Supreme Court refers case to plenary regarding collective bargaining agreements overriding individual contracts in public hospitals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal in part and referred specific arguments to the plenary session. The plaintiffs argued that individual employment contracts could not override mandatory collective bargaining agreements for public hospital staff. The court found the legal issue significant for legal unity and necessary for resolving conflicting precedents. Consequently, the court decided to refer the disputed points to the plenary for a definitive ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6(2) of Law 1397/1983; Article 7 of Law 993/1979: Collective bargaining agreements for public sector personnel establish mandatory salary frameworks that individual employment contracts cannot override, even if they offer more favorable terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 780 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 780/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Αθανάσιο Θεμέλη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη) και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Η. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ι. Κ. του Ν., κατοίκου…, 4) Κ. Λ., κατοίκου ..., 5) Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 6) Π. Π. του Χ., κατοίκου … και 7) Γ. Β. του Ι., κατοίκου…. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" αποκεντρωμένης μονάδος του Α' Πε.Σ.Υ. Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραγιώργο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7027/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Ιουλίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 10 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 1397/1983 "περί του Εθνικού Συστήματος Υγείας", νοσοκομειακές μονάδες, που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του Νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες Ν.Π.Ι.Δ., εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο ή οι δαπάνες λειτουργίας τους βαρύνουν τον προϋπολογισμό Ν.Π.Δ.Δ., μετατρέπονται (μέσα σ' ένα χρόνο από τη δημοσίευση του εν λόγω Νόμου) σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και υπάγονται στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 "περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως" με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας.
Το προσωπικό (πλην ιατρικού), που υπηρετεί στις μονάδες αυτές κατά τη δημοσίευση των προεδρικών διαταγμάτων μετατροπής, εντάσσεται, ύστερα από κρίση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου, εφόσον συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα και είναι ηλικίας μέχρι 55 ετών, σε αντίστοιχες θέσεις, που συνιστώνται με τον οργανισμό του νοσοκομείου.
Η ένταξη γίνεται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων. Το προσωπικό, που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλλει αίτηση ένταξης, εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις, που υπηρετούσε στη μονάδα, η οποία μετατρέπεται, σε προσωρινές θέσεις, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο.
Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις, που προβλέπονται απ' αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος μετατροπής. Το ανωτέρω άρθρο, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 παρ. 3 του ιδίου Νόμου.
Εξάλλου, με το Π.Δ. 305/5-8-1983 (ΦΕΚ Α' 108/17-8-1983), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1397/1983, το αναιρεσίβλητο "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και υπήχθη στις διατάξεις των Ν.Δ. 2592/1953 και Ν. 1397/1983, ενώ με την υπ' αριθμ. Α3β/οικ. 13.891/17-9-1990 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 642/11-10-1990) εκδόθηκε ο νέος Οργανισμός του Νοσοκομείου αυτού, που ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 131 Ν. 2071/1992) και μετονομάσθηκε, φέροντας έκτοτε την άνω μνημονευόμενη επωνυμία.
Στο άρθρο 17 παρ. 3 του ανωτέρω Οργανισμού ορίσθηκε ότι το προσωπικό, που δεν εντάσσεται σε οργανικές θέσεις αυτού (Οργανισμού), εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση. Τέλος, με την από 22-12-1988 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας", που καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 1198/1972 και ισχύει από 1-7-1988 (άρθρ. 10 αυτής), ορίσθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 αυτής, ότι επεκτείνονται στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, που είναι μέλη σωματείων, τα οποία ανήκουν στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων (Π.Ο.Ε.ΔΗ.Ν.), οι οποίοι και κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια βάσει των τυπικών προσόντων προσλήψεώς τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με την ένδικη αγωγή τους ότι προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως αδειούχοι διπλωματούχοι ηλεκτροτεχνίτες κατά τα έτη 1959 έως 1974 και συμφώνησαν να αμείβονται με τις Σ.Σ.Ε.
και Δ.Α που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κ.λ.π. όλης της Χώρας. Μετά την μετατροπή του εναγομένου σε Ν.Π.Δ.Δ. και την έκδοση του νέου Οργανισμού του δεν εντάχθηκαν σε μόνιμες θέσεις και ίσχυε γι' αυτό η συμφωνία τους να αμείβονται με την ως άνω Σ.Σ.Ε.. Μετά ταύτα, διατεινόμενοι ότι το αναιρεσίβλητο έπρεπε να εφαρμόσει την από 18-7-1996 Σ.Σ.Ε.
για τους όρους αμοιβής και εργασίας του κλάδου των ηλεκτροτεχνιτών και τις 42/1997, 20/1998, 34/1999, 15/2000 και 17/2001 διαιτητικές αποφάσεις, ζήτησαν να τους καταβάλει τις αναφερόμενες στην αγωγή διαφορές. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως νόμω αβάσιμη, διότι έκρινε ότι μετά την έκδοση του ως άνω Οργανισμού του αναιρεσιβλήτου και την ένταξη των αναιρεσειόντων σε προσωρινές θέσεις, οι τελευταίοι υπήχθησαν στο μισθολογικό καθεστώς, που διέπεται αποκλειστικά από τις αφορώσες το προσωπικό του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
διατάξεις και τους συμβατικούς όρους και τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων (Π.Ο.Ε.ΔΗ.Ν.) και ότι δεν είχε εφαρμογή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η Σ.Σ.Ε. και οι Δ.Α., με βάση τις οποίες υπολογίζουν αυτοί τις αποδοχές τους, ούτε είχε εφαρμογή στην περίπτωσή τους το άρθρο 7 του Ν. 1876/1990.
Επίσης δέχθηκε ότι από τις 3293/1992, 2830/1993 και 3666/1998 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, που επιδίκασαν στους αναιρεσείοντας διαφορές αποδοχών για προγενέστερα χρονικά διαστήματα δεν απορρέει δεδικασμένο και για το δικαίωμα αυτών να αμείβονται με τις Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. των ηλεκτροτεχνιτών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, διότι κατά το διάστημα αυτό ίσχυαν διαφορετικές Δ.Α.
και δεν υπήρχε ταυτότητα νομικής αιτίας. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, που πρότειναν οι αναιρεσείοντες με την αγωγή και τις προτάσεις τους, ότι είχε συμφωνηθεί να αμείβονται με τις Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. του κλάδου των ηλεκτροτεχνιτών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη, αφού έλαβε υπόψη την ως άνω συμφωνία και έκρινε ότι το άρθρο 7 του Ν. 1876/1990 δεν είχε εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επίσης, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις από τις 3293/1992, 2830/1993 και 2666/1998 αποφάσεις του ίδιου Εφετείου, παρότι από τις αποφάσεις αυτές προέκυπτε ότι είχαν συμφωνήσει οι διάδικοι να αμείβονται οι αναιρεσείοντες με τις ισχύουσες εκάστοτε Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. και το συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό της συμφωνίας των διαδίκων και μόνον αυτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δεδικασμένου. Ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως, πέραν του ότι προτείνεται αλυσιτελώς, αφού το Εφετείο δεν απέκρουσε την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι το δεδικασμένο καλύπτει, σύμφωνα με το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ., ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό ως ενιαίο όλο και δεν καλύπτει αυτοτελώς τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που στηρίζεται και στους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τις ως άνω πλημμέλειες, οι οποίες προσδιορίζονται μόνο με τον αριθμό των σχετικών αναιρετικών λόγων.
Επειδή, περαιτέρω, με τους πρώτο (πρώτο σκέλος) και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των άρθρων 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 του Ν. 1198/1972, 2 του Π.Δ. 305/1983, 17 παρ. 3 και 3 του Οργανισμού του αναιρεσιβλήτου, 6 παρ. 2 του Ν. 1397/1983 και 16, 61 του Π.Δ. 410/1988, διότι δέχθηκε το Εφετείο ότι μετά την έκδοση του άνω Οργανισμού και την ένταξη των αναιρεσειόντων σε προσωρινές θέσεις το μισθολογικό καθεστώς αυτών διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις που αφορούν το προσωπικό του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
και μάλιστα τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. της Π.Ο.Ε.ΔΗ.Ν και ότι δεν ισχύουν οι ευνοϊκότεροι όροι των ατομικών τους συμβάσεων. Για το ζήτημα αυτό έχουν υποστηριχθεί στη νομολογία αντίθετες απόψεις. Κατά την άποψη που ακολούθησαν οι 1728/2005 και 874/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας", σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α.Κ., και προβλέπει ήδη το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των Σ.Σ.Ε..
Και τούτο διότι οι κανονιστικοί όροι των Σ.Σ.Ε. περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν την δυσμενέστερη ρύθμιση με την ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία την βελτίωση της προστασίας αυτής. Η ως άνω αρχή εφαρμόζεται και στους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία και μετά την μετατροπή αυτών σε Ν.Π.Δ.Δ.
και συνεπώς, οι ευνοϊκότεροι όροι αμοιβής των ατομικών συμβάσεων του νοσηλευτικού προσωπικού θα υπερισχύσουν των δυσμενέστερων ρυθμίσεων της Ε.Σ.Σ.Ε. της Π.Ο.Ε.ΔΗ.Ν. και των σχετικών διατάξεων του Ν. 1505/1984. κατά την άλλη άποψη, που ακολούθησε η προσβαλλόμενη απόφαση και έχει υποστηριχθεί από τις 546/2001 και 497/1998 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, από τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1988 και 1, 4 και 8 του Ν.Δ. 1198/1972 προκύπτει ότι οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ ρυθμίζονται με ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας μόνον, που καταρτίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω Ν.Δ.
και ότι οι Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., που κηρύσσονται υποχρεωτικές, δεν δεσμεύουν το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ, ως προς τους εργαζόμενους σ' αυτούς με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Παρόμοιες είναι και οι ρυθμίσεις των άρθρων 8 παρ. 1β, 19 και 20 του Ν. 1876/1990, που προβλέπουν ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας των άνω εργαζομένων ρυθμίζονται με Σ.Σ.Ε., που καταρτίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες και με την αμφιμερώς δημόσιας τάξεως διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 993/1979 (άρθρ. 61 του Κωδ. Π.Δ. 410/1988), συνάγεται ότι οι αποδοχές του επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ καθορίζονται (μέχρι της ισχύος του Ν. 1876/1990) αποκλειστικά και μόνο από τις προβλεπόμενες στο Ν.Δ. 1198/1972 ειδικές Σ.Σ.Ε.
και όχι από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, οι ευμενέστεροι όροι των οποίων δεν μπορούν να τροποποιήσουν τους τυχόν δυσμενέστερους όρους των άνω Σ.Σ.Ε.. Το εργαζόμενο, άρα, στα δημόσια νοσοκομεία, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, νοσηλευτικό προσωπικό υπαγόταν στο μισθολογικό καθεστώς της από 22-11-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.
της Π.Ο.Ε.ΔΗ.Ν., που δεν ήταν δεκτικό τροποποιήσεως με την ατομική τους σύμβαση, έστω και αν αυτή περιείχε ευμενέστερους όρους από εκείνους της άνω Ε.Σ.Σ.Ε.. Σημειώνεται προς επίρρωση της τελευταίας αυτής απόψεως ότι οι ως άνω ρυθμίσεις - και μάλιστα εκείνη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 1198/1972, που ορίζει ότι οι όροι, οι συνθήκες και η αμοιβή της εργασίας του προαναφερόμενου προσωπικού καθορίζονται "μόνο" με Σ.Σ.Ε.- αποσκοπούσαν προφανώς στην αποφυγή καταχρήσεων από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, ώστε να μη καθορίζουν συμβατικώς υπέρμετρες ή μεγαλύτερες έστω από τις νόμιμες αμοιβές των εργαζομένων, χωρίς να συνάγεται το αντίθετο από την μεταβατική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν.Δ. 1198/1972, που ορίζει ότι οι υφιστάμενες ατομικές συμβάσεις για τους όρους, τις συνθήκες και την αμοιβή της εργασίας του εν λόγω προσωπικού εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι της ευνοϊκότερης ρυθμίσεως των αποδοχών του με τις προβλεπόμενες στα άρθρα 1 και 5 διαδικασίες (Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. ή Υ.Α.), αφού πρόκειται για μεταβατική διάταξη, που αναφέρεται στο καταβαλλόμενο κατά την έναρξη ισχύος του ως άνω Ν.Δ. ποσό αποδοχών. Ενόψει των ανωτέρω ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, η επίλυση του οποίου είναι αναγκαία και για την ενότητα της νομολογίας και πρέπει γι' αυτό να παραπεμφθούν οι προαναφερόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ.
λόγοι της αναιρέσεως στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τα ως απορριπτέα κριθέντα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος και δεύτερο λόγους της από 30-7-2004 αιτήσεως των Π. Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7027/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ