κανονικά στο μέσο της οδού, εκδήλωσε την πρόθεσή του να στρίψει αριστερά με τη χρήση του αντίστοιχου δείκτη κατεύθυνσης (φλας), προκειμένου να ελέγξει το δρόμο και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στην αντίθετη λωρίδα και άρχισε να στρίβει προς το ξενοδοχείο.

Την ώρα εκείνη, ο ενάγων της πρώτης αγωγής, επιχείρησε προσπέραση με αποτέλεσμα να επιπέσει με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του οχήματός του στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του Γ. Λ.. Στη συνέχεια, το όχημα με οδηγό τον Ν. Ε. εξετράπη της πορείας του, διέσχισε το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και εξερχόμενο του οδοστρώματος προσέκρουσε σε τσιμεντένια περίφραξη και σε ξύλινο στύλο της ΔΕΗ.

Από την παραπάνω εκτροπή του αυτοκινήτου του και από τις σοβαρές ζημιές που υπέστη αυτό, συνάγεται ότι δεν έβαινε με μικρή ταχύτητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, δεδομένου ότι ο έτερος οδηγός, Γ. Λ., κινείτο με μικρή ταχύτητα διότι ετοιμαζόταν να στρίψει. Ομοίως απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός του ενάγοντος της πρώτης αγωγής ότι το όχημά του σταμάτησε μετά τη σύγκρουση και ότι το παρέσυρε το άλλο αυτοκίνητο, καθώς δεν είναι δυνατόν ένα αυτοκίνητο που είναι σχεδόν σταματημένο και ετοιμάζεται να στρίψει, να ωθήσει το μεγαλύτερο σε όγκο όχημα του ενάγοντος (όπως προκύπτει ευκρινώς από τις φωτογραφίες), ώστε αυτό να υπερβεί το πεζοδρόμιο και να καταλήξει σε στύλο της ΔΕΗ.

Σύμφωνα με τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος ήταν ο ανωτέρω οδηγός Ν. Ε., καθώς από έλλειψη προσοχής και σύνεσης, την οποία επιδεικνύει ο μέσος συνετός οδηγός, κατά την οδήγηση του οχήματός του, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ρυθμίζοντας την ταχύτητά του, καθώς, επιχείρησε προσπέραση, παραβαίνοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 17, 19 παρ. 1 και 2 και 20 του ΚΟΚ.

Στοιχεία που να αποδεικνύουν αμελή συμπεριφορά του Γ. Λ. που κινείτο με κανονική ταχύτητα, δεν προέκυψαν, αφού αποδείχθηκε ότι ο ως άνω οδηγός δεν ανέμενε την αιφνίδια παρεμβολή του οχήματος του Ν. Ε. στην πορεία του και δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό λόγω της ελάχιστης απόστασης των δύο οχημάτων.

Άλλωστε, το γεγονός ότι ο ανωτέρω οδηγός είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να στρίψει αριστερά με τη χρήση του αντίστοιχου δείκτη κατεύθυνσης (φλας), δεν διαψεύστηκε και από τον ίδιο τον Ν. Ε., αφού στο έντυπο φροντίδας ατυχήματος "..." της ασφαλιστικής εταιρίας "...", το οποίο υπογράφεται από τον ίδιο, δήλωσε ότι δεν είδε αν είχε ανάψει φλας ο εναγόμενος, διότι βρισκόταν ο ήλιος απέναντί του.

Αναφορά μάλιστα που υποδηλώνει ότι ο τελευταίος δεν είχε τεταμένη την προσοχή του, μολονότι επιχειρούσε προσπέραση. Επομένως, εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, δεν έσφαλε, όλα δε τα αντίθετα που ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους λόγους έφεσής τους πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, όπως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της.

Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί και η κρινόμενη κύρια παρέμβαση...".

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρ. 560 παρ. 1 ΚΠολΔ), με τις ειδικότερες επιμέρους αιτιάσεις ότι: 1) Εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο πρώτος από αυτούς δεν έβαινε με μικρή ταχύτητα, 2) δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο τα βλαβέντα μέρη των οχημάτων από τα οποία αποδεικνύεται ότι το όχημά τους δέχθηκε κτύπημα στο πλάγιο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του από το πλάγιο αριστερό μέρος προς τα αριστερά, 3) εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι το όχημα των αναιρεσιβλήτων σταμάτησε στο κέντρο της οδού με πρόθεση να στρίψει αριστερά, έχοντας αναμμένο το αριστερό φλας.

Υπό τις άνω εκτιθέμενες επιμέρους αιτιάσεις οι αναιρεσείοντες με την επίφαση της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην πραγματικότητα πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο κατέφυγε σ' αυτά μόνο για την πιο εύστοχη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, αναφερόμενο κυρίως στην εκτίμηση των αποδείξεων, επί των οποίων η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και για το λόγο αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς νόμιμα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τα επικαλούμενα όμως από τους αναιρεσείοντες περιστατικά που με αυτά εκφράζουν τις απόψεις τους, για το ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα (βλ. υπό στοιχ. Α, Β, Γ και Δ αναφερόμενα στον υπόψη λόγο αναίρεσης), ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι ικανά, να συστήσουν τον λόγο αυτό, διότι δεν πρόκειται "περί πραγμάτων" - ισχυρισμών αλλά πραγματικών περιστατικών που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου απαραδέκτως προβάλλεται η σχετική αιτίαση, σε κάθε περίπτωση το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω περιστατικά, τα οποία απέρριψε ως εκ του πράγματος με τις αντίθετες παραδοχές του.

Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ελλιπούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρει του κανόνα δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου ούτε παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά αποσπασματικά αναφέρεται σε ένα μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε διότι: α) υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης του λόγου αυτού αναίρεσης πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, του περιεχομένου εγγράφων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) οι αποδιδόμενες με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν αναφέρονται σε "ζητήματα", δηλαδή σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, των οποίων η ανεπαρκής αιτιολόγηση στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, αλλά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων επί των οποίων η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά και συνεπώς, ο άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2). Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου, λόγω της ήττας των (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.9.2018 και με αριθμό καταθ. 2/2018 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 93/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ