Legislator Case Law & Legislation
77/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing Article 561 of Civil Procedure Code.

Case Number 77/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a debt dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence and misapplied the law, but the court held these arguments were inadmissible. The court ruled that the appeal relied on the evaluation of facts and evidence, which falls exclusively within the lower court's jurisdiction and cannot be reviewed by the Supreme Court under Article 561 of the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 561 of the Civil Procedure Code: The Supreme Court cannot review the evaluation of evidence or the assessment of facts by the lower court, rendering appeals based on such grounds inadmissible.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Article 561 evaluation of evidence inadmissible appeal Supreme Court review lower court jurisdiction procedural inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 1 of the Civil Procedure Code
Article 495 paragraph 4 of the Civil Procedure Code
Article 12 paragraph 2 of Law 4055/2012
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191 paragraph 2 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 77 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 77/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Ν. Κ. του Λ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βαρότσο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Λ., 2) Δ. Κ. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταματογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1828/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3375/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/6/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως είναι η ακόλουθη. Με την από 2-2-2009 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όπως την περιόρισαν, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) ζήτησαν, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους, να καταβάλει νομιμοτόκως στον μεν πρώτο αυτών το ποσό των 4.500 ευρώ, στον δε δεύτερο το ποσό των 850 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής το ως άνω Ειρηνοδικείο εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθμ. 1828/2010 οριστική απόφασή του, με την οποία την δέχθηκε κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα να καταβάλει τα ανωτέρω ποσά στους αντιδίκους του. Κατ' αυτής της αποφάσεως ο εναγόμενος, ως διάδικος που ηττήθηκε, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16-6-2010 έφεσή του, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την απόρριψη της εναντίον του αγωγής των αντιδίκων του.

Το τελευταίο τούτο δικαστήριο επ' αυτής της εφέσεως εξέδωσε, επίσης κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθμ. 3375/2015 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε κατά τους τύπους την έφεση, ως προς αμφοτέρους τους εφεσιβλήτους - ενάγοντες και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν ως προς τον εξ αυτών δεύτερο (Δ.

Κ.), ενώ δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα (Σ. Κ.) και αφού κράτησε και δίκασε ως προς τον τελευταίο την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εκκαλούντα - εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) να καταβάλει νομιμοτόκως στον ως άνω αντίδικο του ενάγοντα το ποσό των 4.020 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν τούτων και μη προκυπτούσης επιδόσεως της ανωτέρω υπ' αριθμ. 3375/2015 τελεσιδίκου αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η υπό του εναγομένου Ν. Κ. ασκηθείσα κατ' αυτής κρινομένη αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά το άρθρο 560 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου καταθέσεως του κρινομένου ενδίκου μέσου (4-7-2016) κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 507/2017).

Εξ άλλου, από την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 561 του αυτού Κώδικα, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, εκτός α) αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή β) αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως ή για παραμόρφωση εγγράφου (ΑΠ 765/2008 ΑΠ 477/2006, ΑΠ 1263/1998 ΤΝΠ Νόμος).

Περαιτέρω, κατά το αυτό ως άνω άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Για να είναι ορισμένος δε ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ελλείψεως ή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, να αναφέρεται η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι επί παντελούς ελλείψεως αιτιολογίας να γίνεται μνεία της ελλείψεως, επί ανεπαρκείας της αιτιολογίας σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ήτοι ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση και επί αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζονται οι αντιφάσεις και εκ ποιων αντιτιθέμενων μερών των αιτιολογιών προκύπτει η αντίφαση.

Επιπροσθέτως, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο και να προσδιορίζεται το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, υφίσταται έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες, με παράθεση και των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ζήτημα αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και δεν αρκούν οι μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (ΑΠ 461/2004).

Ως ζήτημα δε, σε σχέση με το οποίο υπάρχει η έλλειψη, ή η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, που στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοείται ο ισχυρισμός, που έχει αυτοτελή ύπαρξη, που τείνει δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ενστάσεως, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1820/2017) Ακόμη, για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει, να εκτίθεται, ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένως εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 394/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: "Δυνάμει του με αριθμό .../1974 συμβολαιογραφικού εγγράφου σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ...

και με αριθμό …., στη συγκυριότητα της Δ. χήρας Λ. Κ., κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου, του εκκαλούντος - εναγομένου (Ν. Κ.), του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντος (Σ. Κ.), του δεύτερου εφεσίβλητου) - ενάγοντος (Δ. Κ.). του Π. Κ. και του Κ. Κ., κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, περιήλθαν οι υπό στοιχεία ... οριζόντιες ιδιοκτησίες - διαμερίσματα, επί πολυκατοικίας, κείμενης στο Δήμο Αθηναίων, στη θέση "...".

Ακολούθως, με το με αριθμό .../1989 συμβόλαιο οι ίδιοι πώλησαν και μεταβίβασαν μία εκ των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών, την υπό στοιχείο ... Το τίμημα από την πώληση αυτή το εισέπραξε εξ ολοκλήρου ο εκκαλών - εναγόμενος και, κατόπιν αυτού, με το από 06-03-1989, έγγραφο του, δήλωσε έναντι των λοιπών συγκυριών ότι ουδεμία απαίτηση έχει ή διατηρεί σε σχέση με τις εναπομείνασες ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες συγκυριότητάς τους, κατά το μέρος που θα μπορούσε να του αναλογεί, με βάση το ποσοστό συγκυριότητάς του επ' αυτών (3/20).

Στη συνέχεια, στις 29-10-2002, απεβίωσε η Δ. χήρα Λ. Κ., μητέρα των διαδίκων, και η κληρονομιά της, στην οποία συμπεριλαμβανόταν το ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου επί των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών, περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δηλαδή στα προαναφερόμενα εν ζωή τέκνα της και στα τέκνα εκείνων (δηλαδή στα τέκνα του Π.

και του Κ. Κ.) που είχαν προαποβιώσει. Ειδικότερα σε έκαστο των διαδίκων περιήλθε ποσοστό 1/20 της ανωτέρω κληρονομιάς και, με τον τρόπο αυτό, κατόπιν και της με αριθμό .../2003 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς, νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ...

και με αριθμό …, έκαστος κατέστη συγκύριος των υπό στοιχείο ..και … οριζόντιων ιδιοκτησιών σε συνολικό ποσοστό 4/20 εξ αδιαιρέτου (υφιστάμενα 3/20 + 1/20 κληρονομική μερίδα επί της κληρονομιάς της μητέρας τους). Επισημαίνεται ότι, παρά την προαναφερόμενη από 06-03-1989 έγγραφη παραίτηση του εκκαλούντος - ενάγοντος, ο ίδιος εξακολούθησε να εμφαίνεται ως συγκύριος των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών, σε συνολικό ποσοστό 4/20, αφού δεν επακολούθησαν πράξεις με εμπράγματη ισχύ, δηλαδή κατάρτιση και μεταγραφή σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων, ώστε να αποξενωθεί και των εμπραγμάτων δικαιωμάτων που αντιστοιχούν, τουλάχιστον, σε ποσοστό 3/20 επ' αυτών.

Κατόπιν, δυνάμει του με αριθμό .../09-05-2008 συμβολαίου, οι συγκύριοι, μεταξύ των οποίων οι διάδικοι, πώλησαν και μεταβίβασαν την υπό στοιχείο ... οριζόντια ιδιοκτησία έναντι συνολικού τιμήματος 120.000 ευρώ. Εκ του τιμήματος αυτού, ο εκκαλών - εναγόμενος έλαβε 24.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε τυπικά στο εμφαινόμενο δικαίωμα συγκυριότητάς του (4/20 ή 20%) επί του πωληθέντος ακινήτου.

Δυνάμει, όμως. της ως άνω από 06-03-1989 δήλωσής του. αναφορικά με την παραίτησή του ως προς αξιώσεις που αντιστοιχούσαν στα 3/20 του ποσοστού συγκυριότητάς του, στον ίδιο αναλογούσε μόνο ποσοστό 1/20 του τιμήματος, δηλαδή 6.000 ευρώ. Το υπόλοιπο του τιμήματος όφειλε να το αποδώσει ισομερώς στους λοιπούς πωλητές και συν δικαιούχους, μεταξύ των οποίων οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες.

Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται και από την εξώδικη ομολογία του, όπως αυτή αποτυπώνεται στην από 10-02-2009 επιστολή του προς τους τελευταίους, όφειλε να αποδώσει για την ίδια αιτία, καταρχάς, σε έκαστο αυτών το χρηματικό ποσό των 4.500 ευρώ. γεγονός που δεν έπραξε. Σε μεταγενέστερο χρόνο κατέβαλε στον δεύτερο εφεσίβλητο - ενάγοντα (Δ.

Κ.). το ποσό των 3.650 ευρώ και, συνεπώς, εξακολουθεί να του οφείλει, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των 850 ευρώ, ενώ στον πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα (Σ. Κ.) ουδέν κατέβαλε και, συνεπώς, εξακολουθεί να του οφείλει, ομοίως για την ίδια ως άνω αιτία, το ποσό των 4.500 ευρώ. Μολονότι ο εκκαλών - εναγόμενος δεν αμφισβητεί τις ως άνω υποχρεώσεις του, όπως προεκτέθηκε, ισχυρίζεται ότι αυτές αποσβήνονται δια συμψηφισμού.

Ειδικότερα, κατά το μέρος που η ένσταση αυτή συμψηφισμού αφορά στον πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα, ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος είχε αναλάβει τη διαχείριση των οικονομικών στοιχείων της μητέρας τους, από 01-09-1996 μέχρι το χρόνο θανάτου της στις 29-10-2002, οπότε και του απέμεινε, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του ως διαχειριστή, το συνολικό χρηματικό ποσό των 9.414.254 δρχ.

ή 27.628 ευρώ. Το ποσό δε αυτό διαμορφώνεται, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος - εναγομένου, κατόπιν αφαίρεσης από το ενεργητικό της περιουσίας της κληρονομουμένης, ποσού 28.262.445 δρχ. (το οποίο προκύπτει από την πρόσθεση των καθ' όλη τη διάρκεια του ανωτέρω χρονικού διαστήματος 01-09-1996 έως 29-10-2002 εισοδημάτων αυτής από συντάξεις, μισθώματα και δύο τραπεζικές καταθέσεις) του παθητικού της ίδιας περιουσίας, ποσού 18.848.191 δρχ. (το οποίο προκύπτει από την πρόσθεση των καθ' όλη τη διάρκεια του ίδιου ως άνω χρονικού διαστήματος δαπανών της.

κατά κύριο λόγο για νοσήλια, φάρμακα και παραμονή της σε γηροκομείο). Δεδομένου ότι το ποσό αυτό των 27.628 ευρώ. ομοίως κατά τους ισχυρισμούς του ανωτέρω ενιστάμενου διαδίκου, συνιστούσε στοιχείο του ενεργητικού της κληρονομιάς, υφιστάμενο κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης, ο πρώτος εφεσίβλητος - εναγόμενος, εις χείρας του οποίου απέμεινε αυτό, όφειλε να του αποδώσει (στον εκκαλούντα - εναγόμενο) το ποσό που αντιστοιχεί στο κληρονομικό του μερίδιο, δηλαδή 5.525.60 ευρώ (27.628 χ 1/5).

το οποίο όμως ουδέποτε του απέδωσε και εξακολουθεί να του οφείλει. Επισημαίνεται ότι με το δικόγραφο της κρινόμενης έφεσής του, ο ίδιος ως άνω διάδικος ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό της ανταπαίτησής του (έπειτα και από μεταβολή των επιμέρους στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ως άνω κληρονομιάς) ανέρχεται όχι στο ποσό των 5.525,90 ευρώ).

αλλά στο ποσό των 5.340 ευρώ. Όπως προεκτέθηκε, ο εκκαλών - εναγόμενος, προκειμένου να συνθέσει το ενεργητικό της κληρονομιάς συμπεριλαμβάνει σε αυτό και τραπεζικές καταθέσεις συνολικού ποσού 5.800.000 δρχ. εκ των οποίων ειδικότερα 3.700.000 δρχ. κατατεθειμένα στο "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο", στο με αριθμό ... λογαριασμό, και 2.100.000 δρχ.

κατατεθειμένα στην "Εμπορική Τράπεζα", στο με αριθμό ... λογαριασμό. Αμφότερους όμως τους λογαριασμούς αυτούς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ίδιου (του εκκαλούντος - εναγομένου), τους έκλεισε ο πρώτος εφεσίβλητος - ενάγων ήδη από τις 30-12-1997, όσο δηλαδή ζούσε η μητέρα τους και κληρονομουμένη. Σημειώνεται ότι για τον επικαλούμενο λογαριασμό στο "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο", ουδέν αποδεικτικό στοιχείο υφίσταται, ούτε περί της ύπαρξης, ούτε περί του περιεχομένου και της κίνησής του.

Αναφορικά δε με το με αριθμό ... λογαριασμό στην "Εμπορική Τράπεζα", από το μοναδικό σχετικό αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίζεται, δηλαδή το φύλλο κίνησης αυτού, αποδεικνύεται μεν ότι υφίστατο πράγματι τέτοιος λογαριασμός, ο οποίος στις 30-12-1997 εμφάνισε, κατόπιν διαδοχικών αναλήψεων, μηδενικό υπόλοιπο, όμως δεν αποδεικνύεται, αφού δεν αποτυπώνεται επ' αυτού οτιδήποτε σχετικό, ότι δικαιούχος του λογαριασμού αυτού ήταν η κληρονομουμένη.

Σε κάθε περίπτωση, έστω και αν υποτεθεί ότι η τελευταία ήταν πράγματι η δικαιούχος του ανωτέρω λογαριασμού, δεν αποδείχθηκε η ταυτότητα του προσώπου που προέβη στις διαδοχικές αυτές αναλήψεις, αφού το πρόσωπο αυτό θα μπορούσε να είναι η ίδια η δικαιούχος, ούτε εάν τα χρήματα των ανωτέρω αναλήψεων εξακολουθούσαν να υφίστανται και δεν είχαν ήδη αναλωθεί κατά το χρόνο θανάτου της τελευταίας.

Ομοίως δεν αποδείχθηκε ότι έτερος, με αριθμό .... λογαριασμός στην "Εμπορική Τράπεζα", ο οποίος άνοιξε στις 30-12-1997. με την κατάθεση ποσού 840.668 δρχ. εξακολουθούσε υφιστάμενος κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης. Ωστόσο, ως κληρονομιαία περιουσία, επί της οποίας υπολογίζεται το εκάστοτε κληρονομικό μερίδιο νοείται το σύνολο των υφιστάμενων κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου περιουσιακών στοιχείων, που είναι δεκτικά κληρονομικής διαδοχής, δηλαδή είναι δεκτικά χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού.

Στην προκείμενη όμως περίπτωση δεν υφίσταται αποδεικτικό στοιχείο περί του ότι κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης, στις 26-10-2002. πλην των ακινήτων, συμπεριλαμβανόταν πραγματικά στο ενεργητικό της κληρονομιάς και ποσό 27.628 ευρώ (ή 22.137 ευρώ), το οποίο θα έπρεπε να διανεμηθεί, τουλάχιστον, στους διαδίκους, κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής τους μερίδας.

Εξάλλου η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος - εναγομένου, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περί του ότι ο πρώτος εφεσίβλητος - ενάγων του προσέφερε ένα χρηματικό ποσό, δεν είναι επαρκής προς απόδειξη του αντιθέτου, αφού δεν είναι σαφής ούτε ως προς το ποσό των χρημάτων, ούτε ως προς την προέλευση αυτών.

Επισημαίνεται ότι το αίτημα για προσκόμιση εγγράφων εκ μέρους των εφεσίβλητων - εναγόντων και δη των φορολογικών δηλώσεων της κληρονομουμένης για τα έτη 1999-2002, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, αφού οι τελευταίοι προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού τα εκκαθαριστικά σημειώματα των ανωτέρω ετών.

Από τα αποδεικτικά δε στοιχεία που προσκομίζονται και ιδίως από τα εκκαθαριστικά σημειώματα της κληρονομουμένης προκύπτουν τα εισοδήματα αυτής για έκαστο των επίδικων ετών. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν έξοδα και συγκεκριμένα μόνο εκείνα που εκπίπτουν της επιβολής φόρου, ομοίως για έκαστο των επίδικων ετών.

Το γεγονός ότι έκαστο των ανωτέρω ετών (από 01-09-1996 μέχρι 29-10-2002) τα φορολογητέα εισοδήματα της κληρονομουμένης υπερέβαιναν τα δηλωθέντα στην εφορία έξοδα της, δεν αποδεικνύει, ούτε οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων συνεισέφεραν κατά τούτο, ότι γινόταν αποταμίευση χρηματικών ποσών, υφιστάμενων μάλιστα κατά το χρόνο του θανάτου της.

Άλλωστε, ο εκκαλών - εφεσίβλητος δεν ισχυρίζεται ότι η ανταπαίτησή του στηρίζεται σε αξιώσεις που προήλθαν από αυτή καθ' εαυτή τη διαχείριση του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντα (όπως από πλημμελή διαχείριση ως προς έκαστο έτος. αυθαίρετη παρακράτηση επιμέρους χρηματικών ποσών), δηλαδή σε τυχόν αξιώσεις που διατηρούσε η κληρονομουμένη έναντι αυτού προ του θανάτου της, ώστε αυτές να περιέλθουν τους κληρονόμους της.

μεταξύ των οποίων ο εφεσίβλητος - ενάγων. Για το λόγο αυτό, δεδομένου ότι η ανταπαίτηση του εκκαλούντος - εναγομένου στηρίζεται, όπως προεκτέθηκε. στο κληρονομικό του μερίδιο επί των υφιστάμενων μεν κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης, αλλά παρακρατούμενων κατά τον ίδιο χρόνο από τον πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα, χρηματικών ποσών, κρίσιμο αποβαίνει το αν υφίσταντο πράγματι κατά το χρόνο αυτό τα επικαλούμενα χρηματικά ποσά.

Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, αφού δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης υφίστατο τέτοιου είδους περιουσιακό στοιχείο, συνακόλουθα δεν αποδείχθηκε η ανταξίωση του εκκαλούντος - εναγόμενου έναντι του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντος. Ως εκ τούτου, η υποβληθείσα ένσταση συμψηφισμού είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε αυτή δεν έσφαλε, απορριπτομένου του πρώτου του λόγου της κρινόμενης έφεσής, ως ουσιαστικά αβάσιμου.

Επιπρόσθετα με το δεύτερο λόγο της έφεσής του. ο εκκαλών επαναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ένσταση συμψηφισμού έναντι αμφότερων των εφεσίβλητων και κατά το ποσό των 912 ευρώ, ως προς έκαστο αυτών, και συνακόλουθα εξόφλησης με τον τρόπο αυτό, κατά το αντίστοιχο μέρος, των επίδικων απαιτήσεών τους.

Ένα μέρος της ανταξίωσης του εκκαλούντος - εναγομένου και συγκεκριμένα 432 ευρώ ως προς έκαστο των εφεσίβλητων - εναγόντων (συνολικά 864 ευρώ ως προς αμφότερους), αντιστοιχεί στη φορολογική επιβάρυνση του ίδιου, για το χρονικό διάστημα από 01-01-2003 έως 30-04-2008, από μέρος των εισπραχθέντων μισθωμάτων, ύψους 2.880 ευρώ.

προερχόμενων από την εκμίσθωση της ως άνω υπό στοιχείο ... οριζόντιας ιδιοκτησίας. Το μέρος αυτό των μισθωμάτων (2.880 ευρώ) ο ίδιος διάδικος, μολονότι το συμπεριελάμβανε στη δήλωσή του προς την εφορία, αναφορικά με εισπραχθέντα μισθώματα από το ως άνω μίσθιο ακίνητο, εμφανιζόμενος έτσι ως συνεκμισθωτής αυτού σε ποσοστό 20% (ή 4/20), δεν εισέπραττε και ορθώς, διότι αυτό αντιστοιχούσε στο ποσοστό (3/20) των ωφελημάτων (καρπών και εν -γένει δικαιωμάτων) επί του ανωτέρω ακινήτου, από το οποίο είχε ήδη, από 06-03-1989, κατά τα προεκτιθέμενα.

παραιτηθεί. Όμως ως προς το μέρος αυτό, δηλαδή των μη πραγματικά εισπραχθέντων από μέρους του μισθωμάτων, ούτε κατά το χρόνο της ως άνω παραίτησής του, ούτε σε επόμενο χρόνο, ο ίδιος επιφυλάχθηκε (ούτε ισχυρίζεται ότι επιφυλάχθηκε), ώστε τυχόν φορολογικές επιβαρύνσεις ή άλλες δαπάνες, προερχόμενες, συνδεόμενες ή συναφείς με ωφελήματα, καρπούς και αξιώσεις, από τα οποία παραιτήθηκε, να βαραίνουν τους πράγματι εισπράττοντες αυτά.

Εξάλλου, ουδείς νόμιμος λόγος ευθύνης (όπως σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ρητή ή σιωπηρή, έστω συναγόμενη από τις περιστάσεις, στοιχεία διοίκησης αλλότριων ή αδικαιολόγητου πλουτισμού) μνημονεύεται με πληρότητα, βάσει του οποίου, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες θα μπορούσαν να ενέχονται έναντι αυτού.

Ως εκ τούτου, η ανταπαίτηση του εκκαλούντος - ενάγοντος, κατά το ίδιο ως άνω μέρος (432 ευρώ έναντι εκάστου αυτών) είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ομοίως απέρριψε κατά το ίδιο ως άνω μέρος την ένσταση αυτή δεν έσφαλε, απορριπτομένου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης έφεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος ως ουσιαστικά αβάσιμου.

Περαιτέρω, ο εκκαλών - εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εισφέρει προς συμψηφισμό και το ποσό των 480 ευρώ έναντι εκάστου των εφεσίβλητων - εναγόντων (συνολικά 960 ευρώ έναντι αμφότερων), το οποίο, αφού το εισέπραττε, παρακρατούσε ο πρώτος των εφεσίβλητων - εναγόντων. Ειδικότερα, το ποσό αυτό, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος - εναγομένου, αντιστοιχεί στο μέρος εκείνο των εισπραχθέντων μισθωμάτων από την εκμίσθωση του ίδιου ως άνω μίσθιου ακινήτου, το οποίο του αναλογούσε με βάση το ποσοστό συμμετοχής του, τουλάχιστον, στα ωφελήματα και στους καρπούς αυτού, δηλαδή σε 15 ευρώ μηνιαίως, ομοίως για το χρονικό διάστημα από 01-01-2003 έως 30-04-2008.

Η ανωτέρω ένσταση κατά το μέρος των 480 ευρώ που αφορά στο δεύτερο εφεσίβλητο - ενάγοντα είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού. και κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος - εναγομένου, τα ανωτέρω μισθώματα, έστω και αληθή υποτιθέμενα, τα εισέπραττε και τα παρακρατούσε ο πρώτος των εφεσίβλητων - εναγόντων και όχι ο δεύτερος αυτών.

Συνεπώς, ο τελευταίος δεν υποχρεούται σε απόδοσή τους και η σχετική ανταπαίτηση του εκκαλούντος - εναγομένου έναντι αυτού (του δεύτερου εφεσίβλητου - ενάγοντος) πρέπει να απορριφθεί, σε κάθε περίπτωση, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατόπιν αυτού, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών - εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον δεύτερο εφεσίβλητο - ενάγοντα το ποσό των 850 ευρώ (κατόπιν καταβολής ποσού 3.650 ευρώ και μερικής έτσι εξόφλησης της αρχικής οφειλής των 4.500 ευρώ έναντι αυτού). Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας κατά το ανωτέρω μέρος την ένσταση και κρίνοντας ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή έναντι του δεύτερου εφεσίβλητου - ενάγοντα, δεν έσφαλε και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει, και ως προς το μέρος αυτό. να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Έτι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ως άνω μίσθιο ακίνητο, για το χρονικό διάστημα από 01-01-2003 έως 30-04- 2008, απέφερε μηνιαίο μίσθωμα 300 ευρώ, γεγονός το οποίο ουδόλως αρνείται, άλλωστε, ουδείς των διαδίκων. Εκ του μισθώματος αυτού, παρά το γεγονός ότι 15 ευρώ μηνιαίως αναλογούσαν στον εκκαλούντα - εναγόμενο (με βάση το 1/20 του ποσοστού του, κατά τα προεκτιθέμενα), ουδέν του αποδόθηκε, αλλά παρακρατήθηκε από τον πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα, ο οποίος ως διαχειριστής των κοινών κληρονομιαίων στοιχείων εισέπραττε τα μισθώματα.

Συνεπώς, ο εκκαλών - εναγόμενος έχει βάσιμη ανταπαίτηση έναντι του τελευταίου ύψους 960 ευρώ (15 ευρώ/μήνα x 64 μήνες), πλην όμως ο ίδιος ζητεί για αυτήν την αιτία 480 ευρώ, τα οποία και μόνο πρέπει να συμψηφιστούν (ενόψει της αρχής της μη επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος, κατ' άρ. 106 του ΚΠολΔ) με την απαίτηση αυτού (του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντα), επιφέροντας αμοιβαία απόσβεση των απαιτήσεων, κατά το μέρος που αλληλοκαλύπτονται.

Επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντα περί του ότι ο ανωτέρω συμψηφισμός είναι ανεπίτρεπτος, κατ' άρθρο 450 του ΑΚ, διότι ο εκκαλών - εναγόμενος είχε παραιτηθεί προκαταβολικά από αυτόν, στηριζόμενος στην ανωτέρω, από 06-3-1989 παραίτηση του, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Όπως προεκτέθηκε, ο εκκαλών - εναγόμενος παραιτήθηκε με τον προπεριγράφομενο τρόπο από την πατρική περιουσία, δηλαδή από το υφιστάμενο κατά το χρόνο εκείνο ποσοστό του 3/20, μεταξύ άλλων, και επί του ως άνω μίσθιου ακινήτου. Η ανταπαίτησή του, όμως, πηγάζει από το ποσοστό (1/20) που περιήλθε σε αυτόν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας των διαδίκων, από το οποίο ουδέποτε παραιτήθηκε.

Επιπρόσθετα απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός περί του ότι οι αμοιβαίες απαιτήσεις δεν είναι ομοειδείς, αφού αμφότερες είναι χρηματικές και μάλιστα απορρέουν από την οικονομική εκμετάλλευση του ίδιου ακινήτου (από πώλησή του, αναφορικά με την επίδικη απαίτηση και από μίσθωσή του, αναφορικά με την επίδικη ανταπαίτηση).

Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών - εναγόμενος οφείλει στον πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 4.020 ευρώ (4.500 ευρώ απαίτηση από την πώληση του ανωτέρω ακινήτου - 480 ευρώ ανταπαίτηση). Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι ο εκκαλών - εναγόμενος οφείλει το ποσό των 4.500 ευρώ, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση συμψηφισμού κατά το ποσό των 480 ευρώ.

έσφαλε, δεκτού γενομένου, κατά το αντίστοιχο μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης έφεσης.". Ακολούθως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ως προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Δ.

Κ., ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ ως προς τον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Σ. Κ. δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αντίδικο του αυτόν (πρώτο ενάγοντα Σ.

Κ.) το χρηματικό ποσό των 4.020 ευρώ, νομιμοτόκως από 10-05-2008.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 560 αριθ.Ι (α) και 6 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το, ως Εφετείο Δικάσαν, Πολυμελές Πρωτοδικείο, ευθέως παρεβίασε, όπως επί λέξει εκθέτει, "το άρθρο 560, παρ. 1 εδ.

α' και παρ. 6 "αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προαναφέρεται, ότι "όπως αποδεικνύεται και από την εξώδικη ομολογία του, όπως αυτή αποτυπώνεται στην από 10-02-2009 επιστολή του προς τους τελευταίους, όφειλε να αποδώσει για την ίδια αιτία, καταρχάς, σε έκαστο αυτών το χρηματικό ποσό των 4.500 ευρώ.

γεγονός που δεν έπραξε", και μη λαμβάνοντας υπόψη του τα διαλαμβανόμενα στην τρίτη παράγραφο της επιστολής του αυτής προς τους αντιδίκους του, ήτοι ότι "όμως τόσο εσύ όσο και ο Σ. από το θάνατο της μητέρας μας (29-10-2002) μέχρι σήμερα έχετε υποχρεώσεις απέναντι μου που τις παρακρατώ ως εξής ... Όσο για τις υποχρεώσεις μου προς τον Σ.

δεν τις αρνούμαι θα πρέπει όμως πρώτα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς εμένα όπως αυτές απορρέουν από το εξώδικο που του έχει στείλει προ 5ετίας ασκώντας τα δικαιώματά μου ως κληρονόμου έχοντος αποδεχθεί την κληρονομιά της μητέρας μας και για τα οποία κωφεύει". Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι αόριστος και εκ τούτου απορριπτέος ως προς αμφότερα τα σκέλη του διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει, όπως είχε υποχρέωση, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ποιος κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε η προσβαλλομένη απόφαση να διαλαμβάνει, ούτε ποιο ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφορούν οι ανεπαρκείς αιτιολογίες.- Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, προβάλλει την αιτίαση, ότι το δικάσαν δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως επί λέξει εκθέτει, "ευθέως παρεβίασε το άρθρο 560 αριθ. 1(a) και 6 ΚΠολΔ "....αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες...αντιφατικές, ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", δεχόμενο ότι " ...

παρακρατήθηκε από τον πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα, ο οποίος ως διαχειριστής των κοινών κληρονομιαίων στοιχείων εισέπραττε τα μισθώματα.", καίτοι δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ότι ο εκ των αντιδίκων του Σ. Κ., είχε οποτεδήποτε διορισθεί διαχειριστής των κληρονομιαίων στοιχείων. Ο υπό το ανωτέρω περιεχόμενο λόγος αυτός της αιτήσεως, τον οποίον ο αναιρεσείων δεν συνδέει με ευθεία παραβίαση από την προσβαλλομένη απόφαση συγκεκριμένου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ούτε με εκ πλαγίου τοιαύτη παραβίαση υπό την επίκληση ελλείψεως αιτιολογιών ή αιτιολογιών αντιφατικών ή ανεπαρκών για συγκεκριμένο ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος και εξ αυτού του λόγου απορριπτέος, διότι ανάγεται στην εκτίμηση από το δικαστήριο πραγματικών γεγονότων, η οποία κατά την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 561 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. - Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσείων είχε βάσιμη ανταπαίτηση κατά του πρώτου ενάγοντος ύψους 960 ευρώ, μέρος της οποίας, εκ 480 ευρώ, πρότεινε σε συμψηφισμό προς την επίδικη αγωγική απαίτηση του ως άνω αντιδίκου του, ότι η απαίτησή του αυτή προερχόταν από μισθώματα, που αναλογούσαν στο εξ 1/20 ποσοστό της συγκυριότητός του επί μισθίου ακινήτου, κατά το οποίο τούτο περιήλθε σε αυτόν εκ κληρονομιάς της αποβιωσάσης την 29-10-2002 μητρός του, την οποίαν (κληρονομιά αυτής) απεδέχθη και μετέγραψε την περί τούτου δήλωσή του, ότι από το μερίδιο του αυτό ουδέποτε ο εναγόμενος - αναιρεσείων παραιτήθηκε και ότι η προς συμψηφισμό προταθείσα ως άνω ανταπαίτησή του δεν προερχόταν από απαιτήσεις του, επί άλλων ακινήτων της πατρικής περιουσίας, η οποία είχε περιέλθει σε αυτόν κατά κυριότητα, κατά το ποσοστό των 3/20, τις οποίες αφορούσε η από 6-3-1989 δήλωση παραιτήσεώς του από τις επ' αυτών αξιώσεις του, η οποία, όπως επίσης δέχεται το δικαστήριο, δεν είχε ως συνέπεια την απώλεια της κυριότητος του επί της πατρικής περιουσίας, αφού δεν καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικούς και δεν μεταγράφηκε.

Επομένως, η με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως προβαλλομένη από τον αναιρεσείοντα αιτίαση, ότι το δικάσαν δικαστήριο παρεβίασε με την προσβαλλομένη απόφασή του την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεχόμενο, ότι με την ανωτέρω, μη περιαφθείσα τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μη μεταγραφείσα, δήλωσή του, παραιτήθηκε (ο αναιρεσείων) από το κατά το ποσοστό 3/20 δικαίωμα κυριότητος του επί των ακινήτων της πατρικής περιουσίας, είναι αλυσιτελής και εξ αυτού του λόγου απορριπτέα, αφού, κατά τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές, η εν λόγω απαίτησή του δεν προέρχεται από ακίνητα της πατρικής του περιουσίας, αλλά από εκμίσθωση ακινήτου της κληρονομιαίας μητρικής του περιουσίας, την οποία δεν αφορά η ως άνω δήλωσή του.- Κατά το άρθρο 560 αριθ. 1(β) ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και από την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 560 παρ. 1(β) ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο, κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (ΑΠ 603/2016).

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την εκτίμηση των αποδείξεων ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΓΊ 10/2005, ΑΠ 1297/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αριθ. 1(β) ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο, ανελέγκτως δεχόμενο, όπως προαναφέρεται, ότι δεν απεδείχθη, ότι η μητέρα των διαδίκων προέβαινε στην αποταμίευση χρηματικών ποσών και ότι αυτά υφίσταντο κατά το χρόνο του θανάτου της, παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει των, κατά τους ισχυρισμούς του (αναιρεσείοντος), αποδειχθέντων από τα προσαχθέντα υπ' αυτού ενώπιον του (δικάσαντος δικαστηρίου) έγγραφα, ότι η αποβιώσασα σε ηλικία 90 ετών μητέρα τους, προέβαινε σε αποταμίευση "σοβαρότατων ποσών", δεδομένου ότι είχε μηδαμινά έξοδα και δαπάνες, ότι από του έτους 1996 έως της 29-10-2002, που απεβίωσε, ήταν έγκλειστη στο Γηροκομείο Αθηνών και ότι το σύνολο των εισοδημάτων της από το έτος 1996 έως και του ως άνω θανάτου της ανήλθε σε 21.575.584 δραχμές.

Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι η εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που επικαλείται ο αναιρεσείων, αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος των αποταμιευομένων από την μητέρα των διαδίκων, ενόσω ζούσε, χρηματικών ποσών από τα εισοδήματά της και την ύπαρξη αυτών κατά τον χρόνο του θανάτου της και όχι στην ερμηνεία του κανόνος δικαίου, που εφήρμοσε το δικαστήριο της ουσίας.- Κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984).

Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά, που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ή δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1963/2017, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 841/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως μέμφεται το δικάσαν δικαστήριο της ουσίας, για παραβίαση του άρθρου 560 αριθ. 5 και 6 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δέχθηκε ότι "δεν αποδεικνύεται, αφού δεν αποτυπώνεται επ' αυτού οτιδήποτε σχετικό ότι δικαιούχος του λογαριασμού αυτού ήταν η κληρονομουμένη", και παρέβλεψε το γεγονός ότι οι καταθέσεις της άνω μητρός αυτού και των αντιδίκων του την 1-10-1996 εκ 16.445 δραχμών και τις 7-3-1997 και 5-6-1997 εκ 32.890 δραχμών στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα αφορούσαν την προσωπική της σύνταξη από το Τ.Α.Υ.Τ.Υ., όπως ενώπιον του με το εφετήριο επικαλέσθηκε. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφ' όσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης τα ανωτέρω περιστατικά που, κατά την άποψή του, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του.

Η περαιτέρω αιτίαση, της παραβιάσεως του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που επίσης αποδίδει ο αναιρεσείων με τον ίδιο αυτόν λόγο της αιτήσεως, είναι αόριστος και απορριπτέος γιατί ο ενάγων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή και ειδικότερα αν αφορά έλλειψη αιτιολογία, ή ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία και εντεύθεν εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που επίσης δεν εκθέτει.- Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται το δικάσαν δικαστήριο, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του κατέστησε αναιρετέα αυτήν, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, εκ του ότι δέχθηκε ότι "Σε κάθε περίπτωση, έστω και αν υποτεθεί ότι η τελευταία ήταν πράγματι η δικαιούχος του ανωτέρω λογαριασμού, δεν αποδείχθηκε η ταυτότητα του προσώπου που προέβη στις διαδοχικές αυτές αναλήψεις, αφού το πρόσωπο αυτό θα μπορούσε να είναι η ίδια η δικαιούχος, ούτε εάν τα χρήματα των ανωτέρω αναλήψεων εξακολουθούσαν να υφίστανται και δεν είχαν ήδη αναλωθεί κατά το χρόνο θανάτου της τελευταίας.", καίτοι αποδείχθηκαν 1) από την περιεχόμενη στο προσκομισθέν στο δικαστήριο υπό ημερομηνία 17-6-2005 εξώδικο του προς τον Λ.

Κ., εξώδικη ομολογία του πρώτου αναιρεσιβλήτου ότι με βάση συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο έγγραφο της συμβολαιογράφου Ξανθής Σ. - Τ. προς αυτόν της μητέρας αυτού και των αντιδίκων του προέβαινε σε συναλλαγές για λογαριασμό αυτής (μητέρας του) με Τράπεζες και 2) από το από 13-7-1998 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ότι πληρεξούσιος της μητέρας του ήταν ο εν λόγω πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ότι η ανωτέρω μητέρα τους κατοικούσε στην ίδια με τον αντίδικο του αυτόν διεύθυνση, ο οποίος και προέβαινε σε αναλήψεις για λογαριασμό της, ότι τούτο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η μητέρας του αυτή νοσηλεύθηκε, λόγω κατάγματος του κνημιαίου κονδύλου αριστερού γόνατος της, στο ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ από 25-8-1996 έως 30-8-1996 και ένεκα, της εκ της παθήσεώς της αυτής, ακινησίας της, δεν μπορούσε να μεταβαίνει στις Τράπεζες για να συναλλάσσεται η ιδία, και ότι κατά την έξοδό της από το ανωτέρω νοσοκομείο την 30-8-1996, που φέρεται να προβαίνει σε ανάληψη από τον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό που διατηρούσε στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ποσού 475.283 δραχμών και εν συνεχεία σε αναλήψεις 215.000, 16.446 και 300.000 δραχμών, προφανώς δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιήθηκαν από αυτήν. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον η αιτίαση αυτή ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, και επίσης σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).- Με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται το δικάσαν δικαστήριο, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του κατέστησε αναιρετέα αυτήν κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, εκ του ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι "Σημειώνεται ότι για τον επικαλούμενο λογαριασμό στο "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο", ουδέν αποδεικτικό στοιχείο υφίσταται, ούτε περί της ύπαρξης, ούτε περί του περιεχομένου και της κίνησής του.", παρά το ότι, όπως ισχυρίζεται (ο αναιρεσείων) αποδείχθηκε από σχετικό έγγραφο, που προσκομίσθηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ότι ο λογαριασμός Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου υπ' αριθμ. ...

υφίστατο, χωρίς όμως να φέρεται δικαιούχος ο αντίδικος του αυτός, και όπως ο ίδιος (αναιρεσείων) διαβεβαιώνει με τον λόγο αυτό ανήκε στην μητέρα αυτού και των αντιδίκων του. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης τα ανωτέρω περιστατικά που, κατά την άποψή του αναιρεσείοντος, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του.

Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον η αιτίαση αυτή ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).- Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο τελευταίος (αναιρεσείων) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων που υποβάλλουν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει 6-6-2016 αίτηση του Ν. Κ. του Λ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3375/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ