Legislator Case Law & Legislation
77/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against refusal of incidental claim, overturning lower court's inadmissibility ruling.

Case Number 77/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's refusal to hear an incidental claim. The appellants argued that the insurer's conduct created a reasonable belief that the statute of limitations would not be raised, rendering the lower court's decision legally unfounded. The court found these arguments valid and ordered the case to be retried by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 590 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a ruling declaring an incidental claim inadmissible is admissible if the lower court failed to consider facts that would have created a reasonable belief in the non-application of the statute of limitations, thereby depriving the decision of a legal basis.

Keywords

AI generated
incidental claim statute of limitations reasonable belief admissibility of appeal retrial by different judges legal basis of decision civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 580, 590 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, section e of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189, paragraph 1 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 552, 553, 556, 558, 564, paragraph 3, 566, paragraph 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 77 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 77/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ε. Κ., κατοίκου ... και 2) εταιρείας με την επωνυμία "Ε. ΚΑΙ Γ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Ζάκυνθο και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σπυριδούλα - Αγγελική Λιώση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2006 αγωγή προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 15-2-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5060/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2573/2010 του Εφετείου Αθηνών. Με την από 29-6-2015 αίτησή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν την αναψηλάφηση της ως άνω εφετειακής απόφασης.

Εκδόθηκε η 1588/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο προς εκδίκαση της υπόθεσης και την παρέπεμψε να εκδικαστεί ενώπιον του αρμόδιου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3186/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 18.7.2019 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 659/2019 αίτηση αναιρέσεως ζητείται, για τους διαλαμβανομένους σ' αυτήν λόγους, η αναίρεση της 3186/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (Κ.Πολ.Δικ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (Κ.Πολ.Δικ. 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (Κ.Πολ.Δικ. 577 παρ. 3).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 370/2014, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του άρθρου 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1518/08, Α.Π. 558/2008).

Μέσω του παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθμ.14 του Κ.Πολ.Δικ. λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων, τέτοια δε μη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί παραδεκτό ένδικο μέσο κατ' αποφάσεως, μη υποκειμένης σ' αυτό (Α.Π. 371/2008). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ.

αναψηλάφηση επιτρέπεται αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται. Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως, η προσβαλλομένη με την αναψηλάφηση απόφαση θεωρείται ότι στηρίχθηκε κυρίως στην ανατραπείσα και όταν έχει θεμελιωθεί στο ουσιαστικό δεδικασμένο που προέκυψε από την τελευταία, καθώς επίσης και όταν η τελευταία παρήγαγε στο δικονομικό πεδίο δυνατότητες και βάρη δεσμευτικά για τους διαδίκους ή όταν επέδρασε ουσιαστικά στην κρίση του δικαστή και όχι όταν απλώς συνεκτιμήθηκε με όλες τις λοιπές αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του (Α.Π.820/2019, Α.Π. 231/2016, Α.Π. 429/2014, Α.Π. 1209/2003).

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 538, 539, 545 και 547 του Κ.Πολ.Δικ., σε αναψηλάφηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, οι μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, εφόσον δίκασε κατ' ουσίαν. Η αναψηλάφηση ασκείται εντός ορισμένης προθεσμίας, με δικόγραφο περιέχον τους λόγους αυτής, οι οποίοι πρέπει να είναι μεταξύ των περιοριστικώς καθοριζομένων από το νόμο.

Κατά δε το άρθρο 549 Κ.Πολ.Δικ., εάν κριθεί ότι η αναψηλάφηση είναι παραδεκτή και έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, το δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση των λόγων της και, αν θεωρήσει οποιονδήποτε από αυτούς παραδεκτό και βάσιμο, δέχεται την αίτηση, εξαφανίζει την προσβαλλομένη απόφαση και εξετάζει πλέον την ουσία της υποθέσεως εντός των διαγραφομένων με την αναψηλάφηση ορίων, τότε δε κρίνεται και το παραδεκτό των ισχυρισμών, της επαναφοράς τους, των αποδεικτικών μέσων κ.λπ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το (Τριμελές) Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 3186/2019, απόφασή του, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, τα ακόλουθα: "Με την αίτηση αναψηλάφησης που άσκησαν οι αιτούντες: Α) Γ. Κ. του Ε. και β) ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Ε.

ΚΑΙ Γ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", ζητούν α) να εξαφανισθεί η ανωτέρω προσβαλλόμενη 2573/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο και τις διατάξεις της που έκανε δεκτή την από 10-12-2008 έφεση της καθ' ης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της 5060/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών του άρθρου 681Α' του Κ.Πολ.Δικ., και ακολούθως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 15-2-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή τους κατά της καθ' ης, επικαλούμενοι ως λόγο ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίχθηκαν στο δεδικασμένο αμέσως προηγούμενης διάταξης της ίδιας απόφασης, που δέχθηκε ότι δεν ευθύνεται ο πρώτος απ' αυτούς (αιτούντες), οδηγός του με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης αιτούσας ανώνυμης εταιρείας για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, στο οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα η Ι. Κ. του Κ., το οποίο όμως (δεδικασμένο) της εν λόγω διάταξης ανατράπηκε μεταγενέστερα αμετάκλητα με την 585/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δημοσιεύθηκε στις 8-5-2015, β) να γίνει δεκτή η από 14-12-2008 έφεσή τους κατά της ίδιας ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να απορριφθεί η παραπάνω από 10-12-2008 αντίθετη έφεση της καθ' ης η αίτηση κατ' αυτών και γ) να γίνει στο σύνολό της δεκτή η από 15-2-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή τους κατά της καθ' ης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αίτηση αναψηλάφησης, η οποία αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 21 Κ.Πολ.Δικ.)[..........] κατά το μέρος που με αυτή διώκεται η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί η από 10-12-2008 έφεση της καθ' ης ασφαλιστικής εταιρείας και να γίνει δεκτή η από 15-2-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή των αιτούντων, είναι παραδεκτή διότι:

α) ασκείται κατά τελεσίδικης απόφασης, που δεν υπόκειται σε έφεση, αλλά ούτε και σε ανακοπή ερημοδικίας, β) είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον των αιτούντων για την άσκησή της, που συνίσταται στην απόρριψη της παραπάνω έφεσης της καθ' ης ασφαλιστικής εταιρείας κατ' αυτών και στην παραδοχή της παραπάνω παρεμπίπτουσας αγωγής τους, γ) ασκείται για λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 544 Κ.Πολ.Δικ και συγκεκριμένα γίνεται επίκληση του λόγου της περίπτωσης με αριθμό 8 της ανωτέρω διάταξης και δ) είναι εμπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε στις 3-7-2015, δηλαδή εντός εξήντα (60) ημερών από την δημοσίευση (στις 8-5-2015) της 585/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, οπότε έμαθαν οι αιτούντες την αμετάκλητη ανατροπή της προαναφερόμενης διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 545 παρ. 1, 3 περ.

στ' Κ.Πολ.Δικ.), μη εφαρμοζόμενης στην προκείμενη περίπτωση της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 545 παρ. 5 εδ. α' Κ.Πολ.Δικ.), αφού το γεγονός, στο οποίο θεμελιώνεται ο λόγος της αναψηλάφησης, συντελέστηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής". Περαιτέρω το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτήν, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "....

Στην … στις 7-6-2001 και συγκεκριμένα στην επαρχιακή οδό Αμπελοκήπων - Λαγανά τραυματίσθηκε πολύ σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα η Ι. Κ. του Κ., ηλικίας 20 ετών, η οποία λίγες ημέρες αργότερα (στις 14-6-2001) κατέληξε στο νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", όπου είχε διακομισθεί, όταν η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε με κατεύθυνση από Λαγανά προς Αμπελοκήπους, προσέκρουσε σε μεταλλικό κάδο απορριμμάτων, ευρισκόμενο στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας της, στην προσπάθειά της να αποφύγει την σύγκρουση με το αντιθέτως κινούμενο με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Γ. Κ. (ήδη πρώτος αιτών), ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Ε. ΚΑΙ Γ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ήδη δεύτερης αιτούσας), το οποίο προσπερνώντας άλλο όχημα εισήλθε αιφνίδια στο ρεύμα πορείας της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και απέκλεισε την πορεία της, γενόμενος ο εν λόγω οδηγός, με την προεκτεθείσα περί την οδήγηση συμπεριφορά του, αποκλειστικά υπαίτιος του παραπάνω τροχαίου ατυχήματος, όπως κρίθηκε αμετάκλητα με την 585/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που επικύρωσε την 3984/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες (αποφάσεις) θα γίνει λόγος παρακάτω.

Αρχικά οι συγγενείς της ανωτέρω αποβιώσασας και μέλη της οικογενείας της, ήτοι α) ο Κ. Κ. (πατέρας), β) η Κ. συζ. Κ. Κ. (μητέρα), γ) ο Σ. Κ. (αδελφός), δ) η Ό. Κ. (αδελφή), ε) ο Ι. Β. (παππούς) και στ) η Ε. συζ. Ι. Β. (γιαγιά), άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-11-2006 αγωγή τους, που στρεφόταν κατά των ανωτέρω οδηγού και ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου εταιρείας, καθώς και κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α." (ήδη καθ' ης η αίτηση) ως ασφαλίζουσας τον κίνδυνο από την κυκλοφορία του εν λόγω οχήματος, με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση των αναφερόμενων σ' αυτήν ποσών για αποζημίωση (έξοδα κηδείας) και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Επί της ανωτέρω κύριας αγωγής, που συνεκδικάσθηκε με την από 15-2-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης των δύο πρώτων εναγομένων κατά της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η τελευταία, σε περίπτωση ήττας τους, να τους καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθούν να καταβάλουν στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, εκδόθηκε η 5060/2008 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία, αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του τροχαίου ατυχήματος τον ανωτέρω οδηγό του προαναφερθέντος αυτοκινήτου, στη συνέχεια:

α) δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή ως προς τους δύο πρώτους εναγόμενους (οδηγό και ιδιοκτήτρια εταιρεία), αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή τους να καταβάλουν στους ενάγοντες της αγωγής αυτής τα οριζόμενα στην απόφαση ποσά, β) απέρριψε την ίδια αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κατά παραδοχή της προβληθείσας εκ μέρους της ένστασης διετούς παραγραφής και γ) δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης να καταβάλει στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες το συνολικό ποσό, που οι τελευταίοι θα κληθούν να καταβάλουν, με βάση την ίδια απόφαση, στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι ακόλουθες εφέσεις, ήτοι: α) η από 23-12-2008 έφεση των κυρίως εναγόντων, β) η από 14-12-2008 έφεση των δύο πρώτων εναγομένων - παρεμπιπτόντως εναγόντων (ήδη αιτούντων) και γ) η από 10-12-2008 έφεση της τρίτης εναγομένης - παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (ήδη καθ' ης η αίτηση), οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 2573/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία α) απέρριψε ως απαράδεκτη την τρίτη παραπάνω έφεση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, β) δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την δεύτερη παραπάνω έφεση των ήδη αιτούντων, αφού έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός ενεπλάκη στο τροχαίο ατύχημα, στο οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα η ανωτέρω συγγενής των κυρίως εναγόντων, ενώ για τον ίδιο λόγο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την πρώτη παραπάνω έφεση των κυρίως εναγόντων και γ) δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την τρίτη παραπάνω έφεση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των παρεμπιπτόντως εναγόντων (ήδη αιτούντων), ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, πλην της διάταξής της περί απόρριψης της κύριας αγωγής ως προς την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη καθ' ης η αίτηση), απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κύρια αγωγή και μετά ταύτα ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη και την παρεμπίπτουσα αγωγή των δύο πρώτων εναγομένων (ήδη αιτούντων), ως καταστάσα πλέον άνευ αντικειμένου.

Στη συνέχεια οι ενάγοντες της κύριας αγωγής άσκησαν κατά της ανωτέρω απόφασης την από 4-1-2011 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1636/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβληθείσα απόφαση ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους (αρχικούς δύο πρώτους εναγόμενους και ήδη αιτούντες), κατά την διάταξή της και μόνο, με την οποία απορρίφθηκε ως προς αυτούς η κύρια αγωγή, κρίνοντας ότι έχει υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δικ.

στο ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας, ενώ απέρριψε την αναίρεση ως απαράδεκτη ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία (αρχική τρίτη εναγόμενη και ήδη καθ' ης η αίτηση), με το σκεπτικό ότι οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν με αυτήν (αναίρεση) κατά της ανωτέρω απόφασης, δεν αφορούσαν την διάδικο αυτή.

Κατόπιν της από 8-2-2012 κλήσης των κυρίως εναγόντων, η υπόθεση (ως προς όλες τις συνεκδικασθείσες εφέσεις) επανήλθε προς συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου, εκδοθείσας της 3984/2012 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία α) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης των κυρίως εναγόντων, κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, διότι ως προς αυτήν η αναίρεση είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, β) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, διότι κρίθηκε ότι η προηγούμενη (2573/2010) εφετειακή απόφαση δεν προσβλήθηκε κατά το συνδεόμενο με την έφεση αυτή κεφάλαιό της και δεν αναιρέθηκε, δοθέντος ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (ήδη αιτούντες) δεν άσκησαν κατ' αυτής επικουρική αναίρεση, για την περίπτωση δηλαδή που ήθελε γίνει δεκτή η από 4-1-2011 αναίρεση των κυρίως εναγόντων, και γ) απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, αφού διατάχθηκε η συνεκδίκασή τους, τόσο η έφεση των κυρίως εναγόντων, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των δύο πρώτων εναγομένων (ήδη αιτούντων), όσο και η έφεση των τελευταίων, καθόσον έγινε δεκτό ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και σωστή εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε υπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο (ήδη πρώτο αιτούντα) και επιδίκασε (αναγνωριστικά) στους κυρίως ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφασή του ποσά για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Ακολούθως, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι της κύριας αγωγής (ήδη αιτούντες) με την από 20-11-2002 αίτησή τους ζήτησαν την αναίρεση της 2573/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την έφεση της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (ήδη καθ' ης η αίτηση) και απέρριψε την από 15-2-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή τους, επικαλούμενοι ότι το δεδικασμένο στο οποίο στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για να δεχθεί την ανωτέρω έφεση, ανατράπηκε στη συνέχεια με τις παραδοχές σχετικά με την υπαιτιότητα της 3984/2012 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, πλην όμως η αναίρεση αυτή απορρίφθηκε με την 429/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με το σκεπτικό ότι η προβαλλόμενη αιτίαση κατά της ανωτέρω απόφασης δεν στοιχειοθετεί παραδεκτό λόγο αναίρεσης, ο οποίος θα υπήρχε αν η ανατροπή του δεδικασμένου είχε επέλθει πριν από την τελευταία συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με τον λόγο αυτό απόφαση.

Τέλος, με την 585/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την από 27-3-2013 αίτηση των δύο πρώτων εναγομένων για αναίρεση της 3984/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατέστη η απόφαση αυτή αμετάκλητη, δηλαδή κρίθηκε αμετάκλητα ότι η πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου (ήδη πρώτου αιτούντος), οδηγού του ανωτέρω επιβατικού αυτοκινήτου.

Συνεπώς, ενόψει του ότι η ήδη προσβαλλόμενη 2573/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθόσον αφορά την διάταξή της με την οποία έγινε δεκτή η από 10-12-2008 έφεση της ήδη καθ' ης ασφαλιστικής εταιρείας και απορρίφθηκε η κατ' αυτής στρεφόμενη από 15-2- 2008 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αιτούντων, στηρίχθηκε κατά τα προεκτεθέντα, στο δεδικασμένο προηγούμενης διάταξης της ίδιας απόφασης, που δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αιτών) ενεπλάκη στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, το οποίο όμως δεδικασμένο ανατράπηκε μεταγενέστερα αμετάκλητα με την 585/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που επικύρωσε την 3984/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, συντρέχει, εν προκειμένω, η περίπτωση του άρθρου 544 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., ώστε πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η υπό κρίση αίτηση αναψηλάφησης και να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο της που δέχθηκε την παραπάνω έφεση της καθ' ης ασφαλιστικής εταιρείας και απέρριψε την παραπάνω παρεμπίπτουσα αγωγή των αιτούντων.......".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, δέχθηκε ότι: α) η προσβαλλομένη με την αναψηλάφηση απόφαση, καθ' όσον ειδικότερα αφορά στη διάταξή της με την οποία έγινε δεκτή η από 10.12.2008 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας - καθ' ης η αίτηση αναψηλάφησης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας και απορρίφθηκε η κατ' αυτής στρεφομένη από 15.2.2008 παρεμπίπτουσα αγωγή των παρεμπιπτόντως εναγόντων - εφεσιβλήτων - αιτούντων την αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσιβλήτων, στηρίχθηκε στο δεδικασμένο που προέκυψε από την προηγούμενη διάταξη της ίδιας αποφάσεως, με την οποία, κατά παραδοχή της από 14.12.2008 εφέσεως των κυρίως εναγομένων-αιτούντων την αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσιβλήτων, απερρίφθη ως προς αυτούς ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 1.11.2006 κύρια αγωγή των οικείων της θανασίμως τραυματισθείσας Ι.

Κ., επειδή κρίθηκε ότι ο πρώτος τούτων δεν ενεπλάκη στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, συνακολούθως δε και ότι, λόγω της απορρίψεως της κυρίας αγωγής ως προς αυτούς (κυρίως εναγομένους) παρίσταται ως άνευ αντικειμένου η από 15.2.2008 παρεμπίπτουσα αγωγή τους κατά της κυρίως εναγομένης - παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και β) ότι το δεδικασμένο που προέκυψε από την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη (απορριπτική της κύριας αγωγής ως προς τους κυρίως εναγομένους), ήτοι προηγούμενη διάταξη της ίδιας αποφάσεως, ανετράπη, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης με την αναψηλάφηση αποφάσεως, αμετακλήτως, με την 585/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που επικύρωσε την 3984/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς πλέον κρίθηκε αμετακλήτως ότι συνέτρεχε πταίσμα του πρώτου κυρίως εναγομένου - πρώτου παρεμπιπτόντως ενάγοντος και, συνακολούθως, κρίνοντας ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά νόμο προϋποθέσεις για την ίδρυση του εκ του άρθρου 544 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγου αναψηλαφήσεως και την ένδικη αίτηση αναψηλαφήσεως παραδεκτή, δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αίτηση αναψηλαφήσεως ως απαραδέκτως ασκηθείσα, ένεκα μη συνδρομής των κατά νόμο απαιτουμένων προϋποθέσεων για την άσκησή της, είναι αβάσιμος και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, πριν από την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, και μπορεί να γίνει είτε ρητά, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του Κ.Πολ.Δικ.

και, συγκεκριμένα, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρά, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο σκοπός για την αποδοχή της αποφάσεως (ολ.Α.Π.15/2008, Α.Π. 922/2019, Α.Π. 604/2018, Α.Π. 314/2018, Α.Π. 914/2015, Α.Π. 51/2015). Η νομότυπη αποδοχή της αποφάσεως έχει ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη, ως απαραδέκτου, του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε κατ' αυτής, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ. 2 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ολ.

Α.Π.15/2008, Α.Π. 922/2019, Α.Π. 604/2018, Α.Π. 914/2015). Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αίτηση αναψηλαφήσεως ως απαραδέκτως ασκηθείσα, ένεκα αποδοχής της προσβαλλομένης με την αναψηλάφηση υπ' αριθμ. 2573/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών από τους αιτούντες την αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσιβλήτους, ισχυριζόμενη ότι οι τελευταίοι (αιτούντες την αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσίβλητοι) παρέλειψαν να ασκήσουν επικουρική αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως μετά την άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής εκ μέρους των κυρίως εναγόντων (οικείων της αποβιώσασας), διότι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή κατά το μέρος της που απέρριψε την κατ' αυτής ασκηθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή τους.

Επί του λόγου αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Όπως έχει ήδη εκτεθεί, επειδή με την προσβαλλομένη με την αναψηλάφηση, υπ' αριθμ. 2573/2010, απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε η κυρία αγωγή των οικείων της αποβιώσασας εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων, γεγονός που οδήγησε στην απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής τους κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, ως καταστάσας πλέον άνευ αντικειμένου, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ως νικήσαντες διάδικοι, εστερούντο πλέον εννόμου συμφέροντος να προσβάλουν την εν λόγω απόφαση με αναίρεση, η παράλειψη δε αυτών να ασκήσουν επικουρική αναίρεση κατά της 2573/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών δεν καταφάσκει από μόνη της σιωπηρή βούληση αποδοχής της αποφάσεως αυτής σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ακόμη και στην περίπτωση ανατροπής του δεδικασμένου, το οποίο προέκυψε από την προηγούμενη διάταξη της ίδιας αποφάσεως (έλλειψη υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, που, κατά τα προεκτεθέντα, απετέλεσε και το λόγο απορρίψεως της παρεμπίπτουσας αγωγής, ως άνευ αντικειμένου) και συνδρομής των κατά νόμο απαιτουμένων προϋποθέσεων για την ίδρυση του εκ του άρθρου 544 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγου αναψηλαφήσεως και, συνακολούθως, το απαράδεκτο της ένδικης αιτήσεως αναψηλαφήσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 2496/1997 "ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών, μετά από τέσσερα χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατά τη διάταξη του άρθρου 251 του Α.Κ., η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 201 του Α.Κ., συνάγεται ότι, επί συμβάσεως ασφαλίσεως αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή γεννιέται, όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε, και έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή, γιατί έκτοτε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), έστω και αν δεν έχει προσδιορισθεί με δικαστική απόφαση ή με εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξιώσεως του τρίτου που ζημιώθηκε και, επομένως, ούτε και το ποσό της αποζημιώσεως του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή (Α.Π. 1553/2014).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αν τα αποδειχθέντα περιστατικά συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Το δικαίωμα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δηµιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (ολ.Α.Π. 33/2005, ολ.Α.Π. 17/1995).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ολ.Α.Π. 1/2016, ολ.Α.Π. 2/2013, ολ.Α.Π. 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1179/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ολ.

Α.Π. 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ολ.Α.Π. 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλομένη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 939/2019, Α.Π. 210/2017, Α.Π. 224/2015, Α.Π. 1416/2012, Α.Π. 1208/2011).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ολ.Α.Π. 24/1992, ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 9/2013).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (Α.Π. 290/2017, Α.Π. 681/2014).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 816/2017, Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι στις 7.6.2001, οπότε συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην παρεμπιπτόντως εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα από την παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ένσταση ότι η ένδικη αξίωση των παρεμπιπτόντως εναγόντων έχει υποπέσει στην τετραετή παραγραφή του άρθρου 10 του ν. 2496/1997, καθ' όσον από το τέλος του έτους 2003, εντός του οποίου έγινε η επίδοση της πρώτης αγωγής, ήτοι από 1.1.2004, μέχρι την άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής, στις 19.2.2008, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τετραετίας, δεχόμενο ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από τους παρεμπιπτόντως ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους αντένσταση με την ακόλουθη, αναγκαία για την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου, αιτιολογία: "Αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι η επίκληση και προβολή εκ μέρους της παρεμπιπτόντως εναγομένης της προαναφερόμενης ενστάσεως παραγραφής αντιβαίνει στην καλή πίστη και στην ευθύτητα, που επιβάλλονται στις συναλλακτικές σχέσεις και τυγχάνει καταχρηστική (άρθρα 200, 281, 288 Α.Κ.), κατ' αποδοχή της σχετικής αντένστασης των παρεμπιπτόντως εναγόντων [.........], δοθέντος ότι επί μακρό χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από το τέλος του έτους 2006, οπότε ενημέρωσε δια των υπαλλήλων της τον δεύτερο ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής ότι δεν ασφάλιζε το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αρνείτο επανειλημμένα να του χορηγήσει αντίγραφα των σχετικών με την ασφάλιση του αυτοκινήτου του εγγράφων (ασφαλιστήριο, ανανεωτήρια, αποδείξεις είσπραξης ασφαλίστρων κ.λπ), τα οποία εκείνος δεν είχε στην κατοχή του και τα οποία ήσαν απαραίτητα για την άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής, γεγονός που ανάγκασε τους παρεμπιπτόντως ενάγοντες να της αποστείλουν την από 11.12.2007 εξώδικη πρόσκλησή τους, διαμαρτυρόμενοι για την παρελκυστική συμπεριφορά της και καλώντας την να τους παραδώσει τα παραπάνω έγγραφα, με αποτέλεσμα με την στάση της αυτή να δημιουργήσει εύλογα στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να προβάλει την ένσταση παραγραφής της αξίωσής τους προς απόκρουση της παρεμπίπτουσας αγωγής τους, την οποία, σημειωτέον, άσκησαν αμέσως μόλις έλαβαν στην κατοχή τους τα παραπάνω έγγραφα, κατόπιν της προαναφερόμενης εξώδικης δήλωσής τους".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 10 του ν. 2496/1997, 251, 255 και 281 του Α.Κ., αφού, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, αληθώς υποτιθέμενες, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσείουσας να προβάλει την ένσταση παραγραφής των κατ' αυτής αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων δεν παρίσταται καταχρηστική.

Τούτο δε, καθ' όσον, προϋπόθεση για την άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής των αναιρεσιβλήτων είναι η άσκηση της αγωγής των κυρίως εναγόντων και η εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίαι από της ασκήσεως της αγωγής των κυρίως εναγόντων εγνώριζαν το τροχαίο ατύχημα, το ζημιογόνο αυτοκίνητο, τον ασφαλιστή του αυτοκινήτου αυτού, τους ζημιωθέντες (κυρίως ενάγοντες) και το ύψος της απαιτήσεως των κυρίως εναγόντων και, συνεπώς, εγνώριζαν και το ύψος της κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας απαιτήσεώς τους (αξίωση ελευθερώσεως).

Έτσι, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η κοινοποίηση της κυρίας αγωγής προς τους αναιρεσιβλήτους έγινε στις 20.11.2003, με συνέπεια από το τέλος του έτους 2003, ήτοι από 1.1.2004, να αρχίσει να τρέχει ο χρόνος της, από το άρθρο 10 του ν. 2496/1997, τετραετούς παραγραφής της αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων (βλ. οπισθία σελ.

του 8ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως) οι τελευταίοι έκτοτε εγνώριζαν τόσον ότι η απαίτησή τους ήταν δικαστικά επιδιώξιμη (ως εκ της κοινοποιήσεως της κατ' αυτών ασκηθείσας αγωγής των κυρίως εναγόντων), όσο και όλα τα αναγκαία κατά νόμο πραγματικά περιστατικά για την κατά νόμο έγερση ορισμένης παρεμπίπτουσας αγωγής κατά της αναιρεσείουσας, με ελπίδες επιτυχίας (Α.Π. 72/2013) και, επομένως, έκτοτε είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν την παρεμπίπτουσα αγωγή τους.

Αντίθετα με τα παραπάνω, το Εφετείο δέχθηκε ότι προϋπόθεση για την άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής των αναιρεσιβλήτων ήταν η εκ μέρους τους κατοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, του ανανεωτηρίου αυτού και των αποδείξεων εισπράξεως ασφαλίστρων και ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας παρελκυστική άρνηση παραδόσεως των εγγράφων αυτών μέχρι το τέλος του έτους 2006, παρεκώλυσε, ως αντίθετη προς την καλή πίστη και την ευθύτητα που επιβάλλουν οι συναλλαγές, την έναρξη της προθεσμίας της παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων.

Η κρίση αυτή του Εφετείου είναι εσφαλμένη αφ' ενός μεν, διότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό έγγραφο της συμβάσεως ασφαλίσεως, η οποία καταρτίζεται ατύπως, με απλή συμφωνία των συμβαλλομένων και, συνεπώς, ούτε η σύνταξη, ούτε η κατοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και των λοιπών ως άνω εγγράφων αποτελούν προϋπόθεση ασκήσεως αγωγής του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, καθώς δεν είναι συστατικές προϋποθέσεις της συμβάσεως ασφαλίσεως, αφ' ετέρου δε, διότι το επιτρεπτό της ασκήσεως της εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως αγωγής του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, παρά τη δολία εκ μέρους του ασφαλιστή άρνηση παραδόσεως του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και των λοιπών ως άνω εγγράφων, αποκλείει την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 255 του Α.Κ., αφού, εν προκειμένω, ο δόλος, και αληθής υποτιθέμενος, δεν είναι ικανός, κατά νόμο, να αποτρέψει την άσκηση της αγωγής.

Πέραν των ανωτέρω το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε και τη διάταξη του άρθρου 200 του Α.Κ. που αναφέρεται στην ερμηνεία συμβάσεων και εφαρμόζεται σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το δικαστήριο ότι στη σύμβαση υπάρχει ασάφεια ή κενό που χρήζει συμπληρώσεως, διότι, πέραν του ότι στην προσβαλλομένη απόφαση ελλείπουν παντελώς παραδοχές περί ασάφειας ή κενού, η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ένσταση περί παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων, δεν στηρίζεται σε σύμβαση, αλλά (στηρίζεται) σε διάταξη νόμου και συγκεκριμένα στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 ν. 2496/1997, η οποία (διάταξη νόμου) δεν έχει ανάγκη ερμηνείας ή συμπληρώσεως, ούτε περιλαμβάνει στις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 200 του Α.Κ.

Εξ άλλου, οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως περί επανειλημμένων, επί μακρό χρονικό διάστημα, αρνήσεων της αναιρεσείουσας να παραδώσει τα σχετικά ασφαλιστήρια έγγραφα στους αναιρεσιβλήτους και περί της ένεκα τούτου παρελκυστικής συμπεριφοράς της, προκειμένου να αποτρέψει την έγερση της κατ' αυτής παρεμπίπτουσας αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ένεκα της οποίας οι τελευταίοι εξαναγκάστηκαν να της αποστείλουν εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία, συγκρούεται με την παραδοχή (την οποία και αναιρεί) περί δημιουργίας στους αναιρεσιβλήτους, ως εκ της τοιαύτης παρελκυστικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, της εύλογης πεποιθήσεως αυτών ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν θα προβάλει την ένστασή της περί παραγραφής της αξιώσεώς τους, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και να στερείται η απόφαση από νόμιμη βάση.

Σε κάθε περίπτωση, τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν θα μπορούσαν να έχουν δημιουργήσει στους αναιρεσιβλήτους την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα δεν πρόκειται να προβάλει την ένσταση παραγραφής της αξιώσεώς τους εναντίον της προς απόκρουση της παρεμπίπτουσας αγωγής τους.

Επομένως, οι δεύτερος, κατά τα πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρη του και ο τρίτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες αυτές, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προεκτεθέν κεφάλαιό της (απόρριψη ενστάσεως παραγραφής κατ' αποδοχήν ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας από τους αναιρεσιβλήτους αντενστάσεως), κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του τρίτου, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγου της, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των συναφώς γενομένων δεκτών και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3186/2019 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ