Legislator Case Law & Legislation
77/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding dismissal of labor dispute over statutory holiday pay for public enterprise employees.

Case Number 77/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 36 employees against a first-instance judgment that upheld their dismissal from a municipal public enterprise. The employees argued that the dismissal violated their rights under specific labor laws and constitutional provisions, claiming the employer failed to meet statutory conditions. The court rejected these arguments, ruling that the employees fell within the scope of the relevant statute governing public enterprises and that the dismissal was legally justified under the applicable regulations.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 subpara. G.1 of Law 4093/2012; The dismissal of employees from a municipal public enterprise established for administrative purposes is lawful if the statutory conditions for application are met, overriding claims of constitutional incompatibility.

Keywords

AI generated
Labor Dispute Dismissal Public Enterprise Employees Statutory Holiday Pay Constitutional Incompatibility Labor Law Appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 subpara. G.1 of Law 4093/2012
να ανήκουν στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται από το άρθρο 51 § 1 του ν.
Art. 2 para. 1 of the Constitution
Art. 4 para. 1 and 5 of the Constitution
Στη συνέχεια με το άρθρο τρίτο §§ 4, 5 & 6 ν.
Art. 5 para. 1 of the Constitution
Κατά το άρθρο 1 § 5 ν.
Art. 22 of the Constitution
Art. 25 of the Constitution
Art. 106 para. 1 of the Constitution
Art. 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
να ανήκουν στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται από το άρθρο 51 § 1 του ν.
Art. 552, 553, 556, 564 para. 3, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 179, 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 77 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 77/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Β. Χ. του Π., κατοίκου ..., έως και 42) Σ. Σ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαγιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΒΑΛΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΔΗΜΩΦΕΛΕΙΑ", που εδρεύει στην Καβάλα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλλιόπη Ίτσκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 441/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2020 Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-5-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21-5-2021 και με αριθ. κατ. 65/27-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 176/23-6-2020 απόφαση του, δικάσαντος ως εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 7-11-2018 και με αριθ. κατ. 70/7-11-2018 έφεσης κατά της με αριθ. 441/19-9- 2018 οριστικής απόφασης που Ειρηνοδικείου Καβάλας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της από 15-12-2017 και με αριθ. κατ.424/19-12-2017 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου ΝΠΙΔ, ήδη αναιρεσίβλητου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της(άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καβάλας από 15-12-2017 και με αριθ. κατ. 424/19-12-2017 αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι 36 πρώτοι και ορισμένου χρόνου, οι λοιποί, παρείχαν την εργασία τους, με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες, στο εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Καβάλας" και το διακριτικό τίτλο ΔΗΜΩΦΕΛΕΙΑ. Ότι το τελευταίο, αρχικά κατ'εφαρμογή των νόμων 3845/2010, 4024/2011 μείωσε και στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή του ν. 4093/2012, έπαυσε από 1-1-2013 να τους καταβάλει τα επιδόματα εορτών και αδείας, τούτο δε έπραξε παρανόμως, αφού αφενός μεν οι ίδιοι, ως εργαζόμενοι σε Ν.Π.Ι.Δ., δεν υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των νόμων αυτών και ειδικότερα του ν. 4093/2012, αφετέρου δε ο νόμος αυτός είναι αντίθετος προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος και προς το άρθρο πρώτο του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

Ζήτησαν δε κυρίως λόγω της επικαλούμενης παράνομης εφαρμογής από το εναγόμενο του ν. 4093/2012, που, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν ήταν εφαρμοστέος στην επίδικη περίπτωση, επικουρικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και όλως επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το αντίστοιχο ποσό για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2013 έως 2017, όπως αυτά ορίσθηκαν με το άρθρο τρίτο ν.3845/2010 και επανακαθορίσθηκαν με το άρθρο 16 ν. 4024/2011, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το Ειρηνοδικείο Καβάλας δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την, ως άνω, από 7-11-2018 έφεση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, δικάζον ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 176/2020 απόφαση, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 4093/2012 και ότι ο νόμος αυτός δεν είναι αντίθετος προς το Σύνταγμα και προς το άρθρο πρώτο του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., με συνέπεια να είναι νόμιμη η μη καταβολή σ' αυτούς των αιτουμένων επιδομάτων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε, δίκασε και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Κατά το άρθρο 1 § 5 ν. 3833/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 § 5 ν. 3842/2010): "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα.

Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας".

Κατά το άρθρο 2 § 1 του ίδιου νόμου: "Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.

Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις", κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 90 § 5 ν. 3842/2010): "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ.

που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 ...". Στη συνέχεια με το άρθρο τρίτο §§ 4, 5 & 6 ν. 3845/2010 έλαβε χώρα περαιτέρω μείωση των αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ορίσθηκαν τα εξής: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, ή διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).

Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" (§ 4). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ.

που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005" (§ 5). "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:

α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" (§ 6). Από την γραμματική διατύπωση των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι επίμαχες περικοπές αφορούν ανεξαιρέτως το σύνολο των εργαζομένων σε Ν.Π.Ι Δ., τα οποία είτε ανήκουν στο Κράτος είτε σε Ο.Τ.Α.

χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση ή παραπομπή σε διατάξεις άλλου νομοθετήματος.

Συνεπώς, τόσο η διάταξη του άρθρου 1 § 5 ν. 3833/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 § 5 ν. 3842/2010), όσο και αυτή του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, σε καμία περίπτωση δεν προϋποθέτουν για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό τους πεδίο, τα εν λόγω Ν.Π.Ι.Δ. να ανήκουν στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται από το άρθρο 51 § 1 του ν. 1892/1990 και το άρθρο 2 του ν. 3871/2010, ούτε να ανήκουν στην Γενική Κυβέρνηση ή να χρηματοδοτούνται από την Κεντρική Διοίκηση, σύμφωνα με τους ορισμούς του ίδιου (τελευταίου) άρθρου, ούτε να ελέγχονται από την Κεντρική Διοίκηση, κατά την έννοια των σχετικών ορισμών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών της Κοινότητας, στους οποίους παραπέμπουν οι διατάξεις του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995.

Εξάλλου στις διατάξεις αυτές του άρθρου 1 § 5 ν. 3833/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 § 5 ν. 3842/2010), καθώς και του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 δεν διαλαμβάνεται καμία ειδικότερη πρόβλεψη ως προς τις προϋποθέσεις που απαιτείται να συντρέχουν, προκειμένου να κριθεί ότι ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ανήκει στο Κράτος είτε στον οικείο Ο.Τ.Α.

Η έννοια ότι ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου "ανήκει" στο Κράτος ή στον οικείο Ο.Τ.Α. είναι σαφώς ευρεία, περιλαμβάνουσα όχι μόνο την κυριότητα επ' αυτού, αλλά τα Ν.Π.Ι.Δ. "ανήκουν" στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. και κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους (ΟλΑΠ 5/2022).

Τούτο εξειδικεύτηκε στους επακολουθήσαντες, "μνημονιακούς" νόμους και ειδικότερα με το ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο -βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", στο άρθρο 31 και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", όπου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.

α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ...

εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους... 3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο ... 4.

Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα ... Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65% (το τελευταίο εδάφιο της § 4 προστέθηκε με την § 4 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α 268) ... 7.

Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29... 9.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους".

Στο δε ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 -Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", στο άρθρο πρώτο παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ.1 "μισθολογικές διατάξεις του δημόσιου τομέα" ορίστηκαν τα εξής: "1. ... 12.

Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 ...".

Περαιτέρω, στο δέκατο μέρος του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο "Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης" ορίζονται τα εξής: Με το άρθρο 252 παρ.1, 2, 5 ότι: "1. Οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις ΟΤΑ ....

Οι επιτρεπόμενες μορφές επιχειρήσεων είναι οι εξής: α)Δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις .... 2. Δήμος ή κοινότητα μπορεί να συνιστά δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, συναφών με αντίστοιχου περιεχομένου αρμοδιότητες αυτών, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 254 παρ. 1. 5.

Οι επιχειρήσεις των προηγουμένων παραγράφων αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου". Με το άρθρο 254 ότι: " 1. Δήμος ή Κοινότητα μπορεί να συστήσει δημοτική ή κοινοτική κοινωφελή επιχείρηση με σκοπό την οργάνωση λειτουργιών ή δραστηριοτήτων και την παροχή υπηρεσιών συναφών ή συνδεόμενων με τις αρμοδιότητές τους, που αναφέρονται στους τομείς της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, της παιδείας, του πολιτισμού, του αθλητισμού και του περιβάλλοντος ...

Σκοπός των ανωτέρω επιχειρήσεων μπορεί να είναι επίσης η οργάνωση δημοτικής συγκοινωνίας, η εκπόνηση και εφαρμογή προγραμμάτων έρευνας και τεχνολογίας .... 4. Η σύσταση κοινωφελούς επιχείρησης γίνεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και πράξη του Γενικού Γραμματέα της περιφέρειας που δημοσιεύεται στην εφημερίδα της κυβέρνησης ...".

Με το άρθρο 255 παρ. 1 ότι: "Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο" (άρθρο 255 παρ. 1). Με το άρθρο 256 ότι: "οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, αν αυτές αφορούν:

α) την ψήφιση του προϋπολογισμού, του ισολογισμού και της έκθεσης πεπραγμένων, β) την αγορά ή εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματο δικαίωμα, γ) τη διάθεση των καθαρών κερδών, δ) την αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης, ε) τη συγχώνευση ή τη λύση της επιχείρησης, στ) τη σύναψη δανείων και ζ) την έγκριση των κανονισμών ...".

Με το άρθρο 258 ότι: "1. Το προσωπικό των κοινωφελών επιχειρήσεων συνδέεται με αυτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και προσλαμβάνεται με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις που ισχύουν για την πρόσληψη του προσωπικού των Ο.Τ.Α. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Με το άρθρο 259 παρ. 1 εδ. α', όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 14 ν. 4071/2012) ότι: "Η κοινωφελής επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο Δήμο για τις δραστηριότητές της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του" Με το άρθρο 260 ότι: "Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση ... 2 ... 3 Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχείρησης από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου ΟΤΑ ... 4. ... 5.

Ο δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων" (άρθρο 260 παρ. 1, 3, 5). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι δημοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων ως Ν.Π.Ι.Δ., ωστόσο δεν αποτελούν αυτόνομα Ν.Π.Ι.Δ., αλλά ετεροκαθοριζόμενα Ν.Π.Ι.Δ.

τα οποία ανήκουν, κατά την προεκτεθείσα έννοια σε Ο.Τ.Α., αφού είναι επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., δημιουργούνται για την επίτευξη αυτοδιοικητικού κοινωφελούς σκοπού, η σύστασή τους λαμβάνει χώρα με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του οικείου δήμου και πράξη του Γενικού Γραμματέα της περιφέρειας, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτών ορίζονται από το δημοτικό συμβούλιο, ενώ στους πόρους τους περιλαμβάνεται και η χρηματοδότηση από τον οικείο Δήμο.

Επομένως, οι κοινωφελείς δημοτικές επιχειρήσεις υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των προαναφερόμενων διατάξεων των ν. 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και ειδικότερα, των περιπτώσεων 1 και 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, καθόσον πληρούν το κριτήριο που τάσσεται διαζευκτικά από τους, ως άνω, νόμους δηλαδή ανήκουν σε Ο.Τ.Α.

κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους από τους Ο.Τ.Α. (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 626/2021), οπότε από 1-1-2013 καταργούνται για το προσωπικό αυτών τα επιδόματα εορτών και αδείας. Περαιτέρω, με τη με αριθ. 760/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Καβάλας, η οποία εγκρίθηκε με τη με αριθ. 11926/09/9-2-2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 182/Β/25-2-2010 συστάθηκε η "Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Καβάλας", με το διακριτικό τίτλο "ΔΗΜΩΦΕΛΕΙΑ", ακολούθως δε με τη με αριθ. 113/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Καβάλας, η οποία εγκρίθηκε με τη με αριθ. 2970/16-3-2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας και Θράκης και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 657/Β/20-4-2011 συστάθηκε ενιαία κοινωφελής επιχείρηση (Ν.Π.Ι.Δ) στο Δήμο Καβάλας, με την ίδια, ως άνω, επωνυμία και διακριτικό τίτλο, ήδη αναιρεσίβλητη, προερχόμενη από τη συγχώνευση της, ως άνω, κοινωφελούς επιχείρησης με την κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία "Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού, Αθλητισμού Ανάπτυξης Φιλίππων", με σκοπούς την ανάληψη δραστηριοτήτων συναφών προς τις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Πολιτιστικής Ανάπτυξης, Αθλητισμού, Πολιτιστικού Τουρισμού, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Δήμου Αγοράς και λοιπών δραστηριοτήτων, Δημοτικής Συγκοινωνίας, Παιδείας και Έρευνας και Τεχνολογίας.

Σύμφωνα δε με το καταστατικό της, η, ως άνω, δημοτική κοινωφελής επιχείρηση διοικείται από εντεκαμελές (11) διοικητικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου ορίζονται, μαζί με τους αναπληρωτές τους, από το Δημοτικό Συμβούλιο, ενώ στους πόρους αυτής περιλαμβάνεται η χρηματοδότηση από το Δήμο, με βάση το πρόγραμμα δράσης που θα υποβάλλει το Διοικητικό Συμβούλιο της επιχείρησης και θα εγκριθεί από το Δημοτικό Συμβούλιο.

Περαιτέρω, το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 § 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 §§ 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους ...

Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης" και στο άρθρο 106 παρ. 1 ότι: "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας ...." Από το συνδυασμό των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.

Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 § 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 431/2018).

Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.

Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 Eskelinen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΑΠ 889/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 0λΣτΕ1308/2019, ΟλΣτΕ 481/2018 ΟλΣτΕ 668/2012).

Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες υλοποιήθηκαν αρχικά με τις διατάξεις των προαναφερόμενων νόμων 3833/2010, 3845/2010, και 4024/2011 εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.

Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλΣτΕ 3372/2015, ΟλΣτΕ 3373/2015, ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 77/2022).

Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο προαναφερόμενος ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.

Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.

Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, μεταξύ άλλων, για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και Ο.Τ.Α., καθώς και για το προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκουν σε ΟΤ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους (περ. 12), ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ.

σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και των λοιπών, ως άνω, μισθωτών με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών - μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους παραπάνω μισθωτούς γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.

αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, Carlos Escribano Vindel, σκ. 67 και C - 64/16, Associacao Sindical dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου, οι αποδοχές των εν λόγω υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον κυρίως ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.

Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.

απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.

Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος (πρβλ.

ΟλΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 899/2021, ΣτΕΟλ 1307/2019, 1308/2019).

Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ.

έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των, ως άνω, μισθωτών και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019).

Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 5 και 25 § 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς επίσης των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκουν στους Ο.Τ.Α (ΑΠ 8/2022, ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019), ενόψει δε των ανωτέρω, δεν αντίκειται η εν λόγω διάταξη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 22, 23 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 476/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι από 1-1-2013 καταργήθηκαν γι' αυτούς, με βάση τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, τα επιδόματα εορτών και αδείας και απορρίπτοντας, για το λόγο αυτό, την αγωγή τους ως μη νόμιμη, παραβίασε την, ως άνω διάταξη, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, καθόσον, αφενός μεν οι ίδιοι, ως εργαζόμενοι στην εναγομένη δημοτική κοινωφελή επιχείρηση, που είναι Ν.Π.Ι.Δ., δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, αφετέρου δε η εν λόγω διάταξη είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν: Α) το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, καθόσον αποτελεί δημοτική κοινωφελή επιχείρηση, που συστάθηκε από Ο.Τ.Α.

και συγκεκριμένα από το Δήμο Καβάλας, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου αυτού, για την εξυπηρέτηση αυτοδιοικητικού σκοπού (ανάληψη δραστηριοτήτων συναφών προς τις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης πολιτιστικής Ανάπτυξης, Αθλητισμού, Πολιτιστικού Τουρισμού, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Δημοτικής Αγοράς και λοιπών Δραστηριοτήτων, Δημοτικής Συγκοινωνίας, Παιδείας και Έρευνας και Τεχνολογίας), επιπλέον δε το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού ορίζεται από το Δημοτικό Συμβούλιο Καβάλας.

Ενόψει δε των ανωτέρω, το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. ανήκει στο Δήμο Καβάλας, δηλαδή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής του, πληρώντας έτσι το κριτήριο που τάσσεται ρητά στην περίπτωση 12, για την εφαρμογή και στο προσωπικό του, επομένως και στους αναιρεσείοντες, της επίμαχης διάταξης, με την οποία καταργήθηκαν από 1-1- 2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Β) η, ως άνω, διάταξη δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22, 25 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Κατόπιν των παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, και, κατ' επέκταση της εφαρμογής της, δέχθηκε την από 7-11-2018 έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε τη με αριθ. 441/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας, που είχε κρίνει αντιθέτως και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, δεν παραβίασε την εν λόγω διάταξη, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Δεδομένου δε ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-5-2021 και με αριθ. κατ. 65/27-5-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 176/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης

Αρεοπαγίτου αποχωρησασών,

ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ