Legislator Case Law & Legislation
779/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against state's appeal, remands case and limits state court costs to 300 euros.

Case Number 779/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the Greek State's appeal against the First Instance Court's partial recognition of the plaintiff's property rights. While the Court rejected the State's argument regarding the nature of the land, it found the lower court's imposition of 600 euros in court costs for the State to be excessive. Consequently, the decision was annulled, the case remitted for retrial, and the State's costs capped at 300 euros.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 22 para. 1 of Law 3693/1957; Joint Decision of the Ministers of Finance and Justice; The judicial costs imposed on the Greek State cannot exceed 300 euros.

Keywords

AI generated
Greek State judicial costs court fees property rights annulment remittal Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957
Joint Decision of the Ministers of Finance and Justice dated 8-12-1992
Article 52 para. 18 of the Transitional Law of the Code of Civil Procedure
Article 5 para. 12 of Law 1738/1987

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 779 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 779/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Γ., κατοίκου Β. Σ. Λ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σκεύη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο …. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2017 του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από …2019 αίτησή του, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση στη δικάσιμο ..2021 και μετά από αναβολή, για τη δικάσιμο …2021. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση στην σημερινή δικάσιμο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, μετά τη με αριθμό 244/2022 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από …2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 225/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 148/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….

Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από …2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά του σε τέσσερα αγροτικά ακίνητα, εμβαδού 52.373 τ.μ., 2.927 τ.μ., 22.081 τ.μ. και 341 τ.μ., που βρίσκονται στη θέση «Ρ.» του δ.δ. Β. του Δ. Σ. Λ. και να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Κ., όπου τα ακίνητα αυτά έχουν καταγραφεί ως ανήκοντα στο εναγόμενο.

Με την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στα δύο από τα τέσσερα αγροτεμάχια και συγκεκριμένα σε αυτά εμβαδού 22.081 τ.μ. και 341 τ.μ. και διατάχθηκε η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κ. ως προς τα συγκεκριμένα ακίνητα.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την 244/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ, λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης μετά τη συζήτησή της ενώπιον του Τμήματος αυτού κατά τη δικάσιμο της 12-05-2021, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, και οι οποίες διατάξεις εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί η κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρόνο πριν από την ισχύ του ΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του από 21.06/03.07.1837 ν.δ/τος "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δημόσια δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ/1912 "Περί αναστολής παραγραφών..." και των διαταγμάτων ?περί δικαιοστασίου?, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτού, αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 606/2007, ΑΠ 1256/1997).

Περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του βρδ, καθώς και κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρου 974, 1045 και 1051 του ΑΚ, προκειμένου περί ακινήτου, νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, εφόσον πρόκειται για χρησικτησία επί δάσους ή δασικής έκτασης, αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου και η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο χρησικτησίας (ΑΠ 568/2021, ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 984/2017, ΑΠ 2192 /2013).

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 2/2021, Ολ ΑΠ 3/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021). Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ ΑΠ 15/2006, Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, για να μη στερείται από τη νόμιμη βάση της, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας αυτής, και τις εμφανείς πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ακινήτου και συνιστούν την άσκηση νομής επ' αυτού (ΑΠ 368/2022, ΑΠ 485/2014, 2192/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 973, 999, 1000, 1113, 1045, 1051 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, 3 Β.Δ/τος 17/29-1-1836 και 21 του από 21-6-1837 ν.δ/τος "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο ενάγων, καθώς και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί του άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη στα τμήματα του επιδίκου ακινήτου με ΚΑΕΚ 301 285 101 007 εμβαδού 3,6 στρεμμάτων και 8,7 στρεμμάτων, τουλάχιστον για μία τριακονταετία πριν από τις 11-9-1915 και απέκτησαν έτσι την κυριότητα σ' αυτά, δεδομένου ότι ως προς τη μορφολογία των επιδίκων αυτών τμημάτων οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, αφού ενώ δέχεται το γεωργικό χαρακτήρα αυτών (καλλιέργεια σιταριού και καλαμποκιού), ακολούθως δέχεται εν μέρει το δασικό χαρακτήρα αυτών, χωρίς, ωστόσο, να δέχεται ότι ασκήθηκαν πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους ως δασικού χαρακτήρα εκτάσεις.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει των υπ' αριθ. … και … πράξεων αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κ.. Α. συζ. Γ. Γ., το γένος Γ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου τέως … στους τόμους 64 και 65 και με αύξοντες αριθμούς 301 και 32 αντιστοίχως, ο ενάγων απεδέχθη τμηματικά την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία, ήτοι την ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 50% επί της κληρονομιαίας περιουσίας που του κατέλειπε η μητέρα του Α.

συζ. Γ. Τ. το γένος Ι. Τ., δια της υπ' αριθ. … δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Γ. Θ. Γ. Α., δημοσιευθείσας δια των υπ' αριθ. 85/1988 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου …. Όσον αφορά τα ακίνητα αυτά η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και με την κρινόμενη έφεση δεν υπάρχει λόγος για τα ακίνητα αυτά, αναφέρονται όμως για το ενιαίο της απόφασης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δια των ως άνω δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας απέκτησε την κυριότητα σε ποσοστό 100% δύο ακινήτων (γεωτεμάχια έκτασης 341 τ.μ. και 22.081 τ.μ.) με αριθμό ΚΑΕΚ … και …, που βρίσκονται στη θέση "«Ρ. του Δ..Δ.. Β. του Δ. Σ. Λ.. Τα πιο πάνω ακίνητα με ΚΑΕΚ … και …, αρχικά τα νεμόταν η Μ. χα Π..

Β. - γιαγιά της μητέρας του ενάγοντος - ασκώντας επ' αυτών με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις πρόσφορες διακατοχικές πράξεις προς προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό τους, όπως καλλιέργεια σιταριού και καλαμποκιού και η οποία τα απέκτησε εν μέρει λόγω κληρονομιάς από τον πατέρα της Π.

Κ. το έτος 1869 και εν μέρει εξ ατύπου δωρεάς από το σύζυγό της Π.. Β. προ του έτους 1875. Εν συνεχεία τα ακίνητα αυτά μεταβιβάστηκαν στην εγγονή της και μητέρα του ενάγοντος Α., δυνάμει του υπ' αριθ. …1905 προικώου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Γ. Δ.. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο 34 και με αύξοντα αριθμό 116.

Η ανωτέρω συνέχισε να νέμεται με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τα ως άνω ακίνητα, ασκώντας επ' αυτών όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό τους ανωτέρω πράξεις νομής, καθιστάμενη κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία πλέον των τριάντα ετών, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 1.9.1915 (άρθρ. 51 ΕισΝΑΚ και 21 Ν. 21-6/10.7.1937), προσμετρώντας στο χρόνο νομής της το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου και γιαγιάς της ….

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα και με το υπ' αριθ. πρωτ. Δ.Υ./24.12.2008 έγγραφο του τμήματος δασικών χαρτογραφήσεων συνταχθέν από τη δασολόγο Σ. Ζ., τα εν λόγω ακίνητα έχουν χαρακτηρισθεί ως εν μέρει μη δασικές εκτάσεις, για τις οποίες ισχύει μεν το μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του ελληνικού δημοσίου, πλην όμως, ο ενάγων έχει καταστεί πλήρης και αποκλειστικός κύριος μετά από άσκηση νομής επ' αυτών για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, αφού η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19.9.1915 μέχρι και της 15.5.1926. Κατά συνέπεια, οι πρώτες εγγραφές σχετικά με τα ακίνητα αυτά ( 30 128 51 01 007 και 30 128 51 02 080) είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος. Πρέπει συνεπώς, να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι έφεσης, οι οποίοι ουσιαστικά αποτελούν έναν ενιαίο λόγο έφεσης, που αναφέρεται στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως ουσιαστικά αβάσιμοι".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση ως προς τα ανωτέρω δύο επίδικα ακίνητα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου στα επίδικα ακίνητα, τα οποία, κατά τις παραδοχές της απόφασης (ενόψει του ότι τα δικαιογόνα της ιδιότητάς τους περιστατικά κρίνονται από τον χρόνο στον οποίο αφορούν) ήταν εν μέρει δασικές εκτάσεις, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του Αστικού Κώδικα.

Ειδικότερα, έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, δυνάμει της …. δημόσιας διαθήκης της μητέρας του Α. συζ. Γ. Τ., σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκαν νόμιμα, απέκτησε την πλήρη κυριότητα δύο ακινήτων έκτασης 341 τ.μ.

και 22.081 τ.μ., που βρίσκονται στη θέση "«Ρ. του Δ..Δ.. Β. του Δ. Σ. Λ.. Ότι τα ακίνητα αυτά αρχικά τα νεμόταν η Μ. χα Π.. Β. - γιαγιά της μητέρας του ενάγοντος - ασκώντας επ' αυτών με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις πρόσφορες διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό τους, όπως καλλιέργεια σιταριού και καλαμποκιού και η οποία τα απέκτησε εν μέρει λόγω κληρονομιάς από τον πατέρα της Π.

Κ. το έτος 1869 και εν μέρει εξ ατύπου δωρεάς από το σύζυγό της Π.. Β. προ του έτους 1875?. Ότι στη συνέχεια τα ακίνητα αυτά μεταβιβάστηκαν στην εγγονή της και μητέρα του ενάγοντος Α., δυνάμει του υπ' αριθμ. …1905 προικώου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι η ανωτέρω συνέχισε να νέμεται με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τα ως άνω ακίνητα ασκώντας επ' αυτών όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό τους ανωτέρω πράξεις νομής, καθιστάμενη κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία πλέον των τριάντα ετών, η οποία συμπληρώθηκε πριν τις 11-9-1915...

προσμετρώντας στο χρόνο νομής της το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου και γιαγιά της …. Και ενώ δέχθηκε τα ανωτέρω, δέχθηκε στη συνέχεια ότι Σημειώνεται ότι, σύμφωνα και με το υπ' αριθ. πρωτ. Δ.Υ./24.12.2008 έγγραφο του τμήματος δασικών χαρτογραφήσεων... τα εν λόγω ακίνητα έχουν χαρακτηρισθεί ως εν μέρει μη δασικές εκτάσεις και επομένως, δέχεται εμμέσως πλην σαφώς ότι τα ακίνητα αυτά αποτελούν εν μέρει δασικές εκτάσεις και συνεχίζει η προσβαλλόμενη για τις οποίες ισχύει μεν το μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του ελληνικού δημοσίου, πλην όμως, ο ενάγων έχει καταστεί πλήρης και αποκλειστικός κύριος μετά από άσκηση νομής επ' αυτών για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, αφού η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών...

είχε συμπληρωθεί μέχρι της 11ης Σεπτεμβρίου 1915. Ενόψει τούτων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων, καθόσον δεν προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό των επιδίκων ακινήτων και όσον αφορά ειδικότερα τα μέρη αυτών για τα οποία έγινε δεκτό ότι αποτελούν δασικές εκτάσεις, οι πράξεις νομής, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης άσκησαν οι απώτερες δικαιοπάροχες του αναιρεσιβλήτου, ήτοι καλλιέργεια σιταριού και καλαμποκιού, ώστε να οδηγήσουν στην κτήση κυριότητας και επί των τμημάτων αυτών (ανεξάρτητα από τη συνδρομή των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων) με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως οι πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολ 12/1991, ΑΠ 432/2022, ΑΠ 1293/2017), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 684/2019 ΑΠ 1650/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, τον οποίο πρότεινε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, ότι τμήματα του ενός εκ των δύο επιδίκων ακινήτων και συγκεκριμένα εκείνου που έχει έκταση 22.081 τ.μ., αποτελούν δασική έκταση και ότι συνεπώς ανήκουν στην κυριότητά του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε, έστω και με την ελλιπή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αιτιολογία ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος έχει καταστεί πλήρης και αποκλειστικός κύριος του πιο πάνω ακινήτου, που αποτελεί, όπως δέχθηκε, εν μέρει δασική έκταση, μετά την άσκηση νομής επ' αυτού για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας μέχρι τις 11-9-1915, συνυπολογίζοντας στο χρόνο νομής του και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 1190/1981, Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.

β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και ότι το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2096/2022, ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου: Την υπ' αριθμ.

…2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Π., την από …2002 αίτηση του Κ. Π. περί παραχώρησης τμήματος του επιδίκου με ΚΑΕΚ …, το από …2002 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο απεικονίζεται η έκταση, της οποίας την παραχώρηση αιτήθηκε ο Κ. Π., την από …2002 έκθεση γνωμάτευσης της Δασολόγου Σ. Π. αναφορικά με την ανωτέρω παραχώρηση, το από …2002 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής του παραχωρηθέντος τμήματος του επιδίκου με ΚΑΕΚ … προς τον Π.

Κ., την υπ' αριθμ. …1993 απόφαση του Νομάρχη Λ., την από …1992 αίτηση της Κ. Π. περί παραχώρησης τμήματος του επιδίκου με ΚΑΕΚ … με τις συνημμένες σε αυτήν βεβαιώσεις, το από …1991 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο απεικονίζεται η έκταση, την οποίας την παραχώρηση αιτήθηκε η Κ. Π., την από …1993 έκθεση γνωμάτευσης της Δασολόγου Σ.

Π. αναφορικά με την ανωτέρω παραχώρηση, το από 19-01-1994 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής του παραχωρηθέντος τμήματος του επιδίκου με ΚΑΕΚ … προς την Π. Κ. και τέλος το με αριθμό πρωτ. … έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Π.Ε. Λ. με την ενσωματωμένη στο έγγραφο αυτό έκθεση φωτοερμηνείας.

Ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου τα πιο πάνω έγγραφα προς απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του περί της μορφολογίας των ανωτέρω τμημάτων του επιδίκου ακινήτου με ΚΑΕΚ … εμβαδού 3,6 στρεμμάτων και 8,7 στρεμμάτων αντίστοιχα, ως δασικού χαρακτήρα εκτάσεων και συνακόλουθα του ισχυρισμού του περί της κυριότητας του Δημοσίου στα τμήματα αυτά.

Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το αναιρεσείον δεν προσκομίζει τα πιο πάνω έγγραφα, όπως απαιτείται κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού λόγου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι από την κατηγορηματική διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για την εξαγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, έγινε δεκτό ότι τα δύο επίδικα ακίνητα έχουν εν μέρει τη μορφή δασικών εκτάσεων, απορρίπτοντας περαιτέρω τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί κυριότητάς του στα τμήματα των επιδίκων ακινήτων που έχουν τη μορφή αυτή, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω κατά την έρευνα του δευτέρου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα πιο πάνω έγγραφα.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ και της παρ. 2 της 134423/οικ/8-12-1992 (ΦΕΚ 11/20-1-1993 τ. Β') κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987, προκύπτει ότι η επιβαλλομένη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των 300 ευρώ.

Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ τέταρτος, και τελευταίος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο ότι επέβαλε σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη 600 ευρώ, είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, κατ' αποδοχή του πρώτου και του τετάρτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 225/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου … και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημά του, τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ και της παρ. 2 της 134423/οικ/8-12-1992 (ΦΕΚ 11/20-1-1993 τ.

Β') κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 225/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ….

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ