Supreme Court dismisses appeal on recognition action regarding pension fund obligations and pre-contractual liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by Piraeus Bank against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss a recognition action. The bank argued that the lower court erred in ruling on the existence of a general obligation for future pension contributions and pre-contractual liability. The court held that the lower court correctly applied substantive law, finding no legal basis for the claims due to the lack of a specific contractual framework and absence of fault in negotiations.
Legislator headnote
AI generatedArt. 70 KPolD; Art. 914, 197, 198 AC; Art. 2, 5, 7 ND 4202/1961: A recognition action is permissible only if it seeks to resolve a specific legal uncertainty regarding a concrete legal relationship, not to establish abstract general obligations or liability without specific contractual terms or fault.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 780 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 780/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: "Ταμείου Αλληλοβοηθείας Προσωπικού Ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και άλλων Τραπεζών" (ΤΑΠΙΛΤΑΤ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Στυλιανό-Ανδρόνικο Βλαστό και Νικόλαο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5931/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1589/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Φεβρουαρίου 2002 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, που είναι ουσιαστικού δικαίου, προκύπτει, ότι είναι δυνατή η αναγνώριση με αγωγή της υπάρξεως ή ανυπαρξίας έννομης σχέσεως ιδιωτικού δικαίου, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και τελεί σε κατάσταση αβεβαιότητος, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον.
Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση του προσώπου, που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο και όχι η επίλυση αφηρημένων νομικών ζητημάτων με τη μορφή της γνωμοδοτήσεως ως προς την ερμηνεία του περιεχομένου των κανόνων δικαίου ή συμβάσεων ή η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, στα οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά.
Έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η αιτουμένη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσεως της υφισταμένης αβεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλουμένου στο συμφέρον του ενάγοντος κινδύνου από αυτή. Δεν είναι δε απαραίτητο να συμπίπτουν οι διάδικοι της αναγνωριστικής δίκης προς τα υποκείμενα της αναγνωριστέας έννομης σχέσεως.
Είναι δυνατόν η επίδικη έννομη σχέση να συνδέει όχι ενάγοντα προς εναγόμενο, αλλά ενάγοντα προς τρίτο ή εναγόμενο προς τρίτο, οπότε το έννομο συμφέρον λειτουργεί νομιμοποιητικώς και αναπληρώνει την άλλως ελλείπουσα νομιμοποίηση των διαδίκων. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2, 5 και 7 του Ν.Δ. 4202/1961, όπως αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 9, 10 και 12 του Ν. 1405/1983, συνάγονται τα εξής:
α) Επί διαδοχικής ασφαλίσεως, που υπάρχει όταν κάποιος εργαζόμενος έχει υπαχθεί κατά διαφορετικά χρονικά διαστήματα σε περισσότερους από ένα οργανισμούς κύριας ή επικουρικής ασφαλίσεως, υπόχρεος για την καταβολή της συντάξεως, και υπό τις στο άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου, διαλαμβανόμενες ουσιαστικές προϋποθέσεις (έτη υπηρεσίας ή αριθμός ημερομισθίων), είναι ο τελευταίος ασφαλιστικός οργανισμός, ολόκληρος δε ο χρόνος της διαδοχικής ασφάλισης υπολογίζεται από τον αρμόδιο για την απονομή της συντάξεως οργανισμό ως χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλισή του.
β) Ο Οργανισμός στον οποίο ασφαλίσθηκε διαδοχικά ο συνταξιούχος συμμετέχει στη δαπάνη της συνταξιοδοτήσεως και για τους Οργανισμούς Επικουρικής Ασφαλίσεως το ποσοστό συμμετοχής είναι 10%, ο δε απονέμων τη σύνταξη τελευταίος Οργανισμός ζητά από τους άλλους Οργανισμούς την ανάλογη συμμετοχή τους στη δαπάνη της συνταξιοδοτήσεως.
γ) Οι ανωτέρω νομοθετικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται, αδιακρίτως, για όλους τους οργανισμούς κυρίας και επικουρικής ασφαλίσεως που χορηγούν περιοδικές παροχές, βοηθήματα ή μερίσματα, ανεξάρτητα από την ονομασία και τη νομική τους μορφή, αν δηλαδή είναι Ν.Π.Δ.Δ. ή λειτουργούν ως ιδιωτικοί ασφαλιστικοί οργανισμοί, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από τις εισφορές των εργαζομένων.
Τέτοιος δε ιδιωτικός ασφαλιστικός οργανισμός, υπαγόμενος στις προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, είναι και το αναιρεσίβλητο, που συστήθηκε για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοηθείας των μελών του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι και η υπαιτιότητα του υποχρέου, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη αδικοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Εξ ετέρου η προσυμβατική ευθύνη κατά τις διατάξεις των άρθρων 197, 198, ΑΚ προϋποθέτει στάδιο διαπραγματεύσεων, ανεξάρτητα αν καταρτίσθηκε η σύμβαση ή αυτή καταρτίσθηκε ακύρως και συμπεριφορά που αντιστρατεύεται προς εκείνη που υπαγορεύεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Στην προκειμένη περίπτωση στην αγωγή της αναιρεσειούσης, υποκείμενη σε επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, εκτίθενται τα ακόλουθα περιστατικά όπως δέχθηκε και το Εφετείο:
Από της 1.2.1983 μέχρι 31.1.1990 οι υπάλληλοι της αναιρεσειούσης ήσαν ασφαλισμένοι στο αναιρεσίβλητο, που είναι ιδιωτικός ασφαλιστικός οργανισμός επικουρικής ασφαλίσεως για την απονομή επικουρικής συντάξεως στα μέλη του. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η αναιρεσείουσα κατέβαλε στο αναιρεσίβλητο για ασφαλιστικές εισφορές που την εβάρυναν ως εργοδότρια το ποσό των 64.825.264 δραχμών, ενώ για λογαριασμό των υπαλλήλων της ασφαλισμένων κατέβαλε για την ίδια αιτία το ποσό των 86.433.673 δραχμών, το οποίο παρακράτησε από τις μηνιαίες αποδοχές τους.
Κατά το έτος 1987 οι υπάλληλοι της αναιρεσειούσης ηθέλησαν να αποχωρήσουν από το αναιρεσίβλητο για να υπαχθούν σε άλλο επικουρικό ταμείο αλληλοβοήθειας και ειδικότερα στο Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως του προσωπικού της Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΤΕΑΠΕΤΕ), που χορηγούσε υψηλότερες συνταξιοδοτικές παροχές από το αναιρεσίβλητο.
Με σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσειούσης και των μελών του συλλόγου των υπαλλήλων της στις 30.10.1989, η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι των ασφαλισμένων υπαλλήλων της, να καταβάλει στο αμέσως πιο πάνω επικουρικό ασφαλιστικό ταμείο το σύνολο του ποσού των ασφαλιστικών εισφορών "εξαγοράς", της προϋπηρεσίας, προκειμένου να καταστεί εφικτή η υπαγωγή τους σ' αυτό, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 120 άτοκες μηνιαίες δόσεις.
Στην ίδια σύμβαση ορίσθηκε ότι κατά την αποχώρηση των υπαλλήλων της αναιρεσειούσης από το αναιρεσίβλητο θα επιδιωχθεί η εφαρμογή των αρχών της κειμένης νομοθεσίας που διέπουν την διαδοχική ασφάλιση, δηλαδή η συμμετοχή του αναιρεσιβλήτου στην συνταξιοδότηση των υπαλλήλων της, οπότε στην περίπτωση αυτή της συμμετοχής έπρεπε να μειωθούν, αναλόγως, οι ασφαλιστικές εισφορές εξαγοράς της προϋπηρεσίας των υπαλλήλων της αναιρεσειούσης προς τον τελευταίο πιο πάνω ασφαλιστικό οργανισμό (ΤΕΑΠΕΤΕ), κατά το ποσό που αντιστοιχεί στον εξαγοραζόμενο χρόνο, για τον οποίο υφίστατο ασφάλιση αυτών στο αναιρεσίβλητο.
Περαιτέρω εκτίθεται στην ίδια αγωγή ότι στις 1.2.1990 με σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ α) του ΤΕΑΠΕΤΕ, β) του συλλόγου εργαζομένων στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, δ) της αναιρεσειούσης και ε) του συλλόγου υπαλλήλων της τελευταίας εγκρίθηκε η ένταξη των τελευταίων στον προαναφερόμενο επικουρικό ασφαλιστικό οργανισμό υπό τους όρους που διαλαμβάνονται στην ανωτέρω από 30.10.1989 σύμβαση.
Ειδικότερα με την συμφωνία αυτή εντάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσειούσης στο ΤΕΑΠΕΤΕ επανελήφθηκε ο προαναφερόμενος συμβατικός όρος περί ανάλογης μειώσεως των ασφαλιστικών παροχών εξαγοράς, στην περίπτωση συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στην συνταξιοδότηση των υπαλλήλων της αναιρεσειούσης. Επίσης εκτίθεται στην ίδια αγωγή ότι το αναιρεσίβλητο αμφισβητεί την υποχρέωση συμμετοχής του στην συνταξιοδότηση των υπαλλήλων της αναιρεσειούσης γενικώς και συγκεκριμένα τόσο εκείνων που ήδη έχουν συνταξιοδοτηθεί όσο και εκείνων που πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν στο μέλλον, με αποτέλεσμα αυτή να υφίσταται ζημία, για το λόγο ότι δε γίνεται, σύμφωνα με τον ανωτέρω συμβατικό όρο, ανάλογη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών εξαγοράς της προϋπηρεσίας των υπαλλήλων της από τον τελευταίο ασφαλιστικό οργανισμό, που εισέπραξε από την αναιρεσείουσα ή πρόκειται να εισπράξει προς εξόφληση των μη ληξιπρόθεσμων δόσεων εξαγοράς, ενώ δεν επιστρέφει (το αναιρεσίβλητο) και τις ασφαλιστικές εισφορές που ήδη έχουν καταβληθεί σ' αυτό μέχρι την αποχώρηση των άνω υπαλλήλων.
Τέλος, εκτίθεται στην ίδια αγωγή ότι κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων προς ένταξη των υπαλλήλων της αναιρεσειούσης στο ΤΑΕΠΕΤΕ, το αναιρεσίβλητο, αν και περιήλθε σε γνώση του η επικείμενη αποχώρησή τους από αυτό και η ένταξή τους στο νέο ασφαλιστικό φορέα, δεν έφερε αντίρρηση για την εν λόγω αποχώρηση, "το οποίο επιφυλάχθηκε για το ζήτημα αν θα επιστραφούν οι ασφαλιστικές εισφορές των υπαλλήλων που απεχώρησαν ή αν θα εφαρμόσει τις αρχές της διαδοχικής ασφαλίσεως" και μόνο με την υπ'αριθμ. 1239/25.10.1990 επιστολή προς την αναιρεσείουσα της αμφισβήτησε την εγκυρότητα αποχωρήσεως των υπαλλήλων της και την υπαγωγή τους στο ανωτέρω επικουρικό ταμείο.
Έτσι εδημιούργησε στην αναιρεσείουσα από την όλη συμπεριφορά του την εύλογη εντύπωση συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στη δαπάνη συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων της, με αποτέλεσμα αυτή να συνάψει τις προαναφερόμενες συμβάσεις και να αναλάβει την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών εξαγοράς της προϋπηρεσίας των υπαλλήλων της και έτσι να ζημιωθεί κατά το συνολικό ποσό των 408.015.722 δραχμών, από το οποίο α) 94.120.545 δρχ.
αντιστοιχεί στη δαπάνη εξαγοράς για τους ήδη αποχωρήσαντες υπαλλήλους, β) 123.835.023 δρχ. στις ήδη εξοφληθείσες 48 δόσεις των εν ενεργεία υπαλλήλων της και γ) 190.060.154 δρχ. αντιστοιχεί στις υπόλοιπες οφειλόμενες δόσεις εξαγοράς των εν ενεργεία υπαλλήλων της. Ζητεί δε η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της, κατά μεν το κύριο αυτής αίτημα, να αναγνωρισθεί η ύπαρξη της υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου προς συμμετοχή του στη συνταξιοδότηση των υπαλλήλων της, τόσο εκείνων που ήδη έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία, όσο και εκείνων που πρόκειται να αποχωρήσουν στο μέλλον.
Κατά δε το επικουρικό αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να της καταβάλει το ποσό των 408.015.722 δραχμών ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, καθώς και από προσυμβατικό πταίσμα. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή: 1) Ως προς το πρώτο, κύριο αίτημα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, γιατί επιδιώκουσα αορίστως την αναγνώριση της υποχρεώσεως συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στην συνταξιοδότηση των υπαλλήλων της αναιρεσειούσης τόσο εκείνων που ήδη απεχώρησαν όσο και εκείνων που θα αποχωρήσουν στο μέλλον, χωρίς εξειδίκευση του ποσού της συμμετοχής για τον καθένα, κατ' ουσίαν ζητείται δικαστική προστασία υπό την μορφή γνωμοδότησης ως προς το νομικό ζήτημα της υπάρξεως, γενικώς, της άνω υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου.
Παρεκτός του ότι για τους υπαλλήλους της αναιρεσειούσης που πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν στο μέλλον το μέγεθος της συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στη συνταξιοδότησή τους είναι συνάρτηση πραγματικών στοιχείων, μη προσδιοριστέων, ώστε να δικαιολογείται η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και η έκδοση αποφάσεως αναγνωριστικού χαρακτήρα με σαφές διατακτικό. 2) Ως προς το δεύτερο αίτημα δεν είναι νόμιμη, γιατί υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην αγωγή, δέχτηκε δε και το Εφετείο, δεν θεμελιούται ούτε ευθύνη από αδικοπραξία, ούτε από τις διαπραγματεύσεις.
Η ανωτέρω παράλειψη ενημερώσεως του αναιρεσιβλήτου, καθεαυτή δεν αντιβαίνει σε κάποιο κανόνα δικαίου ούτε και εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη η δε αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι η παράλειψη αυτή έγινε από το αναιρεσίβλητο με την πρόθεση να την ζημιώσει, με την ανάληψη της υποχρεώσεως καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών εξαγοράς, η οποία ανάληψη έγινε από αυτή στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων κατά το άρθρο 361 ΑΚ.
Μόνος δε ο ισχυρισμός ότι με την όλη συμπεριφορά του το αναιρεσίβλητο δημιούργησε την εντύπωση στην αναιρεσείουσα ότι αυτό θα εφαρμόσει τις αρχές που διέπουν τη διαδοχική ασφάλιση ή θα επιστρέψει τις ασφαλιστικές εισφορές, δεν ιδρύει την αδικοπρακτική ευθύνη του. Επίσης δεν ιδρύεται και η αστική ευθύνη από το προσυμβατικό πταίσμα, ελλείψει των αναγκαίων όρων, αφού, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, δεν υπήρξε στάδιο διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων προς κατάρτιση κάποιας συμβάσεως η οποία να ματαιώθηκε ή να καταρτίσθηκε ακύρως.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς τα άνω δύο αιτήματα, το πρώτο κύριο αίτημα για έλλειψη νομιμοποιήσεως, το δε δεύτερο ως μη νόμιμο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αν και με διαφορετική αιτιολογία ως προς την απόρριψη του κυρίου αιτήματος, ορθώς εφήρμοσε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις (αρθρ. 70 ΚΠολΔ, 914, 197, 198 ΑΚ και 2, 5 και 7 ν.δ. 4202/1961), ενώ έλαβε υπόψη του όλα τα στην αγωγή διαλαμβανόμενα και συγκροτούντα την ιστορική της βάση περιστατικά όπως αναφέρονται ανωτέρω, γι' αυτό και οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως και ο συναφής μ'αυτούς από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή κατ' εφαρμογή δικονομικών αλλά ουσιαστικών διατάξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.02.2002 αίτηση αναιρέσεως της "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε." για αναίρεση της 1589/1999 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ