Legislator Case Law & Legislation
779/2023 AI generated

Supreme Court allows appeals against a bank's seizure order, ruling the state's enforcement action invalid against the bank.

Case Number 779/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed appeals filed by a bank and the state against a seizure order issued to a third party. The court found the state's compulsory seizure of the third party's property invalid because it violated the bank's rights as a secured creditor. Consequently, the seizure was declared void, and the third party was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 178, 179, 183 of the Code of Civil Procedure and Article 22, paragraph 2, letter b of Law 3693/1957; When a state authority issues a compulsory seizure order against a third party's property to satisfy a bank's secured claim, the seizure is invalid if it improperly infringes upon the bank's priority rights, requiring the state to bear the resulting legal costs.

Keywords

AI generated
compulsory seizure secured creditor priority of rights state enforcement invalid seizure order legal costs allocation property enforcement

Cited Legislation

AI generated
Article 178, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 2, letter b of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 789/2021
Supreme Court Case 1193/1986
Supreme Court Case 1186/1986
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 779 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 779/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια αυτής Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "…" και το διακριτικό τίτλο "….", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Ορφανίδη και Αικατερίνη Μητσιμπούνα και κατέθεσε προτάσεις.

Του καθ'ου η κλήση - εφεσίβλητου - εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς, κατοικοεδρεύοντα στην Κηφισιά Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του καθ' ου η κλήση - εφεσίβλητου: Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2001 αγωγή της ήδη καλούσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1424/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1503/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω ήδη καλούσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη, με την από 24/4/2007 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1791/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1503/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 929/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη καθ' ου η κλήση - εφεσίβλητο - εκκαλούν με την από 11/11/2014 αίτησή του και η ήδη καλούσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη με την από 14/11/2014 αίτησή της. Επί των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 1095/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 929/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και διέταξε την διακράτηση της υπόθεσης προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιόν του. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ήδη καλούσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη με την από 25/10/2021 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 4.103Ζ'/ 07.01.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της δικαστικής Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π. Ρ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 25.10.2021 κλήσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23.01.2023), καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον τελευταίο. Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του εν λόγου δεύτερου αναιρεσίβλητου, σαν να ήταν παρών (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2).

Με την από 25.10.2021 κλήση της ενάγουσας εκκαλούσας-εφεσίβλητης κατά των εναγομένων εφεσιβλήτων, του πρώτου εξ αυτών και εκκαλούντος, νόμιμα φέρονται για νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατ' άρθρο 581 παρ.1 του ΚΠολΔ, οι από 16.02.2004 (αριθμ.κατάθ....) και από 05.02.2004 (αριθμ. κατάθ.1186/16.02.2004)αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, αντίστοιχα, κατά της 1424/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την εν μέρει αναίρεση της επ' αυτών εκδοθείσας 929/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την 1095/2021 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου(δεύτερη για την ίδια υπόθεση).

Στην προκειμένη περίπτωση η τελούσα υπό εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα ...", με την από 12.11.2001(αριθμ. κατάθ. δικογρ. …16.11.2001)αγωγή της εξέθετε ότι ο δεύτερος εναγόμενος ..., τα έτη 1980-1981, υπεξαίρεσε από την περιουσία της διαδοχικά ποσά σε δολάρια ΗΠΑ ισόποσα των 111.657.909 δραχμών, 11.367.542 δραχμών και 112.704.467 δραχμών.

Ότι στις 9.2.1982 αυτός αγόρασε από την Ρ. Α., με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μία κατοικία, εμβαδού 296 τμ., που αποτελεί ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, μαζί με άλλες, σε οικόπεδο επί των οδών Ο. και Ε. στην Ε. Αττικής, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 12.500.000 δραχμών και άγνωστου πραγματικού (αντικειμενική αξία πολύ μεγαλύτερη), που καταβλήθηκε "μετρητοίς" και προερχόταν από τα ανωτέρω υπεξαιρεθέντα ποσά.

Ότι με την υπ' αριθμ. 1131/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που κατέστη αμετάκλητη στις 23.1.2000, ο ανωτέρω εναγόμενος ... καταδικάσθηκε σε δήλωση βουλήσεως για να μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο στην ενάγουσα Τράπεζα, καθώς και να αποδώσει πραγματικά αυτό στην ίδια. Ότι ήδη από 24.1.1992 το εν λόγω ακίνητο είχε τεθεί σε δικαστική μεσεγγύηση με μεσεγγυούχο την ενάγουσα Τράπεζα, δυνάμει της αποφάσεως υπ' αριθ. 17492/1991 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.

Ότι στις 22.3.2001 οι εκπρόσωποι της Τράπεζας προσήλθαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς για να τακτοποιήσουν το φόρο μεταβιβάσεως του ακινήτου, προκειμένου να υλοποιηθεί η μεταβίβαση αυτού, που είχε διαταχθεί με την προηγούμενη εφετειακή απόφαση. Ότι, μολονότι ο φόρος προσδιορίστηκε και καταβλήθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., στις 29.3.2001, αυτή είχε ήδη επιβάλει, κατά την προηγούμενη ημερομηνία(22.3.2001), αναγκαστική κατάσχεση στο ίδιο ακίνητο, με σκοπό να ικανοποιηθεί απαίτηση του Δημοσίου κατά του Γ.

Κ... Και ότι η τελευταία συμπεριφορά του Δημοσίου συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός του να ικανοποιηθεί η απαίτησή του με αναγκαστική εκτέλεση κατά του ανωτέρω οφειλέτη του. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητούσε(κατ' εκτίμηση του αιτητικού της αγωγής της), να αναγνωρισθεί ότι η αναγκαστική κατάσχεση, εκ μέρους του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, στο ως άνω επίδικο ακίνητο του δεύτερου εναγομένου, οφειλέτη της, ήταν άκυρη έναντι της ίδιας, για τους ακόλουθους λόγους, ήτοι:

πρώτον, διότι αποτελεί ανεπίτρεπτη διάθεση λόγω της προϋφιστάμενης δικαστικής μεσεγγυήσεως επί του ακινήτου, δεύτερον, διότι το Ελληνικό Δημόσιο, όπως και οποιοσδήποτε υπερθεματιστής αναδειχθεί από τον πλειστηριασμό που θα επακολουθήσει την κατάσχεση αυτή, δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται από την υπ' αριθ. 1131/1998 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, και τρίτον, διότι η ευχέρεια διάθεσης του δικαιώματος κυριότητας του οφειλέτη επί του κατασχεθέντος ακινήτου, η οποία γίνεται μέσω του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό αυτού Δημοσίου, ασκείται καταχρηστικά, κατά παράβαση της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και καθ' υπέρβαση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.

Επί της αγωγής αυτής, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην του δεύτερου των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών, εξέδωσε την 1424/2003 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς τον τρίτο λόγο ακυρότητας της αναγκαστικής κατάσχεσης του επίδικου ακινήτου εκ μέρους του Δημοσίου και απέρριψε αυτήν ως προς τους επικαλουμένους πρώτο και δεύτερο λόγους ακυρότητας.

Κατά της απόφασης αυτής τόσο η υπό εκκαθάριση ενάγουσα τραπεζική εταιρεία, όσο και το πρώτο των εναγομένων Ελληνικό Δημόσιο άσκησαν τις από 16.02.2004 (αριθμ. κατάθ....) και από 05.02.2004 (αριθμ. κατάθ.1186/ 16.02.2004)αντίθετες εφέσεις τους, αντίστοιχα, επί των οποίων, κατ' αρχάς, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1503/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφενός, απορρίφθηκε η έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας Τράπεζας, αφού αντικαταστάθηκαν οι αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για την απόρριψη των δύο πρώτων λόγων ακυρότητας της επίδικης κατασχέσεως, που προβλήθηκαν με την ένδικη αγωγή, αφετέρου, έγινε δεκτή η έφεση του εκκαλούντος-εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή και αφορούσε τον τρίτο λόγο ακυρότητας της ίδιας κατασχέσεως, και, αφού δικάσθηκε η αγωγή κατ' ουσία ως προς το μέρος αυτό, απορρίφθηκε.

Η κοινή αιτιολογία απορρίψεως, για όλους τους λόγους ακυρότητας, της ανωτέρω εφετειακής αποφάσεως, ήταν ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα είχε ασκήσει προηγουμένως κατά της ίδιας κατασχέσεως και ανακοπή στην εκτελεστική διαδικασία(από 7.5.2001 με αριθμό καταθέσεως 3922/ 2001), με τους ίδιους λόγους ακυρότητας αυτής, που επικαλέσθηκε και στην ένδικη αγωγή, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η εκ νέου προβολή τους σε μεταγενέστερη δίκη βάσει του άρθρου 935 του ΚΠολΔ.

Με την από 24.4.2007 αίτησή της, η ενάγουσα-εκκαλούσα ζήτησε την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 1791/2008 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν όλω η ανωτέρω 1503/2005 τελεσίδικη απόφαση, για την αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Ειδικότερα, με την αιτιολογία ότι η ανακοπή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα Τράπεζα, παράλληλα με την ένδικη αγωγή, επικαλούμενη τους ίδιους λόγους ακυρότητας της αμφισβητούμενης αναγκαστικής κατασχέσεως, δεν ήταν απλή ανακοπή εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αλλά ανακοπή τρίτου κατά το άρθρο 936 του ίδιου Κώδικα, επί της οποίας δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 935 του εν λόγω Κώδικα.

Παράλληλα, με την ίδια απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι η προβολή λόγων ακυρότητας της κατασχέσεως, αφενός μεν εμποδιζόταν με την(προηγούμενη της ένδικης αγωγής), ανακοπή τρίτου της αναιρεσείουσας, στο πλαίσιο της διοικητικής εκτελέσεως, όπως ήταν η επίδικη που επιχειρούσε το Δημόσιο, βάσει του, έχοντος εφαρμογή σε αυτή, άρθρου 74 παρ.1α του ΚΕΔΕ, κατά το οποίο ο τρίτος έχει δικονομικό δικαίωμα να επικαλεσθεί στην ανακοπή του μόνο ουσιαστικό δικαίωμα κυριότητας πάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, όχι δε και άλλης φύσης δικαίωμα, ήτοι ενοχικό κ.λ.π., όπως είχε επικαλεσθεί η τότε αναιρεσείουσα στην προηγούμενη ανακοπή της, αφετέρου, όμως, επιτρέπεται η προβολή των ίδιων λόγων ακυρότητας, εκτός του πλαισίου της διοικητικής εκτελέσεως, με αναγνωριστική αγωγή, όπως η επίδικη, διότι τότε δεν έχει εφαρμογή το ανωτέρω άρθρο του ΚΕΔΕ και μπορούν να προταθούν όλα τα δικαιώματα του τρίτου, που προστατεύονται από το άρθρο 936 του ΚΠολΔ.

Μετά ταύτα δε η ως άνω αναιρετική απόφαση παρέπεμψε την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο ουσίας, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Με την από 10.6.2009(αριθμ. κατάθ. 532/11.6.2009) κλήση της ενάγουσας εκκαλούσας-εφεσίβλητης επαναφέρθηκαν προς κρίση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών οι δύο ως άνω (αντίθετες)εφέσεις των διαδίκων.

Επ' αυτών εκδόθηκε η 929/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν αμφότερες τυπικά δεκτές, αλλά απορρίφθηκαν κατ' ουσία. Ακολούθως, με την από 11.11.2014 αίτησή του το πρώτο εναγόμενο εκκαλούν-εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε την αναίρεση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης, αλλά και η ενάγουσα εκκαλούσα-εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα ...", με την από 4.11.2014 αντίστοιχη αίτησή της, ζήτησε την αναίρεση της ίδιας παραπάνω απόφασης.

Το Δικαστήριο τούτο, με την 1095/2021 απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις παραπάνω αιτήσεις, αναίρεσε εν μέρει την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση(929/2012)του Εφετείου Αθηνών, προσάπτοντας σ' αυτήν τις αναιρετικές πλημμέλειες, ως προς μεν την αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τους βάσιμους δεύτερο και τρίτο σχετικούς λόγους της αίτησης αναίρεσής του, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο απέδιδε αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση, που δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων, ενώ ως προς την αναίρεση της εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα …" από τους αριθμούς 1 και (κατ' εκτίμηση)8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο δεύτερο λόγο της αίτησής της, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο αυτής, για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 715 παρ.1, 721, 727, 936 παρ.1 β' ΚΠολΔ και 176 ΑΚ, δεχόμενο το Εφετείο, ότι η θέση του επιδίκου ακινήτου υπό δικαστική μεσεγγύηση δεν αποκλείει τη μετέπειτα επιβολή σ' αυτό αναγκαστικής κατάσχεσης και δεν καθιστά άκυρη την εξ αυτού του λόγου διάθεσή του με την επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση και τον περαιτέρω διενεργηθησόμενο αναγκαστικό πλειστηριασμό, και εντεύθεν κρίνοντας την αγωγή, κατά το παραπάνω πρώτο αίτημά της, ως μη νόμιμη και αβάσιμο τον αντίστοιχο λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.

Συγκεκριμένα, με την εν λόγω αναιρετική απόφαση, έγιναν δεκτά, επί λέξει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Α.ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΤΩΝ ΑΝΩ ΑΙΤΗΣΕΩΝ(από 11.11.2014 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου) "...το Εφετείο, σε σχέση με το τρίτο αίτημα της αγωγής, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του δευτέρου εναγομένου, και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως κυρίου, και κατ' επέκταση του Ελληνικού Δημοσίου, πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ως επισπεύδοντος τη διοικητική εκτέλεση με την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης επί του ακινήτου, δέχτηκε τα ακόλουθα:

Ο δεύτερος των εναγομένων (...), που ήταν προϊστάμενος της Δ/σης Λογιστικού της τεθείσας ήδη υπό εκκαθάριση, εφεσίβλητης-ενάγουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας... ιδιοποιήθηκε παράνομα από την περιουσία της... διάφορα χρηματικά ποσά... μεταξύ των ετών 1980-1981... Στις 9-2-1982... ο ανωτέρω εναγόμενος απέκτησε, κατά πλήρη κυριότητα, λόγω πωλήσεως, μία κατοικία...

Επειδή η αγορά του παραπάνω ακινήτου έγινε αποκλειστικά με τα διαθέσιμα της Τράπεζας..., τα οποία περιήλθαν σ' αυτόν με τις προαναφερόμενες παράνομες πράξεις σε βάρος της, αυτή άσκησε... την από 19-2-1992 αγωγή της κατά του δευτέρου των εναγομένων, με την οποία ζήτησε την καταδίκη του σε δήλωση βουλήσεως για την μεταβίβαση προς αυτήν της κυριότητας του παραπάνω ακινήτου και την απόδοσή του.

Η αγωγή έγινε δεκτή... με την υπ' αριθ. 1131/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου... Παράλληλα η... ενάγουσα άσκησε... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για να τεθεί το επίδικο ακίνητο υπό δικαστική μεσεγγύηση, προκειμένου να εξασφαλιστεί η κύρια απαίτησή της... Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία τελικά μεταγράφηκε...

στα βιβλία κατασχέσεων του κατά τόπον αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας στις 19-12-2000. Η ενάγουσα, ως δικαστική μεσεγγυούχος, ανέλαβε το έργο της δικαστικής μεσεγγύησης, ασφάλισε το ακίνητο, κατέβαλε περιοδικώς τα κοινόχρηστα αυτού, προέβαινε σε δήλωση φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο για λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου στη ΔΟΥ Κηφισιάς.

Ενόψει όλων των αμέσως παραπάνω περιστατικών... προκύπτει ότι η ύπαρξη της μεσεγγυήσεως υπέρ της ενάγουσας Τράπεζας, καθώς και η ευδοκίμηση της αγωγής της κατά του ήδη δευτέρου εναγομένου για καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, ήταν γεγονότα γνωστά στο πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Μετά την έκδοση της άνω, ήδη αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου, η ενάγουσα προσπάθησε να υλοποιήσει το διατακτικό της για μεταβίβαση σ' αυτή της κυριότητας του ακινήτου.

Ενόψει της σύνταξης της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής, εκ μέρους της, της πλασματικής δήλωσης του αντιδίκου της, ήλθε σε επαφή με τους αρμοδίους υπαλλήλους του Δημοσίου για τη ρύθμιση του ζητήματος της οφειλής ή μη φόρου μεταβιβάσεως και του ύψους αυτού, έχοντας την άποψη ότι τέτοιος φόρος δεν οφειλόταν...

Η αρμοδία ΔΟΥ Κηφισιάς κωλυσιεργούσε να απαντήσει και τελικά η ενάγουσα αποφάσισε να καταβάλει ως φόρο μεταβιβάσεως οποιοδήποτε ποσό προσδιορισθεί. Έτσι στις 22-3-2001 απευθύνθηκε πάλι στη ΔΟΥ Κηφισιάς, ζητώντας να της γνωστοποιηθεί ο ακριβής προσδιορισμός του εν λόγω φόρου. Η άνω ΔΟΥ ζήτησε προθεσμία για απάντηση και στις 26-3-2001 της ανακοίνωσε το οφειλόμενο ποσό, αλλά συγχρόνως, την ενημέρωσε και ότι το Δημόσιο επέβαλε στις 22-3-2001 αναγκαστική κατάσχεση, σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, στο προαναφερόμενο ακίνητο, για απαιτήσεις του κατά του μέχρι τότε κυρίου του ακινήτου ...

ενώ παράλληλα της κοινοποίησε και την υπ' αριθ. 7821/2001 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Δηλαδή η ανωτέρω κωλυσιεργία και η αίτηση για δήθεν προθεσμία προς απάντηση από την ανωτέρω ΔΟΥ έγιναν για να προλάβει το Δημόσιο να επιβάλει αυτό προηγουμένως αναγκαστική κατάσχεση στο επίμαχο ακίνητο, πριν ολοκληρωθεί η μεταβίβασή του στην ενάγουσα.

Ακολούθως η ενάγουσα στις 29-3-2001 κατέβαλε.... Το φόρο μεταβιβάσεως, που προσδιορίσθηκε και, κατόπιν τούτου, καταρτίσθηκε η υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών..., για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, που μεταγράφηκε νομότυπα... Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι το δικαίωμα του δευτέρου εναγομένου, ως κυρίου, προς διάθεση του επιδίκου κατασχεθέντος ακινήτου, μέσω του δανειστή του Ελληνικού Δημοσίου, που επέβαλε την προαναφερθείσα αναγκαστική κατάσχεση, ασκείται καταχρηστικά, καθόσον, από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του τελευταίου που προηγήθηκε, καθώς και από την πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, από τη θέση του ακινήτου σε μεσεγγύηση μέχρι και την κατάσχεσή του, η άσκηση του δικαιώματος αυτού καθίσταται μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και έτσι αντιβαίνει προφανώς στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη.

Δηλαδή, το δικαίωμα κυριότητας του δευτέρου εναγομένου επί του ακινήτου, δεν αποσβέσθηκε μεν, πλην όμως, κατέστη ανενεργό από την ανωτέρω άποψη. Κατά συνέπεια δε και η αναγκαστική εκτέλεση που στηρίζεται σ' αυτό, καθώς και η ικανοποίηση της απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου-δανειστή, που επιδιώκεται με αυτή, αποβαίνει, έναντι της ενάγουσας, ανενεργός και, κατ' ακολουθίαν, άκυρη....

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το παραπάνω τρίτο αίτημά της ήταν βάσιμη και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που υποστήριζε τα αντίθετα και ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι όμως, που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι μόνα τα εκτιθέμενα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το Εφετείο, δεν αρκούν, μετά αξιολογική στάθμιση των αντιτιθεμένων συμφερόντων των διαδίκων και συγκεκριμένα του γεγονότος, ότι το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, επέσπευσε τη διοικητική εκτέλεση για την ικανοποίηση νόμιμης απαίτησής του κατά του δεύτερου εναγομένου, που ήταν κύριος μέχρι τότε του κατασχεθέντος ακινήτου, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η αναγκαστική κατάσχεση έγινε τρία περίπου έτη μετά την έκδοση της πιο πάνω υπ' αριθ. 1131/98 απόφασης του Εφετείου, για να καταστήσουν την εκποίηση, που έγινε με την πιο πάνω διοικητική εκτέλεση, καταχρηστική.

Κατ' ακολουθίαν, οι σχετικοί δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η άνω αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχτηκε, ότι το τρίτο αίτημα της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης ήταν νόμιμο και βάσιμο και εντεύθεν απέρριψε την από 5-2-2004 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία υποστήριζε τα αντίθετα..." και Β.ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΤΩΝ ΑΝΩ ΑΙΤΗΣΕΩΝ(από 14.11.2014 αίτησης αναίρεσης της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα ..."), ότι "...από την παραδεκτή...

επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε σ' αυτή, ότι ο δεύτερος εναγόμενος(και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος)με χρήματα δικά της, που παρανόμως είχε ιδιοποιηθεί, έγινε κύριος, ύστερα από αγορά, δυνάμει του υπ' αριθ. 16565/1982 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Μ., που μεταγράφηκε νομίμως, ενός ακινήτου, ότι με την υπ' αριθ. 1131/1998 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή σχετική αγωγή της και καταδικάστηκε ο δεύτερος εναγόμενος σε δήλωση βούλησης για τη μεταβίβαση σ' αυτήν της κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου και την απόδοσή του, ότι προηγουμένως με την υπ' αριθ. 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από σχετική αίτησή της, είχε διαταχθεί για την εξασφάλιση της κύριας απαίτησής της κατά του δεύτερου εναγομένου για τη μεταβίβαση και την απόδοση σ' αυτήν του παραπάνω ακινήτου, η δικαστική μεσεγγύηση αυτού και μεσεγγυούχος διορίστηκε η ίδια, ότι η απόφαση περί δικαστικής μεσεγγύησης ενεγράφη στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας στον τόμο 1 και με αριθ.201 στις 19-12-2000, ότι στη συνέχεια το πρώτο εναγόμενο(και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), Ελληνικό Δημόσιο και πριν αυτή υλοποιήσει την υπ' αριθ. 1131/1998 απόφαση, με σύνταξη σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της δήλωσης για μεταβίβαση της κυριότητας και μεταγραφής της, προέβη στις 22-3-2001 για την ικανοποίηση απαίτησής του κατά του δεύτερου εναγομένου, σε αναγκαστική κατάσχεση του άνω ακινήτου.

Με βάση αυτά, ζήτησε με το δεύτερο αίτημα της αγωγής της, να αναγνωρισθεί ότι η συνέπεια του ουσιαστικού δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθ. 1131/1988 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ αυτής και του δευτέρου εναγομένου, περί καταδίκης του τελευταίου σε δήλωση βούλησης, δεσμεύει έναντι αυτής αυτόν(δεύτερο εναγόμενο), αλλά και το πρώτο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επισπεύδοντας την εκτέλεση, ασκεί τα δικαιώματα του δεύτερου, καθώς και τον μέλλοντα να αναδειχθεί υπερθεματιστής από τον πλειστηριασμό, ως ειδικό διάδοχο αυτών.

Το Εφετείο απέρριψε το δεύτερο αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι ?το υπέρ της ίδιας δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 1131/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν δέσμευε άνευ ετέρου και το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ τις νόμιμες προϋποθέσεις για μια τέτοια δέσμευση δεν τις είχε επικαλεστεί στην αγωγή της, δηλαδή δεν επικαλέστηκε ότι με την αγωγή για καταδίκη σε δήλωση βούλησης είχε σωρεύσει και διεκδικητική αγωγή για το επίδικο ακίνητο...

ούτε ότι είχε μεταγράψει νομότυπα στα βιβλία κατασχέσεων του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου την απόφαση για τη δικαστική μεσεγγύηση του επιδίκου πριν από την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου?. Όμως, έχοντας το περιεχόμενο που αναφέρθηκε παραπάνω, η αγωγή, σε σχέση με το προαναφερόμενο δεύτερο αίτημά της, ήταν νόμιμη.

Και τούτο, διότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ναι μεν δεν είχε επικαλεσθεί, ότι είχε σωρεύσει στην αγωγή για την καταδίκη σε δήλωση βούλησης, κατ' άρθρο 69 παρ.1 περ.δ' και ε' ΚΠολΔ, και διεκδικητική αγωγή, ώστε να επεκτείνεται το δεδικασμένο της απόφασης και στο πρώτο αναιρεσίβλητο για το λόγο αυτό, είχε όμως επικαλεσθεί με αυτήν, ότι πριν την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης, στις 22-3-2001, είχε εγγραφεί στις 19-12-2000 στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας στον τόμο 1 και αριθ.201 η υπ' αριθ. 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε διαταχθεί με αίτησή της η δικαστική μεσεγγύηση του επιδίκου.

Επομένως, οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το άνω αίτημα της αγωγής, δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Κατά συνέπεια, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, α)παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι δεν έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στην αγωγή ισχυρισμό, ότι είχε εγγραφεί στις 19-12-2000, πριν, δηλαδή, από την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης, που έλαβε χώρα στις 22-3-2001, στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας στον τόμο 1 και στον αριθ.201 η υπ' αριθ. 17492/1991(εκ παραδρομής αναφέρεται το έτος 2008) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί δικαστικής μεσεγγύησης του επιδίκου ακινήτου και β)παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τις...

διατάξεις των άρθρων 325 αριθ.2,715,721,727,1049 ΚΠολΔ και 175 ΑΚ, δεχόμενο ότι αυτές δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Συνεπώς, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.1 και (κατ' εκτίμηση)8 του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η άνω αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχτηκε, ότι το δεύτερο αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας ήταν μη νόμιμο για τον παραπάνω λόγο, και, αντικαθιστώντας την αιτιολογία της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εντεύθεν απέρριψε την από 16-2-2004 έφεσή της...".

Συνεπώς, μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης και την αναίρεση, κατά τα παραπάνω μέρη, της προσβαλλόμενης ως άνω υπ' αριθ. 929/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και, ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση στην ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο ίδιο τμήμα σε νέα συζήτηση, μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Στο άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται σ' αυτήν" και στο άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση...".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον έχουν προβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή, κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 304/2016). Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους.

Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 84/2017). Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση, όπως και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά, τα οποία συναναιρούνται.

Η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, τα οποία δεν προσβλήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης ή εκείνα, ως προς τα οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 634/2016). Ως προς τα κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, αυτή παράγει δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.

Στην, αντίθετη περίπτωση, παραβιάζεται το δεδικασμένο της απόφασης αυτής, κατά τη θετική του λειτουργία (ΑΠ 644/2017, ΑΠ 503/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 929/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μόνον ως προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια αυτής, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα.

Ενόψει, λοιπόν, του ότι με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση είχαν γίνει δεκτές μεν τυπικά, αλλά απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσες από 16.02.2004 (με αριθμό καταθέσεως ...) και από 05.02.2004 (με αριθμό καταθέσεως 1186/16.02.2004)αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 1424/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και έτσι επικυρώθηκε η απόφαση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως προς τον τρίτο λόγο ακυρότητας της αναγκαστικής κατάσχεσης του επίδικου ακινήτου εκ μέρους του Δημοσίου και είχε απορρίψει αυτήν ως προς τους επικαλουμένους πρώτο και δεύτερο λόγους ακυρότητας, το Δικαστήριο αυτό της παραπομπής πρέπει να ερευνήσει στα πλαίσια της ως άνω αναιρετικής απόφασης, την κατ' ουσία βασιμότητα των ως άνω εφέσεων, και δη μόνο ως προς τους λόγους των εφέσεων, που προσβάλλουν τους δεύτερο και τρίτο λόγους ακυρότητας της αναγκαστικής κατάσχεσης του επιδίκου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο που είχε επισπεύσει την εκτέλεση.

Κατά το άρθρο 936 παρ. 1 εδ. α' και β' του ΚΠολΔ, τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του στο αντικείμενο αυτής, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται, σύμφωνα με το νόμο, την ακυρότητα της διάθεσης.

Εξάλλου, η κατά το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας (ΑΚ 174), πράγμα που διακηρύσσεται ήδη και με το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται γενικώς και αδιακρίτως στην άσκηση κάθε δικαιώματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι ο τρίτος, ασκώντας ανακοπή με λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 936 ΚΠολΔ, για να αποκρούσει την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται και να διατηρήσει έτσι την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί υπέρ αυτού επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, μπορεί να επικαλεστεί ως λόγο της ανακοπής του, κάθε δικαίωμα (με την ευρεία έννοια του νόμου, που περιλαμβάνει οποιαδήποτε δυνατότητα, ευχέρεια ή εξουσία που παρέχεται από το νόμο), δυνάμει του οποίου αποκρούεται, ενόλω ή εν μέρει, το ουσιαστικό δικαίωμα του οφειλέτη επί του αντικειμένου της εκτέλεσης.

Επομένως, μπορεί να επικαλεστεί και το εκ του άρθρου 281 ΑΚ δικαίωμα, χωρίς να εμποδίζεται από το γεγονός, ότι η ανακοπή πλήττει και εκείνον που επισπεύδει την εκτέλεση και υπέρ του οποίου γίνεται αυτή, αφού ο τελευταίος ασκεί τα δικαιώματα του καθού η εκτέλεση (άρθρα 965 και 1005 Κ.Πολ.Δ) και γι' αυτό υπόκειται στους περιορισμούς στους οποίους θα υπέκειτο και ο καθού η εκτέλεση, αν ασκούσε το δικαίωμά του.

Αφού δε το ως άνω δικαίωμα του οφειλέτη καταστεί έτσι ανενεργές εκ του λόγου τούτου, η αναγκαστική εκτέλεση που στηρίζεται σ' αυτό, καθώς και η ικανοποίηση του δανειστή που επιδιώκει, και η οποία αποτελεί επίσης άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, αποβαίνει έναντι του τρίτου ανενεργής και συνεπώς, άκυρη (ΟλΑΠ 484/1984, ΑΠ 1306/2006).

Περαιτέρω, ενόψει του ότι με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1α του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) παρέχεται στον τρίτο δικαίωμα ανακοπής κατά της διοικητικής εκτέλεσης και μετά την περάτωσή της (άρθρο 74 παρ. 2 του ΚΕΔΕ) μόνο όταν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητάς του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης (κινητού ή ακινήτου) όχι δε και όταν συντρέχουν οι λοιπές περιστάσεις του άρθρου 936 ΚΠολΔ, ο τρίτος, προβάλλοντας άλλο (πλην της κυριότητας) δικαίωμά του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης κατά του οφειλέτη (καθού η εκτέλεση) και έχοντας κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, έχει τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας όχι με ανακοπή, αλλά με αγωγή (ΑΠ 1791/2008, ΑΠ 1306/2006, ΑΠ 819/1998).

Εξάλλου, το ζήτημα, αν είναι καταχρηστική η στηριζόμενη στο δικαίωμα του καθού η εκτέλεση οφειλέτη επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, αναγκαστική ή διοικητική κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ εκτέλεση, καθώς και η επιδιωκόμενη μ' αυτή πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή, πρέπει να αντιμετωπίζεται και με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου του δικαιώματος, ήτοι του καθού η εκτέλεση και συνακόλουθα σε βάρος του επισπεύδοντος δανειστή, από την παρακώλυση άσκησης από τον οφειλέτη του δικαιώματος (ΑΠ 1306/2006, ΑΠ 1402/1994).

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 919 αριθ. 1 ΚΠολΔ, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται, όταν πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο, κατά δε το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ, το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της.

Από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων συνάγεται ότι στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής το δεδικασμένο ισχύει και η εκτελεστότητα υφίσταται έναντι του διαδόχου, είτε πρόκειται περί εμπραγμάτων είτε περί ενοχικών δικαιωμάτων. Η δέσμευση όμως αφορά το επίδικο δικαίωμα και μόνον εκείνου που διαδέχεται επ' αυτού το διάδικο.

Επομένως, αν έχει ασκηθεί ενοχική αγωγή, που έχει αντικείμενο τη μεταβίβαση της κυριότητας πράγματος, επίδικο είναι το προς τούτο ενοχικό δικαίωμα και όχι το ίδιο το πράγμα, δεσμεύεται δε ο διάδικος σ' αυτό το δικαίωμα και όχι ο αποκτών την κυριότητα του πράγματος από ένα των διαδίκων. Τέτοιας φύσης (ενοχικής) είναι και η από το άρθρο 949 ΚΠολΔ αγωγή, για την καταδίκη κάποιου σε δήλωση βούλησης.

Ακόμα δε και αν στην αγωγή αυτή σωρεύεται αίτημα για την εκπλήρωση της υπό κατάρτιση σύμβασης και συνακόλουθα η απόφαση περιέχει καταδίκη και σε παράδοση του πράγματος, το από την απόφαση αυτή δεδικασμένο δεν έχει ισχύ και εναντίον του τρίτου που απέκτησε το πράγμα κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας της από το άρθρο 949 ΚΠολΔ δίκης, διότι στην περίπτωση αυτήν ο τρίτος είναι ειδικός διάδοχος του οφειλέτη που νικήθηκε, αλλά μόνο ως προς το δικαίωμα κυριότητας στο ακίνητο, το οποίο όμως δεν ήταν επίδικο, αλλ' επίδικη ήταν η αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου για την καταδίκη του σε δήλωση βούλησης, ως προς την οποία ο τρίτος δεν είναι ειδικός διάδοχος.

Όμως, αν στην αγωγή για την καταδίκη σε δήλωση βούλησης είχε σωρευτεί, κατ' άρθρο 69 παρ. 1 περ. δ' και ε' ΚΠολΔ, και διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ) επεκτείνεται το δεδικασμένο της απόφασης και στον τρίτο, αφού τότε επίδικο καθίσταται το ίδιο το δικαίωμα της κυριότητας στο ακίνητο. Το ίδιο ισχύει και όταν ο δικαιούχος της κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ καταδίκης σε δήλωση βούλησης, είχε επιτύχει το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης του πράγματος, υπό την απαραίτητη και αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι κατά το χρόνο της διάθεσης, η απόφαση για τη θέση του πράγματος υπό δικαστική μεσεγγύηση είχε εγγραφεί στα βιβλία κατασχέσεων της περιφέρειας του τόπου, όπου βρίσκεται το ακίνητο.

Η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 721 και 715 παρ. 3 ΚΠολΔ, η τελευταία από τις οποίες ορίζει ότι στη συντηρητική κατάσχεση ακινήτου, συνακόλουθα και στη δικαστική μεσεγγύησή του, η ακυρότητα που αναφέρεται στην παρ. 1 (του άρθρου 715) ισχύει ως προς τους τρίτους μόνο αν, κατά το χρόνο της διάθεσης, είχε γίνει η εγγραφή της κατάσχεσης, επομένως και της δικαστικής μεσεγγύησης στο βιβλίο κατασχέσεων.

Το γεγονός ότι στο άρθρο 727 δεν περιλήφθηκε στις συμπληρωματικώς εφαρμοστέες διατάξεις και η διάταξη του άρθρου 714 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ρητώς ορίζεται η εγγραφή της συντηρητικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, δεν υποδηλώνει βούληση του νομοθέτη για διαφοροποίηση ως προς τη δικαστική μεσεγγύηση, ενόψει της ρητής και αδιάστικτης παραπομπής από το άρθρο 727 σε όλες τις διατάξεις του άρθρου 715 (ΑΠ 1306/ 2006).

Στην προκειμένη περίπτωση η ως άνω ένδικη αγωγή με το προαναφερθέν περιεχόμενό της, ως προς μεν το κεφάλαιο της εκκαλουμένης περί της καταχρηστικότητας, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, στην επιβολή της επίμαχης αναγκαστικής κατασχέσεως εκ μέρους του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο, που συνέχεται με το τρίτο προβαλλόμενο αίτημά της, σύμφωνα και με τις προηγηθείσες οικείες νομικές σκέψεις, είναι νομικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον μόνο τα εκτιθέμενα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στο ιστορικό αυτής (αγωγής) δεν αρκούν, για να καταστήσουν την εκποίηση, που έγινε με την προεκτεθείσα διοικητική εκτέλεση, καταχρηστική.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την 1424/2003 εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε, νόμιμη κατά το ανωτέρω αίτημά της, την ένδικη αγωγή και στη συνέχεια δέχτηκε αυτήν, εν μέρει, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος κυριότητας του δευτέρου των εναγομένων και δευτέρου των εφεσιβλήτων, Γ.

Κ., επί του κατασχεθέντος ακινήτου του, ασκήθηκε καταχρηστικά και εκ του λόγου τούτου κατέστη ανενεργό έναντι της ενάγουσας και ήδη πρώτης των εφεσιβλήτων, υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα ..."), και κατά συνέπεια και η αναγκαστική εκτέλεση που στηρίζεται σ' αυτό κατέστη ανενεργής και άκυρη, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του ως άνω άρθρου 281 ΑΚ, γι' αυτό και ο σχετικός λόγος έφεσης του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να γίνει δεκτός και συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση του τελευταίου.

Αντίθετα, όμως, η υπό κρίση αγωγή, σε σχέση με το προαναφερόμενο δεύτερο αίτημά της, με το οποίο, κατ' ορθήν εκτίμηση, του περιεχομένου της, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η αναγκαστική κατάσχεση, εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου, στο ως άνω επίδικο ακίνητο του δευτέρου εναγομένου, οφειλέτη της Γ.

Κ., ήταν άκυρη έναντι αυτής(ενάγουσας),για το λόγο ότι το Ελληνικό Δημόσιο, όπως και οποιοσδήποτε υπερθεματιστής ήθελε αναδειχθεί από τον πλειστηριασμό που θα επακολουθούσε την κατάσχεση αυτή, θα δεσμευόταν από το δεδικασμένο που παράγεται από την υπ' αριθ. προαναφερθείσα 1131/1998 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο εναγόμενος ...

είχε καταδικασθεί σε δήλωση βουλήσεως για να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα Τράπεζα, καθώς και να αποδώσει πραγματικά αυτό στην ίδια, ήταν νόμιμη. Και τούτο, διότι, ανεξαρτήτως του ότι η εκκαλουμένη, απέρριψε εσφαλμένα ως μη νόμιμο το αίτημα, με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής η διάγνωση της υποχρέωσης του εναγομένου να εφαρμοστεί δεδικασμένο που πηγάζει από υπάρχουσα τελεσίδικη απόφαση, και ναι μεν η ενάγουσα και εκκαλούσα δεν είχε επικαλεσθεί, ότι είχε σωρεύσει στην αγωγή για την καταδίκη σε δήλωση βούλησης, κατ' άρθρο 69 παρ.1 περ.

δ' και ε' ΚΠολΔ, και διεκδικητική αγωγή, ώστε να επεκτείνεται το δεδικασμένο της απόφασης και στο πρώτο εναγόμενο και πρώτο των εφεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο για το λόγο αυτό, σε κάθε, όμως, περίπτωση, για τη νομική βασιμότητα της αγωγής της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 325 αριθ.2,715,721,725,727 ΚΠολΔ και 175 ΑΚ, είχε επικαλεσθεί με αυτήν (αγωγή), ότι πριν την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης, στις 22-3-2001, είχε εγγραφεί στις 19-12-2000 στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας στον τόμο 1 και αριθ. 201 η υπ' αριθ. 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε διαταχθεί με αίτησή της η δικαστική μεσεγγύηση του επιδίκου.

Συνεπώς, ο νόμιμα προβαλλόμενος σχετικός δεύτερος λόγος έφεσης της εκκαλούσας υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα ..."), πρέπει να γίνει δεκτός και συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και η έφεση της τελευταίας, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της που κρίθηκε νόμιμο, και να εξετασθεί η ένδικη αγωγή, ως προς το αντίστοιχο δεύτερο αίτημά της, και από ουσιαστική άποψη.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος της ενάγουσας, που εξετάσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, καθώς και από το σύνολο των προσκομιζόμενων και επικαλούμενων από τους διαδίκους εγγράφων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο δεύτερος των εναγομένων (...), που ήταν προϊστάμενος της Διεύθυνσης Λογιστικού της, τεθείσας ήδη υπό εκκαθάριση, ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα ...", με μεθοδεύσεις που δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους, ενόψει του ότι έχουν κριθεί αμετάκλητα με πολιτικές και ποινικές αποφάσεις, ιδιοποιήθηκε παράνομα από την περιουσία της Τράπεζας διάφορα χρηματικά ποσά, ύψους τουλάχιστον 235.729.918 δραχμών, κατά το ισόποσό τους σε δολάρια Η.Π.Α., μεταξύ των ετών 1980-1981, ενώ προκάλεσε γενικότερα ζημίες σε αυτή, συνολικού ύψους 30.000.000.000 δραχμών.

Στις 9.2.1982 δυνάμει του 16565/1982 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. συζ. Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ανωτέρω εναγόμενος απέκτησε, κατά πλήρη κυριότητα, λόγω πωλήσεως, από την Ρ. Α. μία κατοικία, η οποία αποτελεί ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, βρίσκεται δε στην ... και στη συμβολή των οδών ..., συνολικής έκτασης 296 τ.μ., και αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο.

Το τίμημα, που κατέβαλε ο αγοραστής "μετρητοίς" στην παραπάνω πωλήτρια, ανήλθε, κατά τα αναγραφόμενα στο πωλητήριο συμβόλαιο, στο ποσό των 12.500.000 δραχμών, αν και η εμπορική αξία του ακινήτου ανερχόταν σε πολύ μεγαλύτερο ποσό(κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής,2001, η αντικειμενική του αξία είχε ανέλθει σε 157.825.800 δραχμές).

Επειδή η αγορά του παραπάνω ακινήτου έγινε αποκλειστικά με τα διαθέσιμα της Τράπεζας Κρήτης, τα οποία περιήλθαν σ' αυτόν με τις προαναφερόμενες παράνομες πράξεις σε βάρος της, αυτή άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 19.2.1992 αγωγή της κατά του δευτέρου των εναγομένων, με την οποία ζήτησε την καταδίκη του σε δήλωση βουλήσεως για την μεταβίβαση προς αυτήν της κυριότητας του παραπάνω ακινήτου και την απόδοσή του.

Η αγωγή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 7742/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε τελεσίδικη με την υπ' αριθ. 1131/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ο εναγόμενος καταδικάστηκε σε δήλωση βουλήσεως για μεταβίβαση στην ενάγουσα του επίδικου ακινήτου(η τελευταία απόφαση έγινε αμετάκλητη στις 23.1.2000).

Παράλληλα η ανωτέρω ενάγουσα, κατά τη διάρκεια του ως άνω δικαστικού αγώνα, άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, για να τεθεί το επίδικο ακίνητο υπό δικαστική μεσεγγύηση, προκειμένου να εξασφαλιστεί η κύρια απαίτησή της να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βουλήσεως για μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στην ίδια.

Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία τελικά μεταγράφηκε, μετά από δεύτερη αίτηση της ίδιας ενάγουσας προς τον αρμόδιο Υποθηκοφύλακα, στα βιβλία κατασχέσεων του κατά τόπον αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας Αττικής, στις 19.12.2000, στον τόμο 1 και με αριθμό 201(βλ.

το πιστοποιητικό υπ' αριθ. 1853/2000 του οικείου Υποθηκοφύλακα). Η ενάγουσα, ως δικαστική μεσεγγυούχος, ανέλαβε το έργο της δικαστικής μεσεγγύησης, ασφάλισε το ακίνητο, κατέβαλε περιοδικώς τα κοινόχρηστα αυτού, προέβαινε σε δήλωση φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο για λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου, στη Δ.Ο.Υ.

Κηφισιάς. Ενόψει όλων των αμέσως παραπάνω περιστατικών και της δημοσιότητας των βιβλίων κατασχέσεων, στα οποία είχε μεταγραφεί η δικαστική απόφαση που διέταξε τη θέση του επιδίκου ακινήτου σε μεσεγγύηση, προκύπτει ότι η ύπαρξη της μεσεγγυήσεως υπέρ της ενάγουσας Τράπεζας, καθώς και η ευδοκίμηση της αγωγής της κατά του ήδη δευτέρου εναγομένου για καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, ήταν γεγονότα γνωστά στο πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Μετά την έκδοση της άνω, ήδη αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου, η ενάγουσα προσπάθησε να υλοποιήσει το διατακτικό της για μεταβίβαση σ' αυτή της κυριότητας του ακινήτου. Ενόψει της σύνταξης της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής, εκ μέρους της, της πλασματικής δήλωσης του αντιδίκου της, ήλθε σε επαφή με τους αρμοδίους υπαλλήλους του Δημοσίου για τη ρύθμιση του ζητήματος της οφειλής ή μη φόρου μεταβιβάσεως και του ύψους αυτού, έχοντας την άποψη ότι τέτοιος φόρος δεν οφειλόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η αρμοδία Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς κωλυσιεργούσε να απαντήσει και, τελικά, η ενάγουσα αποφάσισε να καταβάλει ως φόρο μεταβιβάσεως οποιοδήποτε ποσό προσδιορισθεί. Έτσι στις 22.3.2001 απευθύνθηκε πάλι στη Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς, ζητώντας να της γνωστοποιηθεί ο ακριβής προσδιορισμός του εν λόγω φόρου. Η άνω Δ.Ο.Υ. ζήτησε προθεσμία για απάντηση και στις 26.3.2001 της ανακοίνωσε το οφειλόμενο ποσό, αλλά συγχρόνως, την ενημέρωσε και ότι το Δημόσιο επέβαλε στις 22.3.2001 αναγκαστική κατάσχεση, σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, στο προαναφερόμενο ακίνητο, για απαιτήσεις του κατά του μέχρι τότε κυρίου του ακινήτου Γ.

Κ., ενώ παράλληλα της κοινοποίησε και την υπ' αριθ. 7821/2001 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Δηλαδή η ανωτέρω κωλυσιεργία και η αίτηση για δήθεν προθεσμία προς απάντηση από την ανωτέρω Δ.Ο.Υ. έγιναν για να προλάβει το Δημόσιο να επιβάλει αυτό προηγουμένως αναγκαστική κατάσχεση στο επίμαχο ακίνητο, πριν ολοκληρωθεί η μεταβίβασή του στην ενάγουσα.

Ακολούθως η ενάγουσα στις 29.3.2001 κατέβαλε, πράγματι, το φόρο μεταβιβάσεως, που προσδιορίσθηκε και, κατόπιν τούτου, καταρτίστηκε η υπ' αριθ. 28111/30.3.2001 συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών..., για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, που μεταγράφηκε νομότυπα, στις 3.4.2001, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας Αττικής.

Με βάση, επομένως, τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα και με τις προηγηθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, εφόσον δυνάμει της προαναφερθείσας υπ' αριθ. 17492/1991 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε στη δίκη μεταξύ της ενάγουσας Τράπεζας και του δευτέρου των εναγομένων, Γ.

Κ., το επίδικο ακίνητο τέθηκε υπό δικαστική μεσεγγύηση με μεσεγγυούχο την ενάγουσα Τράπεζα, και η απόφαση αυτή, μάλιστα, ενεγράφη, πριν από την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης του ως άνω ακινήτου, νομίμως στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ν. Ερυθραίας(τόμος 1, αριθμός 201), η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης με την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου, αποβαίνει έναντι της ενάγουσας Τράπεζας, καθώς και έναντι οποιουδήποτε έλκει από αυτή δικαιώματα, ανενεργός, και, κατ' ακολουθία πράξη άκυρη, καθόσον το υπέρ της πρώτης δεδικασμένο από την υπ' αριθμ.1131/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως του οφειλέτη της και δεύτερου των εναγομένων Γ.

Κ., προς μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου στην ίδια(ενάγουσα Τράπεζα), δεσμεύει και το τρίτο, επίσης δανειστή του οφειλέτη της, και πρώτο των εναγομένων Ελληνικό Δημόσιο, δοθέντος ότι τις νόμιμες προϋποθέσεις για μια τέτοια δέσμευση, αφενός έχει διαλάβει στην αγωγή της, αφετέρου αποδείχθηκε, όπως προεκτέθηκε και η ουσιαστική βασιμότητα της συνδρομής τους, και συγκεκριμένα έχει επικαλεστεί στο αγωγικό δικόγραφο, και έχει αποδειχθεί, ότι είχε μεταγράψει νομότυπα στα βιβλία κατασχέσεων του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου την απόφαση για τη δικαστική μεσεγγύηση του επιδίκου, πριν από την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου.

Εξάλλου, η δικαστική μεσεγγύηση, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες οικείες νομικές σκέψεις, συνεπάγεται, ως συνέπεια, την απαγόρευση διαθέσεως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 725,727 σε συνδυασμό με άρθρο 715 παρ.1 ΚΠολΔ για τον οφειλέτη, που καταλαμβάνει και την εκποίηση που συντελείται μέσω αναγκαστικής κατασχέσεως και αναγκαστικού πλειστηριασμού, ενώ σύμφωνα με τα άρθρα 175 και 176 ΑΚ καθιστά άκυρη τη διάθεση του πράγματος που έγινε παρά την επιβολή της.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως βάσιμη και κατ' ουσία, κατά το δεύτερο αίτημά της, και να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη, έναντι της ενάγουσας Τράπεζας, η επιβληθείσα με την υπ' αριθμ. 7821/ 22.3.2001 έκθεση, αναγκαστική κατάσχεση, εκ μέρους του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, στο επίδικο ακίνητο (ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία), του δευτέρου εναγομένου, οφειλέτη της Γ.

Κ., που βρίσκεται στην ... και στη συμβολή των οδών ..., συνολικής έκτασης 296 τ.μ., αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο. Τα δικαστικά έξοδα, για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν, εν όλω, μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας τους και, ακόμη, επειδή η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 178 παρ.1,179,183 του ΚΠολΔ και 22 παρ.2β'του Ν.3693/1957), ενώ ο ηττηθείς απών δεύτερος εναγόμενος και δεύτερος των εφεσιβλήτων, και ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων της από 14-11-2014 αίτησης αναίρεσης της παρούσας αναιρετικής δίκης, ..., πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, κατόπιν νομίμου σχετικού αιτήματος της τελευταίας(άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση ασκήσεως από τον ερημοδικαζόμενο διάδικο ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης (άρθρα 501, 502 παρ.1, 505 παρ.2, 509 ΚΠολΔ και ΑΠ 789/2021, ΑΠ 1193/1986, ΑΠ 1186/1986).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην του δευτέρου εφεσιβλήτου- εναγομένου, Γ. Κ., και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων τις από 05.02.2004 και με αριθμό καταθέσεως 1186/16.02.2004 και από 16.02.2004 και με αριθμό καταθέσεως ... αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 1424/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο της ανακοπής ερημοδικίας, ως προς τον ως άνω ερημοδικαζόμενο διάδικο, στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν αμφότερες τις ως άνω εφέσεις.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό εκκληθέντα κεφάλαια αυτής.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση ως προς τα προαναφερόμενα κεφάλαια.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τα ως απορριπτέα κριθέντα.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 12.11.2001 και με αριθμό καταθέσεως …αγωγή της ενάγουσας, υπό εκκαθάριση τελούσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα ...".

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η επιβληθείσα με την υπ' αριθμ. …έκθεση, αναγκαστική κατάσχεση, εκ μέρους του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, στο επίδικο ακίνητο του δευτέρου εναγομένου Γ. Κ., ήτοι επί μιας ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας, που βρίσκεται στην ... και στη συμβολή των οδών ..., συνολικής έκτασης 296 τ.μ., αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, είναι άκυρη, έναντι της ως άνω, υπό εκκαθάριση τελούσας, ενάγουσας Τράπεζας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα ...".

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων, για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του ηττηθέντος και ερημοδικαζόμενου δεύτερου εναγομένου και δεύτερου των εφεσιβλήτων, Γ. Κ., τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα ...", και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ, περαιτέρω, σε βάρος του ίδιου ως άνω ερημοδικαζόμενου διαδίκου, ως δευτέρου αναιρεσιβλήτου και στην μετ' αναίρεση δίκη, επί της από 14.11.2014 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας ως άνω Τράπεζας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα ...", τα δικαστικά έξοδα της τελευταίας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ