Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive errors regarding res judicata and document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property division. The appellants argued that the lower court violated res judicata by splitting a single property and distorted the document's content, but the court found these claims inadmissible as they were not raised during the appeal proceedings. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on grounds properly raised in the lower instance, and a claim of document distortion requires a clear discrepancy between the text and the court's interpretation, not merely a disagreement with the judicial assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 77 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 77/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Ε., 2) Ν. Σ. του Ε. και 3) Μ. χήρας Ε. Σ., το γένος Ι. Κ., κατοίκων…, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Δημόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. συζύγου Π. Α.-Π. θυγατέρας Ι. Κ., κατοίκου…, 2) Ε. συζύγου Π. Π. θυγατέρας Ι. Κ., κατοίκου ..., 3) Ι. Τ. του Γ., κατοίκου …, 4) Ρ. συζύγου Α. Σ., το γένος Γ. Τ., κατοίκου…, 5) Α. συζύγου Ι. Γ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου …ν, 6) Ε. συζύγου Δ. Κ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου …και 7) Ε. συζύγου Σ. Τ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου .... Όλοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Σκανδάλη, πλην της 7ης αναιρεσίβλητης (Ε. Τ.) η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1315/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1487/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-4-2004 αίτησή τους και τους από 29-7-2005 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 27-9-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις ... και ... εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Π. και Κ. Π., αντίστοιχα, τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης, ορισμού του αρμόδιου προς εκδίκασή της τμήματος και ορισμού δικασίμου καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης επιδόθηκαν στην έβδομη αναιρεσίβλητη Ε. συζ. Σ. Τ. με πρόσκληση να παραστεί κατά την προσδιορισμένη συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Κατά τη συζήτηση αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της συνεδρίασης, η αναιρεσίβλητη αυτή δεν παραστάθηκε ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παράστασης, όμως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ, Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από όσους αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, αφού δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της και επιπλέον, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης ή για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά πρέπει να καθορίζεται ειδικά το αποδιδόμενο στην απόφαση σφάλμα. Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται σε τί συνίσταται, δηλαδή ποιό είναι το επιπλέον στοιχείο που ήταν αναγκαίο για την πληρότητά τους, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να καθορίζεται στο λόγο αναίρεσης σε τί συνίσταται η νόμιμη βάση και να αναφέρονται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των άρθρων 216 Κ.Πολ.Δ.
και 1094 Α.Κ. αναφορικά με το περιεχόμενο της διεκδικητικής αγωγής περί ακινήτου. Επίσης, με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από την ίδια διάταξη για παραβίαση των άρθρων 2 παρ. 1 ν.δ/τος 690/1948, 6 παρ. 1 ν.651/1977 και 29 ν.1337/1983, που απαγορεύουν την κατάτμηση των οικοπέδων και αγροτεμαχίων εντός ζώνης οικιστικού ελέγχου, όπως η Αττική, κάτω των ορίων της αρτιότητας.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι διότι δεν περιέχουν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Εξάλλου, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι με ανεπαρκείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες κατέληξε στο πόρισμα περί ύπαρξης ως επιδίκου όχι ενός ενιαίου ακινήτου, αλλά δύο ακινήτων με βάση κατάτμησή του με δικαστικές αποφάσεις και όχι από παράνομη κατάτμηση. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν περιέχει με πληρότητα τα απαιτούμενα για τη συγκρότησή του στοιχεία, όπως προαναφέρθηκαν, και κυρίως διότι δεν περιέχει τις κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέστηκε η αναφερόμενη πλημμέλεια.
ΙΙΙ. Με την ένδικη από 15.3.2002 αγωγή τους οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου στο περιγραφόμενο επίδικο ακίνητο εμβαδού 2.258,98 τ.μ. Όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικυρώνοντας την αντίστοιχη πρωτόδικη, με την 526/2000 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αγωγής διανομής των συγκυρίων, το αρχικά ενιαίο επίδικο διαχωρίστηκε σε δύο αυτοτελή συνεχόμενα ακίνητα.
Συγκεκριμένα, σε εκείνο εμβαδού 2.014,33 τ.μ., του οποίου διατάχτηκε η διανομή, και στο υπόλοιπο, που δεν ήταν επίδικο στην περί διανομής δίκη και απέμεινε προς βορράν, εμβαδού 244,65 τ.μ. Με τον έκτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 1 άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση από το Εφετείο των περί διανομής διατάξεων των άρθρων 798 επ.
Α.Κ. και 482, 478 επ. Κ.Πολ.Δ., συνίσταται δε το σφάλμα, που του αποδίδεται, στο ότι αποκλείεται η διανομή τμημάτων κοινού ακινήτου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι η κατάτμηση ως τρόπος διανομής κοινού ακινήτου, κατ' αρχήν δεν απαγορεύεται, ενώ δεν αναφέρεται στο λόγο ότι το μικρό τμήμα που προέκυψε από αυτή είναι μη άρτιο, άρα ότι απαγορευόταν η κατάτμηση από πολεοδομικούς νόμους.
Τέτοια όμως παραδοχή δεν αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση, αλλ' ούτε και περιέχει εκείνη τέτοια παραδοχή. Εξάλλου, με το δεύτερο (συναφή) λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθ. 9 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου τα δύο τμήματα που επιδικάστηκαν αποτελούσαν ακριβώς το επίδικο, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την περί διανομής απόφαση και όχι κάποιο διαφορετικό αντικείμενο. Με το συναφή εξάλλου πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 8 περ.
α' και 14 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι α) έλαβε υπόψη περιστατικά που δεν περιέχονται στην αγωγή και ανάγονται στην περιγραφή του επιδίκου και β) δεν κήρυξε απαράδεκτο (αοριστία) ως προς τη μορφή και ταυτότητα του επιδίκου. Επίσης με το συναφή πέμπτο πρόσθετο λόγο, αποδίδονται αιτιάσεις από τις ίδιες διατάξεις των αριθ. 8 περ.
α'και 14 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που επανέφεραν νόμιμα με λόγο έφεσης ενώπιόν του, σύμφωνα με τον οποίο ήταν αόριστη η αγωγή διότι μεταξύ των λοιπών κτισμάτων που υπήρχαν στο επίδικο δεν ανέφερε και δεν περιέγραφε και την εγκαταλελειμένη πατρική οικία που υπήρχε.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εφόσον οι παραδοχές του Εφετείου για τη διαίρεση του επιδίκου σε δύο τμήματα δεν διαφοροποιούσαν την περιγραφή και το αίτημα της αγωγής αλλά συμπορεύονταν με τη διαμορφωμένη κατάσταση.
Εξάλλου, η παράλειψη αναφοράς συστατικών του ακινήτου και ιδίως εκείνων με ευτελή αξία, όπως το εγκαταλειμένο κτίσμα, στην περιγραφή των επιδίκων δεν αλλοιώνει την ταυτότητα αυτών των τελευταίων. Ώστε ορθά, με σχετική αιτιολογία, έκρινε το Εφετείο ότι δεν υπήρχε αοριστία της αγωγής ως προς την περιγραφή και ταυτότητα των επιδίκων.
IV. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 16 περ. α' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς τη νομιμότητα της κατάτμησης του αρχικά ενιαίου επιδίκου οικοπέδου σε δύο τμήματα, που δήθεν προκύπτει από την πιο πάνω 526/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν αναφέρει τίποτε περί ύπαρξης δεδικασμένου αναφορικά με την κατάτμηση, αλλ' ότι αυτή συντελέστηκε με τη διανομή που διατάχθηκε με βάση την 526/2000 απόφαση.
V. Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγ-γέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, αλλά για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 16 άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας η περί δεδικασμένου ένσταση και μάλιστα νόμιμα (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), δηλαδή αν ο επικαλούμενος το δεδικασμένο ήταν εκκαλών έπρεπε η προβολή της ένστασης να είχε γίνει με το δικόγραφο της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 8 περ. β' άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση περί δεδικασμένου που πρότειναν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσείοντες - τότε εκκαλούντες, σύμφωνα με την οποία, όπως κρίθηκε με την 552/1994 αμετάκληση απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το επίδικο οικόπεδο είναι ένα ενιαίο ακίνητο εμβαδού 2.258,98 τ.μ. και ότι η κρίση της εκκαλούμενης απόφασης πως πρόκειται για δύο αυτοτελή ακίνητα εμβαδού 2.014,33 και 244, 65 τ.μ., αντίστοιχα, προσκρούει στο δεδικασμένο εκείνο. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του αλλά και από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης έφεσης, δεν προτάθηκε νόμιμα με λόγο έφεσης τέτοιος περί δεδικασμένου ισχυρισμός ενώπιον του Εφετείου.
VI. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της απόφασης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σε αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, οδηγείται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ορθή.
Επομένως ο ανωτέρω λόγος συντρέχει όταν γίνεται λανθασμένη "ανάγνωση" του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχονται σ'αυτό περιστατικά καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν η κρίση του δικαστηρίου για το περιεχόμενο του εγγράφου απορρέει από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του και από την ερμηνεία αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου της 526/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η παραμόρφωση αυτή φέρεται ότι έγινε με τις παραδοχές ότι με την 526/2000 απόφαση δημιουργήθηκε μια παράνομη κατάτμηση του αρχικά ενιαίου ακινήτου των 2.258,98 τ.μ.
στα αντίστοιχα τμήματα εμβαδού 2.014,33 και 244,65 τ.μ.,με αποτέλεσμα το τελευταίο να χάνει την πολεοδομική του ενότητα και οικονομική αξία. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αντικείμενο της περί διανομής δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 526/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ήταν μόνο το τμήμα των 2.014,33 τ.μ.
του οποίου διατάχθηκε η δικαστική διανομή, ενώ το συνεχόμενο τμήμα των 244,65 τ.μ. δεν αποτελούσε επίδικο αντικείμενο της δίκης εκείνης. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που του αποδίδεται με τον κρινόμενο λόγο αναίρεσης και πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2004 αίτηση των Ι. Σ. κτλ., για αναίρεση της 1487/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ