Supreme Court allows appeal against auction listing of lawyer representing the executing creditor.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the inclusion of a lawyer in the auction list of a forced sale. The Court found that the lawyer, representing the executing creditor, was incorrectly listed alongside the creditor as a debtor under Civil Procedure Code articles 974 and 975. Consequently, the Court annulled the lower court's decision and remitted the case for retrial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974 and 975 of the Civil Procedure Code; The lawyer representing the executing creditor is not a debtor subject to the auction list, and their inclusion constitutes a direct violation of substantive law requiring annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 77 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 77/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Παπαδούλη.
Του αναιρεσιβλήτου: ..........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πλάτωνα Νιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-1996 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/1999 του ίδιου Δικαστηρίου, 6/2001 προδικαστική και 261/2001 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2002 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 11-12-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 15-7-2002 αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 261/2001 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς το ανωτέρω προσδιοριζόμενο μέρος της αναίρεσης αυτής και όπως το ίδιο μέρος συμπληρώνεται με την εισήγηση αυτή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 975 ΚΠολΔ, που, κατ' αυτές των άρθρων 1006 παρ. 3 και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζονται και στην περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτων, συνάγεται ότι υποκείμενα της διαδικασίας κατάταξης στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο επί του πλειστηριασμού πίνακα κατάταξης είναι οι δανειστές του καθ'ου η εκτέλεση, που έχουν αναγγελθεί.
Σε αυτούς όμως δεν περιλαμβάνεται και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύσαντος την αναγκαστική εκτέλεση, αφού από τη φύση της μεταξύ τους σχέσης ο ανωτέρω δικηγόρος κατέστη δανειστής αποκλειστικά του επισπεύσαντος την αναγκαστική εκτέλεση, όχι όμως και του καθ'ου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ανακοπής και της έφεσης της αναιρεσείουσας, η τελευταία επικαλέστηκε το ανεπίτρεπτο της κατάταξης του αναιρεσείοντος με μόνη την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου της επισπευσάσης την αναγκαστική εκτέλεση εταιρίας. Το Εφετείο που δίκασε την έφεση κατά της επί της άνω ανακοπής εκδοθείσας πρωτόδικης απόφασης αφού δέχθηκε ότι η αναγγελία του καταταγέντος στον συνταγέντα από την υπάλληλο επί του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρία Παπαδάκη - Γιαννοπούλου πίνακα κατάταξης αναιρεσιβλήτου ήταν ορισμένη, στη συνέχεια δέχθηκε ότι συννόμως κατατάχθηκε ο καθού η ανακοπή δικηγόρος παρά την αποκλειστική ιδιότητα ως δικηγόρου της επισπευσάσης.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 975 του ΚΠολΔ και υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ γι'αυτό και ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, όπως ο λόγος αυτός, επιτρεπτά κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει για τον παραπάνω λόγο να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αφορών τους ήδη διαδίκους κεφάλαιο της ανακοπής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το στο σκεπτικό κεφάλαιο, την 261/2001 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει, κατά το αναιρούμενο μέρος, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ