Legislator Case Law & Legislation
779/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against murder conviction citing procedural defects and lack of new evidence.

Case Number 779/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against his conviction for negligent homicide, ruling that the procedural grounds raised were inadmissible or unfounded. The appellant argued for acquittal based on trial irregularities and the application of a new statutory provision allowing reduced penalties for negligence, but the court found no evidence of such a provision's applicability. Consequently, the court upheld the lower court's decision and ordered the appellant to bear the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 462, 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: An appeal must be dismissed if the grounds raised are inadmissible, unfounded, or if no other grounds for review exist, thereby upholding the final judgment on the merits.

Keywords

AI generated
negligent homicide conviction appeal inadmissibility excessive authority reduced penalty negligence litigation costs order procedural defects unfounded appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 462, 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
Article 15 of the New Criminal Code

Cited Case Law

AI generated
Case 648/2024
Case 632/2022
Case 939/2020
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 779 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 779/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της απόφασης 1749/2025 του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Σ. Θ. του Σ., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φυντανή.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αρ. πρωτ. 836/29.1.2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθ. πρωτ. 836/29-1-2025 αίτηση του Ι. Δ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1749/2024 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α' και (κατά πλειοψηφία) ε' του ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 του ΠΚ) και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση του αναιρεσείοντος προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που επιδόθηκε σ' αυτόν την 29-1-2025) και εμπρόθεσμα (δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 9-1-2025 - άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α' του ΚΠΔ), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης, την σχετική ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, την υπέρβαση εξουσίας, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Β', Θ', Δ' και Ε' του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του Κ.Π.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ.Α.Π. 3/2005, Α.Π. 782/2022).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή που καθιερώνεται με τη ρητή διάταξη του άρθρου 464 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ρητά παρέχεται από το νόμο και ο οποίος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δηλαδή, αφενός μεν πρέπει να υφίσταται βλάβη, όχι απλώς ηθική (ΟλΑΠ 1244/1986, ΑΠ 712/2024, ΑΠ 539/2018), αφετέρου δε να επιδιώκει ορισμένο όφελος δικονομικό ή ουσιαστικό από την παραδοχή του ενδίκου μέσου, αναμένοντας βελτίωση της θέσης του από την ευδοκίμησή του.

Μάλιστα το έννομο συμφέρον απαιτείται για την προβολή εκάστου αναιρετικού λόγου χωριστά (ΑΠ 712/2024, ΑΠ 1318/2022) και αυτό πρέπει να προκύπτει σαφώς από την έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου, διαφορετικά αυτό κηρύσσεται απαράδεκτο (ΑΠ 712/2024, ΑΠ 865/2022). 'Ετσι, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, όταν ελλείπει το έννομο συμφέρον ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 712/2024, ΑΠ 1203/2019).

Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση ενδίκου μέσου αποκλείεται όταν το δικαστήριο που θα κρίνει επ' αυτού δεν δύναται εκ του νόμου να εκδώσει διάφορη από την προσβαλλόμενη απόφαση ή εφόσον δεν διαφοροποιείται η ποινική του μεταχείριση. Κρίσιμο δε για την ύπαρξη ή μη σχετικού εννόμου συμφέροντος είναι το διατακτικό της απόφασης και όχι η αιτιολογία της.

Η ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος για το ένδικο μέσο το καθιστά απαράδεκτο, έστω και αν είναι αληθείς οι λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 712/2024, ΑΠ 1153/2022, ΑΠ 1568/2018).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ.1 Θ' ΚΠΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο υπερέβη την εξουσία του διότι, όπως εκθέτει, αυτό εξέτασε πρώτα και απέρριψε την προβληθείσα ένσταση της αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος και στη συνέχεια αποφάνθηκε περί του παραδεκτού του ενδίκου μέσου το οποίο και θεώρησε τυπικά δεκτό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, διότι λείπει το έννομο συμφέρον ως προς το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, αφού ο αναιρεσείων δεν υφίσταται βλάβη ούτε δικονομική ούτε ηθική και η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επέδρασε επί του διατακτικού της απόφασης, αφού το ένδικο μέσο της έφεσης που άσκησε έγινε τυπικά δεκτό και το δικαστήριο προχώρησε στην κατ' ουσία εκδίκαση της υπόθεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προβληθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 175 του ως άνω Κώδικα. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 344 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης, με την οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως εάν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Αν όμως η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής κατά το άρθρο 113 ΠΚ.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 172, 174 παρ. 2 και 175 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί (άρθρο 176 παρ.2 ΚΠΔ), αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 1027/2016), το οποίο έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του προβαλλόμενου αυτού συγκεκριμένου λόγου (ΑΠ 97/2017).

Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι σε αντίθετη περίπτωση τούτο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, για τον ίδιο λόγο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και το εφετείο στον σχετικό ειδικό λόγο της έφεσης, διότι αυτός ο ισχυρισμός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος (ΑΠ 66/2016).

Αν ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβάλλεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από κατηγορούμενο που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται γι' αυτό αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 1027/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ' αριθ.1749/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας υπ' αριθ. 513/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, καθώς και από την με αριθ. 77/2022 έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της τελευταίας απόφασης, προκύπτει ότι προβλήθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη από τη συνήγορο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, πριν να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας, ο οποίος απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στη συνέχεια με την ως άνω απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.

Ακολούθως, ο αναιρεσείων, δεν επανέφερε τον ως άνω ισχυρισμό του με ειδικό λόγο στην ως άνω ασκηθείσα, κατά της ανωτέρω απόφασης, έφεσή του, επικαλούμενος επί λέξει τα ακόλουθα: "...να γίνει δεκτή η έφεση... επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξης, την οποία δεν εκτέλεσε".

Κατά την εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, επανέφερε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του, περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό, αφού δέχτηκε μετά από εκτενή νομική σκέψη κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η συνήγορος του κατηγορουμένου επαναφέρει τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο είχε εμπροθέσμως προβάλει και πρωτοδίκως ισχυριζόμενη ότι το επιδοθέν στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα, για ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως από έχοντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος είναι άκυρο, διότι δεν περιέχει ακριβή καθορισμό της άνω αποδιδόμενης πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που το προβλέπει (άρθρο 321 παρ.1 δ και 4 του ΚΠοινΔ) και συγκεκριμένα, δεν εξειδικεύει:

α) ποιοι είναι συγκεκριμένα οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης τους οποίους φέρεται ο κατηγορούμενος να παρέβη, β) ποια είναι η ειδικότητα του κατηγορούμενου ως ιατρού ώστε να αποδεικνύεται πως είχε την εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία, για να αντιληφθεί από τη συμπτωματολογία του θανόντα ότι ο τελευταίος έπασχε από καρδιολογικής φύσης πάθηση και άρα κατ' επέκταση θα μπορούσε να αντιληφθεί την ανάγκη να προβεί σε εργαστηριακές εξετάσεις για τον αποκλεισμό του ενδεχομένου του εμφράγματος του μυοκαρδίου.

Επίσης ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει με ποιον τρόπο ο κατηγορούμενος είχε την εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης να διαγνώσει το ενδεχόμενο του εμφράγματος του μυοκαρδίου όντας εφημερεύων ιατρός σε ένα περιφερειακό Κέντρο Υγείας το οποίο αντιμετωπίζει μόνο επείγοντα περιστατικά χωρίς τη δυνατότητα διενέργειας εργαστηριακών εξετάσεων, από την αναφερόμενη στο κατηγορητήριο συμπτωματολογία του θανόντα.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του επιδοθέντος στον κατηγορούμενο, κλητηρίου θεσπίσματος ως προς την αποδιδόμενη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως από έχοντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος κατά την περιγραφή της εν λόγω πράξης διαλαμβάνει στο περιεχόμενό του τα ακόλουθα: "στη Σκύδρα Πέλλας την 10/6/2017 από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δε προείδε το εκ της κατωτέρω παραλείψεώς του παραχθέν αξιόποινο αποτέλεσμα, για τη μη επέλευση του οποίου είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, και επέφερε τον θάνατο του Σ.

Θ. του Π. Ειδικότερα, ο Σ. Θ. του Π. περί ώρα 15.50 της 10/6/2017 προσήλθε στο Κέντρο Υγείας Σκύδρας με συμπτώματα έντονου άλγους στην πλάτη και εφίδρωσης, ο δε κατηγορούμενος εφημερεύων ιατρός στο Κέντρο Υγείας Σκύδρας που τον είδε, κατά παράβαση του αντικειμενικώς επιβαλλομένου καθήκοντος επιμελείας και των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης από αμέλεια του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει δεν εκτίμησε ορθά την εκδηλούμενη στον παθόντα προαναφερόμενη συμπτωματολογία, υποεκτιμώντας την κατάσταση υγείας του προαναφερθέντος ασθενούς περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στο να ερωτήσει τον ασθενή εάν έκανε κάποια κοπιώδη εργασία την προηγούμενη ημέρα, αποφάνθηκε δε κατηγορηματικά ότι ο πόνος ήταν μυϊκός αποκλείοντας να προέρχεται ο πόνος από καρδιολογικό πρόβλημα, παρότι το σύμπτωμα του εμφράγματος του μυοκαρδίου είναι ο πόνος συνήθως οπισθοστερνικός με αντανάκλαση στην πλάτη, και δεν διενήργησε κανενός είδους εργαστηριακό έλεγχο για να αποκλείσει το ενδεχόμενο του εμφράγματος του μυοκαρδίου, όπως ηλεκτροδιογράφημα, ακτινογραφία θώρακος εξέταση αίματος - βιοχημικό έλεγχο και εξέταση τροπονίνης και σε περίπτωση που δεν ήταν εφικτό να διενεργηθούν στο Κέντρο Υγείας οι προαναφερθείσες εξετάσεις δεν τον παρέπεμψε άμεσα στο πλησιέστερο Νοσοκομείο προς τούτο, αντίθετα του έκανε δύο ενέσεις με VOLTAREN και του είπε να φύγει καθώς εντός μιας ώρας θα του περάσει ο πόνος ενώ του συνέστησε να λάβει παυσίπονα χάπια (Panadol extra) για δύο ημέρες (πρωί, μεσημέρι και βράδυ).

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν ο Σ. Θ. του Π., ο οποίος δεν έλαβε την απαιτούμενη ιατρική φροντίδα για την διάγνωση και την αντιμετώπιση του εμφράγματος του μυοκαρδίου από το οποίο έπασχε όταν μετέβη στο Κέντρο Υγείας περί ώρα 16.50 της 10/6/2017 και ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητό του στην Ε.Ο.

Θεσσαλονίκης - 'Εδεσσας να αποβιώσει από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ο κατηγορούμενος δεν προείδε το αποτέλεσμα του θανάτου του παθόντος που προκλήθηκε λόγω της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς του, αν και μπορούσε ένεκα των εξειδικευμένων γνώσεων του ως ιατρού και της εμπειρίας του, να το προβλέψει και μολονότι είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευσή του, εξαιτίας της ιδιότητάς του, ως εφημερεύοντος ιατρού στο Κέντρο Υγείας Σκόδρας όπου ο ασθενής προσήλθε προς αποκατάσταση της υγείας του".

Επίσης στο εν λόγω κλητήριο θέσπισμα ως νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε να δικαστεί, μνημονεύονται εκείνες των άρθρων 1,12,14,15, 28, 51, 53, 57,61, 63, 64,79 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 9 Ν.3418/2005...Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω αναφερθέντα, το ελεγχόμενο κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, εισαγόμενο σε δίκη για ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως από έχοντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος μνημονεύει "παραβίαση των άρθρων 1,12, 14, 15, 28, 51, 53, 57,61, 63,64,79 και 302 παρ, 1 του ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 9 Ν.3418/2005...

και περιέχει όλα τα κατ' άρθρο 321 ΚΠοινΔ και 6 παρ.3 εδαφ.α' της ΕΣΔΑ, στοιχεία για το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέσθηκε με παράλειψη (άρθρα 28, 15, 302 παρ.1 ΠΚ), εφόσον σ' αυτό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που το συγκροτούν, κατά την αντικειμενική και υποκειμενική (μη συνειδητή αμέλεια) του υπόσταση, όπως και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου να ενεργήσει προς παρεμπόδιση του επελθόντος αποτελέσματος, ως ιατρός κέντρου υγείας αλλά και ως εφημερεύων με εφημερία ετοιμότητας όπως και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του επελθόντος αξιόποινου αποτελέσματος.

Ειδικότερα αναφέρεται η ύπαρξη ιδιαίτερης δηλαδή ειδικής και όχι γενικής υποχρεώσεως του κατηγορουμένου ιατρού, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, για ενέργεια προς παρεμπόδιση του επελθόντος αποτελέσματος και συγκεκριμένα η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς και ότι η υποχρέωσή του αυτή πηγάζει, κατά το μνημονευόμενο σε αυτό άρθρο 15 του ΠΚ, από το νόμο, όπως το άρθρο 9 του Ν.3418/2005, όπως και από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνυφασμένων με την ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, καθώς και από την εγγυητική θέση, λόγω του επαγγέλματός του, απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του...

Περαιτέρω, εφόσον η αμέλεια και η ιδιαίτερη υποχρέωση του κατηγορουμένου δεν θεμελιώνεται σε παράβαση συγκεκριμένου επιτακτικού κανόνα, αλλά προκύπτει από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με την ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου κατηγορουμένου προς ενέργεια, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα και άλλοι ειδικότεροι κανόνες δικαίου προς θεμελίωση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του κατηγορουμένου ιατρού, (όπως θα μπορούσαν επί πλέον να αναφερθούν στο κλητήριο αυτό θέσπισμα), όπως το άρθρο 24 του ΑΝ 1565/1939 "Περί κώδικας ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, κατά το οποίο "ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών" ή το άρθρο 25 αυτού, κατά το οποίο "κάθε ιατρός οφείλει να παρέχει κατά πάσα ώρα της ημέρας ή της νυκτός την πρώτη ιατρική βοήθεια επί αιφνίδιων κλπ.

επικινδύνων ή σοβαρών ασθενειών και ατυχημάτων..." ή το άρθρο 9 παρ. 3 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας κατά το οποίο, "ο ιατρός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών ανεξάρτητα από την ειδικότητά του και η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον ιατρό, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για την άσκηση της ιατρικής και ισχύει μέχρι την παραπομπή του ασθενή σε ιατρό κατάλληλης ειδικότητας ή τη μεταφορά του σε κατάλληλη μονάδα παροχής υπηρεσιών φροντίδας και περίθαλψης ενώ σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός οφείλει να εξαντλήσει τις υπάρχουσες κάτω από τις δεδομένες συνθήκες δυνατότητες σύμφωνα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης", καθ' ότι με τις διατάξεις αυτές δεν καθιερώνεται το αξιόποινο της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ), αλλά περιέχονται γενικοί ορισμοί περί της ιατρικής δεοντολογίας και δεν περιέχουν, ούτε επιτακτικούς κανόνες δικαίου, ούτε ποινικές κυρώσεις, παρά μόνο πειθαρχικές, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα και η μη μνεία τους δεν προκαλεί ακυρότητα αυτού.

Σ' αυτό αναφέρεται ρητώς η έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου να παρεμποδίσει την επέλευση του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του ασθενούς.

Έτσι στην προκειμένη περίπτωση τα αναφερόμενα στο άνω κλητήριο θέσπισμα άρθρα (1,12, 14, 15, 28, 51, 53, 57, 61, 63, 64,79 και 302 παρ.1 του ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 9 Ν.3418/2005) έστω και δια παραλείψεως των άνω ειδικότερων άρθρων και προϋποθέσεων τα οποία όμως δεν θεμελιώνουν το έγκλημα, ούτε προβλέπουν ποινικές κυρώσεις καλύπτουν τις βασικές επιταγές του άρθρου 321 του ΚΠοινΔ και συνεπώς το κλητήριο θέσπισμα και συνακόλουθα και το κατηγορητήριο δεν έπασχαν ακυρότητας από την παράλειψη αναφοράς των επί πλέον επικαλουμένων από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου στοιχείων, τα οποία δεν ήταν απαραίτητα για τη θεμελίωση της αποδιδόμενης κατηγορίας απορριπτόμενου του σχετικού υπερασπιστικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Τέλος η επικαλούμενη μη αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα και συνακόλουθα και στο κατηγορητήριο αιτιολογιών σχετικά με την ειδικότητα του κατηγορουμένου ιατρού, το αν προσκλήθηκε και ποια ακριβώς ώρα, από την σε ενεργή εφημερία ιατρό για να προσφέρει τις υπηρεσίες του κλπ δεν το καθιστούν αόριστο και δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας αυτού, αλλά περιεχόμενο επαρκούς και πλήρως αιτιολογημένης αποφάσεως περί ενοχής του κατηγορουμένου. Επομένως ο προβαλλόμενος λόγος ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".

Με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, προβλήθηκε πρωτοδίκως και απορρίφθηκε, δεν επαναφέρθηκε, όμως, με ειδικό λόγο έφεσης. Έτσι, η ενδεχόμενη σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, καλύφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με τη μη προβολή ειδικού λόγου έφεσης και κατά λογική αναγκαιότητα, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει τον ανωτέρω ισχυρισμό, παρόλα αυτά τον ερεύνησε και τον απέρριψε με την ως άνω επαρκή αιτιολογία. Συνακόλουθα ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Θ', ήτοι της σχετικής ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και υπέρβαση εξουσίας, διότι, όπως εκθέτει, το Δικαστήριο δεν απάντησε στην ένστασή του περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του προϊσχύσαντος (μέχρι 30-6-2019) ΠΚ, που εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση ως εκ του χρόνου τέλεσης της σχετικής πράξης, για την οποία έχει καταδικασθεί ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων (δηλαδή στις 10-6-2017), δεδομένου ότι και η αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 ν.ΠΚ (Ν. 4619/2019), προβλέπει για την πράξη αυτή, την ίδια ακριβώς ποινή, ενώ η ίδια διάταξη, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 46 του Ν.5090/2024 είναι δυσμενέστερη, αφού με αυτή προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της οφειλόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται (επιπλέον των όρων του άρθρου 28 του ΠΚ) η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του (με παράλειψη) τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής, υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επέλευσης του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και δύναται να πηγάζει κυρίως:

α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, που θεμελιώνεται είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παράλειψης, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι n νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου.

Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια του ασθενούς, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξης ή παράλειψης, οφείλεται σε παράβαση από αυτόν (ιατρό) των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.

Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο, τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (ν. 3418/2005) και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης.

Προϋποτίθεται, βέβαια, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως προαναφέρθηκε, συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου, η οποία, εκτός των λοιπών στοιχείων του εγκλήματος, πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα, προκειμένου να έχει η σχετική καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη, κατά τα κατωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 648/2024, ΑΠ 632/2022, ΑΠ 521/2017).

Επομένως, ο ιατρός ενεργεί με αμέλεια, αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, που όφειλε να γνωρίζει, ή από απρονοησία δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης. Έτσι ελέγχεται ο κατηγορούμενος ιατρός για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του υπό την ανωτέρω ιδιότητά του ως προς την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς, δηλαδή εάν ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις, όπως κάθε μέσος ιατρός της ειδικότητάς του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις, όντας σε γνώση του ιστορικού και των συμπτωμάτων του ασθενούς και έχοντας τη δυνατότητα και την εμπειρία να προβλέψει τα δυσμενή αυτά συμπτώματα και τις ακολουθούσες βλάβες που εμφανίζουν ασθενείς υποβαλλόμενοι σε ιατρική επέμβαση (ΑΠ 632/2022).

Όπως προεκτέθηκε, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε.

Ενόψει της διάκρισης αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' του ΚΠΔ (ΑΠ 632/2022, ΑΠ 35/2016).

Τέλος, η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως. Τούτο δε, διότι η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη (ΑΠ 632/2022, ΑΠ 939/2020).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Ωστόσο, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 129/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1749/2024 απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, δέχτηκε ότι, από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου) προέκυψαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Η δέουσα, σύμφωνα με τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης εκτίμηση της συμπτωματολογίας που μπορεί να αφορά καρδιολογικό πρόβλημα και δη έμφραγμα των στεφανιαίων αρτηριών, οφείλει να αντιμετωπίζει ως πιθανή ένδειξη καρδιολογικού προβλήματος και δη εμφράγματος κάθε διαρκή πόνο πάνω από τη μέση, ήτοι στα άνω άκρα, τον αυχένα, τους ώμους, την εμπρόσθια ή οπίσθια όψη του θώρακα και την κοιλιά και να ερευνάται το ενδεχόμενο καρδιολογικής προελεύσεως αυτού, χωρίς η διερεύνηση τέτοιου ενδεχομένου να περιορίζεται μόνον στον διαξιφιστικό ή συσφικτικό πόνο που εμφανίζεται οπισθοστερνικά συνοδευόμενος από αντανακλαστικά ενοχλήματα σε πλάτη, ώμους, άκρα κλπ, πράγμα που συνιστά την τυπική κλινική εικόνα εμφράγματος, μαζί με εφίδρωση και αίσθηση καταβολής ...Τούτο δε, διότι σε ποσοστό το οποίο παρουσιάζεται κυμαινόμενο στις σχετικές μελέτες (από 1,5% μέχρι και 15%) η συμπτωματολογία του εμφράγματος δεν εκδηλώνεται πάντοτε με την τυπική εικόνα του οπισθοστερνικού πόνου με αντανάκλαση σε ώμο, αυχένα, γνάθο ή αριστερό βραχίονα, αλλά μπορεί να εκδηλώνεται μόνον με τον ανακλαστικό πόνο, χωρίς τον κύριο και αναμενόμενο πόνο στο στήθος.

Αυτό όμως και μόνον το στοιχείο δεν επαρκεί, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, για τον αποκλεισμό της καρδιολογικής αιτιολογίας του ενοχλήματος, αφού η στατιστική πιθανότητα να πρόκειται για τέτοιο πόνο, δεν είναι αμελητέα, ιδίως αν πρόκειται για ασθενή που ανήκει στις τυπικές ομάδες κινδύνου για έμφραγμα, όπως εν προκειμένω, δηλ.

άνδρας, καπνιστής, ηλικίας 63 ετών. Τούτο δεν αποτελεί εξάλλου εξιδιασμένη γνώση μόνον των ειδικών καρδιολόγων, αλλά διδάσκεται και επισημαίνεται ήδη από τα προπτυχιακά μαθήματα καρδιολογίας στους φοιτητές της ιατρικής και οφείλει συνεπώς να τηρείται από τους ιατρούς όλων των ειδικοτήτων και όλων των βαθμών υγειονομικής περίθαλψης.

Οι εξετάσεις δε στις οποίες πρέπει ο θεράπων ιατρός να προβεί, αναλόγως των διαθεσίμων μέσων, περιλαμβάνουν την ακρόαση και το καρδιογράφημα, καθώς και την εξέταση αίματος και καρδιακών ενζύμων. Η ύπαρξη μυϊκής κακώσεως, μπορεί να επικαλύπτει διαγνωστικά τον πόνο καρδιολογικής αιτιολογίας, όμως τούτο δεν δικαιολογεί την παράλειψη των καρδιολογικών εξετάσεων, διότι η μυϊκή κάκωση δεν είναι αλληλο-αποκλειόμενη με τον πόνο αυτόν, αλλά αντιθέτως ο μυοσκελετικός πόνος μπορεί να οδηγήσει σε αγγειόσπασμο και αποκόλληση εμβόλου από τις αθηρωματικές πλάκες αν υφίσταται έδαφος στεφανιαίας νόσου.

Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος με ειδικότητα γενικού ιατρού, περί ώρα 15.50 της 10/6/2017 δέχθηκε τον θανόντα ασθενή Σ. Θ., ηλικίας 63 ετών, ο οποίος παραπονείτο για πόνο στην αριστερή ωμοπλάτη και εφίδρωση. Δεν τον ακροάστηκε με χρήση στηθοσκοπίου, δεν τον ψηλάφισε στα σημεία όπου αυτός παραπονείτο για πόνο και δεν έλαβε τις σφύξεις του, αλλά τον υπέβαλε σε δοκιμασία προκλήσεως μυϊκής επιβάρυνσης με περιστροφές του κορμού αριστερά και δεξιά, για να διαπιστώσει την σταθερή ή μη ένταση του πόνου, σε σχέση με τις κινήσεις αυτές.

Ο ασθενής δήλωσε ότι ένιωθε αυξομείωση του πόνου με αυτές τις κινήσεις και εξ αυτού ο κατηγορούμενος συμπέρανε ότι επρόκειτο αποκλειστικά για μυϊκό πόνο, οφειλόμενο σε εργασίες κοπής χόρτων στις οποίες ο ασθενής είχε προβεί την προηγουμένη ημέρα, κι ακολούθως του χορήγησε αγωγή με αναλγητικά-αντιφλεγμονώδη (δύο ενέσεις VOLTAREN και σύσταση για συνέχιση της αγωγής επί 48ωρο).

Καίτοι όμως η ύπαρξη μυοσκελετικού πόνου δεν αποκλείει το καρδιακό πρόβλημα και η σχετική εξέταση τού ήταν ευχερής με την έννοια ότι δεν είχε άλλα επείγοντα περιστατικά να ζητούν την προσοχή του, δεν προέβη σε καμία εξέταση για να αποκλείσει το ενδεχόμενο καρδιολογικού προβλήματος από αυτές που μπορούσε να πραγματοποιήσει με τα μέσα που διέθετε στο Κέντρο Υγείας και συγκεκριμένα σε ψηλάφηση, ακρόαση και ηλεκτροκαρδιογράφημα, αλλά ούτε και τον παρέπεμψε σε Νοσοκομείο για περαιτέρω έλεγχο και εξετάσεις.

Με δεδομένο δε ότι από τα νεκροτομικά ευρήματα (μακροσκοπικά διαπιστώσιμες αιμορραγικές νεκρώσεις του μυοκαρδίου) προκύπτει ότι το έμφραγμα από το οποίο κατέληξε ο θανών ήταν σε εξέλιξη τουλάχιστον από εξάωρο, κι έτσι αυτό θα έδινε ενδείξεις στο Η/Κ με αποτέλεσμα την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπισή του.

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να υποεκτιμήσει το υφιστάμενο πρόβλημα υγείας του ασθενούς και να μην διαγνώσει το εν εξελίξει έμφραγμα του παθόντος, ο οποίος απεβίωσε περίπου μία ώρα μετά την αποχώρησή του από το ιατρείο και ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητό του στην Ε.Ο.

Θεσσαλονίκης - Έδεσσας. Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, να του αναγνωρισθεί, όμως, ως πρωτοδίκως (βλ. άρθρο 470 ΚΠΔ), η συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, επέβαλε σ' αυτόν, αφού του αναγνώρισε, κατά πλεοψηφία, και την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε' ΠΚ, ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι : "Στη Σκύδρα Πέλλας την 10/6/2017 από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προείδε το εκ της κατωτέρω παραλείψεώς του παραχθέν αξιόποινο αποτέλεσμα, για τη μη επέλευση του οποίου είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, και επέφερε τον θάνατο του Σ.

Θ. του Π. Ειδικότερα, ο Σ. Θ. του Π. περί ώρα 15.50 της 10/6/2017 προσήλθε στο Κέντρο Υγείας Σκύδρας με συμπτώματα έντονου άλγους στην πλάτη και εφίδρωσης, ο δε κατηγορούμενος εφημερεύων ιατρός στο Κέντρο Υγείας Σκύδρας που τον είδε, κατά παράβαση του αντικειμενικώς επιβαλλομένου καθήκοντος επιμελείας και των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει δεν εκτίμησε ορθά την εκδηλούμενη στον παθόντα προαναφερόμενη συμπτωματολογία, υποεκτιμώντας την κατάσταση υγείας του προαναφερθέντος ασθενούς, περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στο να ερωτήσει τον ασθενή εάν έκανε κάποια κοπιώδη εργασία την προηγούμενη ημέρα και να τον υποβάλει σε κινήσεις πρόκλησης μυϊκού φόρτου, αποφάνθηκε δε κατηγορηματικά με βάση αυτά ότι ο πόνος ήταν μυϊκός, αποκλείοντας να προέρχεται ο πόνος από καρδιολογικό πρόβλημα, παρότι το σύμπτωμα του εμφράγματος του μυοκαρδίου είναι μεν πόνος συνήθως οπισθοστερνικός με αντανάκλαση στην πλάτη, αλλά δεν αποκλείεται να εμφανίζεται και ως πόνος μόνον στην πλάτη ή στην ωμική χώρα χωρίς χαρακτηριστικό ενόχλημα στο στήθος, δεν επιβεβαίωσε τις μυϊκές κακώσεις με φυσική εξέταση, ώστε να εξασφαλίσει ότι ο πόνος συνδεόταν μόνον με αυτές και όχι εκ παραλλήλου και με καρδιολογική αιτία και δεν διενήργησε κανενός είδους εργαστηριακό έλεγχο για να αποκλείσει το ενδεχόμενο του εμφράγματος του μυοκαρδίου, όπως ηλεκτροδιογράφημα (το οποίο ήταν άμεσα διαθέσιμο στο Κέντρο Υγείας) ή ακτινογραφία θώρακος, εξέταση αίματος - βιοχημικό έλεγχο και εξέταση τροπονίνης, παραπέμποντας τον ασθενή στο πλησιέστερο Νοσοκομείο για όσες από τις εξετάσεις αυτές δεν ήταν εφικτό να διενεργηθούν στο Κέντρο Υγείας.

Αντίθετα, του έκανε δύο ενέσεις με VOLTAREN και του είπε να φύγει καθώς εντός μιας ώρας θα του περάσει ο πόνος, ενώ του συνέστησε να λάβει παυσίπονα χάπια (Panadol extra) για δύο ημέρες (πρωί, μεσημέρι και βράδυ). Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής διαγνωστικής αντιμετώπισης του περιστατικού από τον κατηγορούμενο ήταν ο Σ.

Θ. του Π., ο οποίος δεν έλαβε την απαιτούμενη ιατρική φροντίδα για την διάγνωση και την αντιμετώπιση του εμφράγματος του μυοκαρδίου από το οποίο έπασχε και το οποίο βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη κατά το χρόνο που μετέβη στο Κέντρο Υγείας περί ώρα 16.50 της 10/6/2017 και ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητό του στην Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Έδεσσας να αποβιώσει από έμφραγμα του μυοκαρδίου, πράγμα που ο κατηγορούμενος μπορούσε και όφειλε να είχε διαγνώσει και αποτρέψει, όπως είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να πράξει λόγω της ιδιότητάς του ως εφημερεύοντας ιατρού στο Κέντρο Υγείας Σκόδρας, αν είχε εξετάσει με τη δέουσα επιμέλεια τον θανόντα, ενεργώντας τα προπεριγραφέντα βήματα φυσικών και εργαστηριακών εξετάσεων".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 του ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 9 του Ν.3418/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Σημειωτέον ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η ανώμοτη κατάθεση της υποστηρίζουσας την κατηγορία η οποία δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ώστε να μνημονεύεται ρητά αλλά από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε και αυτή η κατάθεση υπόψη έστω και να από παραδρομή στο προοίμιο του σκεπτικού γίνεται αναφορά σε "ένορκες καταθέσεις" (ΑΠ 705/2023, ΑΠ 398/2015, ΑΠ 1139/2010).

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα: α) Τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος, ιατρού, με ειδικότητα γενικού ιατρού, εντοπιζόμενη στην εκ μέρους του σειρά παραλείψεων ενεργειών, σύμφωνα με τους ενδεδειγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, στις οποίες αυτός όφειλε να προβεί ως μέσος συνετός ιατρός, προκειμένου να αντιμετωπίσει επιτυχώς τον ασθενή Σ.

Θ., ως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του, αποτρέποντας με βεβαιότητα τον επελθόντα θάνατό του. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η αμελής συμπεριφορά του κατηγορούμενου, εφημερεύοντος ιατρού στο Κέντρο Υγείας Σκύδρας, συνοψίζεται στο ότι, ενώ ο ανωτέρω ασθενής προσήλθε με την αναφερόμενη συμπτωματολογία στο ως άνω Κέντρο Υγείας, όπου αυτός εφημέρευε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν εκτίμησε ορθά τα συμπτώματα που εμφάνιζε, έντονο άλγος στην αριστερή ωμοπλάτη και εφίδρωση, τα οποία βάσει των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης όφειλε να αντιμετωπίσει ως πιθανή ένδειξη καρδιολογικού προβλήματος, που μπορεί να εκδηλώνεται μόνο με αντανακλαστικό πόνο στην πλάτη, με συνέπεια να παραλείψει να προβεί σε φυσική του εξέταση (ακρόαση με χρήση στηθοσκοπίου, ψηλάφιση στα σημεία του πόνου, λήψη των σφύξεών του), να μην ενεργήσει οιοδήποτε εργαστηριακό έλεγχο, όπως ηλεκτροκαρδιογράφημα (που ήταν διαθέσιμο στο Κέντρο Υγείας) ούτε και αιματολογικές εξετάσεις για την διερεύνηση της τροπονίνης και να μην τον παραπέμψει στο πλησιέστερο Νοσοκομείο για περαιτέρω εξετάσεις.

β) Η δυνατότητα του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος, ενόψει της εμπειρίας του ως εφημερεύοντος ιατρού στο Κέντρο Υγείας, με ειδικότητα γενικού ιατρού, να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε από τις ανωτέρω παραλείψεις του, δηλαδή ότι μπορούσε να προβλέψει και διαγνώσει έγκαιρα το έμφραγμα του μυοκαρδίου από το οποίο ο ως άνω ασθενής έπασχε και βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη.

γ) Ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις ανωτέρω παραλείψεις του κατηγορούμενου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του ανωτέρω ασθενούς, αφού με επαρκείς αιτιολογίες και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, γίνεται δεκτό ότι στην επέλευση του θανάτου του συνέβαλαν οι συγκεκριμένες ως άνω παραλείψεις του κατηγορούμενου ιατρού προς έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση του εμφράγματος του μυοκαρδίου, το οποίο, αν είχαν λάβει χώρα εγκαίρως οι αναφερόμενες ως ενδεδειγμένες, κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ενέργειες, θα αντιμετωπιζόταν επιτυχώς και θα αποτρεπόταν ο θάνατος του ως άνω ασθενούς, που επήλθε μία ώρα περίπου μετά την αποχώρησή του από το ως άνω Κέντρο Υγείας και είχε ως αιτία το μη αντιμετωπισθέν έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Και δ) Το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, η οποία, όπως προκύπτει σαφώς από το σύνολο του σκεπτικού αλλά και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, είναι μη συνειδητή, αφού, κατά τις παραδοχές της, αυτός δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προήλθε από την συμπεριφορά του, ήτοι το θάνατο του ως άνω ασθενούς.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παράβασης των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Οι λοιπές, αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων που αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος της ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, στο νέο ποινικό κώδικα που θεσπίστηκε με το ν.4619/2019 στη διάταξη του άρθρου 15 αυτού προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στην οποία ορίζεται ότι "Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων με παράλειψη ο δικαστής μπορεί να επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Σχετικά με την διάταξη αυτή στο προοίμιο της αιτιολογικής έκθεσης εκτίθεται ότι "Αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ότι η παράλειψη μπορεί κάποτε να έχει μικρότερη απαξία από την πράξη και για τον λόγο αυτό προσφέρεται στον δικαστή η δυνατότητα να επιβάλλει μειωμένη ποινή στα μη γνήσια εγκλήματα παράλειψης", στη συνέχεια δε καθόσον αφορά την ως άνω νέα διάταξη (άρθ.15 παρ.2 ΠΚ) ότι "Η αναγνώριση της δυνατότητας επιβολής μειωμένης ποινής στηρίχθηκε στη σκέψη ότι συχνά η "μη δράση" εμπεριέχει λιγότερο άδικο ή λιγότερη ενοχή σε σχέση με την προσβολή που προκαλεί κάποιος με ενέργεια.

Θα πρέπει επομένως ο δικαστής να έχει την ευχέρεια, όταν πράγματι διαγιγνώσκει μειωμένο άδικο ή ενοχή, να επιβάλλει και μειωμένη ποινή" (ΑΠ 648/2024, ΑΠ 632/2022, ΑΠ 939/2020).

Στην προκείμενη υπόθεση, από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ανέλεγκτα ότι δεν επρόκειτο εν προκειμένω για περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 15 παρ.2 ΠΚ, λόγω μειωμένου αδίκου ή ενοχής, συνακόλουθα δε ουδόλως αναφέρθηκε σ' αυτήν, καθόσον μάλιστα δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τη συνήγορό του μετά της οποίας αυτός παραστάθηκε ενώπιόν του. Επομένως, ο έκτος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Π.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι υφίσταται ασάφεια και σύγχυση για το ζήτημα της λήψης υπόψη ή μη από το δικάσαν Δικαστήριο της εν λόγω διάταξης είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί o αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του Ν.5090/2024 με έναρξη ισχύος, κατά το άρθρο 138 παρ.1 αυτού, από 1-5-2024) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθ.πρωτ.836/29-1-2025 αίτηση του Ι. Δ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1749/2024 απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ