Appeal dismissed for failure to prove procedural error regarding evidence assessment in land dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the second-instance court's decision regarding a land boundary dispute. The appellants argued the lower court failed to consider specific documents proving the disputed strip was a public road, yet the court found no evidence of procedural error. The court ruled that the second-instance judge was not obligated to explicitly mention every document considered when evaluating evidence, provided the final decision logically followed from the assessment of all submitted materials.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) KPolD; Art. 533(2) KPolD: An appeal for direct violation of substantive law is inadmissible if the lower court's reasoning, though not explicitly detailing every document considered, logically derives its conclusion from the assessment of all evidence without omission.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 780 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 780/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Ε. χας Κ. Π., το γένος Λ. Χ., 2. Β. συζ. Κ. Ζ., το γένος Κ. Π. και 3. Ο. Κ. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Φασούλα.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φιλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2005 του Εφετείου Λαμίας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1573/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λαμίας. Το Εφετείο Λαμίας εξέδωσε την 48/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-9-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 24-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύτηκε η πρωτόδικη απόφαση. Εξάλλου, από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι, αν μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης δημοσιεύθηκε νόμος που έχει αναδρομική δύναμη, τότε μόνο τον εφαρμόζει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν κατά ρητή αυτού διάταξη καταλαμβάνει και τις έννομες σχέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε οριστική απόφαση (ΟλΑΠ 654/1984 ΝοΒ 33,71).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δύο πρώτους λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει αν υπάρχει ή όχι πλήρης απόδειξη από την προσκομισθείσα από τις αναιρεσείουσες 508/1998 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Μεγάλου Χωριού από την οποία προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο (εδαφική λωρίδα) ανήκει στη συγκυριότητα των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών και δεν είναι κοινόχρηστη οδός, εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε, τις διατάξεις του π.δ/τος 410/1995 "περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" όπως και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος αυτού π. δ/τος 323/1989 και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", ενώ έπρεπε να τις εφαρμόσει, επειδή ίσχυαν κατά το χρόνο που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν εφάρμοσε το νεότερο νόμο 3463/2006, ο οποίος δεν ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (6-2-2003) και ούτε έχει αναδρομική δύναμη, εφάρμοσε όμως τις ισχύουσες κατά τον ίδιο χρόνο διατάξεις των άρθρων 106, 114§1 περ. γ' και 117§1 του π.δ/τος 410/1995 και ως εκ περισσού μνημόνευε και τις σχετικές ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 24, 93, 101 και 104 του προϊσχύσαντος αυτής δικαίου.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.
Τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη και παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 περ. ι' του π.δ/τος 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας" και την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 106 παρ. 1 περ. ι' του ν. 3463/2006, "Ο Πρόεδρος της Κοινότητας...ι) εκδίδει πιστοποιητικά προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως των δημοτών". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι ο Πρόεδρος της Κοινότητας δεν έχει αρμοδιότητα να εκδίδει πιστοποιητικά περί του ότι κάποιο μέλος της κοινότητας είναι ο ιδιοκτήτης, νομέας και επικαρπωτής κάποιου ακινήτου και, επομένως πιστοποιητικό με τέτοιο περιεχόμενο δεν αποτελεί απόδειξη περί αυτού.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα δικαστικά τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από οποιοδήποτε έγγραφο, επομένως και από δηλώσεις και βεβαιώσεις τρίτων, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, συνετάγησαν προ ή κατά τη δίκη ειδικώς προς το σκοπό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο σε αυτή, γιατί έτσι γίνεται καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 396 επ.
ΚΠολΔ που αναφέρονται στο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε στην προσκομισθείσα από τις αναιρεσείουσες υπ' αρ. 508/1998 βεβαίωση του Προέδρου της τότε κοινότητας Μεγάλου Χωριού Ευρυτανίας, από την οποία προκύπτει ότι η επίδικη λωρίδα εδάφους ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτές, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και ορθά τη βεβαίωση αυτή, ως απλή βεβαίωση τρίτου, μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και όχι ως δημόσιο έγγραφο, ενόψει τουότι ο Πρόεδρος της Κοινότητας δεν είχε αρμοδιότητα για την έκδοσή της.
ΙΙΙ. Οι υπεύθυνες δηλώσεις του ν.δ/τος 105/1969 και ήδη του ν. 1599/1986 παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια από τα δικαστήρια της ουσίας, εφόσον δεν προκύπτει ότι δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο, γιατί παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις από 11-8-2001 και από 12-8-2001 (δύο) υπεύθυνες δηλώσεις (ν. 1599/1986) των Φ. Γ., Κ. Μ. και Μ. Γ., από τις οποίες προκύπτει ότι η επίδικη λωρίδα εδάφους εξυπηρετούσε μόνο τις ενάγουσες. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενόψει του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι οι δηλώσεις αυτές δόθηκαν ειδικά προς το σκοπό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή και έτσι, δεν τις έλαβε υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια.
Η εκτίμηση όμως του περιεχομένου των εγγράφων που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο (άρθρο 438 εδαφ. α' ΚΠολΔ) ανήκει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εφόσον δεν προκύπτει άμεση απόδειξη επί του αποδεικτέου θέματος, τα λαμβάνει υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον δεν έχει επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περιπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την .../2001 συμβολαιογραφική πράξη διορθώσεως δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Λέου, επειδή αυτή έγινε για να χρησιμεύσει και στην προκείμενη δίκη, ενώ δεν έπρεπε να τη λάβει υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον σύμφωνα με όσα προειπώθηκαν και ανεξάρτητα από το αν το παραπάνω έγγραφο συντάχθηκε ή όχι για να χρησιμεύσει στη δίκη αυτή, αποτελεί δημόσιο έγγραφο λαμβανόμενο υπόψη είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, επιτράπηκε η απόδειξη και με μάρτυρες και επομένως, ορθά λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο.
V. Ο λόγος αναίρεσης στην περίπτωση της από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Με τον έκτο αλλά και τελευταίο, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η επίδικη λωρίδα εδάφους αποτελεί κοινόχρηστη οδό, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ακόλουθα έγγραφα: α) την .../1989 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Τσολάκου, από την οποία προκύπτει ότι η ιδιοκτησία του εναγόμενου από την ανατολική και βόρεια πλευρά της συνορεύει, όπως κατά λέξη αναφέρεται με οικόπεδο Κ.
Π., β) την υπ' αριθ. .../95 άδεια οικοδομής με αριθ. πρωτ. 537/29-5-1995 της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ευρυτανίας του αναιρεσιβλήτου, σε ακριβές αντίγραφο, από την οποία προκύπτει ότι ανατολικώς του οικοπέδου του, ευρίσκεται, όπως κατά λέξη αναφέρεται, ιδιωτική οδός αδιέξοδη και γ) το από 15-10-1994 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Γ.
Μ. Μ., σε ακριβές αντίγραφο, στο οποίο απεικονίζεται η ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου κατ' έκταση και όρια, όπως υπεδείχθηκε από τον ίδιον, και από το οποίο προκύπτει ότι ανατολικώς του οικοπέδου του ευρίσκεται ιδιωτική οδός αδιέξοδη, που οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού τους ισχυρισμού, ότι η επίδικη λωρίδα εδάφους ανήκει κατά συγκυριότητα σ' αυτές.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μερικά των οποίως μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως κάποιο απ' αυτά να παραλειφθεί για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, που λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2009 αίτηση των Ε. χήρας Κ. Π. κ.α. για αναίρεση της 48/2009 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ