Legislator Case Law & Legislation
77/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling lower court correctly applied law and evidence.

Case Number 77/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final decision rejecting the appellant's property claim. The appellant argued the lower court ignored specific evidence and failed to examine the legal basis for ownership, while the respondent contended the appellant lacked title through prescription. The court found the First Instance Court's reasoning sound, noting the appellant did not acquire exclusive possession of the disputed land portion, thus rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 559 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on correct application of law and evidence, and the appellant fails to demonstrate a violation of substantive law or procedural rules.

Keywords

AI generated
cassation appeal property ownership prescription substantive law violation Code of Civil Procedure evidence admissibility court jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 77 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 77/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου- Εισηγητή Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Α. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λεωνίδα Σπυρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2608/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 10554/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 10554/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2608/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ).και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

2. Κατ' άρθρο 560 ΚΠολΔ ορίζεται ότι:" Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς,Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση,3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα,4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

3. Περαιτέρω από τη διάταξη άρθρου 560 αρ.6 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν οι ακόλουθες παραδοχές του Εφετείου:''Δυνάμει της οριστικής διανομής των οικοπέδων της εποικισθείσας περιοχής … των ετών 1950-1959-1972,που κυρώθηκε με το ΝΔ1189/28-6-1972 το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 99/28-6-1972 και στη συνέχεια εκδόθηκε ο με αριθμό …66/21-10-1974 οριστικός τίτλος κυριότητας της Διευθύνσεως Γεωργίας Νομαρχίας … που μεταγράφηκε στις 18-12- 1975 στον τόμο …1 με α/α …8 του βιβλίου μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, παραχωρήθηκε στον Ε.

Σ. του Φ., οικοπεδικός κλήρος, αποτελούμενος από το με αριθμό ..4 οικόπεδο του 60u Ο.Τ., εμβαδού 728 τ.μ. Ο Ε. Σ. απεβίωσε την 28-11-1956 και κατέλιπε ως κληρονόμους του τα πέντε (5) τέκνα του, Γ., Π., Ι., Σ. συζ. Κ. Α. και Δ.. Μετά το θάνατο του Ε. Σ. του Φ. (παππούς του ενάγοντος εκ του πατρός του Δ. και παππούς του εναγομένου εκ της μητρός του Σ.), και παρά τις διατάξεις της υπ' αριθμ.

…5/21-1-1956 δημόσιας διαθήκης του, που συνετάγη ενώπιον του τέως συμβολαιογράφου Α. Π. Ι. και αργότερα δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 223/1972 πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της οποίας την ύπαρξη και περιεχόμενο γνώριζε και τεχνηέντως είχε αποκρύψει ο γιος του Δ. Σ.-πατέρας του ενάγοντα, προκειμένου να αξιωθεί αγροτικής αποκαταστάσεως ως ακτήμων, τα ως άνω πέντε (5) τέκνα του, πιστεύοντας, πλην του Δ., ότι είχε χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα τους, το ίδιο έτος (1956) συμφώνησαν και διένειμαν άτυπα την πατρική κληρονομιαία περιουσία μεταξύ τους κατά τρόπο ώστε, μεταξύ των άλλων, το παραπάνω οικόπεδο (54) να κατατμηθεί σε δύο διηρημένα οικοττεδικά τμήματα ίσου εμβαδού, καθένα των οποίων να περιέλθει στους παραπάνω Δ.

και Σοφία αντίστοιχα. Από της συμφωνίας αυτής (Δεκέμβριο 1956) και ανεξαρτήτως του κύρους της, οι Δ. και Σ. πράγματι εγκαταστάθηκαν στο οικόπεδο, ο πρώτος στο δυτικό και η δεύτερη στο ανατολικό μισό του, όπου η τελευταία το έτος 1961 ανήγειρε ισόγεια οικία. Στο τμήμα που έλαβε ο Δ. (δυτικό) βρισκόταν η παλιά πατρική οικία, όπου και έκτοτε εγκαταστάθηκε, έως ότου την κατεδάφισε και ανήγειρε νέα.

Όπως προαναφέρθηκε ο αποβιώσας Ε. Σ. του Φ. προ του θανάτου του είχε συντάξει ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Ι. την από 21-1-1956 δημόσια διαθήκη του, με την οποία μεταξύ των άλλων εγκατέστησε κληρονόμο του τη θυγατέρα του Σ. συζ. Κ. Α.. Τη διαθήκη παρότι γνώριζε ο Δ. Σ. (ο πατέρας του διέμενε στο ίδιο σπίτι με τον Δ., στον οποίο είχε γνωστοποιήσει το περιεχόμενο αυτής) δεν την εμφάνισε, προδήλως, για να πετύχει την γεωργική του αποκατάσταση ως ακτήμονας, όπως και πράγματι συνέβη (αρχικά του χορηγήθηκε κλήρος δεκαπέντε (15) στρεμμάτων και στη συνέχεια συμπληρωματικός έξι (6) στρεμμάτων).

Ζήτησε τη δημοσίευσή της, προσκομίζοντας τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του διαθέτη στο συντάξαντα συμβολαιογράφο, μόλις το έτος 1972, όταν και με το υπ* αριθμ. 223/8-3-1972 πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δημοσιεύθηκε. Με τη διαθήκη αυτή ο διαθέτης άφηνε στη θυγατέρα του Σοφία το τμήμα του οικοπέδου του εμβαδού 100 τ.μ.

στο οποίο ήταν κτισμένη η πατρική τους οικία, δηλαδή το δυτικό τμήμα αυτού, αφού μια οικία υπήρχε στο οικόπεδο και αυτή ήταν κτισμένη στο δυτικό τμήμα αυτού. Πλην όμως από την άτυπη διανομή που ήδη είχε προηγηθεί μεταξύ αυτής και του αδελφού της Δ., η Σ. είχε λάβει στη νομή της το ανατολικό τμήμα και ήδη από το έτος 1961 είχε ανεγείρει οικία επ' αυτού.

Για το λόγο αυτό αποφασίσθηκε, το Μάρτιο του έτους 1972, να παραμείνει η υφιστάμενη κατάσταση και η Σ. να περιορίσει την κατεχόμενη απ' αυτήν έκταση σε συνολικό εμβαδόν διακοσίων (200) περίπου τετραγωνικών μέτρων, όπως και έγινε. Στο οικόπεδο εμβαδού 200 τ.μ. περίπου, η Σ., μητέρα του εναγόμενου, ανήγειρε οικία, στην οποία διέμενε με την οικογένειά της, στο δε υπόλοιπο εναπόθετε διάφορα αντικείμενα της οικοσκευής της, είχε κήπο, αποθήκη και είχε κατασκευάσει, ήδη από το 1967, για τις ανάγκες της κατοικίας της, βόθρο, διαμέτρου 4,5 μέτρων.

Μετά το θάνατο Σ., συζ. Κ. Α. (21-8-1973) την κληρονομιαία περιουσία της αποδέχθηκαν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ο σύζυγός της Κ. Α. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και ο εναγόμενος υιός της,κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, με την με αριθμό …87/24-11-1977 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Δ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο …14 με α/α …57 των βιβλίων, μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, και που τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ.

…84/1982 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στις 5-7-1982 στον τόμο ….49 με α/α …5 των ιδίων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, τόσο για τους εαυτούς τους, όσο και λογαριασμό της ιδίας ως κληρονόμου του πατέρα της, του οποίου την κληρονομιά μόνο σιωπηρά είχε αυτή αποδεχθεί εν ζωή. Η πράξη αυτή μοναδικό σκοπό είχε να προετοιμάσει την αμέσως παρακάτω δωρεά για τυπικούς καθαρά λόγους, γιατί ολόκληρο το εν λόγω ακίνητο, εμβαδού 200 τ.μ., από το θάνατο της μητέρας του, άρχισε να το νέμεται αποκλειστικά ο εναγόμενος για δικό του λογαριασμό, εν γνώσει του πατέρα του Κ., ο οποίος και είχε συναινέσει, δωρίζοντας μάλιστα άτυπα αμέσως με το θάνατο της συζύγου του Σ.

τη νομή του επί του ιδανικού μεριδίου (1/4) που αυτός κληρονόμησε στο παραπάνω ακίνητο. Ειδικότερα, μετά το θάνατο της Σ. συζύγου Κ. Α. (21-8-1973), τη νομή του εν λόγω οικοπεδικού τμήματος, εμβαδού 200 τ.μ., ασκούσε ο εναγόμενος γιός της αποκλειστικά για τον ίδιο, κατοικώντας με την οικογένειά του σ' αυτό και στην προπεριγραφείσα οικία και χρησιμοποιώντας το υπόλοιπο για τις ανάγκες του ως αυλή, εναποθέτοντας διάφορα αντικείμενα σε αυτό, έχοντας κήπο με λουλούδια και φυτά, υπόστεγο, δημιουργώντας και σε τμήμα αυτού (επίδικου όπως θα εκτεθεί κατωτέρω) και χώρο στάθμευσης και διατηρώντας τη χρήση του παραπάνω βόθρου για τις ανάγκες λειτουργίας της οικίας του, ο δε πατέρας του, Κ.

Α.-συγκληρονόμος του είχε συναινέσει στην πράξη αυτή του ενάγοντος με τον ως άνω τρόπο, αμέσως με το θάνατο της συζύγου του, Σ., προκειμένου ο ενάγων να καλύψει τις προσωπικές και οικογενειακές στεγαστικές του ανάγκες. Στη συνέχεια, για λόγους καθαρά τυπικούς, ο Κ. Α. με το υπ' αριθμ. …85/2 9-6-1982 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στις 5-7-1982 στον τόμο …9 με α/α …6 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στον εναγόμενο γιό του, εκτός από το οικοπεδικό τμήμα 70 τ.μ.

του όμορου υπ' αριθμ. …5 οικοπέδου, το οποίο είχε περιέλθει κατά κυριότητα σ'αυτόν με τη μεταγραφή της αριθμ. 1257/1976 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί επικυρώσεως ανωμάλου δικαιοπραξίας, το ως άνω ιδανικό του μερίδιο επί του διαιρετού τμήματος του αριθμ. …4 οικοπέδου, εμβαδού 200 τ.μ. και όχι 27 4, 73 τ.μ., όπως αναγράφεται σ' αυτό, αφού το οικοπεδικό τμήμα που κληρονόμησε από τη σύζυγό του αυτός και ο εναγόμενος είχε έκταση 200 τ.μ.

Συνεπώς ο εναγόμενος ασκούσε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου σε οικοπεδική έκταση 200 τ.μ. Όλα τα ανωτέρω κρίθηκαν και δυνάμει της με αριθμ. 118/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως ειδικότερα, θα εκτεθεί κατωτέρω. Επίσης, όπως αποδείχθηκε μεταξύ των δύο ως άνω οικιών (πατρικής οικίας και αυτής που είχε αναγείρει η Σ.) υπήρχε μια εδαφική λωρίδα, έκτασης 135,44 τμ η οποία κατέληγε σε τμήμα αυτού έκτασης 21,8 τ.μ (επίδικο), το οποίο απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που επισυνάπτεται και στην αγωγή με τα στοιχεία I Κ Μ Θ I Κ και εφάπτεται με την οδό ….

Το έτος 1987 ο ενάγων ανήγειρε νέα κατοικία και μετά το θάνατο του πατέρα του Δ., ο οποίος επήλθε το έτος 1991, εγκαταστάθηκε σ' αυτήν. Εν τω μεταξύ στις 30-4-1987 ο πατέρας του ενάγοντα, Δ. Σ., προέβη με τη με αριθμό …61/30-4-1987 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Α. Π. στην αποδοχή των 87,47% του εν λόγω οικοπέδου (αριθμός …4), το οποίο ποσοστό αντιστοιχεί στα 698,54 τ.μ., καθόσον η συνολική έκταση αυτού, κατά τη πρόσφατη καταμέτρηση ανέρχονταν στα 798,54 τ.μ., ερειδόμενος το κληρονομικό του δικαίωμα στη προαναφερθείσα Δημόσια Διαθήκη του πατέρα του Ε.

Σ.. Στη συνέχεια ,με το με αριθμό ….25/29-1-1988 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Α. Μ. - Θ. μεταβιβάζει το εν λόγω ποσοστό στον υιό του-ενάγοντα. Ο τελευταίος, προφανώς ορμώμενος από το εν λόγω γεγονός, ότι δηλ. δικαιούται μεγαλύτερης έκτασης από ότι πραγματικά κατείχε ο πατέρας του, επικαλούμενος ίδιο δικαίωμα, το έτος 1994 περιέφραξε με πασσάλους από σύρμα την υπόλοιπη έκταση, εμβαδού 113,64 τ.μ., από την προαναφερόμενη εδαφική λωρίδα (η οποία βρίσκονταν ανάμεσα στις δύο οικίες των διαδίκων), πλην του επίδικου τμήματος.

Ο εναγόμενος δε, αμφισβητώντας το παραπάνω δικαίωμά του, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και επικαλούμενος ίδιο δικαίωμα επ' αυτής (εδαφικής λωρίδας) άσκησε τη με αριθμό 30898/2003 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την αγωγή αυτή ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος από το ως άνω με αριθμό …4 οικόπεδο τμήματος εμβαδού 274,83 τ.μ στο οποίο (οικόπεδο) περιελάμβανε και το επίδικο εδώ τμήμα (βλ' το επισυναπτόμενο στην ως άνω αγωγή του τοπογραφικό διάγραμμα) και ότι ο εναγόμενος τον είχε αποβάλει από έκταση 113,64 τ.μ. (στην οποία δεν συμπεριλαμβανόταν το ως άνω επίδικο τμήμα των 21,8 τ.μ), ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος της ως άνω έκτασης (113,64 τ.μ).

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, μετά την έκδοση της με αριθμό 7182/2005 μη οριστικής απόφασης του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, η με αριθμό 29488/2006 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή και, επειδή κηρύχτηκε προσωρινά εκτελεστή, αυτή εκτελέστηκε στις 6-12-2006 και με τη με αριθμό 1.710/2006 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ε.

Σ. απεβλήθη απ' αυτό (τμήμα) ο ενάγων και πλέον ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε σ' όλη την έκταση της εν λόγω εδαφικής λωρίδας. Επί ασκηθείσης έφεσης από τον ενάγοντα επί της παραπάνω απόφασης εκδόθηκε η με αριθμό 2440/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση στην ουσία της και επί ασκηθείσας αναίρεσης επίσης από τον ενάγοντα εκδόθηκε η με αριθμό 2112/2009 απόφαση του Γ πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε τη παραπάνω απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την εκδίκασή της υπόθεσης στο ίδιο Εφετείο και εκδικαζομένης από το τελευταίο εκδόθηκε η προαναφερόμενη με αριθμό 118/2011 απόφαση αυτού (Εφετείου), η οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε τον εδώ εναγόμενο (ενάγοντα στην ως άνω αγωγή) κύριο ενός τμήματος, έκτασης 40 τ.μ.

και; συγκεκριμένα y το τμήμα που βρίσκονταν ο βόθρος της οικίας του. Ειδικότερα, σύμφωνα με τό σκεπτικό της ως άνω απόφασης, ο εκεί εναγόμενος και εδώ ενάγων κατέλαβε την ως άνω έκταση των 40 τ.μ. σχήματος παραλληλογράμμου, όπως αυτή ορίζεται στο από 5-2-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Π., βόρεια με πλευρά ΛΗ 4,66 γρ.

μ., ανατολικά και δυτικά με πλευρές κατά μήκος νοητών γραμμών από τα σημεία Η και Α προς τα σημεία Θ και I αντίστοιχα, 8,60 γρ. μ. η καθεμία και νότια 4,66 γρ. μ., εντός της οποίας βρίσκεται ο ως άνω βόθρος, ο οποίος είναι κατασκευασμένος από πέτρα κατά το υπόγειο μέρος του, που έχει βάθος 5 μέτρων, ενώ το υπέργειο μέρος του είναι κυκλικό με διάμετρο 4,5 μέτρων και είναι καλυμμένο με τσιμέντο, που δεν υπερβαίνει σε ύφος το έδαφος.

Στο ως άνω τμήμα αυτού (40 τμ- μη επίδικο), από το χρόνο θανάτου της Σ. Α. (21-8-1973), ο γιός της (εδώ εναγόμενος), μέχρι τα μέσα του έτους 1994 (Ιούνιος- Ιούλιος), ασκούσε ο ίδιος αποκλειστικά για τον εαυτό του, εν γνώσει και του πατέρα του Κ., διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (21-8-1973/Ιούνιος 1994) και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Στην υπόλοιπη έκταση εμβαδού 73,64 τ.μ. (113,64-40 τ.μ.), όπως αυτή εμφαίνεται στο από 5-6-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Π. και είναι συνεχόμενη, νοτίως, της ως άνω εκτάσεως των 40 τ.μ. μέχρι την πλευρά ΙΘ 5,4 5 γρ. μέτρων, ανάμεσα από τις οικίες των διαδίκων, ο εδώ εναγόμενος ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου, αλλά ούτε και οι γονείς του, Σ.

και Κ. Α.. Την έκταση αυτή (73.64 τμ μη επίδικη ) κατείχε με διάνοια κυρίου ο πατέρας του εδώ ενάγοντος Δ. Σ., από τον χρόνο της άτυπης διανομής του οικοπέδου με την αδελφή του Σ. (1956) μέχρι το 1988 που την παραχώρησε, λόγω γονικής παροχής στον εναγόμενο-γιό του (εδώ ενάγοντα) με το υπ' αριθμ. …25/29-1-1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α.

Μ.- Θ. που μεταγράφηκε νόμιμα και^στη συνέχεια(αυτός (εδώ ενάγων) μέχρι το χρόνο (6-12-2006) που εκτελέστηκε η πρωτόδικη απόφαση και διατάχθηκε η αποβολή του από τη συνολική έκταση των 113,64 τ.μ. Επίσης, σύμφωνα με το σκεπτικό αυτής (απόφασης εφετείου) την έκταση αυτή των 73,64 τ.μ. ο ενάγων (εδώ εναγόμενος) ουδέποτε απέκτησε κατά κυριότητα με άλλο νόμιμο τρόπο, όπως με τακτική χρησικτησία, αφού ποτέ μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής δεν είχε αυτή στην κατοχή του με διάνοια κυρίου (νομή), αλλά ούτε και με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή και δωρεά) αφού οι δικαιοπάροχοι γονείς του δεν ήταν κύριοι-αυτής.

Περαιτέρω, η εν λόγω με αριθμό 118/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκτελέστηκε το έτος 2012 παρουσία και του ενάγοντα και μεταξύ του επιδίκου και του μέρους τμήματος του υπολοίπου τμήματος της εδαφικής λωρίδας, έκτασης 73,64 τ.μ. (113,64-40), στο οποίο η τελευταία παραπάνω απόφαση αναγνώρισε έμμεσα τον ενάγοντα κύριο, τοποθετήθηκαν τρεις πάσσαλος δηλ.το επίδικο παρέμεινε εκτός της νοητής περίφραξης με πάσσαλους και ο ενάγων δεν αποδείχτηκε ότι διαμαρτυρήθηκε για το σημείο που τοποθετήθηκαν οι πάσσαλοι. Στη συνέχειας εναγόμενος τοποθέτησε εντός του επιδίκου γλάστρες με λουλούδια και ξύλινους πασσάλους, ενώ συγχρόνως εξακολουθούσε να σταθμεύει το αυτοκίνητο του.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, ο πατέρας του ενάγοντα Δ. Σ. στο επίδικο τμήμα έκτασης 21,8 τ.μ ουδέποτε είχε ασκήσει διακατοχικές πράξεις, όπως καλλιέργεια λαχανόκηπου και λουλουδιών, όπως αυτός (ενάγων) ισχυρίζεται και δη, δεν αποδείχθηκε ότι είχε ασκήσει από της 28-6-1972 (αφού το επίδικο έκτοτε ήταν δεκτικό χρησικτησίας, καθώς η οριστική διανομή των οικοπέδων της εποικισθείσας περιοχής ….

των ετών 1950-1952-1972, είχε κυρωθεί με το ΝΔ 1189/28-6-1972 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 99/28-6-1972) έως και το έτος 1988 που συντελέστηκε η γονική παροχή, οποιαδήποτε διακατοχική πράξη. Ούτε δε αποδείχθηκε ότι και ο ενάγων μετά το έτος 1988 έως και το έτος 2006 είχε ασκήσει και ο ίδιος οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επίδικου και συνεπώς, δεν κατέστη κύριος αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε και ήδη προαναφέρθηκε, η επίδικη έκταση των 21,8 τ.μ περιλαμβάνεται στην προαναφερόμενη έκταση των 200 τ.μ στην οποία, η Σ., μητέρα του εναγόμενου, ανήγειρε οικία, κατά το προαναφερόμενο χρονικό σημείο, όπου διέμενε με την οικογένειά της, στο .δε υπόλοιπο εναπόθετε διάφορα αντικείμενα της οικοσκευής της, είχε κήπο, αποθήκη και είχε κατασκευάσει, ήδη από το 1967, για τις ανάγκες της κατοικίας της, βόθρο, διαμέτρου 4,5 μέτρων και μετά το θάνατο αυτής (21-8-1973) άρχισε να το νέμεται αποκλειστικά ο εναγόμενος για δικό του λογαριασμό εν γνώσει του πατέρα του Κ., με τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, ο οποίος (εναγόμενος), ειδικότερα, όσον αφορά το επίδικο τμήμα, χρησιμοποιούσε αυτό τα τελευταία περίπου 30 έτη και ως χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του, έχοντας κατασκευάσει προς τούτο και "ράμπα".

Ως εκ τούτου η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση που άσκησε ο ενάγων ήδη αναιρεσείων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ,με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη διεκδικητική αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου. Ειδικότερα με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο ενάγων δεν απέκτησε κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) του ειδικότερα περιγραφόμενου (με βάση και το επισυναπτόμενο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα) στην απόφαση επίδικου τμήματος (21,8 τ.μ.),το οποίο περιλαμβάνεται στην οικοπεδική έκταση των 200τ.μ.επί του οποίου απέκτησε κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο ο εναγόμενος .Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις ,σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο εδαφικό τμήμα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και της απόκτησης κυριότητας επ'αυτού του εναγομένου με τα ίδια πιο πάνω προσόντα..

Συνεπώς ,ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρ.560 αριθ.6 ΚΠολΔ,με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

4. Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις ακόλουθες πλημμέλειες εκ του αριθμ.11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,γιατί δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και ειδικότερα εξώδικη ομολογία του εναγομένου (δεύτερος λόγος )και τα αναφερόμενα στη αίτηση αναίρεσης έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων (τρίτος λόγος).Οι ανωτέρω επικαλούμενοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν αντιστοιχούν σε κανένα από τους περιοριστικά προαναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης,εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου έχει εκδοθεί σε έφεση κατά των αποφάσεως του Ειρηνοδικείου.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176,183 ,191παρ.2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο(άρθρ 495§3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 3537/13-9-2017 αίτηση του Φ. Σ. του Δ. για αναίρεση της 10554/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ