Supreme Court allows appeal against labor court decision due to insufficient and contradictory reasoning regarding salary progression eligibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Athens' decision regarding the plaintiff's salary progression. The plaintiff argued that the lower court failed to properly apply the law by granting salary increases without verifying the specific educational qualifications required for the new category. The court found the lower court's reasoning insufficient and contradictory because it granted benefits while simultaneously acknowledging the plaintiff lacked the necessary high school diploma. Consequently, the case was remanded to the same court for further examination by a different judge to clarify the legal requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the lower court applies substantive law incorrectly or fails to provide sufficient, clear, and non-contradictory reasoning regarding the material facts essential for the legal conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 779 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 779/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Ν. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Σκόνδρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3925/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5339/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-1-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνος δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999). Δεν• υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Ο Κανονισμός Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος προβλέπει και καθορίζει τους όρους εργασίας του προσωπικού της, καταρτίστηκε με την από 4/10/1973 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας προσωπικού ΔΕΗ, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1274 Β 725-10-1973 με την με αριθμό 2842/442/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και ισχύει- ως νόμος από 31/12/1973.
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού αυτού "Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες που μπορεί επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ) και αριθμός οργανικών θέσεων", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού, σύμφωνα με το είδος απασχολήσεώς τους.
Η κατηγορία περιλαμβάνει προσωπικό περισσότερων ειδικοτήτων που χαρακτηρίζεται από γενικά προσόντα της ίδιας ή διαφορετικής εκπαιδευτικής στάθμης και που έχει μισθολογική εξέλιξη, η οποία σχετίζεται κατά βάση και κατά περίπτωση με τη στάθμη του τυπικού προσόντος (στοιχειώδης, βασική, μέση, ανώτερη και ανώτατη)".
Ακολούθως στην παρ. 3 ορίζονται οι κλάδοι (Γ, Τ, ΔΟ, Ν, Υ, ΓΥ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος των: γ/ Διοικητικό - Οικονομικών, ενώ στην παρ. 4 καθορίζεται η παραπέρα υποδιαίρεση των Κλάδων σε Κατηγορίες και τα στοιχεία καθεμιάς από αυτές που αναφέρονται στις παραπάνω παραγράφους 1 και 2. Σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο (4 άρθρο 4) ο Κλάδος του Διοικητικό - Οικονομικού Προσωπικού περιλαμβάνει τρεις (3) κατηγορίες, ήτοι την κατηγορία: 1) των Πτυχιούχων (Δ01), 2) των λοιπών διοικητικό - οικονομικών (Δ02) και 3) των Διοικητικό - Οικονομικών Τεχνολόγων (Δ03).
Η Δ02 άνω κατηγορία υποδιαιρείται στις βαθμίδες: α4, α3, α2, α1, α, β, γ, δ και ε, προς τις οποίες αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια 1α, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8-9-10-11, και προσέτι προβλέπονται τα προσόντα που απαιτούνται για τη μισθολογική εξέλιξη στα μ.κ. 11 - 3 και 10 - 1α, που είναι στη μεν πρώτη περίπτωση (εξέλιξη στα μ.κ. 11 - 3) το απολυτήριο Γυμνασίου ή ενδεικτικό Γ' τάξης εξατάξιας Σχολής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής και στη δεύτερη (προαγωγή στα μ.κ. 10 - 1α), το απολυτήριο Λυκείου ή απολυτήριο εξατάξιας Σχολής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής, σε συνδυασμό ενδεχομένως με πρόσθετο προσόν που απαιτείται για την άσκηση της οικείας ειδικότητας.
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 3-2-2010 (με αριθ. εκθ. δικογ.496/2010) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθεί η εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ, της οποίας η ήδη αναιρεσείουσα τυγχάνει καθολικός διάδοχος, να του καταβάλει λόγω μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1-12-2006 έως 31-12-2010, κατά το οποίο έπρεπε να τον είχε προαγάγει, κατά τους ισχυρισμούς του, στο μισθολογικό κλιμάκιο 2, ενώ τον διατήρησε στο μισθολογικό κλιμάκιο 3, το ποσό των 17.815,60 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει για την ίδια αιτία το ποσό των 3.515,77 ευρώ, επίσης δε να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή, επί ασκηθείσης δε εφέσεως εκ μέρους της, εναγομένης κατά της άνω αποφάσεως του Πρωτόδικου δικαστηρίου εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Ότι ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, προσελήφθη από την αρχικώς εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (ΔΕΗ ΑΕ) με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου έκτακτου ημερομίσθιου προσωπικού ορισμένου χρόνου, στις 2/7/1981, επτάμηνης διάρκειας, προκειμένου να απασχοληθεί ως Μηχανοτεχνίτης Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού (τεχνίτης φανοποιός).
Η εν λόγω σύμβαση ανανεώθηκε με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, διεπόμενες από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, στην κατηγορία προσωπικού Τ4 (Τεχνικοί γενικά) και με αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου 12 του τακτικού προσωπικού, αφού η πρόσληψη του πραγματοποιήθηκε στην ως άνω κατηγορία των Τεχνικών (Τ4) κατά τα τυπικά του προσόντα ως κάτοχος Ενδεικτικού Α' τάξης Μικτού Εξατάξιου Γυμνασίου Ιστιαίας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 125 του Ν. 4001/2011, η νυν εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ) κατέστη καθολικός διάδοχος της αρχικής ανωτέρω εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ και κατόπιν τούτου το προσωπικό της τελευταίας, στο οποίο ανήκει και ο ενάγων, μεταφέρθηκε σ' αυτήν (εκκαλούσα).
Ακολούθως ο ενάγων, μετά τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρονικού διαστήματος δοκιμαστικής περιόδου και της τριετούς ευδόκιμης προϋπηρεσίας του, εντάχθηκε την 1/2/1985 στο τακτικό προσωπικό της αρχικώς εναγομένης, στην κατηγορία - ειδικότητα των Τεχνικών Τ4/Στ, δηλαδή των Μηχανοτεχνικών Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού και στο αντίστοιχο προβλεπόμενο για τη συγκεκριμένη κατηγορία - ειδικότητα μισθολογικό κλιμάκιο 11.
Με την με αριθμό Α-66/15-3- 1988 απόφαση Διευθυντή ΔΚΜ αποφασίστηκε στις 2/7/1987 "η μη μισθολογική προαγωγή" του ενάγοντα, υπέβαλε αυτός προσφυγή στο ΔΕΚ, απορρίφθηκε και κρίθηκε στάσιμος από 2/7/1987 στο μ.κ. 11. Η μισθολογική ο και προαγωγική εξέλιξη του ενάγοντα διεπόταν από τις ρυθμίσεις του άρθρου 22 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, δοθέντος ότι με τη συμπλήρωση τριετίας στο κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, ο ενάγων έπρεπε να προάγεται στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο.
Ευνοϊκή εξαίρεση της ανά τριετίας προαγωγής του αποτέλεσε η ημερομηνία 1/10/1991, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε "ανακλιμάκωση" της μισθολογικής εξέλιξης όλου του τακτικού προσωπικού της εναγόμενης που υπηρετούσε, σύμφωνα με την από 28/2/1990 ΕΣΣΕ/Προσωπικού της ΔΕΗ, κατά την 1/1/1190. Ειδικότερα ο ενάγων, που κατά την τελευταία ημεροχρονολογία ανήκε στο τακτικό προσωπικό της Τ4 κατηγορίας, έλαβε μισθολογική προώθηση κατά δύο (2) μ.κ., δηλαδή από το 9° μ.κ.
στο 7° μ.κ. βάσει της παραγράφου 4.2 του Κεφ. Α' της εν λόγω ΕΣΣΕ. Μετέπειτα, την 1/2/1997, έγινε αλλαγή της ειδικότητας του ενάγοντα και μάλιστα από την ειδικότητα Τ4/Στ (Μηχανοτεχνικοί Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού) στην ειδικότητα Τ4/Κ (Τεχνικοί Επιμελητές, βλ. το με αριθμό 50750/30-1-1997 έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού της ΔΕΗ Α.Ε.).
Επιπροσθέτως την 1/12/2003 ο ενάγων, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 22 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και τις πάγιες Οδηγίες και Εγκυκλίους της Επιχείρησης (κατόπιν αιτήσεώς του μετατάχθηκε από την κατηγορία - ειδικότητα Τ4/Κ (Τεχνικοί Επιμελητές) στην κατηγορία - ειδικότητα Δ02/Β (Καταμετρητές - Εισπράκτορες), η δε μετάταξή του έγινε στο μ.κ. 3, μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχε ο ενάγων από 1/12/2003, συνέχισε δε να απασχολείται με την τελευταία ειδικότητα έως του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής.
Η μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη του ενάγοντα σταμάτησε στο μ.κ. 3, στο οποίο προήχθη, όταν μετατάχθηκε στην κατηγορία προσωπικού Δ02/Β. Ότι ο λόγος για τον οποίο η αρχικώς εναγομένη δεν προήγαγε στον ενάγοντα στο μ.κ. 2, συνίστατο στο γεγονός ότι αυτός (ενάγων) κατείχε απολυτήριο Γ' Τάξης Γυμνασίου, χωρίς να είναι κάτοχος πτυχίου Μέσης Τεχνικής Εκπαίδευσης που απαιτούνταν για την προαγωγή αυτή.
Συγκεκριμένα στο άρθρο 4 παρ. 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ορίζονται ως προϋποθέσεις για τη μισθολογική εξέλιξη της κατηγορίας Τ4 - Τεχνικοί εν γένει στο μ.κ. 2 τα εξής: "Μισθολογική εξέλιξις στο - α: Πτυχίο ή Απολυτήριο αναγνωρισμένης Σχολής Μέσης Τεχνικής ή Γενικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμου αλλοδαπής και συναφής προς την οικείαν ειδικότητα εμπειρία ως και κατά νόμον απαιτούμενη επαγγελματική άδεια, προκειμένου περί ασκήσεως καθηκόντων φύσεως εργοδηγού της οικείας ειδικότητας ή ένταξις, γενομένη κατά τας διατάξεις των άρθρων 81 και 82 του προϊσχύσαντος κανονισμού ή ιδιότης μισθωτού προελεύσεως τέως ΗΕΑΠ ειδικότητας Βοηθού Μηχανικού".
Βάσει της ως άνω διάταξης για τη μισθολογική εξέλιξη στα ανώτερα κλιμάκια της κατηγορίας Τ4, αλλά και της κατηγορίας προσωπικού Δ02/Β, απαιτείται ως τυπικό προσόν, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, η κατοχή Απολυτηρίου Λυκείου ή Εξατάξιας Σχολής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης. Ο ενάγων είναι κάτοχος Απολυτηρίου του Μικτού Εξατάξιου Γυμνασίου Ιστιαίας, κατέχει απολυτήριο Δ' Τάξης Γενικού Λυκείου και Πτυχίο του 2ου Εσπερινού Τεχνικού Λυκείου Πειραιά, στο οποίο αναφέρεται ότι αυτός (ενάγων) παρακολούθησε κατά το σχολικό έτος 2007 - 2008 τα μαθήματα της ΤΕΤΑΡΤΗΣ (Δ') τάξης του Γενικού Λυκείου (κατεύθυνση ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ) και το από 13/2/2006 πτυχίο του 2ου Εσπερινού Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου Πειραιά, όπου αναφέρεται ότι ο ενάγων "ολοκλήρωσε τη φοίτησή του στη Δευτέρα (Β') τάξη, έλαβε μέρος με επιτυχία στις νόμιμες εξετάσεις στα μαθήματα της ειδικότητας ΚΤΙΡΙΑΚΩΝ ΕΡΓΩΝ του τομέα Κατασκευών Α' Κύκλου και κρίθηκε άξιος απολύσεως".
Από την πλευρά της η αρχική εναγόμενη έκρινε ότι επειδή ο ενάγων δεν είναι κάτοχος απολυτηρίου Λυκείου ή απολυτηρίου Εξατάξιας Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, μετά τη συμπλήρωση τριετίας του στο μ.κ. 3, δεν μπορούσε αυτός να προαχθεί σε επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, με την αιτιολογία ότι το πτυχίο Β' τάξης Α' Κύκλου Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου που κατείχε, δεν πληρούσε τα προαπαιτούμενα κατά το ως άνω άρθρο 4 ΚΚΠ/ΔΕΗ, δηλαδή δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως τίτλος Σπουδών Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου για την περαιτέρω μισθολογική του προαγωγή.
Η νυν εναγομένη όμως ισχυρίζεται ότι θα προήγαγε τον ενάγοντα στο μ.κ. 2 σε περίπτωση που ο τελευταίος είχε περατώσει και τον Β' Κύκλο Σπουδών του Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου Πειραιά, καθόσον "σύμφωνα με την υπ' αριθμ. Ε/10537/Υ.Α.(ΦΕΚ 663, τ.Β', 245-2000) τα Πτυχία των Τεχνικών Επαγγελματικών Λυκείων και των Ενιαίων Πολυκλαδικών Λυκείων (Τμήματα Ειδίκευσης) και τα ισότιμα αυτών, είναι ισότιμα με τα πτυχία των Τεχνικών Επαγγελματικών Εκπαιδευτηρίων Β' κύκλου Σπουδών, αντίστοιχης ειδικότητας".
Ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί της εναγόμενης (αρχικής και νυν) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ορίζει ως προϋπόθεση για τη μισθολογική εξέλιξη το "Απολυτήριο αναγνωρισμένης Σχολής Μέσης Τεχνικής ή Γενικής Εκπαίδευσης ημεδαπής", χωρίς να εξειδικεύει ότι σε περίπτωση των TEE απαιτείται και η ολοκλήρωση του Β' κύκλου σπουδών, προκειμένου το πτυχίο του να είναι ισότιμο με "πτυχίο Σχολής Μέσης Τεχνικής Εκπαίδευσης".
Δηλαδή σαν τέτοιο πτυχίο θεωρείται ότι περιλαμβάνεται κάθε είδους Σχολή Τεχνικής Εκπαίδευσης και μάλιστα τα Τεχνικά Επαγγελματικά Λύκεια, καθώς και τα Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια, τόσο του Α' κύκλου όσο και του Β' κύκλου Σπουδών.
Συνεπώς ο ενάγων για τη μετέπειτα μισθολογική του εξέλιξη στο μ.κ. 2, αλλά και μέχρι το μ.κ. ΙΑ,διέθετε τα προς τούτο ικανά και απαραίτητα ανωτέρω εκ του άρθρου 4 παρ. 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ προβλεπόμενα τυπικά προσόντα, εφόσον η μισθολογική εξέλιξη σχετίζεται με τη στάθμη του τυπικού προσόντος και επομένως αφού ο ενάγων κατείχε το πτυχίο του Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου Πειραιά Α' Κύκλου Σπουδών ισότιμου με το πτυχίο Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου, έπρεπε η εναγομένη μετά την, στο κατεχόμενο μ.κ. 3, συμπλήρωση της αναγκαίας προς προαγωγή τριετούς ευδοκίμου παραμονής του, να προαγάγει τον ενάγοντα στα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια και έτσι η εναγομένη όφειλε να προαγάγει τον ενάγοντα αντίστοιχα από την 1/12/2006 στο μ.κ. 2, από την 1/12/2009 στο μ.κ. 1 και από 1/12/2012 στο μ.κ. 1Α, ως καταληκτικό μ.κ. της ανάλογης κατηγορίας - ειδικότητάς του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και δέχτηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της στηριζόμενη στις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και αξιολόγησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα ...".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στην εκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του έχοντος ισχύ νόμου ΚΚΠ/ΔΕΗ που εφάρμοσε, την οποία παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Συγκεκριμένα, στο ανωτέρω άρθρο ορίζεται ρητώς ότι για την μισθολογική εξέλιξη των μισθωτών της εναγομένης που ανήκουν στον κλάδο Δο2-Λοιποί Διοικητικο-Οικονομικοί τα προσόντα που απαιτούνται για την εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια 11-3 είναι το απολυτήριο Γυμνασίου ή ενδεικτικό Γ' τάξης εξατάξιας Σχολής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής, σε συνδυασμό ενδεχομένως με πρόσθετο προσόν που απαιτείται για την άσκηση της οικείας ειδικότητας.
Η ανωτέρω πρόβλεψη περί κατοχής ρητώς απολυτηρίου Λυκείου Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης και όχι ή και οποιουδήποτε άλλου τίτλου Μέσης Εκπαίδευσης, όπως π.χ. απολυτήριο Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου ή Σχολής Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, έγινε προφανώς διότι τα καθήκοντα της ΔΟ2 κατηγορίας υπαλλήλων είναι αμιγώς διοικητικο-οικονομικά και για τον λόγο ακριβώς αυτόν, κατά την ρύθμιση του θέματος της προαγωγικής εξέλιξης του υπαγόμενου στην κατηγορία αυτή προσωπικού της, θεσμοθετήθηκε από τον έχοντα ισχύ νόμου ΚΚΠ/ΔΕΗ ως προαπαιτούμενο και αναγκαίο τυπικό προσόν για την εξέλιξη στα ανώτερα κλιμάκια της Κατηγορίας αυτής η κατοχή Απολυτηρίου Λυκείου ή Εξατάξιας Σχολής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης αποκλειομένων σιωπηρώς μεν, σαφώς δε των κατόχων μόνον τίτλων Τεχνικών Επαγγελματικών Λυκείων ή Τεχνικών Επαγγελματικών Εκπαιδευτηρίων (Τ.Ε.Ε.).
Συνεπώς το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4 του ΚΚΠ/ΔΕ διότι έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος", ο οποίος από την 1-12-2003 είχε, κατόπιν αιτήσεώς του, μεταταγεί στην Κατηγορία-Ειδικότητα Δο2/Β και στο και στο 3ο μισθ.κλιμάκιο και την 1-12-2006 ήταν κάτοχος, ήδη από την 13-2-2006, πτυχίου Εσπερινού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (Τ.Ε.Ε.) Πειραιά του Τομέα Κατασκευών Α' Κύκλου και αν και δέχθηκε ότι αυτός δεν ήταν κάτοχος απολυτηρίου Λυκείου ή απολυτηρίου εξατάξιας Σχολής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή αλλοδαπής, όπως ρητά απαιτεί η προεκτεθείσα διάταξη, εν τούτοις έκρινε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα όφειλε να τον προαγάγει από την 1-12-2006 στο μ.κ. 2, από την 1-12-2009 στο μ.κ. 1 και από 1-12-2012 στο μ.κ.1Α, διότι κατά τις παραδοχές της, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ για την μισθολογική εξέλιξη των μισθωτών της κατηγορίας Τ4-Τεχνικοί εν γένει στο μ.κ. 2 δεν απαιτείτο αποκλειστικά απολυτήριο Γενικού Λυκείου, περίπτωση όμως που δεν πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, διότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, σύμφωνα πάντοτε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν ανήκε πλέον κατά τον ένδικο χρόνο στην κατηγορία Τ4-Τεχνικοί εν γένει, αφού είχε ήδη από την 1-12-2003, κατόπιν αιτήσεώς του, μεταταγεί από την κατηγορία Τ4-Τεχνικοί εν γένει στην κατηγορία Δο2 ΙΒ, στην οποία καταληκτικό μ.κ.
ήταν το μ.κ. 3 για τους μισθωτούς που δεν ήταν κάτοχοι απολυτηρίου Γενικού Λυκείου, κατά τα προεκτεθέντα. Επίσης, το Εφετείο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα του εάν ο ενάγων - αναιρεσίβλητης διέθετε κατά τον επίδικο χρόνο τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα (απολυτήριο Λυκείου ή εξατάξιας Σχολής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης) ώστε να δικαιούται να προαχθεί μισθολογικά στα προαναφερόμενα μισθολογικά κλιμάκια.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 5339/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσα ποσόν δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ