Legislator Case Law & Legislation
780/2016 AI generated

Appeal dismissed because contested argument was a denial of claim basis, not a procedural matter under Article 559.8.1 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 780/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding inheritance distribution. The appellant argued the lower court erred by considering the defendants' claim that they lacked standing to contest the will. The court ruled that this argument was merely a denial of the claim's foundation rather than a procedural objection requiring review. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the appellant, and the case file was returned to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 498(1), 568(1), 4, 576(1)-(3) and 226(4) of the Code of Civil Procedure; Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure: An objection by a defendant denying their own standing to contest a will constitutes a denial of the claim's basis, not a procedural matter subject to appellate review under Article 559(8)(a).

Keywords

AI generated
standing to contest denial of claim basis inheritance distribution will validity Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 780 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 780/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Χ. του Ι., συζ. Γ. Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Φωτεινή Σταφυλά

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. - Ν. Σ. του Γ., χήρας Ι. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χριστόφορο Καπαρουνάκη, 2) Β. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3)..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Βλατάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:6227/2007 μη οριστική, 6369/2009 οριστική, του ιδίου Δικαστηρίου, 3497/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 5-5-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 22-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παρόντων αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, ζήτησαν να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική).

Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Β. Μ. τόσο κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 18-11-2015, όσο και κατά την προκείμενη νέα, μετ’ αναβολή από τη δικάσιμο της 2-3-2016, δικάσιμο της 16-11-2016, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχε επισπεύσει η αναιρεσείουσα και ότι ο απολιπόμενος δεύτερος αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο (18-11-2015) νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, από την υπ’ αριθμ. .../18-6-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου Σ.

Ε. Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 5-5-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3497/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα της 18-11-2015 και κλήση προς τον ως άνω αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναφερόμενη υπάλληλο αυτού (παραλήπτη) λόγω της απουσίας του από τον τόπο της εργασίας του (άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ.).

Επομένως, αφού ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ.

α’ και γ’ ΚΠολΔ.). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1813, 1820, 1825 και 1828 Α.Κ., δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας, που είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος.

Η κατάλειψη της νόμιμης μοίρας μπορεί να γίνει και με εγκατάσταση σε δήλο πράγμα, όταν προκύπτει ότι ο διαθέτης ήθελε εγκατάσταση του μεριδούχου ως κληρονόμου, με καταλογισμό των δήλων πραγμάτων στη μερίδα του. Στην περίπτωση αυτή, κατά το μέρος που η εγκατάσταση επί δήλου πράγματος ή ποσού δεν καλύπτει τη νόμιμη μοίρα, ο μεριδούχος είναι αυτοδικαίως συγκληρονόμος στα κληρονομιαία πράγματα, αποκτώντας έτσι εμπράγματο δικαίωμα κατά το ανάλογο ποσοστό σε όλα τα στοιχεία της κληρονομίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή.

Εξάλλου, αν στο μεριδούχο καταλείφθηκε ποσοστό νόμιμης μοίρας μικρότερο από αυτό που ορίζει ο νόμος ή αν του καταλείφθηκαν δήλα πράγματα, των οποίων η αξία σε σχέση με την αξία του συνόλου της πλασματικής κληρονομίας είναι κάτω του ποσοστού της νόμιμης μοίρας, υπάρχει μερική προσβολή αυτής. Για το μέρος που λείπει γίνεται συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας, που γίνεται αναλογικά από όλη τη λοιπή κληρονομία, δηλαδή ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος, με ανάλογο ποσοστό, σε όλα τα λοιπά στοιχεία της κληρονομίας, και, κατά το μέρος αυτό, η διαθήκη είναι άκυρη.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 1829 Α.Κ., κάθε περιορισμός του μεριδούχου από τη διαθήκη, όσο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα, θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί. Όμως, ο διαθέτης, ενώ υποχρεούται να αφήσει στο μεριδούχο ολόκληρη τη νόμιμη μοίρα (ποσοτικά), δεν δεσμεύεται, από ποιοτικής απόψεως, να αφήσει αυτήν επί όλων των κληρονομιαίων πραγμάτων, αλλά μπορεί, ασκώντας τη διανεμητική του εξουσία, για την περίπτωση επίκλησης από το μεριδούχο του ανεπαρκούς της νόμιμης μοίρας του, να ορίσει άλλον τρόπο συμπλήρωσής της, ότι δηλαδή οι μεριδούχοι του δεν θα μετέχουν, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους ο καθένας, σε όλα τα στοιχεία της κληρονομίας, αλλά ο καθένας σε ορισμένα από αυτά πλήρως ή σε τέτοιο ποσοστό, ώστε ό,τι συνολικά περιέρχεται σε κάθε μεριδούχο να καλύπτει κατά την αξία του το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1825. 1827, 1831 και 1833 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 1329/1983, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτόν στην κληρονομία (πραγματική κληρονομική ομάδα), στα οποία προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομία (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που έχουν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα, σε μεριδούχο, είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκαμε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ηθικό καθήκον (ΟλΑΠ 1404/1984).

Μετά τον καθορισμό της αυξημένης (πλασματικής) αυτής κληρονομικής ομάδας θα εξευρεθεί, με βάση αυτήν, η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου. Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτήν της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας τα χρέη της και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομίας, γ) στο ποσό που απομένει, μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση αυτήν την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα που προσδιορίσθηκε θα εξευρεθεί η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) θα αφαιρεθεί η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν έχει λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και στ) αν προκύπτει ότι έχει καταλειφθεί σε αυτόν λιγότερο από τη νόμιμη μοίρα του θα σχηματισθεί ένα κλάσμα με αριθμητή το υπόλοιπο από την παραπάνω αφαίρεση και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία (χωρίς αφαίρεση των παραπάνω χρεών και δαπανών) θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του (Ολ.

Α.Π. 1404/1984). Το κλάσμα αυτό ή ο δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, αποτελεί το ποσοστό το οποίο πρέπει να λάβει ο μεριδούχος, πέραν εκείνων που τυχόν είχαν καταλειφθεί σε αυτόν, αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας, για να συμπληρωθεί ή ληφθεί η νόμιμη μοίρα του.

Αν στον μεριδούχο έχει καταλειφθεί συγκεκριμένο (δήλο) πράγμα, που δεν συμπληρώνει τη νόμιμη μοίρα του, πρέπει η αξία του να αφαιρεθεί και από τον παρονομαστή του παραπάνω κλάσματος, διότι, για την ανεύρεση του συμπληρώματος της νόμιμης μοίρας του έχει αφαιρεθεί η αξία του πράγματος τούτου από την αξία της νόμιμης μοίρας, διαφορετικά θα υπολογιζόταν δύο φορές η αξία του (Α.Π. 23/2015).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Και κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος, που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της (Ολ.Α.Π.24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, που αντικείμενο της δίκης είναι η συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας-αναιρεσείουσας επί της κληρονομίας του πατέρα της, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: "Στις 12-9-2005 απεβίωσε, στην Αθήνα, ο Ι.

Χ. του Ι., κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος άφησε, κατά το χρόνο του θανάτου του, πλησιέστερους συγγενείς του την ενάγουσα, θυγατέρα του από τον πρώτο γάμο του και την πρώτη εναγομένη, σύζυγό του (σε δεύτερο γάμο). Ο άνω αποβιώσας, κατά το χρόνο του θανάτου του, είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του τα παρακάτω ακίνητα, η αξία των οποίων ανερχόταν, κατά τον ίδιο χρόνο, στα αντίστοιχα, αναφερόμενα ποσά, όπως αυτά έγιναν δεκτά από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς η εκκαλούμενη απόφαση να προσβάλλεται, κατά τούτο, με την ένδικη έφεση της ενάγουσας: 1) το υπό στοιχεία ...

διαμέρισμα του τετάρτου, υπέρ το ισόγειο, ορόφου πολυκατοικίας, κειμένης εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης των Αθηνών, στη θέση "...", στο ..., επί της οδού ..., το οποίο έχει επιφάνεια 52 τ.μ. και αποτελείται από "χολ", τραπεζαρία, κοιτώνα, λουτρό και διάδρομο, αξίας 72.800 ευρώ, 2) το υπό στοιχεία ... διαμέρισμα του τετάρτου, υπέρ το ισόγειο, ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας, το οποίο έχει επιφάνεια 110 τ.μ.

και αποτελείται από δύο υπνοδωμάτια, κουζίνα, λουτρό και σαλόνι, καθώς και ένα μικρότερο δωμάτιο (υπηρεσίας - αποθήκη), αξίας 159.500 ευρώ, 3) το υπό στοιχεία ... διαμέρισμα του τετάρτου, υπέρ το ισόγειο, ορόφου της ίδιας παραπάνω πολυκατοικίας, το οποίο έχει επιφάνεια 65 τ.μ. και αποτελείται από δύο υπνοδωμάτια, κουζίνα, λουτρό και σαλόνι, καθώς και ένα μικρότερο δωμάτιο (υπηρεσίας -αποθήκη), αξίας 87.750 ευρώ, 4) το υπό στοιχεία ...

γραφείο του πέμπτου, υπέρ το ισόγειο, ορόφου πολυκατοικίας, κειμένης εντός της περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων και επί των οδών ..., ..., το οποίο έχει επιφάνεια 32,90 τ.μ. και αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο, αξίας 47.538 ευρώ, 5) έναν αγρό, εκτάσεως πέντε περίπου στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "..." στο ... του Νομού Ρεθύμνης, στην Κρήτη, αξίας 52.500 ευρώ και 6) ποσοστό 0,545 ο/οο εξ αδιαιρέτου μίας τριώροφης οικοδομής, συνολικής επιφανείας 1.500 τ.μ.

περίπου, κειμένης στην κτηματική περιφέρεια της πόλης του Πειραιά και επί της οδού ... (πρώην ...), με αριθμούς ..., η οποία (οικοδομή) αποτελείται από υπόγειο (αποθήκες), ισόγειο (καταστήματα), πρώτο όροφο (γραφεία) και δεύτερο όροφο (γραφεία), αξίας 5.353 ευρώ. Επίσης, ο αποβιώσας κατέλιπε: α) μετοχές ανώνυμων εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, η αξία των οποίων, στις 9-9-2005, τελευταία εργάσιμη ημέρα πριν από το θάνατο του αποβιώσαντος, είχε διαμορφωθεί ως ακολούθως: 1) 500 μετοχές της "...

ABEE", οι οποίες, κατά την ημερομηνία εκτίμησης, , ήταν υπό καθεστώς αναστολής διαπραγμάτευσης, η τελευταία τιμή των οποίων ήταν 1,39 ευρώ την 1-3-2005, 2) 3.672 μετοχές της "...", αξίας 23,40 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 85.924,8 ευρώ, 3) 1.000 μετοχές της "... ΑΕ", αξίας 0,68 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 680 ευρώ, 4) 2.500 μετοχές της "...

ΑΕ", αξίας 24,64 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 61.600 ευρώ, 5) 4.800 μετοχές της "... ΑΒΕΕ", αξίας 25,72 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 123.456 ευρώ, 6)2.290 μετοχές της "...", αξίας 3,60 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 8.244 ευρώ, 7)2.000 μετοχές εκδόσεως της "... AEBE", αξίας 3,26 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 6.520 ευρώ, 8) 3.360 μετοχές της "...

AE", οι οποίες κατά την ημερομηνία εκτίμησης, ήταν υπό καθεστώς αναστολής διαπραγμάτευσης, η τελευταία τιμή των οποίων ήταν 0,40 ευρώ στις 6-8-2005, 9) 1.700 μετοχές της "....", αξίας 4,14 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 7.038 ευρώ, 10) 700 μετοχές της "... ΑΕ", αξίας 9,28 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 6.496 ευρώ, 11)2.000 μετοχές της "...

Α.Ε.", αξίας 0,98 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 1.960 ευρώ, 12)1.690 μετοχές της "...", αξίας 30,32 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 51.240,80 ευρώ, 13) 2.040 μετοχές της "... Α.Ε", αξίας 4,38 εκάστη και συνολικής αξίας 8.935,20 ευρώ, 14) 1.200 μετοχές της "...", αξίας 2,27 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 2.270 ευρώ, 15) 1.000 μετοχές εκδόσεως της "... αξίας 2,27 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 2.270 ευρώ, 16) 1.900 μετοχές της "...", αξίας 0,88 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 1.672 ευρώ, 17)1.100 μετοχές της "....", αξίας 6,40 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 7.040 ευρώ, 18) 980 μετοχές της "...

Α.Ε.", αξίας 1,11 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 1.087,80 ευρώ, 19) 4.600 μετοχές της "...", αξίας2,73 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 12.558 ευρώ,20) 2.000 μετοχές της "...", αξίας 15,44 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 30.880 ευρώ, 21) 1.600 μετοχές της "... Α.Ε.", αξίας 11,86 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 18.976 ευρώ, 22) 1.100 μετοχές της "... Α.Ε.", αξίας 1,74 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 1.914 ευρώ, 23) 999 μετοχές της "...

Α.Ε.", αξίας 5,78 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 5.774,22 ευρώ, 24) 1.500 μετοχές της "... Α.Ε.", αξίας 5,24 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 7.860 ευρώ, 25) 6.000 μετοχές της "... Α.Ε.", αξίας 16,58 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 99.480 ευρώ, 26) 280 μετοχές της "... Α.Ε.", αξίας 91,65 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 25.662 ευρώ, 27) 900 μετοχές της "...", αξίας 1/79 ευρώ εκάστη και συνολική αξίας 1.611 ευρώ (η συνολική αξία όλων των παραπάνω μετοχών ανερχόταν σε 607.511,82 ευρώ).

β) μετοχές ανώνυμων εταιρειών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, η αξία των οποίων, κατά την ίδια παραπάνω ημερομηνία (9-9-2005), είχε διαμορφωθεί ως εξής: 1) 3000 μετοχές της "... (ήδη "..."), αξίας 2,58 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 7.740 ευρώ και 2) 1.275 μετοχές της "... ΑΕΒΕ", αξίας 7,09 ευρώ εκάστη και συνολικής αξίας 9.039,75 ευρώ (η συνολική αξία των μετοχών αυτών ανερχόταν σε 16.779,75 ευρώ).

Και γ) μία τραπεζική κατάθεση στον ... ατομικό του λογαριασμό ταμιευτηρίου της "...", υποκατάστημα ..., με υπόλοιπο, στις 12-9-2005 (χρόνος θανάτου του), 6.233,01 ευρώ, μία κατάθεση στον ... ατομικό του λογαριασμό ταμιευτηρίου της ίδιας παραπάνω τράπεζας, υποκατάστημα ..., με υπόλοιπο, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, 29.976,67 ευρώ, μία κατάθεση στον ...

ατομικό του λογαριασμό ταμιευτηρίου της "...", υποκατάστημα ..., με υπόλοιπο, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, 7.522,60 ευρώ και μία κατάθεση σε λογαριασμό ταμιευτηρίου της "...", υποκατάστημα ..., το υπόλοιπο του οποίου, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ανερχόταν σε 16.500 ευρώ και συνολικά όλες οι παραπάνω καταθέσεις ανέρχονταν στο ποσό των 60.235,28 ευρώ.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, η αξία της περιουσίας που άφησε ο αποβιώσας, κατά το χρόνο του θανάτου του, ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 1.109.967,90 (72.800 + 159.500 + 87.750 + 47.538 + 52.500 + 5.353 + 607.511,82 + 16.779,75 + 60.235,28) ευρώ. Ο αποβιώσας κατέλιπε, κατά το χρόνο του θανάτου του, την από 30-6-2005 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε στις 2-12-2005, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (6743/2005 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού) και κηρύχθηκε κυρία με την 2608/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. - Με τη διαθήκη του αυτή, ο κληρονομούμενος, μεταξύ άλλων, όρισε επί λέξει: "Α.

Εγκαθιστώ κληρονόμο εφ’ όλης της ευρεθεισομένης κατά τον θάνατό μου ακίνητης και κινητής περιουσίας μου την σύζυγό μου Σ. (S. Μ. D.-H.) ή D. όπως την αποκαλούσα για την αγάπη που μου προσέφερε τα χρόνια που ζήσαμε μαζί και την υποστήριξη της στα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπισα, κάτι που ποτέ δεν μου προσέφερε η οικογένεια μου αντιθέτως αντιμετώπισα το μίσος και την κακία τους και.

της αφήνω: Ι. Το ιδιόκτητο διαμέρισμα 4άρι ... 4ου ορόφου στην οδό ... με όλη την επίπλωση του. 2. Όλα τα μετρητά, Α/Κεφάλαια, μετοχές και ομόλογα που ευρίσκονται στις Τράπεζες: ..., ... Α/Κεφάλαια: ... -.... Στις τράπεζες που αναφέρω συμπληρώνω και σε οποιονδήποτε κατάστημα ή Υπ/μα γενικώς σ’ αυτές τις Τράπεζες. Β. Την θυγατέρα μου Α. - από πρώτο γάμο- ποτέ δεν έπαψα ν’ αγαπώ.

Έκανε ένα γάμο τον οποίο η ψυχή και η καρδιά μου ποτέ δεν απεδέχθη. Γνωρίζω ότι για τον ανωτέρω λόγο και κάποιους άλλους τα αισθήματά της δεν είναι αυτά προς πατέρα. Υπάρχουν περιπτώσεις που με εμείωσε με προσέβαλε ειδικά στο δικαστήριο που έγινε στα Χανιά όταν ήταν έγκυος και γενικά δεν έδειξε κατανόηση την εποχή που με απασχολούσαν σοβαρά προβλήματα υγείας.

Πιεστικά ήθελε να μου επιβάλει τον σύζυγο και την οικογένειά της λέγοντας ότι δεν θα με βλέπει εάν δεν δέχομαι και άλλους. Την περιορίζω στην νόμιμη μοίρα και μόνον επί των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων μου. 1. Το 3άρι διαμέρισμα ... 4ου ορόφου στην οδό .... 2.Το γραφείο στο Μέγαρο ... Αθήναι ..., 5ος όροφος. 3.Μετοχές ... 3.000.4.

Μετοχές ... 1.275. Εάν για οιονδήποτε λόγο εγείρει αξιώσεις επί πλέον, τότε να στραφεί κατά της ... ... και ΜΟΝΟ. Γ. Στον αγαπημένο μου ανηψιό Β. Μ., Κ. και Β. Μ., αφήνω α) διαμέρισμα 2άρι 4ου ορόφου ... οδός ... Αθήνα, β) το προσωπικό μου ρολόϊ ΩΜΕΓΑ και χρυσό δακτυλίδι με το νόμισμα της κεφαλής του Μ. Αλεξάνδρου Δ. ΣΤΗ Μονή ...

δωρίζω: Μετοχές στο κατάστημα ... .... Το ποσό που θα εισπραχθεί από τ’ ανωτέρω να πάει στην κατασκευή χώρων ή πτέρυγας Μουσειακού χώρου ή για αναπαλαίωση/ κατασκευή κατά τις ανάγκες της ...". Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (Μ.- Ν. Σ. και Β. Μ.), με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρόβαλαν τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρουν με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης τους, ότι δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην έγερση της ένδικης αγωγής, διότι ο διαθέτης, στην πιο πάνω διαθήκη του, όρισε ρητά ότι, εάν η θυγατέρα του (ενάγουσα), για οποιονδήποτε λόγο, εγείρει αξιώσεις επιπλέον, για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, τότε να στραφεί μόνον κατά της ... ... (τρίτης εναγομένης) και όχι κατ’ αυτών.

Η ενάγουσα είχε, ήδη, με την αγωγή της προβάλει την ακυρότητα της εν λόγω διάταξης της διαθήκης, διατεινόμενη ότι αυτή συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό της νόμιμης μοίρας της, κατ’ άρθρο 1829 A.K. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, ο διαθέτης είχε τη (διανεμητική) εξουσία να ορίσει, με τη διαθήκη του, ότι, σε περίπτωση που η ενάγουσα εγείρει αξιώσεις για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, η συμπλήρωση αυτή να γίνει επί ορισμένων, μόνον, κληρονομιαίων πραγμάτων, δηλαδή εκείνων (μετοχών) που περιέρχονται στην τρίτη εναγομένη.

Έτσι, η σχετική διάταξη της διαθήκης δεν συνιστά, απαγορευμένο (ποσοτικά) περιορισμό της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας και, ως εκ τούτου, αυτή (διάταξη) δεν είναι άκυρη, όπως η ενάγουσα αβάσιμα διατείνεται. Επομένως, είναι βάσιμος ο ισχυρισμός των δύο πρώτων εναγομένων για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής τους στην έγερση της ένδικης αγωγής (περί συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας), η οποία, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον τους, είναι, για το λόγο αυτό, απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Κατόπιν τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφαση του, δέχθηκε την ακυρότητα της παραπάνω διάταξης της διαθήκης (ως περιορίζουσας τη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας), κάνοντας, στη συνέχεια, δεκτή (εν μέρει) την αγωγή και ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά παραδοχή του σχετικού δευτέρου λόγου της ένδικης έφεσης των τελευταίων, ως βάσιμου.

Περαιτέρω, και όσον αφορά την ένδικη έφεση της ενάγουσας, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της, μόνης παθητικά νομιμοποιούμενης τρίτης εφεσίβλητης (3ης εναγομένης), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Όπως προαναφέρθηκε, η αξία της (πραγματικής) κληρονομιαίας περιουσίας του διαθέτη, κατά το χρόνο του θανάτου του, ανερχόταν, συνολικά, στο ποσό των 1.109.967,90 ευρώ και, μετά την αφαίρεση των εξόδων κηδείας του διαθέτη (5.140 ευρώ), στο ποσό του 1.104.827,90 ευρώ.

Επί του ποσού αυτού θα υπολογιστεί, κατ’ άρθρο 1831 Α Κ, η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, το ποσοστό της οποίας ανέρχεται στα 3/8 (άρθρα 1813, 1825 ΑΚ), αφού η ενάγουσα, μοναδικό τέκνο του διαθέτη, συντρέχει στην εξ αδιαθέτου κληρονομία, με τη σύζυγο του διαθέτη (πρώτη εναγομένη). Έτσι, η αξία της νόμιμης μοίρας που δικαιούται η ενάγουσα, επί του παραπάνω ποσού της κληρονομίας, ανέρχεται σε 414.310,46 ευρώ.

Η αξία των παραπάνω δήλων πραγμάτων που περιέρχονται, με τη διαθήκη, στην ενάγουσα, δηλαδή του με στοιχεία ... διαμερίσματος, του με στοιχεία ... γραφείου, των 3.000 μετοχών της "..." και των 1.275 μετοχών της "...", ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 152.067,75 (87.750 + 47.538 + 7.740 + 9.039,75) ευρώ. Επομένως, η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας θίγεται κατά τη διαφορά της νόμιμης μοίρας που δικαιούται και εκείνης που έλαβε (με τη διαθήκη), δηλαδή κατά το ποσό των 262.242,71 (414.310,46-152.067,75) ευρώ, κατά το οποίο υπάρχει ανάγκη συμπλήρωσής της.

Προς τούτο, θα σχηματισθεί κλάσμα με αριθμητή το τελευταίο αυτό ποσό (νόμιμη μοίρα μετά την αφαίρεση της αξίας των δήλων πραγμάτων που έλαβε η ενάγουσα) και παρονομαστή την αξία των στοιχείων της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, μετά την αφαίρεση της αξίας των δήλων πραγμάτων που έλαβε η ενάγουσα με τη διαθήκη, δηλαδή το ποσό των 952.760.20 (1.104.827,90-152.067,75) ευρώ.

Από τη διαίρεση των δύο αυτών μεγεθών (262.242,71/952.760,20) προκύπτει ο δεκαδικός αριθμός 0,2752, ο οποίος εκφράζεται ως ποσοστό 27,52%, το οποίο δικαιούται να λάβει (αυτούσιο) η ενάγουσα, επιπλέον αυτών που της καταλείφθηκαν με τη διαθήκη. Πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και το ποσό της αξίας όλων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς πρέπει να τίθεται στον παρονομαστή, χωρίς την αφαίρεση των εξόδων κηδείας του κληρονομουμένου (ΑΠ 511/1982 ΝοΒ 31.354), στην προκειμένη περίπτωση το εν λόγω ποσό έχει τεθεί (στον παρονομαστή) μετά την αφαίρεση των εξόδων αυτών (1.109.967,90-5.140= 1.104.827,90), όπως έχει τεθεί και με την εκκαλούμενη απόφαση, χωρίς, όμως, η τελευταία να προσβάλλεται, κατά τούτο, με έφεσης.

Εξάλλου, η ενάγουσα, με τον πρώτο λόγο της έφεσης της, παραπονείται για το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τον προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας της, δεν προσέθεσε στην αξία της (πλασματικής) κληρονομιάς του διαθέτη και την αξία των διεθνών μετοχών, ποσού 119.625,20 ευρώ, που βρέθηκαν στο χαρτοφυλάκιο που τηρούσε ο διαθέτης στην Τράπεζα "..." και τις οποίες αυτή ναι μεν δεν αναφέρει και δεν υπολογίζει στην αγωγή της, πλην όμως επικαλέστηκε με τις προτάσεις της στην πρωτοβάθμια δίκη, μετά την αναφορά της ύπαρξης τους από τους εναγομένους, με τις προτάσεις τους στην (πρώτη) συζήτηση της αγωγής.

Το εν λόγω, όμως, παράπονο της ενάγουσας τυγχάνει αβάσιμο, καθόσον ο προβαλλόμενος απ’ αυτή υπολογισμός, στην αξία της κληρονομιαίας περιουσίας, και του ποσού της αξίας των διεθνών μετοχών, οδηγεί, σαφώς, στην αύξηση του ποσοστού της νόμιμης μοίρας της και, εντεύθεν, σε μεταβολή του αγωγικού της αιτήματος, πράγμα, όμως, που δεν είναι επιτρεπτό λόγω έλλειψης της απαιτούμενης προδικασίας (άρθρα 106 και 111 αρ. 2 ΚΠολΔ).

Τα υποστηριζόμενα από την ενάγουσα (εκκαλούσα) ότι δεν ζήτησε την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος σε μεγαλύτερο ποσοστό νόμιμης μοίρας ούτε και επί των παραπάνω διεθνών μετοχών, παρά, μόνον, τον υπολογισμό της αξίας αυτών στην αξία της κληρονομίας του διαθέτη, δεν ασκούν καμία έννομη επιρροή, καθόσον ο εν λόγω υπολογισμός (που ζητεί η ενάγουσα), χωρίς αντίστοιχη, τουλάχιστον, αύξηση του ποσοστού της νόμιμης μοίρας της, είναι χωρίς σημασία στην παρούσα δίκη και δεν αποτελεί αντικείμενο αυτής.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε, για τον ίδιο λόγο, το παραπάνω αίτημα της ενάγουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και γι’ αυτό ο πρώτος λόγος της ένδικης έφεσής της, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, η ενάγουσα, με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, παραπονείται για το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τον υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής της (νόμιμης μοίρας) στα υπόλοιπα στοιχεία της κληρονομίας, δεν αφαίρεσε, όπως θα έπρεπε, από το ποσό της αξίας της κληρονομίας (στον παρονομαστή του παραπάνω κλάσματος) και την αξία των δήλων πραγμάτων, μέχρι του ποσού της νόμιμης μοίρας, που καταλείφθηκαν στην, επίσης, μεριδούχο, σύζυγο του διαθέτη (πρώτη εναγομένη).

Τα εν λόγω, όμως, υποστηριζόμενα από την ενάγουσα είναι, ήδη, αβάσιμα, καθόσον, μετά την, κατά τα ανωτέρω, απόρριψη της αγωγής ως προς την πρώτη εναγομένη (άνω μεριδούχο), η τελευταία δεν νομιμοποιείται παθητικά στη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας, με την έννοια ότι τα κληρονομιαία πράγματα που της καταλείφθηκαν (με τη διαθήκη) δεν συμμετέχουν στη συμπλήρωση αυτή.

Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος αφαίρεσης (από την αξία της κληρονομίας) του μεριδίου της εν λόγω μεριδούχου (μέχρι του ποσού της νόμιμης μοίρας της), όπως ζητεί η ενάγουσα, καθόσον, μάλιστα, σκοπός της αφαίρεσης αυτής είναι η συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας να γίνει με συμμετοχή του μεριδούχου στα υπόλοιπα αντικείμενα της (πραγματικής) κληρονομίας, πέραν αυτών που καταλείφθηκαν στον ίδιο και πέραν αυτών που έχουν καταλειφθεί, ως δήλα πράγματα, σε άλλους μεριδούχους (έως το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους), τα οποία, έτσι, εξαιρούνται από την (αυτούσια) συμμετοχή στη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας (Απ.

Γεωργιάδης - Μιχ. Σταθόπουλος, Αστικός Κώδικας, Κληρονομικό Δίκαιο, άρθρα 1831-1834, σελ. 484, αρ. 6 - πρβλ. ΑΠ 1172/2002 ΝοΒ 2003.1010 - ΑΠ 511/1982 όπ.π.). Βεβαίως, η εν λόγω αφαίρεση δεν αφορά την τρίτη εναγομένη, η οποία είναι η μόνη νομιμοποιούμενη παθητικά (μη μεριδούχος) στην ένδικη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας.

Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης της ενάγουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η ενάγουσα, με την αγωγή της, ζήτησε να αναγνωριστεί το κληρονομικό της δικαίωμα, κατά το (ελλειπον) ποσοστό της νόμιμης μοίρας της, και επί του περιεχομένου (αγνώστου σ’ αυτή) της θυρίδας (αρ. 22), που διατηρούσε, κατά το χρόνο του θανάτου του, ο κληρονομούμενος στην Τράπεζα "..." (υποκατάστημα ...) και στο οποίο (περιεχόμενο) εγκαταστάθηκε, ως κληρονόμος, η σύζυγος του τελευταίου (πρώτη εναγομένη).

Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της ένδικης έφεσής της, η ενάγουσα παραπονείται για το ότι το εν λόγω αίτημά της δεν έγινε δεκτό, με την εκκαλούμενη απόφαση. Και ο λόγος αυτός, όμως, της έφεσης της ενάγουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, πέραν της αοριστίας του εν λόγω αιτήματος (δεν προσδιορίζονται τα στοιχεία του περιεχομένου της θυρίδας), η ύπαρξη του περιουσιακού αυτού στοιχείου δεν έχει (πλέον) σημασία στην παρούσα δίκη, της οποίας αντικείμενο είναι μόνο τα κληρονομιαία στοιχεία (μετοχές) που καταλείφθηκαν στην τρίτη εναγομένη και όχι εκείνα που καταλείφθηκαν στην πρώτη εναγομένη, όπως είναι το περιεχόμενο της παραπάνω θυρίδας.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προεκτέθηκαν, η ενάγουσα, προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, συμμετέχει, με ποσοστό 27,52% στα κληρονομιαία στοιχεία (και μόνο) που έλαβε (με τη διαθήκη) και κατέχει η τρίτη εναγομένη και συγκεκριμένα επί των μετοχών που, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, διαχειριζόταν η Τράπεζα "...

AE" (υποκατάστημα ...), όπως αυτές αναφέρονται στην ένδικη αγωγή και το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης". Ακολούθως, το Εφετείο, απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 21-6-2010 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και μετά παραδοχή της από 11-4-2011 εφέσεως των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση κατά το μέρος που τους αφορά, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς αυτούς.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, καθόσον διαλαμβάνονται σε αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα τα περιστατικά από τα οποία καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1825, 1827, 1829 και 1831 εδ.

α’ Α.Κ., τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. αιτιάσεις, που περιέχονται στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναιρέσεως, αναφερόμενες σε παραβίαση υπό της προσβαλλόμενης απόφασης των άνω διατάξεων, διότι αυτή δέχθηκε ότι η ως άνω συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της αναιρεσείουσας θα γίνει με το αναφερόμενο σ’ αυτήν ποσοστό 27,52 % στα κληρονομιαία στοιχεία που έλαβε (με τη διαθήκη) και κατέχει η τρίτη αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα επί των μετοχών που, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, διαχειριζόταν η Τράπεζα ... ...

ΑΕ" σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διάταξη της επίμαχης διαθήκης, συνιστά νόμιμη άσκηση διανεμητικής εξουσίας του διαθέτη και δεν αποτελεί απαγορευμένο (ποσοτικό) περιορισμό αυτής (νόμιμης μοίρας), ούτε υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης με το να μην αναφέρονται ονομαστικά οι μετοχές που λαμβάνει ως τετιμημένη η τρίτη αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

Οι περιλαμβανόμενες στο δεύτερο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, από τον αριθμό19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τις οποίες η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, γιατί "μολονότι δέχθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η νόμιμη μοίρα της καλύπτεται ως προς τη διαφορά των 262.242,71 ευρώ με το ποσοστό 27,52 % επί των μετοχών που, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, διαχειριζόταν η άνω Τράπεζα, δεν προσδιόρισε, καθ’ οιοδήποτε τρόπο, ποιες είναι αυτές οι μετοχές (αριθμός, εταιρεία, αξία εκάστης μετοχής, συνολική αξία) αλλά αρκέσθηκε να παραπέμψει στην αγωγή της και στο διατακτικό της εκκληθείσας, υπ’ αριθμ. 6369/2009, αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο (διατακτικό) παρατίθεται ολόκληρο το χαρτοφυλάκειο του κληρονομουμένου, χωρίς διαχωρισμό των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων και επίσης δεν προκύπτει απ’ αυτήν με ποιον τρόπο, μέσω της συγκεκριμένης διάταξης της διαθήκης, επιτυγχάνεται η αμεσότητα κτήσης εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας) των επιπλέον κληρονομιαίων πραγμάτων (άνω μετοχών), οι οποίες, με την ίδια διαθήκη, "δωρίζονται" στην τρίτη εναγομένη- αναιρεσίβλητη ... ...", είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού όλες οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.) καθώς και σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα, η δε περαιτέρω αναφερόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε εμμέσως, πλην σαφώς, τη διάταξη της διαθήκης, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον ίδιο το διαθέτη, δίχως να προκύπτει αφενός μεν ότι υπάρχει ανάγκη ερμηνείας της διαθήκης, προς αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη, αφετέρου δε οι κανόνες βάσει των οποίων προέβη σε αυτήν την ερμηνεία, είναι αόριστη, αφού στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου, και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.- Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο.

Εξάλλου, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής, Ειδικότερα, εναγόμενος στην αγωγή για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας είναι εκείνος ο συγκληρονόμος που κατέχει τα κληρονομιαία κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ή παίρνει από αυτά πλουτισμό, και έχει υποχρέωση να συμπληρώσει τη νόμιμη μοίρα.

Συνεπώς, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της παθητικής του νομιμοποίησης δε συνιστά ένσταση αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί πράγμα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Έτσι, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 8 α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ότι δηλαδή το Εφετείο εσφαλμένα έλαβε υπόψη του ισχυρισμό των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσίβλητων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής τους στην ένδικη διαφορά, αφού "μηδέποτε προβλήθηκε εκ μέρους αυτών ισχυρισμός περί άσκησης διανεμητικής εξουσίας εκ μέρους του ως άνω διαθέτη δια της επίδικης διάταξης της από 30-5-2005 διαθήκης", είναι απαράδεκτος, καθόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της παριστάμενης πρώτης των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Δικαστικά έξοδα στην τρίτη αναιρεσίβλητη δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-5-2015 αίτηση της Α. Χ. του Ι. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3497/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της παριστάμενης πρώτης των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ