Legislator Case Law & Legislation
780/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding excessive court costs allocation under Article 178 of the Civil Procedure Code.

Case Number 780/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding the allocation of litigation costs. The appellants argued that the court's order for them to pay 17,850€ in costs exceeded the legal limit of 3,000€ based on the partial victory of the opposing party. The court ruled this argument inadmissible because the lower court's discretion in distributing costs according to the principle of proportionality is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 178 and 559 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court holds that the allocation of litigation costs by the court of first instance based on the principle of proportionality is final and not subject to appeal.

Keywords

AI generated
litigation costs allocation principle of proportionality inadmissibility of appeal Civil Procedure Code appellate review limitation partial victory costs court discretion

Cited Legislation

AI generated
Article 178 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 495 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 189 of the Civil Procedure Code
Article 191 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 780 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 780/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Λ., 2) Ε. θυγατέρας Θ. Π., συζύγου Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Κοτσαλή και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Νικολακόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 8293/2006 μη οριστική και 4160/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/11/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 24/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι εκδοθείσες αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 8293/2006 μη οριστική απόφαση και η υπ’ αριθ. 4160/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την πρώτη μη οριστική απόφαση του Εφετείου, αφού συνεκδικάσθηκαν η από 19-3-2006 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, καθώς και η από 24-3-2006 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθ. 163/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 10-12-2003 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και είχε αναγνωρίσει ότι οι τελευταίοι οφείλουν στον πρώτο για την αμοιβή του το ποσό των 161.879,98€ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έγιναν τυπικά δεκτές, απορρίφθηκαν οι υποβληθέντες για πρώτη φορά ενώπιον του ισχυρισμοί των τότε εκκαλούντων εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Με τη δεύτερη οριστική απόφαση του Εφετείου, που εκδόθηκε μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, έγιναν δεκτές οι εφέσεις κατ’ ουσίαν, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να καταβάλλουν στον αναιρεσίβλητο για την αμοιβή του το ποσό των 81.650,36€ με το νόμιμο τόκο από 23-4-2003 και καταδικάσθηκαν οι πρώτοι στη δικαστική δαπάνη του τελευταίου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, ποσού 13.000€..

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 372, 387 και 388 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η διάταξη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος, η επιλογή των πραγματογνωμόνων από το σχετικό κατάλογο ή και εκτός αυτού, αν κριθεί σκόπιμο, η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσης πραγματογνωμοσύνης που έχει ήδη διεξαχθεί από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας.

Η κρίση δε τούτου περί των ανωτέρω δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση των πλημμελειών του αριθ. 10 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, αφού ο προβλεπόμενος από τον αριθμό αυτό λόγος για λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων, για τα οποία δεν διατάχθηκε απόδειξη, ιδρύεται μόνο στις περιπτώσεις που το δικαστήριο έχει από το νόμο υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις, την οποία όμως υποχρέωση δεν έχει στις περιπτώσεις που το θέμα ανάγεται από το νόμο στην κυριαρχική κρίση του, όπως στην περίπτωση διενέργειας πραγματογνωμοσύνης (ή νέας, ή επανάληψης ή συμπλήρωσης αυτής), κατά τα παραπάνω, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή της και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 1025/2014, ΑΠ 552/2009, ΑΠ 866/2006, ΑΠ 1795/2005).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 309 εδ. β ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όσες αποφάσεις δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο κατά τη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση.

Στάση δε της δίκης δημιουργείται και όταν η υπόθεση εισάγεται προς κατ’ ουσίαν συζήτηση στο δικαστήριο με κλήση κάποιου από τα διάδικα μέρη. Εξάλλου, μη οριζομένου του αντιθέτου στην άνω διάταξη του άρθρου 309 ΚΠολΔ, η μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου δύναται να ανακληθεί και σιωπηρώς, δυναμένου δηλαδή του δικαστηρίου να απομακρυνθεί, ολικά ή μερικά, των πρότερον αποφασισθέντων και χωρίς αναφορά ρητής ανάκλησης (ΑΠ 687/1985).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 388 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απόφαση του δικαστηρίου που διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης είναι μη οριστική κατά την προαναφερθείσα έννοια και συνεπώς το δικαστήριο σε μεταγενέστερη στάση δίκης έχει την ευχέρεια να ανακαλέσει την απόφαση αυτή αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτημα κάποιου διαδίκου, εάν κατά τη διακριτική ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δεν είναι αναγκαία η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, γιατί δεν πρόκειται για ζήτημα για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 1488/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο, παρόλον που με την προεκδοθείσα υπ’ αριθ. 8293/2006 μη οριστική απόφασή του είχε δεχθεί σχετικό αίτημά τους και είχε διατάξει πραγματογνωμοσύνη για τη διερεύνηση, πέραν άλλων τεχνικών ζητημάτων, και της επιμέτρησης και του κόστους των ηλεκτρολογικών, μηχανικών και υδραυλικών εργασιών της οικοδομής, που αποτελούσε αντικείμενο της μεταξύ αυτών και του αναιρεσίβλητου, ως εργολάβου, σύμβασης έργου, κατά το χρόνο παράδοσης του έργου, διότι για το ζήτημα αυτό απαιτούνταν ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης και ο ορισθείς πραγματογνώμονας, πολιτικός μηχανικός, δεν γνωμοδότησε σχετικώς ως προς τις ηλεκτρολογικές, μηχανικές και υδραυλικές εργασίες με την αιτιολογία ότι δεν υπάγονταν στην ειδικότητά του, αρκέστηκε για το ζήτημα αυτό στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία έκρινε επαρκή προς μόρφωση της κρίσης του σε σχέση με το άνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα και απέρριψε το αίτημά τους περί διενέργειας νέας περί αυτών πραγματογνωμοσύνης από ηλεκτρολόγο-μηχανολόγο μηχανικό, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, εφόσον δεν ανακάλεσε την άνω μη οριστική του απόφαση, που είχε δεχθεί ότι για το άνω ζήτημα, προκειμένου να γίνει αντιληπτό, απαιτούντο ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης, είχε υποχρέωση να διατάξει απόδειξη και συγκεκριμένα την αιτούμενη από αυτούς νέα πραγματογνωμοσύνη.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας, που είχε διορισθεί με την υπ’ αριθ. 8293/2006 μη οριστική απόφασή του, δεν περιέλαβε στην έκθεσή του γνωμοδότηση ως προς το ζήτημα της επιμέτρησης και του κόστους των ηλεκτρολογικών, μηχανικών και υδραυλικών εργασιών και ότι για το ζήτημα αυτό δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί νέα πραγματογνωμοσύνη, δεδομένου ότι κρίνει επαρκείς προς μόρφωση της κρίσης του τις λοιπές αποδείξεις που προσκομίζονται, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, οι οικοδομικές άδειες και οι φωτογραφίες του ακινήτου.

Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο ανακάλεσε σιωπηρώς την προεκδοθείσα μη οριστική απόφασή του περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και εντεύθεν απέρριψε το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων περί διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης ως προς το παραπάνω ζήτημα, δεχόμενο εκ των πραγμάτων ότι για τη διαπίστωσή του δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως τούτο συνάγεται από την παραδοχή του ότι αρκούν για το αποδεικτέο ζήτημα οι λοιπές αποδείξεις.

Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, εφόσον δεν δέχθηκε ότι για τη διαπίστωση του παραπάνω ζητήματος απαιτούντο ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης δεν είχε, κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, υποχρέωση από το νόμο να διατάξει αποδείξεις και συγκεκριμένα νέα πραγματογνωμοσύνη, αφού αυτό πλέον επαφιόταν στην κυριαρχική του κρίση.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα και απαράδεκτο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η τελευταία ίσχυε μετά την αντικαταστάσταση της με το άρθρ. 11 του ν. 2915/2001 και μέχρι την αντικατάστασή της με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων, αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και κατατείνουν στην επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 και συγκεκριμένα α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα γ) αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.

Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι σε όλες τις καθιερούμενες περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού το δικαστήριο της ουσίας σχηματίζει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της βραδείας προβολής και ως προς το κατά πόσον συντρέχει κατά περίπτωση μία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ερευνώντας τα κρίσιμα στοιχεία της δικογραφίας.

Ειδικά δε στην περίπτωση, που ο προβαλλόμενος καθυστερημένα ισχυρισμός δικαιολογεί το παραδεκτό της βραδείας προβολής ως αποδεικνυόμενος από έγγραφο, ο διάδικος που τον προβάλλει πρέπει να ισχυρισθεί ότι δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξή του και περαιτέρω ως έγγραφη απόδειξη κατά την παραπάνω έννοια αποτελεί το δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, από το οποίο η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια, όπως είναι οι ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (AΠ 999/2010, ΑΠ 1778/2008, ΑΠ 1990/2007, ΑΠ 468/2007).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου της αίτησης αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος να προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αίτησης αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο της αίτησης αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 564/2008). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν την από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση και συγκεκριμένα ότι, ενώ με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου είχαν προβάλλει, σε ανταπολογία κατά της έφεσης του αντιδίκου τους αναιρεσίβλητου, τους ισχυρισμούς τους α) περί μείωσης της αμοιβής του κατά το ποσό των 245.350,00 €, λόγω ελαττωμάτων του έργου και β) περί καθορισμού της αμοιβής του με βάση τιμές προϋπολογισμού, την ακρίβεια του οποίου εγγυήθηκε ρητά, το Εφετείο τους απέρριψε ως απαραδέκτους.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες με τις από 26-9-2006 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, πέραν άλλων, ισχυρίστηκαν ότι ο αναιρεσίβλητος, αν και η αμοιβή του είχε συμφωνηθεί κατ’ αποκοπήν στο συνολικό ποσό των 200.000.000 δραχμών ή 586.940,57€, στο οποίο περιλαμβανόταν και το κόστος ολοκλήρωσης του έργου, τον προϋπολογισμό του οποίου είχε εγγυηθεί, αύξησε αυθαίρετα το κόστος του έργου κατά 75.800.000 δραχμές ή 222,450,48€ και περαιτέρω προέβαλαν ένσταση συμψηφισμού της αμοιβής του αναιρεσίβλητου με ανταπαίτησή τους ποσού 245.350,00€, που αντιστοιχεί σε αποζημίωσή τους, που ισούται, κατά τα αναφερόμενα, με το κόστος αποκατάστασης των ομοίως αναφερομένων ελαττωμάτων του έργου, για την οποία ουδεμία αιτίαση προβάλλουν στο αναιρετήριο, καθώς και ένσταση μείωσης της αμοιβής του αναιρεσίβλητου κατά το ποσό των 155.234,00€, διότι η διόρθωση των αναφερομένων ελαττωμάτων απαιτούν δυσανάλογες δαπάνες, που μειώνουν, κατά το ποσό αυτό, την αξία του έργου, επικαλούμενοι για τη βραδεία προβολή των ισχυρισμών αυτών το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, όχι ότι προέβαλαν αυτούς ως εφεσίβλητοι προς ανταπολογία κατά της έφεσης του αντιδίκου τους, όπως προβάλλουν με την αίτηση αναίρεσης, αλλά διότι συντρέχουν οι περιπτώσεις του άρθρου 269 παρ.2 περ.

α, β και γ του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, διότι στον πρώτο βαθμό αυτοί δεν γνώριζαν τις απαιτούμενες εργασίες αποκατάστασης των ελαττωμάτων των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων της οικοδομής και το κόστος αυτών, αφού η αυτοψία της οικοδομής από τον ορισθέντα, κατόπιν αίτησης τους, από το ΤΕΕ πραγματογνώμονα, Π.

Α., για την καταγραφή και υπολογισμό των παραπάνω και η σύνταξη της σχετικής έκθεσής του ολοκληρώθηκαν μόλις το Μάρτιο 2006 και διότι οι ισχυρισμοί τους αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των μηχανικών Α. Δ. και Π. Α.. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 8293/2006 μη οριστική απόφασή του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί μείωσης της αμοιβής του αναιρεσίβλητου απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι δεν πρότειναν πρωτοδίκως ισχυρισμό περί κακοτεχνιών του έργου, καίτοι γνώριζαν αυτές, όπως συνάγεται από τις από 8-9-2005 προτάσεις τους.

Ειδικότερα στις προτάσεις αυτές αναφέρουν τις κακοτεχνίες και μάλιστα αναβιβάζουν το κόστος αποκατάστασης αυτών στο ποσό των πενήντα εκατομμυρίων δραχμών, πέραν του ότι οι κακοτεχνίες αυτές μπορούσαν να περιληφθούν στις εκθέσεις των μηχανικών Δ. Π. και Σ. Χ., που ευρίσκοντο στη διάθεση των εναγομένων κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, η οποία έλαβε χώρα στις 29-9-2005, ήτοι σε χρόνο ικανό από την παράδοση του έργου, που έγινε, όπως άλλωστε συνομολογείται, τον Απρίλιο του 2002.

Επομένως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 527, 269 ΚΠολΔ". Με τις παραδοχές αυτές, με τις οποίες το Εφετείο, κατέληξε στην απορριπτική του κρίση, γιατί δεν συνέτρεξε γενικά καμία από τις επικαλούμενες υπό των αναιρεσειόντων προϋποθέσεις που θέτουν οι άνω διατάξεις, για το παραδεκτό της προβολής του ισχυρισμού τους περί μείωσης της αμοιβής του αναιρεσίβλητου το πρώτον ενώπιον του, προκύπτει αδιστάκτως ότι έκρινε, αναιρετικά ανέλεγκτα, ότι δεν προέκυψε ο άνω ισχυρισμός τους για πρώτη φορά μεταγενέστερα της συζήτησης στον πρώτο βαθμό, δεν συνέτρεξε δικαιολογημένη αιτία μη έγκαιρης προβολής του και δεν αποδεικνυόταν εγγράφως παραχρήμα από τις επικαλούμενες ιδιωτικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες και από τις οποίες, σημειωτέον, συνάγονται δικαστικά τεκμήρια και όχι άμεση απόδειξη.

Επομένως, το Εφετείο, που με τις παραδοχές αυτές οδηγήθηκε στην απόρριψη του άνω ισχυρισμού ως απαραδέκτου, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την παραπάνω μη οριστική απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτο και τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί καθορισμού της αμοιβής του αναιρεσίβλητου με βάση τιμές προϋπολογισμού, που την ακρίβειά του εγγυήθηκε ρητά, είναι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης, απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού ούτε οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό αυτό υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΑΚ, ούτε το Εφετείο απέρριψε αυτόν ως υποβληθέντα απαραδέκτως, κατά παράβαση αυτών.

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ ΑΠ 3/1997).

Δεν είναι "πράγματα", όμως με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 2176/2009). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, AΠ 89/2013). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν ότι με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου πρότειναν τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελή ισχυρισμό τους ότι ο αντίδικός τους "αύξησε αυθαίρετα και χωρίς να μας ενημερώσει το κόστος του έργου κατά 75.800.000 δραχμές ή 222.450,48€ επιπλέον, παρόλον που είχε εγγυηθεί τον προϋπολογισμό του" και το Εφετείο δεν τον έλαβε υπόψη.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 4160/2014 οριστικής απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη εκ των πραγμάτων με τις αντίθετες παραδοχές του τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε, αφού δέχθηκε ότι αποδείχθηκε η συμφωνία για καταβολή της εργολαβικής αμοιβής σε ποσοστό 20% επί του τελικού κόστους των εργασιών για την εκτέλεση του έργου και όχι η αντιθέτως επικαλούμενη από τους εναγομένους.

Από το άρθρο 178 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκβαση της νίκης ή της ήττας του καθενός, προκύπτει ότι, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην απόφαση του ότι συντρέχει η προϋπόθεση του ως άνω άρθρου, κατανέμει αυτά ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός, η περί αυτού δε κρίση του είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε τους εναγομένους να πληρώσουν στους ενάγοντες 13.000€ για μέρος από τα δικαστικά τους έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας αφού δέχθηκε τα ακόλουθα: "Λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων πρέπει να καταδικασθούν οι εναγόμενοι, μετά από κατανομή, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, συνυπολογιζομένων σ’ αυτά και αναλόγου μέρους από εκείνα που κατέβαλε ο ενάγων για τη διεξαγωγή της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, δηλαδή συνολικό ποσό 17.850€".

Οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης παραπονούνται ότι το Εφετείο με την παραπάνω περί δικαστικής δαπάνης διάταξη επιδίκασε σε βάρος τους υπέρμετρα έξοδα, δεδομένου ότι, εφόσον ο ενάγων αιτείτο με την αγωγή να αναγνωρισθεί ότι αυτοί οφείλουν να του καταβάλλουν το ποσό των 223.336, 01€ και το αίτημά του έγινε δεκτό για το ποσό των 81.650,36€, η κατανομή των δικαστικών εξόδων σε βάρος τους με βάση το άρθρο 178 ΚΠολΔ δεν μπορούσε να υπερβεί το ποσό των 3.000€.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση από το Εφετείο του άρθρου 178 ΚΠολΔ και της αρχής της αναλογικότητας, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω νομικά δεδομένα, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με τα υπ’ αριθ. 1368202, 2898150, 154259, 154260 και 154261 παράβολα, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ’ αριθ. 950/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτού, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (αρθ. 176,183,189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-11-2004 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4160/2014 οριστικής απόφασης και της υπ’ αριθ. 8293/2006 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων ευρώ,που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με τα υπ’ αριθ. 1368202, 2898150, 154259, 154260 και 154261 παράβολα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ