Supreme Court dismisses State's appeal on res judicata grounds, allowing partial land ownership claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding land ownership. The plaintiffs argued that the State's prior dismissal of their claim was res judicata, but the Court found no identity of cause between the two lawsuits. Consequently, the Court ruled that the earlier judgment did not bar the new claim and rejected the State's appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 3 Ottoman Law of 7 Ramadan 'on lands'; Art. 559(16) Civil Procedure Code: A prior judgment does not constitute res judicata if the current lawsuit lacks identity of historical and legal cause.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 77 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 77/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κουρούμαλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων- καθών η κλήση: 1) ....., 2) ....., 3) ..... και 4) Των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ..... κατοίκου όσο ζούσε του ... δηλαδή των α) ....., για τον εαυτόν της και ως ασκούσα την γονική μέριμνα στην ανήλικο κόρη της ..... που απόκτησε σε νόμιμο γάμο με τον θανόντα ....., β) ..... και γ) ..... ενήλικους κατιόντες του, που απόκτησε από τον πρώτο γάμο του με την ..... . Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μανάφη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/1994 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24832/2000 του ίδιου δικαστηρίου και 892/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 15-9-2003 αίτηση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης, ανέγνωσε την από 4 Μαρτίου 2005 έκθεση της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της 892/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η πληρεξούσια των καλούντων-αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, για το παραδεκτό της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου τηρήθηκε η προβλεπόμενη, από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, προδικασία της προηγουμένης γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αφού προσκομίζεται η κατατεθείσα αρμοδίως 1116/11-11-2003 θετική γνωμοδότηση τούτου (ΝΣΚ).
Επειδή, κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν "περί γαιών", του οποίου οι διατάξεις, οι ρυθμίζουσες τα επ΄ αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, η κυριότης των αγρών, ως δημοσίων γαιών, ανήκε στο Δημόσιο. Επ΄ αυτών δεν μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα με χρησικτησία, αφού τέτοιος θεσμός κτήσεως κυριότητας δημοσίων γαιών με χρησικτησία ήταν άγνωστος στην Οθωμανική νομοθεσία.
Μπορούσε, όμως με τίτλο (ταπίο) να παραχωρηθεί επί δημοσίων γιαών, άρα και επί αγρών, από το Δημόσιο σε ιδιώτη, ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), που ισοδυναμούσε με διηνεκή μίσθωση. Το εν λόγω δικαίωμα, όπως συνάγεται από το άρθρο 78 του ανωτέρω Οθωμανικού νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών για τα έγγραφα ταπία της 7 Σαμπάν 1276, μπορούσε, προκειμένου περί καλλιεργήσιμης δημοσίας γαίας, να αποκτηθεί από ιδιώτη και χωρίς την έκδοση τίτλου (ταπίου) υπέρ αυτού, ο οποίος είχε αποδεικτικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα, με μόνη την πραγματική κατάσταση της εκ μέρους του κατοχής και καλλιεργείας αυτής επί δέκα συνεχή έτη χωρίς δικαστική αμφισβήτηση.
Την κατά τον τρόπο αυτό κτήση του δικαιώματος εξουσιάσεως αναγνώρισε και το 2468/...... διάταγμα της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το νόμο 1072/1917, καθώς και ο νόμος 2052/1920 (άρθρο 50), εφόσον η δεκαετία συμπληρώθηκε μέχρι της 20-5-1917, ορίσθηκε δε με το άρθρο 49 του τελευταίου αυτού νόμου και ότι ο έχων δικαίωμα εξουσιάσεως, αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος και το Δημόσιο δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου.
Τελικώς, δυνάμει των άρθρων 101-114 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 17, 18 και 19 του α.ν. 1540/1938, περιήλθε αυτοδικαίως, χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, στους γενόμενους, ως άνω, συνιδιοκτήτες, κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου και το υπόλοιπο 1/5, με αποτέλεσμα να καταστούν αυτοί κύριοι ενόλω του, κατά τα ανωτέρω, εξουσιασθέντος κτήματος.
Τέλος, κυριότητα επί δημοσίων γαιών, οι οποίες περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους και επί των οποίων δεν υπήρξε δικαίωμα εξουσιάσεως άλλου, μετατραπέν, ως άνω, σε δικαίωμα πλήρους ιδιοκτησίας, δεν μπορούσε να αποκτηθεί με χρησικτησία ούτε μετά την ισχύ της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, δυνάμει των άρθρων 1 και 2 του ν. 147/1914.
Τούτο δε διότι από της 12-9-1915, με αλλεπάλληλα διατάγματα, που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του ν. ΔΞΗ/1912, ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιώματος του Αστικού Δικαίου, καθώς και κάθε χρησικτησίας μέχρι την έναρξη της ισχύος του, από 22/4-16/5/1926, ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από κτημάτων, της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", κυρωθέντος με την 24/1926 Συντακτική Απόφαση, με το οποίο (άρθρο 21) ορίσθηκε ότι "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου κλπ εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφήν, η δε αρξαμένη ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντας νόμους".
Από τις ανωτέρω διατάξεις του Οθωμανικού νόμου συνάγεται ότι επί των δημοσίων γαιών, επομένως και επί των αγρών, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο τουρκικό δημόσιο, μπορούσε να αποκτηθεί δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) με τη χορήγηση από το Δημόσιο σε ιδιώτη τίτλου (ταπίου) κατά το ανωτέρω άρθρο 3. Εάν, όμως, επρόκειτο για καλλιεργήσιμη δημοσία γαία, το εν λόγω δικαίωμα εξουσιάσεως μπορούσε, κατά το άρθρο 78, να αποκτηθεί και χωρίς την έκδοση τίτλου, με μόνη την πραγματική κατάσταση της εκ μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας αυτής, επί συνεχή δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση.
Οι δύο αυτοί τρόποι αποκτήσεως του δικαιώματος εξουσιάσεως, το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας, διαφέρουν μεταξύ τους και δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία κι αυτό διότι η βάση της μιάς αγωγής στηρίζεται στην απόκτηση του δικαιώματος εξουσιάσεως της δημοσίας γαίας με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) από το Δημόσιο στον ιδιώτη, ενώ της άλλης (αγωγής) στην πραγματική κατάσταση της εκ μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας της καλλιεργήσιμης δημοσίας γαίας επί δέκα συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 του ΚΠολΔ το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε προβληθεί με την αγωγή, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και τη συνακόλουθη νομική αιτία. Δεν γεννάται δε δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις, που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες, όμως, δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων, επομένως, το δικαστήριο δεν έκρινε.
Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει, με νέα αγωγή του, όμοιο αίτημα σε διαφορετική ιστορική αιτία. Η βάση, όμως, επί της οποίας το δικαστήριο αποφάσισε, κρίνεται (πέραν της επισκοπήσεως του δικογράφου της αγωγής) από την ίδια την απορριπτική απόφαση.
Διότι αυτή αξιολόγησε αναγκαίως την αγωγή, επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ΄ αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απορρίψεως. Προκειμένου, συνεπώς, να εξετασθεί αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη, με νέα αγωγή, φερομένου προς κρίση, με βάση ορισμένη ιστορική αιτία, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη και η αιτιολογία της πρώτης αποφάσεως, όσο αφορά την ιστορική αιτία, για την οποία έκρινε και ο λόγος απορρίψεως (Ολ.
ΑΠ 15/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των περαιτέρω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος την, από 16-9-1993 (αριθ. καταθ. 33046/17-9-1993), αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή με το εξής περιεχόμενο: Από κληρονομία του ....., που αποβίωσε επί τουρκοκρατίας, περιήλθε στον γιό του και πάππο των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων X ο επίδικος αγρός, που βρίσκεται στην αγροτική περιοχή .... .
Ο X, από της περιελεύσεως σ΄ αυτόν του ανωτέρω αγρού καθαράς ιδιοκτησίας, ήτοι από της τουρκοκρατίας, του εξουσίαζε με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι το θάνατό του, κατά το έτος 1963, νεμόμενος αυτόν με τα ρηθέντα προσόντα και γενόμενος έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Αυτός (X), με την από 5-10-1957 διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία, εγκατέστησε κληρονόμους του, επί του άνω αγρού τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσιβλήτους) κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου τον καθένα.
Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν, με την 23303/15-7-1993 συμβολαιογραφική πράξη, την πιο πάνω κληρονομία και μετέγραψαν τη σχετική δήλωσή τους, νέμονταν και κατείχαν τον παραπάνω αγρόν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και χωρίς να αμφισβητηθεί η επ΄ αυτού νομή τους, από το θάνατο του X μέχρι την αγωγή (16-9-1993) και έτσι έγιναν συγκύριοι αυτού, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι, προσμετρουμένης και της νομής των δικαιοπαρόχων τους, συμπληρώθηκε στα πρόσωπά τους καλόπιστη και με διάνοια κυρίων νομή εκατό και πλέον ετών.
Με βάση δε τα προαναφερόμενα οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ζητούσαν, με την αγωγή εκείνη, την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου έναντι του αμφισβητούντος αυτήν εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 18652/1995 απόφασή του, απέρριψε την ανωτέρω αγωγή, ως μη νόμιμη, "εφόσον οι ενάγοντες δεν επικαλούνται τίτλο κυριότητας του ακινήτου αυτού ως αγρού "καθαράς ιδιοκτησίας" (Σουλτανικό φιρμάνι) και δεν εκθέτουν ότι τούτο, ως αγρό, πρώην δημόσια γη της κατηγορίας "εριγί -ί εμιριγιέ", το καλλιεργούσαν οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοί τους, μη αρκούσης μόνο της κατοχής του, συνεχώς για μία δεκαετία πριν από τις 20-5-1917 και αφού με βάση το χαρακτηρισμό του αυτό και το χρόνο, που πέρασε από την απελευθέρωση της Μακεδονίας μέχρι τις 11-9-1915 δεν ήταν δυνατή η απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, γιατί δεν συμπληρώθηκε μέχρι τότε τριακονταετής νομή, έκτοτε δε τούτο ήταν ανεπίδεκτου χρησικτησίας".
Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 155/1997 απόφασή του, θεωρώντας ότι η παραπάνω αγωγή είχε και βάση, στηριζομένη στη διάταξη του άρθρου 78 του νόμου "Περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, έκανε δετκή την αγωγή για τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 3.675 τετρ. μέτρων. Ο ΄Αρειος Πάγος, όμως, με την 952/1998 απόφασή του, αναίρεσε την απόφαση αυτή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή δεν περιείχε τέτοια ιστορική βάση (από το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274) και ότι "με το να δεχθεί το Εφετείο ότι στην αγωγή αυτή περιεχόταν καθόσον αφορά τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τρόπος κτήσεως της κυριότητας κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις (ήτοι με μετατροπή του δικαιώματος εξουσιάσεως σε δικαίωμα κυριότητας, κατά τα αναφερόμενα) και με το να κάνει στη συνέχεια μερικά δεκτή την αγωγή στην ουσία, στηριζόμενο στον τρόπο αυτό κτήσεως της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων, επί του οποίου στη συνέχεια εθεμελίωσε και τη δυνατότητα κτήσεως από τους ενάγοντες κυριότητας επί του επιδίκου (ως μη ανήκοντος πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο) με έκτακτη χρησικτησία κλπ, έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, πράγματα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν είχαν, ή δεν είχαν παραδεκτώς προταθεί".
Στη συνέχεια οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν από την, από 12-2-1996, έφεσή τους κατά της προαναφερομένης 18652/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε έτσι τελεσίδικη και άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος, την, από 16-2-1999 (αριθ. καταθ. 5837/16-2-1999), αγωγή. Στη δεύτερη αυτή αγωγή οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ιστορούν ότι ο δικαιοπάροχός τους X εξουσίαζε και καλλιεργούσε τον επίδικο αγρό, που ανήκε στις "καλλιεργήσιμες" γαίες συνεχώς από το 1890 μέχρι και την απελευθέρωση της Μακεδονίας το 1912, δηλαδή επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και μετά ταύτα και μέχρι του θανάτου του, το 1963.
Στηρίζουν, συνεπώς, οι ενάγοντες τη δεύτερη αυτή αγωγή τους, όσο αφορά τις διατάξεις του οθωμανικού δικαίου, στο άρθρο 78 του νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 24832/2000 απόφασή του, απέρριψε την ανωτέρω αγωγή, ως προσκρούουσα στο δεδικασμένο της πιο πάνω 18652/1995 αποφάσεώς του.
Μετά από έφεση των εναγόντων, κατά της αποφάσεως αυτής, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, ότι στις προμνημονευόμενες αγωγές των αναιρεσιβλήτων "δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, αφού η μεν πρώτη (δεύτερη ασκηθείσα και υπό κρίση νυν) στηρίζεται στην απόκτηση του δικαιώματος εξουσιάσεως (και κυριότητας) εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των εναγόντων X κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, η δε δεύτερη (πρώτη ασκηθείσα) κατά το άρθρο 3 του ίδιου νόμου", στη συνέχεια δε εξαφάνισε την παραπάνω 24832/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ερεύνησε τη νεότερη αγωγή κατ΄ ουσία και δέχθηκε μερικώς την αγωγή αυτή (για τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 3675 τετρ.
μέτρων). Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που απεφάσισε το ανωτέρω Δικαστήριο (Εφετείο Θεσσαλονίκης) δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, όπως, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, υποστηρίζει το αναιρεσείον, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, στις από 16-9-1993 -και από 16-2-1999, αγωγές δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας και συνεπώς το, από την 24832/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεδικασμένο δεν καταλαμβάνει τη δεύτερη (κρινομένη νυν) αγωγή και δεν εμποδίζει την έρευνά της.
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 15-9-2003, αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 892/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2007. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ