Legislator Case Law & Legislation
780/2011 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against excessive damages award for engineer's fee exceeding claim amount.

Case Number 780/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision in a civil damages case. While the court rejected arguments regarding improperly considered evidence and procedural excesses, it found merit in the claim that the awarded engineer's fee of 880 euros exceeded the plaintiff's requested amount of 833 euros. Consequently, the judgment was annulled only regarding the excess sum, with the case remitted for further proceedings and the appellant ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11b), 559(9)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the court awarded more than requested, and such excess must be annulled with remittal for further proceedings.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure excessive damages award engineer's fee partial annulment remittal for further proceedings legal costs procedural excess

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 780 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 780/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΜΑΤΡΑΝΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Α., κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δούναβη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Μουχτούρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3117/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4828/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/9/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 30/8/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4828/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά τον τέταρτο λόγο και κατά τους δεύτερο και τρίτο, κατά ένα μέρος αυτών, λόγους.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο από το αρθ. 559 αριθμ. 11β λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν είναι και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση, με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε ή με αναφορές στις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων των προηγουμένων συζητήσεων, στα οποία γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, διότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), παρότι είχε γίνει επίκληση αυτών, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, κατά τρόπο απαράδεκτο και μη νόμιμο, εκ του ότι στις προσκομισθείσες από τον ενάγοντα-νυν αναιρεσίβλητο, ενώπιον του Εφετείου, προτάσεις του, στις οποίες ενσωματώνεται το περιεχόμενο των προτάσεων του πρώτου βαθμού "δεν γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτοδίκων προτάσεων", όπου γινόταν επίκληση των εν λόγω εγγράφων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τον, παραδεκτώς, κατ' αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, έλεγχο του δικογράφου των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του ενάγοντος-νυν αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι δεν γίνεται απλώς γενική αναφορά των εγγράφων, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του ούτε γίνεται απλή ενσωμάτωση των πρωτοδίκων προτάσεων στο κείμενο των προτάσεων του Εφετείου, αλλά στο δικόγραφο των τελευταίων ο ενάγων - εκκαλών - νυν αναιρεσίβλητος επικαλείται και πάλι, ως προσκομιζόμενα και απαριθμεί, ένα προς ένα και κατά τρόπο συγκεκριμένο και λεπτομερή, όλα τα έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει στον πρώτο βαθμό (σελίδες 2 έως 24 των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων).

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, προκύπτει, ότι η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών, καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψη της, ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 265 και 365/2000).

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 592, 594, 599 σε συνδυασμό με το άρθρο 330 ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί το μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, με επιμέλεια και όπως ειδικότερα έχει συμφωνηθεί, ώστε να είναι σε θέση κατά τη λήξη της συμβάσεως, να αποδώσει τούτο χωρίς φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη συνήθη χρήση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, διότι διαφορετικά, υπέχει υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής από την ανεπίτρεπτη, πέραν της συνήθους χρήσεως, φθορά του μισθίου.

Προκύπτει, επίσης, ότι για τη θεμελίωση της σχετικής αγωγής του εκμισθωτού απαιτείται η ύπαρξη συμβάσεως μισθώσεως, επενεχθείσες στο μίσθιο φθορές, ποσό ζημίας, όχι, όμως, και υπαιτιότητα του μισθωτή, ο οποίος για να καταλύσει την αγωγή, έχει δικαίωμα να προτείνει κατ' ένσταση, ότι οι φθορές του μισθίου οφείλονται σε γεγονός για το οποίο ο ίδιος δεν υπέχει ευθύνη, ή σε ανώτερη βία.

Επομένως, επί αγωγής με αίτημα την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω φθορών στο μίσθιο, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να προσδιορίζονται κατ' άρθρο 118, 216 ΚΠολΔ με σαφήνεια: α) πόσα και ποία μέρη του μισθίου υπέστησαν ολική ή μερική φθορά (είδος, ποσότητα και ποιότητα) και β) πόση η απαιτούμενη δαπάνη σε υλικά (ποσότητα, ποιότητα αυτών και η επιμέρους αξία κάθε υλικού) και για αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού (αριθμός, ειδικότητα προσωπικού και μέρες απασχόλησης).

Αν τα στοιχεία αυτά ελλείπουν, η αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Εξ άλλου, ο από το αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η από το αρθ.559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την κρινόμενη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, παρότι, κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, στο δικόγραφο αυτής δεν περιέχονται τα στοιχεία, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη θεμελίωση της βάσεως αυτής, ως προς την περιγραφή των ζημιών και φθορών, τις οποίες ο ενάγων-εκμισθωτής-νυν αναιρεσίβλητος επεκαλείτο ότι προκάλεσε στο μίσθιο ακίνητο (μαιζονέτα-κατοικία) από τη δεύτερη εναγόμενη, η οποία, κατά τη μισθωτική σύμβαση, χρησιμοποιούσε το μίσθιο ως κατοικία, καθώς και τα λοιπά αιτούμενα κονδύλια.

Από τον έλεγχο, παραδεκτώς κατ'αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής προκύπτει ότι οι αναφερόμενες σ' αυτή φθορές, βλάβες και μετατροπές του μισθίου, στους τρεις χώρους αυτού (υπόγειο-ισόγειο και όροφος) για την αποκατάσταση των οποίων ζητείται αποζημίωση, περιγράφονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, κατά την έκτασή τους και κατά το είδος τους, καθώς και κατά το κόστος που απαιτείται, για την αποκατάσταση αυτών (κατά τιμή μονάδας ή κατ' αποκοπή).

Επίσης, ορισμένο είναι το αγωγικό αίτημα, για την επιδίκαση ποσού 833 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε, ως αμοιβή, στον πολιτικό μηχανικό Ά. Α.-Κ., για τη διενέργεια αυτοψίας και τη σύνταξη τεχνικής έκθεσης, προς διαπίστωση, καταγραφή και αποτίμηση των ζημιών του μισθίου, όπως επίσης ορισμένο είναι το αγωγικό αίτημα, για την επιδίκαση ποσού 1.200 ευρώ, ως αμοιβή του δικαστικού επιμελητή Γ.

Π., για εκτέλεση, επιδόσεις, οδοιπορικά έξοδα κ.λ.π., καθώς και το αίτημα για επιδίκαση ποσού 9.000 ευρώ, το οποίο ζητείται ως αποζημίωση, για τη ζημία την οποία υπέστη ο ενάγων-εκμισθωτής, από την απώλεια μισθωμάτων, επί χρονικό διάστημα έξη (6) μηνών, το οποίο ήταν αναγκαίο για τη διενέργεια των εργασιών επισκευής και αποκατάστασης των φθορών του μισθίου.

Ομοίως, ορισμένα είναι τα αιτούμενα, με την αγωγή, κονδύλια, που αντιστοιχούν στα ποσά, τα οποία κατέβαλε ο ενάγων εκμισθωτής, προς εξόφληση των λογαριασμού τηλεφώνου, ηλεκτρικού ρεύματος, νερού, εκκένωσης βόθρου κ.λ.π., αφού, από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής σαφώς προκύπτει ότι τα αιτούμενα ποσά αφορούν το χρονικό διάστημα μέχρι την 16.1.2007, κατά το οποίο η εναγομένη μισθώτρια έκανε χρήση του μισθίου, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή.

Κατά συνέπεια, το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ορθώς έκρινε ως ορισμένα και νόμιμα τα ως άνω αιτούμενα με την αγωγή κονδύλια και δεν υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβασίμως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος κατά συνέπεια είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται, οι παραδεκτός προταθέντες, λυσιτελείς και νόμιμοι ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης κλπ., αφού οι ισχυρισμοί αυτοί ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν αποτελούν πράγματα κατά την άνω διάταξης οι αρνητικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ γεγονότων , ούτε επίσης αποτελούν πράγματα τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, και οι απαράδεκτοι ή μη νόμιμοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται αν ο κατά τα άνω ισχυρισμός ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ολ.ΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με εκείνες που συγκροτούν τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/96).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, εκτός των άλλων, και τα εξής, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι η ήδη αναιρεσείουσα και εναγομένη εταιρία, εμίσθωσε από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσεσίβλητο, με τους όρους που αναφέρονται στο από 15.7.2002 έγγραφο συμφωνητικό, μία οικία (μεζονέτα) αυτού, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία της δεύτερης εναγομένης Α. Α., η οποία εγγυήθηκε την τήρηση των υποχρεώσεων του μισθωτή από την άνω σύμβαση, παραιτηθείσα από την ένσταση Αριθμός 780/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΜΑΤΡΑΝΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Α., κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δούναβη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Μουχτούρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3117/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4828/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/9/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 30/8/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4828/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά τον τέταρτο λόγο και κατά τους δεύτερο και τρίτο, κατά ένα μέρος αυτών, λόγους.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο από το αρθ. 559 αριθμ. 11β λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν είναι και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση, με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε ή με αναφορές στις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων των προηγουμένων συζητήσεων, στα οποία γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, διότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), παρότι είχε γίνει επίκληση αυτών, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, κατά τρόπο απαράδεκτο και μη νόμιμο, εκ του ότι στις προσκομισθείσες από τον ενάγοντα-νυν αναιρεσίβλητο, ενώπιον του Εφετείου, προτάσεις του, στις οποίες ενσωματώνεται το περιεχόμενο των προτάσεων του πρώτου βαθμού "δεν γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτοδίκων προτάσεων", όπου γινόταν επίκληση των εν λόγω εγγράφων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τον, παραδεκτώς, κατ' αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, έλεγχο του δικογράφου των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του ενάγοντος-νυν αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι δεν γίνεται απλώς γενική αναφορά των εγγράφων, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του ούτε γίνεται απλή ενσωμάτωση των πρωτοδίκων προτάσεων στο κείμενο των προτάσεων του Εφετείου, αλλά στο δικόγραφο των τελευταίων ο ενάγων - εκκαλών - νυν αναιρεσίβλητος επικαλείται και πάλι, ως προσκομιζόμενα και απαριθμεί, ένα προς ένα και κατά τρόπο συγκεκριμένο και λεπτομερή, όλα τα έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει στον πρώτο βαθμό (σελίδες 2 έως 24 των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων).

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, προκύπτει, ότι η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών, καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψη της, ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 265 και 365/2000).

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 592, 594, 599 σε συνδυασμό με το άρθρο 330 ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί το μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, με επιμέλεια και όπως ειδικότερα έχει συμφωνηθεί, ώστε να είναι σε θέση κατά τη λήξη της συμβάσεως, να αποδώσει τούτο χωρίς φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη συνήθη χρήση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, διότι διαφορετικά, υπέχει υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής από την ανεπίτρεπτη, πέραν της συνήθους χρήσεως, φθορά του μισθίου.

Προκύπτει, επίσης, ότι για τη θεμελίωση της σχετικής αγωγής του εκμισθωτού απαιτείται η ύπαρξη συμβάσεως μισθώσεως, επενεχθείσες στο μίσθιο φθορές, ποσό ζημίας, όχι, όμως, και υπαιτιότητα του μισθωτή, ο οποίος για να καταλύσει την αγωγή, έχει δικαίωμα να προτείνει κατ' ένσταση, ότι οι φθορές του μισθίου οφείλονται σε γεγονός για το οποίο ο ίδιος δεν υπέχει ευθύνη, ή σε ανώτερη βία.

Επομένως, επί αγωγής με αίτημα την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω φθορών στο μίσθιο, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να προσδιορίζονται κατ' άρθρο 118, 216 ΚΠολΔ με σαφήνεια: α) πόσα και ποία μέρη του μισθίου υπέστησαν ολική ή μερική φθορά (είδος, ποσότητα και ποιότητα) και β) πόση η απαιτούμενη δαπάνη σε υλικά (ποσότητα, ποιότητα αυτών και η επιμέρους αξία κάθε υλικού) και για αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού (αριθμός, ειδικότητα προσωπικού και μέρες απασχόλησης).

Αν τα στοιχεία αυτά ελλείπουν, η αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Εξ άλλου, ο από το αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η από το αρθ.559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την κρινόμενη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, παρότι, κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, στο δικόγραφο αυτής δεν περιέχονται τα στοιχεία, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη θεμελίωση της βάσεως αυτής, ως προς την περιγραφή των ζημιών και φθορών, τις οποίες ο ενάγων-εκμισθωτής-νυν αναιρεσίβλητος επεκαλείτο ότι προκάλεσε στο μίσθιο ακίνητο (μαιζονέτα-κατοικία) από τη δεύτερη εναγόμενη, η οποία, κατά τη μισθωτική σύμβαση, χρησιμοποιούσε το μίσθιο ως κατοικία, καθώς και τα λοιπά αιτούμενα κονδύλια.

Από τον έλεγχο, παραδεκτώς κατ'αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής προκύπτει ότι οι αναφερόμενες σ' αυτή φθορές, βλάβες και μετατροπές του μισθίου, στους τρεις χώρους αυτού (υπόγειο-ισόγειο και όροφος) για την αποκατάσταση των οποίων ζητείται αποζημίωση, περιγράφονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, κατά την έκτασή τους και κατά το είδος τους, καθώς και κατά το κόστος που απαιτείται, για την αποκατάσταση αυτών (κατά τιμή μονάδας ή κατ' αποκοπή).

Επίσης, ορισμένο είναι το αγωγικό αίτημα, για την επιδίκαση ποσού 833 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε, ως αμοιβή, στον πολιτικό μηχανικό Ά. Α.-Κ., για τη διενέργεια αυτοψίας και τη σύνταξη τεχνικής έκθεσης, προς διαπίστωση, καταγραφή και αποτίμηση των ζημιών του μισθίου, όπως επίσης ορισμένο είναι το αγωγικό αίτημα, για την επιδίκαση ποσού 1.200 ευρώ, ως αμοιβή του δικαστικού επιμελητή Γ.

Π., για εκτέλεση, επιδόσεις, οδοιπορικά έξοδα κ.λ.π., καθώς και το αίτημα για επιδίκαση ποσού 9.000 ευρώ, το οποίο ζητείται ως αποζημίωση, για τη ζημία την οποία υπέστη ο ενάγων-εκμισθωτής, από την απώλεια μισθωμάτων, επί χρονικό διάστημα έξη (6) μηνών, το οποίο ήταν αναγκαίο για τη διενέργεια των εργασιών επισκευής και αποκατάστασης των φθορών του μισθίου.

Ομοίως, ορισμένα είναι τα αιτούμενα, με την αγωγή, κονδύλια, που αντιστοιχούν στα ποσά, τα οποία κατέβαλε ο ενάγων εκμισθωτής, προς εξόφληση των λογαριασμού τηλεφώνου, ηλεκτρικού ρεύματος, νερού, εκκένωσης βόθρου κ.λ.π., αφού, από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής σαφώς προκύπτει ότι τα αιτούμενα ποσά αφορούν το χρονικό διάστημα μέχρι την 16.1.2007, κατά το οποίο η εναγομένη μισθώτρια έκανε χρήση του μισθίου, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή.

Κατά συνέπεια, το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ορθώς έκρινε ως ορισμένα και νόμιμα τα ως άνω αιτούμενα με την αγωγή κονδύλια και δεν υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβασίμως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος κατά συνέπεια είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται, οι παραδεκτός προταθέντες, λυσιτελείς και νόμιμοι ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης κλπ., αφού οι ισχυρισμοί αυτοί ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν αποτελούν πράγματα κατά την άνω διάταξης οι αρνητικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ γεγονότων , ούτε επίσης αποτελούν πράγματα τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, και οι απαράδεκτοι ή μη νόμιμοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται αν ο κατά τα άνω ισχυρισμός ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ολ.ΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με εκείνες που συγκροτούν τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/96).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, εκτός των άλλων, και τα εξής, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι η ήδη αναιρεσείουσα και εναγομένη εταιρία, εμίσθωσε από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσεσίβλητο, με τους όρους που αναφέρονται στο από 15.7.2002 έγγραφο συμφωνητικό, μία οικία (μεζονέτα) αυτού, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία της δεύτερης εναγομένης Α.

Α., η οποία εγγυήθηκε την τήρηση των υποχρεώσεων του μισθωτή από την άνω σύμβαση, παραιτηθείσα από την ένσταση της διζήσεως. Ότι ο εκμισθωτής με προγενέστερη από 8.3.2006 αγωγή του κατάγγειλε την εν λόγω σύμβαση μίσθωσης, λόγω μη καταβολής από την εναγομένη μισθώτρια του συμφωνηθέντος μισθώματος και ζήτησε την απόδοση του μισθίου, το δε δικαστήριο, που δίκασε την αγωγή εκείνη, με την υπ' αριθμ. 1835/2006 απόφαση του δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη μισθώτρια να αποδώσει το μίσθιο.

Ότι ο ενάγων εκμισθωτής εκτέλεσε την άνω απόφαση την 16.1.2007 και παρέλαβε το μίσθιο. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι μετά την αποβολή της μισθώτριας και την εγκατάσταση του εκμισθωτή στο μίσθιο, διαπιστώθηκε ότι σ' αυτό, κατά τη διάρκεια της χρήσης του, είχαν προκληθεί οι λεπτομερώς κατ' είδος και έκταση αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη, φθορές, μετατροπές και βλάβες, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται η επίσης λεπτομερώς αναφερόμενη κατ' είδος και ποσό δαπάνη, καθώς και ότι για την αποκατάσταση αυτών απαιτείται χρονικό διάστημα τετραμήνου, από της παραδόσεως του, κατά το οποίο το μίσθιο δεν ήταν δυνατό να εκμισθωθεί και για το λόγο αυτό ο μισθωτής ζημιώθηκε κατά το ποσό των μισθωμάτων που με πιθανότητα και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε, αφού δε εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δίκασε την αγωγή, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρο στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 35.588 ευρώ, νομιμοτόκως, αναλυόμενο ειδικότερα ως εξής:

α) ποσό 26.165 ευρώ ως απαιτουμένη για την αποκατάσταση των φθορών, μεταβολών και βλαβών που έγιναν στο μίσθιο β) ποσό 6.000 ευρώ (1.500 ευρώ) το μήνα, κατά το οποίο ζημιώθηκε ο ενάγων εκμισθωτής από την απώλεια μισθωμάτων που θα εισέπραττε, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά το τετράμηνο χρονικό διάστημα, που απαιτείτο για την επισκευή των φθορών και κατά το οποίο το μίσθιο δεν ήταν δυνατό να εκμισθωθεί σε τρίτους για το λόγο αυτό, γ) ποσό 880 ευρώ για αμοιβή μηχανικού προς διαπίστωση των φθορών και του ενδεδειγμένου τρόπου επισκευής τους, δ) ποσό 1343 ευρώ για κοινόχρηστες δαπάνες (κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, εκκένωση κοινοχρήστου βόθρου, κατανάλωση ύδατος και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων) μέχρι την απόδοση του μισθίου, με την καταβολή των οποίων υποχρεούτο η μισθώτρια και ε) ποσό 1.200 ευρώ που ο ενάγων κατέβαλε στον δικαστικό επιμελητή για την αναγκαστική εκτέλεση της άνω απόφασης με την οποία διατάχθηκε η απόδοση του μισθίου, το οποίο δεν απέδωσε η μισθώτρια και αναγκάστηκε ο εκμισθωτής να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση.

Από τις παραδοχές του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση του, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε αναφέρονται λεπτομερώς οι φθορές, βλάβες και μετατροπές του μισθίου, καθώς και η συμφωνηθείσα χρήση αυτού ως κατοικία, σε συνδυασμό με το ότι το Εφετείο αναλύει τις νομικές διατάξεις που θεμελιώνουν ευθύνη του μισθωτή προς αποζημίωση του εκμισθωτή, όταν οι φθορές και μεταβολές αυτές οφείλονται στη μη συμφωνημένη χρήση του μισθίου σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται πως οι φθορές, βλάβες και μετατροπές του μισθίου, για τις οποίες οι εναγόμενοι, μισθώτρια και εγγυήτρια, οφείλουν στον ενάγοντα εκμισθωτή αποζημίωση, είναι πέραν της συνήθους και συμφωνημένης χρήσεως του μισθίου ως κατοικίας, και επομένως έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι οι εν λόγω φθορές και μετατροπές του μισθίου οφείλονταν στη συμφωνημένη χρήση και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Επομένως ο τρίτος λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του που αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό (ένσταση) της αναιρεσείουσας πως οι φθορές, βλάβες και μετατροπές του μισθίου οφείλονταν στη συνήθη χρήση, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του που αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση πως παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων, περί συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος ως προς το αιτούμενο κονδύλιο αποζημίωσης για απώλεια εσόδων από την μη εκμίσθωση του μισθίου, κατά το χρονικό διάστημα που απαιτείτο (τετράμηνο όπως δέχθηκε το Εφετείο) για την αποκατάσταση των φθορών, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, και τούτο διότι ενώ οι εναγόμενοι προς θεμελίωση της εν λόγω ένστασης αναφέρουν ότι ο ενάγων αρνείτο να συναινέσει στην παράταση της μίσθωσης, το Εφετείο δέχεται ότι το χρονικό αυτό διάστημα (τετραμήνου) ήταν αναγκαίο για την αποκατάσταση των φθορών, μετά την απόδοση του μισθίου με την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που διέταξε την απόδοση αυτού στον ενάγοντα λόγω λήξεως της συμβάσεως συνεπεία καταγγελίας από τον ενάγοντα.

Από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των εναγομένων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτοί προς απόκρουση της αγωγής και ειδικότερα των αιτουμένων κονδυλίων αποζημίωσης για α) αποξήλωση του συστήματος συναγερμού στο ισόγειο του μισθίου, β) θραύση των κιγκλιδωμάτων που οδηγούν στη θύρα του υπογείου και γ) αποξήλωση του κιγκλιδώματος της σκάλας του ισογείου, εκτός της άρνησης και του ισχυρισμού τους περί αοριστίας προέβαλαν επί λέξει ισχυρισμό: "...

ότι την 1 ή 2 Απριλίου 2006 κατά τη διάρκεια της απουσίας μας άγνωστοι δράστες, είχαν αρχικά διαρρήξει τον ομφαλό της κλειδαριάς, είχαν εισέλθει εντός και αφού κατέστρεψαν την εξωτερική μονάδα του συναγερμού (βάζοντας την στον νιπτήρα της τουαλέτας) ερεύνησαν τους χώρους της οικίας και αφαίρεσαν προκαλώντας παράλληλα και διάφορες υλικές ζημιάς εντός της οικίας ...

όλες οι διεκδικούμενες από τον αντίδικο αποζημιώσεις για φθορές ή μεταβολές του μισθίου πρέπει να απορριφθούν είτε λόγω αοριστίας, είτε διότι οφείλονται στη συνηθισμένη χρήση, είτε διότι οφείλονται σε γεγονός για το οποίο δεν έχουμε ευθύνη άλλως σε γεγονός ανώτερης βίας ... . Δεν αναφέρεται στην αγωγή πόσα κιγκλιδώματα έσπασαν, εάν τα κιγκλιδώματα αυτά ήσαν από ξύλο ή από μέταλλο, εάν έσπασε και η κουπαστή, εάν η θραύση ήταν ολική ή ένα μέρος κλπ. ...

περαιτέρω η θραύση των κιγκλιδωμάτων αυτών έγινε κατά τη διάρκεια της προαναφερομένης διάρρηξης της κατοικίας μας οπότε αυτό αποτελεί γεγονός ανωτέρας βίας, άλλως γεγονός για το οποίο εμείς δεν φέρουμε ευθύνη, οπότε και σε κάθε περίπτωση η αποκατάσταση της θραύσης αυτής βαρύνει τον εκμισθωτή". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι στο μίσθιο προξενήθηκαν και οι εξής, πέραν της συνήθους χρήσεως, φθορές για την αποκατάσταση κάθε μιας των οποίων απαιτείται η παρακάτω δαπάνη, την οποία υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν ως αποζημίωση στον ενάγοντα:

α) στο χώρο του υπογείου θραύστηκαν τα κιγκλιδώματα που οδηγούν στη θύρα του υπογείου για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται κατ' αποκοπή ποσό 150 ευρώ β) έχει αποξηλωθεί το ξύλινο κιγκλίδωμα της σκάλας του ισογείου και δεν είναι λειτουργικό για την αποκατάσταση του οποίου απαιτείται κατ' αποκοπή ποσό 400 ευρώ, γ) θραύση της ξύλινης κουπαστής της σκάλας που οδηγεί στον όροφο, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται το ποσό των 300 ευρώ και δ) ο συναγερμός που είχε εγκατασταθεί στο χώρο του ισογείου του μισθίου έχει αποξηλωθεί χωρίς να αντικατασταθεί ή αποκατασταθεί και για την αποκατάσταση του απαιτείται δαπάνη 1.800 Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου σχετικά με τις αμέσως παραπάνω φθορές προκύπτει ότι αυτό δεν έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό των εναγομένων περί ελλείψεως ευθύνης αυτών για τις φθορές του συστήματος συναγερμού, τη θραύση των κιγκλιδωμάτων που οδηγούν στη θύρα του υπογείου και την αποξήλωση του ξύλινου κιγκλιδώματος της σκάλας του ισογείου.

Με το να μη λάβει υπόψη το Εφετείο τον άνω ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο, κατά το οικείο μέρος, και τούτο διότι ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, ως ένσταση ελλείψεως ευθύνης τους, διότι οι άνω φθορές προκλήθηκαν από τους άγνωστους δράστες κατά τη διάρρηξη που έλαβε χώρα την 1η ή 2α Απριλίου 2006, είναι αόριστος, αφού οι εναγόμενοι δεν αναφέρουν σαφώς ποίου είδους και έκτασης φθορές προξένησαν οι άγνωστοι διαρρήκτες και ειδικώς ότι αυτοί προέβησαν σε αποξήλωση του ξύλινου κιγκλιδώματος της σκάλας του ισογείου, στη θραύση των κιγκλιδωμάτων που οδηγούν στη θύρα του υπογείου, καθώς και της ξύλινης κουπαστής που οδηγεί στον όροφο, ούτε επίσης αναφέρουν πόσα και ποίου είδους από τα κιγκλιδώματα αυτά έθραυσαν οι άγνωστοι δράστες, και τέλος, ως προς τις φθορές του συστήματος συναγερμού, το Εφετείο δέχεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι είχε αποξηλωθεί ο συναγερμός που είχε εγκατασταθεί στο ισόγειο του μισθίου και όχι μόνο η εξωτερική μονάδα αυτού, που όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι είχε αφαιρεθεί και καταστραφεί από τους άγνωστους δράστες.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 περ.β' ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί έκφανση της από το άρθρο 106 ιδίου κώδικα απορρέουσας αρχής της διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περσότερα από όσα ζητήθηκαν με τη συγκεκριμένη αίτηση παροχής έννομης προστασίας Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται, αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" με την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Ο τελευταίος (τέταρτος), από το αρθ. 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το δίκασαν Εφετείο επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, σχετικά με τα κονδύλια της ζημίας, για την καταβολή της αμοιβής του πολιτικού μηχανικού, προς διενέργεια αυτοψίας και προς σύνταξη τεχνικής έκθεσης, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, διότι, ενώ, από το παραδεκτώς ελεγχόμενο δικόγραφο της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων ζητούσε, για την αιτία αυτή, το συνολικό ποσό των 833 ευρώ, εν τούτοις, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, επιδικάσθηκε σ' αυτόν, για την ίδια αιτία, το ποσό των 880 ευρώ, δηλαδή επιδικάσθηκε ποσό επί πλέον του αιτηθέντος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της (μόνον) που αφορά το κεφάλαιο του κονδυλίου της αμοιβής μηχανικού, του αναφερομένου στον τέταρτο λόγο, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 4828/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

της διζήσεως. Ότι ο εκμισθωτής με προγενέστερη από 8.3.2006 αγωγή του κατάγγειλε την εν λόγω σύμβαση μίσθωσης, λόγω μη καταβολής από την εναγομένη μισθώτρια του συμφωνηθέντος μισθώματος και ζήτησε την απόδοση του μισθίου, το δε δικαστήριο, που δίκασε την αγωγή εκείνη, με την υπ' αριθμ. 1835/2006 απόφαση του δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη μισθώτρια να αποδώσει το μίσθιο.

Ότι ο ενάγων εκμισθωτής εκτέλεσε την άνω απόφαση την 16.1.2007 και παρέλαβε το μίσθιο. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι μετά την αποβολή της μισθώτριας και την εγκατάσταση του εκμισθωτή στο μίσθιο, διαπιστώθηκε ότι σ' αυτό, κατά τη διάρκεια της χρήσης του, είχαν προκληθεί οι λεπτομερώς κατ' είδος και έκταση αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη, φθορές, μετατροπές και βλάβες, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται η επίσης λεπτομερώς αναφερόμενη κατ' είδος και ποσό δαπάνη, καθώς και ότι για την αποκατάσταση αυτών απαιτείται χρονικό διάστημα τετραμήνου, από της παραδόσεως του, κατά το οποίο το μίσθιο δεν ήταν δυνατό να εκμισθωθεί και για το λόγο αυτό ο μισθωτής ζημιώθηκε κατά το ποσό των μισθωμάτων που με πιθανότητα και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε, αφού δε εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δίκασε την αγωγή, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρο στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 35.588 ευρώ, νομιμοτόκως, αναλυόμενο ειδικότερα ως εξής:

α) ποσό 26.165 ευρώ ως απαιτουμένη για την αποκατάσταση των φθορών, μεταβολών και βλαβών που έγιναν στο μίσθιο β) ποσό 6.000 ευρώ (1.500 ευρώ) το μήνα, κατά το οποίο ζημιώθηκε ο ενάγων εκμισθωτής από την απώλεια μισθωμάτων που θα εισέπραττε, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά το τετράμηνο χρονικό διάστημα, που απαιτείτο για την επισκευή των φθορών και κατά το οποίο το μίσθιο δεν ήταν δυνατό να εκμισθωθεί σε τρίτους για το λόγο αυτό, γ) ποσό 880 ευρώ για αμοιβή μηχανικού προς διαπίστωση των φθορών και του ενδεδειγμένου τρόπου επισκευής τους, δ) ποσό 1343 ευρώ για κοινόχρηστες δαπάνες (κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, εκκένωση κοινοχρήστου βόθρου, κατανάλωση ύδατος και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων) μέχρι την απόδοση του μισθίου, με την καταβολή των οποίων υποχρεούτο η μισθώτρια και ε) ποσό 1.200 ευρώ που ο ενάγων κατέβαλε στον δικαστικό επιμελητή για την αναγκαστική εκτέλεση της άνω απόφασης με την οποία διατάχθηκε η απόδοση του μισθίου, το οποίο δεν απέδωσε η μισθώτρια και αναγκάστηκε ο εκμισθωτής να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση.

Από τις παραδοχές του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση του, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε αναφέρονται λεπτομερώς οι φθορές, βλάβες και μετατροπές του μισθίου, καθώς και η συμφωνηθείσα χρήση αυτού ως κατοικία, σε συνδυασμό με το ότι το Εφετείο αναλύει τις νομικές διατάξεις που θεμελιώνουν ευθύνη του μισθωτή προς αποζημίωση του εκμισθωτή, όταν οι φθορές και μεταβολές αυτές οφείλονται στη μη συμφωνημένη χρήση του μισθίου σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται πως οι φθορές, βλάβες και μετατροπές του μισθίου, για τις οποίες οι εναγόμενοι, μισθώτρια και εγγυήτρια, οφείλουν στον ενάγοντα εκμισθωτή αποζημίωση, είναι πέραν της συνήθους και συμφωνημένης χρήσεως του μισθίου ως κατοικίας, και επομένως έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι οι εν λόγω φθορές και μετατροπές του μισθίου οφείλονταν στη συμφωνημένη χρήση και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Επομένως ο τρίτος λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του που αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό (ένσταση) της αναιρεσείουσας πως οι φθορές, βλάβες και μετατροπές του μισθίου οφείλονταν στη συνήθη χρήση, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του που αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση πως παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων, περί συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος ως προς το αιτούμενο κονδύλιο αποζημίωσης για απώλεια εσόδων από την μη εκμίσθωση του μισθίου, κατά το χρονικό διάστημα που απαιτείτο (τετράμηνο όπως δέχθηκε το Εφετείο) για την αποκατάσταση των φθορών, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, και τούτο διότι ενώ οι εναγόμενοι προς θεμελίωση της εν λόγω ένστασης αναφέρουν ότι ο ενάγων αρνείτο να συναινέσει στην παράταση της μίσθωσης, το Εφετείο δέχεται ότι το χρονικό αυτό διάστημα (τετραμήνου) ήταν αναγκαίο για την αποκατάσταση των φθορών, μετά την απόδοση του μισθίου με την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που διέταξε την απόδοση αυτού στον ενάγοντα λόγω λήξεως της συμβάσεως συνεπεία καταγγελίας από τον ενάγοντα.

Από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των εναγομένων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτοί προς απόκρουση της αγωγής και ειδικότερα των αιτουμένων κονδυλίων αποζημίωσης για α) αποξήλωση του συστήματος συναγερμού στο ισόγειο του μισθίου, β) θραύση των κιγκλιδωμάτων που οδηγούν στη θύρα του υπογείου και γ) αποξήλωση του κιγκλιδώματος της σκάλας του ισογείου, εκτός της άρνησης και του ισχυρισμού τους περί αοριστίας προέβαλαν επί λέξει ισχυρισμό: "...

ότι την 1 ή 2 Απριλίου 2006 κατά τη διάρκεια της απουσίας μας άγνωστοι δράστες, είχαν αρχικά διαρρήξει τον ομφαλό της κλειδαριάς, είχαν εισέλθει εντός και αφού κατέστρεψαν την εξωτερική μονάδα του συναγερμού (βάζοντας την στον νιπτήρα της τουαλέτας) ερεύνησαν τους χώρους της οικίας και αφαίρεσαν προκαλώντας παράλληλα και διάφορες υλικές ζημιάς εντός της οικίας ...

όλες οι διεκδικούμενες από τον αντίδικο αποζημιώσεις για φθορές ή μεταβολές του μισθίου πρέπει να απορριφθούν είτε λόγω αοριστίας, είτε διότι οφείλονται στη συνηθισμένη χρήση, είτε διότι οφείλονται σε γεγονός για το οποίο δεν έχουμε ευθύνη άλλως σε γεγονός ανώτερης βίας ... . Δεν αναφέρεται στην αγωγή πόσα κιγκλιδώματα έσπασαν, εάν τα κιγκλιδώματα αυτά ήσαν από ξύλο ή από μέταλλο, εάν έσπασε και η κουπαστή, εάν η θραύση ήταν ολική ή ένα μέρος κλπ. ...

περαιτέρω η θραύση των κιγκλιδωμάτων αυτών έγινε κατά τη διάρκεια της προαναφερομένης διάρρηξης της κατοικίας μας οπότε αυτό αποτελεί γεγονός ανωτέρας βίας, άλλως γεγονός για το οποίο εμείς δεν φέρουμε ευθύνη, οπότε και σε κάθε περίπτωση η αποκατάσταση της θραύσης αυτής βαρύνει τον εκμισθωτή". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι στο μίσθιο προξενήθηκαν και οι εξής, πέραν της συνήθους χρήσεως, φθορές για την αποκατάσταση κάθε μιας των οποίων απαιτείται η παρακάτω δαπάνη, την οποία υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν ως αποζημίωση στον ενάγοντα:

α) στο χώρο του υπογείου θραύστηκαν τα κιγκλιδώματα που οδηγούν στη θύρα του υπογείου για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται κατ' αποκοπή ποσό 150 ευρώ β) έχει αποξηλωθεί το ξύλινο κιγκλίδωμα της σκάλας του ισογείου και δεν είναι λειτουργικό για την αποκατάσταση του οποίου απαιτείται κατ' αποκοπή ποσό 400 ευρώ, γ) θραύση της ξύλινης κουπαστής της σκάλας που οδηγεί στον όροφο, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται το ποσό των 300 ευρώ και δ) ο συναγερμός που είχε εγκατασταθεί στο χώρο του ισογείου του μισθίου έχει αποξηλωθεί χωρίς να αντικατασταθεί ή αποκατασταθεί και για την αποκατάσταση του απαιτείται δαπάνη 1.800 Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου σχετικά με τις αμέσως παραπάνω φθορές προκύπτει ότι αυτό δεν έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό των εναγομένων περί ελλείψεως ευθύνης αυτών για τις φθορές του συστήματος συναγερμού, τη θραύση των κιγκλιδωμάτων που οδηγούν στη θύρα του υπογείου και την αποξήλωση του ξύλινου κιγκλιδώματος της σκάλας του ισογείου.

Με το να μη λάβει υπόψη το Εφετείο τον άνω ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο, κατά το οικείο μέρος, και τούτο διότι ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, ως ένσταση ελλείψεως ευθύνης τους, διότι οι άνω φθορές προκλήθηκαν από τους άγνωστους δράστες κατά τη διάρρηξη που έλαβε χώρα την 1η ή 2α Απριλίου 2006, είναι αόριστος, αφού οι εναγόμενοι δεν αναφέρουν σαφώς ποίου είδους και έκτασης φθορές προξένησαν οι άγνωστοι διαρρήκτες και ειδικώς ότι αυτοί προέβησαν σε αποξήλωση του ξύλινου κιγκλιδώματος της σκάλας του ισογείου, στη θραύση των κιγκλιδωμάτων που οδηγούν στη θύρα του υπογείου, καθώς και της ξύλινης κουπαστής που οδηγεί στον όροφο, ούτε επίσης αναφέρουν πόσα και ποίου είδους από τα κιγκλιδώματα αυτά έθραυσαν οι άγνωστοι δράστες, και τέλος, ως προς τις φθορές του συστήματος συναγερμού, το Εφετείο δέχεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι είχε αποξηλωθεί ο συναγερμός που είχε εγκατασταθεί στο ισόγειο του μισθίου και όχι μόνο η εξωτερική μονάδα αυτού, που όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι είχε αφαιρεθεί και καταστραφεί από τους άγνωστους δράστες.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 περ.β' ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί έκφανση της από το άρθρο 106 ιδίου κώδικα απορρέουσας αρχής της διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με τη συγκεκριμένη αίτηση παροχής έννομης προστασίας Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται, αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" με την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Ο τελευταίος (τέταρτος), από το αρθ.559 αριθμ.9 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το δίκασαν Εφετείο επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, σχετικά με τα κονδύλια της ζημίας, για την καταβολή της αμοιβής του πολιτικού μηχανικού, προς διενέργεια αυτοψίας και προς σύνταξη τεχνικής έκθεσης, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, διότι, ενώ, από το παραδεκτώς ελεγχόμενο δικόγραφο της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων ζητούσε, για την αιτία αυτή, το συνολικό ποσό των 833 ευρώ, εν τούτοις, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, επιδικάσθηκε σαυτόν, για την ίδια αιτία, το ποσό των 880 ευρώ, δηλαδή επιδικάσθηκε ποσό επί πλέον του αιτηθέντος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της (μόνον) που αφορά το κεφάλαιο του κονδυλίου της αμοιβής μηχανικού, του αναφερομένου στον τέταρτο λόγο, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 4828/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ