Legislator Case Law & Legislation
779/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in bankruptcy proceedings, ruling that damage to creditors must be proven by probability, not mere speculation. The court rejects the claim of direct violation of competition law. The appeal is dismissed due to lack of substantive grounds. The court held that in bankruptcy proceedings, damage to creditors must be proven by probability, not mere speculation. The appeal is dismissed due to lack of substantive grounds. The court held that in bankruptcy proceedings, damage to creditors must be proven by probability, not mere speculation. The appeal is dismissed due to lack of substantive grounds. The court held that in bankruptcy proceedings, damage to creditors must be proven by probability, not mere speculation.

Case Number 779/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a final judgment opening bankruptcy proceedings. The appellant argued that the lower court failed to prove damage to creditors, claiming a direct violation of competition law. The court rejected this, stating that bankruptcy proceedings require a probabilistic forecast of creditor losses rather than absolute certainty, rendering the appellant's arguments unsubstantiated. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173-193 of the Code of Civil Procedure; In bankruptcy proceedings, damage to creditors must be proven by probability, not mere speculation, and appeals lacking substantive grounds are dismissed.

Keywords

AI generated
bankruptcy proceedings creditor damage probabilistic forecast appeal dismissal legal costs allocation competition law violation civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 3 item B' of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 28 paragraphs 4 and 5 of Law 2579/1998
Article 13 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 251/2017
Supreme Court Case 1152/2019
Supreme Court Case 602/2018
Supreme Court Case 984/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 779 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 779/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το δ.τ. "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... του ν. Καρδίτσας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαρμαρινό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σιαμπαλιώτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-1-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Καρδίτσας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Λαμπρόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)" και ήδη ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", ως οιονεί καθολικός διάδοχος, δυνάμει του ν. 4387/2016, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Σακελλαροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή του αναιρεσείοντος, 4) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "... ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες (4η-5η) δεν παραστάθηκαν.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ", 2) Γ. Κ. του Δ., 3) Γ. Σ. του Π., 4) Γ. Γ. του Κ., 5) Κ. Δ. του Π., 6) Χ. Κ. του Π., 7) Ε. Κ. του Γ., 8) Σ. Κ. του Θ., 9) Μ. Λ. του Κ., 10) Α. Μ. του Α., 11) Κ. Μ. του Α., 12) Κ. Ν. του Κ., 13) Β. Ν. του Α., 14) Δ. Ν. του Α., 15) Ν. Ο. του Α., 16) Π. Σ. του Σ., 17) Α. Τ. του Γ., 18) Γ. Τ. του Β. και 19) Κ. Φ. του Σ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάστηκε με τις ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου και διά των προτάσεων πρόσθετες και κύριες παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και των προς κοινοποίηση διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2018 αίτησή της και τους από 4-11-2019 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των 1ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80 παρ. 3, 558 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, πρέπει όμως να επιδίδεται σ' αυτόν η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου (ΑΠ 984/2018, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 914/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σελ. 11β αυτής) και την εκκαλουμένη απόφαση (βλ. σελ. 3β αυτής), οι οποίες επιτρεπτά επισκοπούνται, κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, προκύπτει ότι η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ... ΟΕ και ο 2ος έως την 4η, προς τους οποίους κοινοποιείται η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον λόγω της ύπαρξης απαιτήσεων αυτών σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς επίσης, ο 5ος έως τον 19ο τούτων επικαλούμενοι έννομο συμφέρον ως εργαζόμενοι της αναιρεσείουσας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άσκησαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας και τότε εκκαλούσας, χωρίς όμως να αναλάβουν τη δίκη και ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 23-9-2015 (αρ.

κατ. 6/2015) αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, ώστε να διαταχθεί το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην ανωτέρω (βασική) αίτηση.

Συνεπώς, εφόσον δεν έχουν καταστεί κύριοι διάδικοι, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής παραδεκτά δεν στρέφονται και κατ' αυτών, με την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 769 παρ. 2 σε συνδ. με άρθρ. 762 ΚΠολΔ). Πλην όμως, παραδεκτά η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κοινοποιούνται προς αυτούς στην προκειμένη δίκη, ώστε να λάβουν γνώση του ασκηθέντος ένδικου μέσου της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής και για να ενημερωθούν για την εξέλιξη της παρούσας δίκης.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, ως δικογράφων (άρθρ. 577 παρ. 1, 569 παρ. 2 σε συνδ.

με άρθρ. 53 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της 4ης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, (βλ. σελ. 11 αυτής) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 22-9-2017 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 περ.

β' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016). Εξάλλου, αναφορικά με την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ανωτέρω 4η αναιρεσίβλητη, που ερημοδικάστηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, από τη τελευταία σελίδα της προκύπτει, ότι αυτή δημοσιεύτηκε στις 15-12-2017, χωρίς όμως να προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κοινοποιηθεί νόμιμα, ούτε άλλωστε κανένας διάδικος επικαλείται τέτοια κοινοποίηση.

Επομένως, από την επομένη ημέρα της δημοσίευσης αυτής, δηλαδή από 16-12-2017, άρχισε να τρέχει η 15ήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 764 αρ. 3 ΚΠολΔ), η οποία συμπληρώθηκε στις 31-12-2017, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη και συνεπώς υπόκειται πλέον παραδεκτά στο ένδικο μέσο της αναίρεσης.

Περαιτέρω και αναφορικά με την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 564 ΚΠολΔ), που επίσης είναι στοιχείο του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), από την επομένη της τελεσιδικίας ημέρα, δηλαδή από 1-1-2018, άρχισε να τρέχει η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 769 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρ. 741 και 564 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από την έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή ασκήθηκε με την κατάθεσή της (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 1-11-2018, δηλαδή εντός της διετίας και συνεπώς είναι και εμπρόθεσμη. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30' με αριθμό πινακίου 4, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.

Εξάλλου, από τις υπ' αρ. ... και .../16-9-2019 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας, Μ. Θ. - Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Βασιλείας Παπαδοπούλου, πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων, ενώ από τις υπ' αρ. .../6-11-2019 εκθέσεις επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας προκύπτει, ότι και οι από 4-11-2019 (αρ.

κατ. 114/5-11-2019) πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης κοινοποιήθηκαν επίσης, νόμιμα και εμπρόθεσμα στις ανωτέρω 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων εταιρειών. Επίσης, Α) από τις υπ' αρ. .../16-9-2019 εκθέσεις επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 3ο έως 6ο, στους 8η έως 12ο, στους 15ο-16η και 18ο-19ο των προσθέτως παρεμβάντων (άρθρο 126 παρ. 1 ΚΠολΔ), Β) από τις υπ' αρ. ...7-11-2019 εκθέσεις επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας προκύπτει, ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κοινοποιήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 126 παρ. 1 ΚΠολΔ) στους 2ο έως 6ο, 8η έως 12ο, 15ο έως 19ο των προσθέτως παρεμβάντων, Γ) από τις υπ' αρ. ...16-9-2019 εκθέσεις επίδοσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας και από την υπ' αρ. ...'/16-9-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βόλου Φ.

Κ., προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ) στους 2ο, 7ο και 17η των προσθέτως παρεμβάντων, Δ) από την υπ' αρ. ...'/6-11-2019 έκθεση επίδοσης της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βόλου προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κοινοποιήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ) στον 7ο προσθέτως παρεμβάντα και Ε) από τις υπ' αρ. .../16-9-2019 και ...'/7-11-2019 εκθέσεις επίδοσης της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κοινοποιήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) στην 1η προσθέτως παρεμβάσα ομόρρυθμη εταιρεία.

Τέλος, ΣΤ) από τις υπ' αρ. .../16-9-2019 και ... και ...7-11-2019 εκθέσεις επίδοσης της ίδιας ως ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κοινοποιήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 128 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρ. 130 παρ. 1 ΚΠολΔ) στους 13ο και 14ο των προσθέτως παρεμβάντων, αντίστοιχα.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η 3η και η 4η των αναιρεσιβλήτων, καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ούτε οι προσθέτως παρεμβάντες προς τους οποίους έχουν κατά τα προεκτεθέντα κοινοποιηθεί νόμιμα η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ούτε ότι οι ως άνω απολειπόμενοι κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και η 1η, το 2ο και το 3ο των αναιρεσιβλήτων, καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.

Επομένως, αφού η 3η και η 4η των αναιρεσιβλήτων - καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και οι προσθέτως παρεμβάντες, προς τους οποίους κοινοποιήθηκε νόμιμα η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ.

γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους, σαν να ήταν παρόντες και οι διάδικοι αυτοί. Εξάλλου, η κρινόμενη από 1-11-2018 (αρ. κατ. 28/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 229/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 741 επ.

ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρ. 54 παρ. 1 Ν. 3588/2007 - Νέος Πτωχευτικός Κώδικας) καθώς και οι από 4-11-2019 (αρ. κατ. 114/5-11-2019 πρόσθετοι λόγοι αυτής έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και παραδεκτά (άρθρα 577 παρ.1, 544 παρ. 1 569 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας για την εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (άρθρο 246 σε συνδ.

με άρθρ. 573 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση που επισκοπείται επιτρεπτά κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 23-9-2015 (αρ. κατ. 6/2015) αίτηση, στην οποία ισχυρίστηκε ότι αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις, χωρίς όμως να έχει εξωτερικεύσει την αδυναμία της αυτή, δηλαδή χωρίς να βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών και αφού περιέγραφε στην αίτησή της την οικονομική της κατάσταση με την παράθεση των πρόσφατων οικονομικών της στοιχείων, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν οι οφειλές της προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία, τα πιστωτικά ιδρύματα και προς τους προμηθευτές της, πρότεινε τα μέτρα χρηματοδότησής της και τα μέσα για την αντιμετώπιση της οικονομικής της αδυναμίας και ζήτησε να ανοιχθεί η διαδικασία εξυγίανσης για χρονικό διάστημα, που δεν θα υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, να οριστεί μεσολαβητής από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων και να διαταχθούν προληπτικά μέτρα, με τα οποία να απαγορευτεί κάθε διαδικασία ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης για απαιτήσεις σε βάρος αυτής.

Στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι αναιρεσίβλητοι, καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης άσκησαν κύριες παρεμβάσεις, ενώ όλοι ως προς τους οποίους κοινοποιείται η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής άσκησαν πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Η ανωτέρω (βασική) αίτηση της αναιρεσείουσας, οι κύριες παρεμβάσεις των αναιρεσιβλήτων και οι πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της αναιρεσείουσας συζητήθηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία δέχτηκε τις κύριες παρεμβάσεις και απέρριψε την αίτηση ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης της ήδη αναιρεσείουσας, όπως και τις πρόσθετες υπέρ αυτής παρεμβάσεις.

Ακολούθως, η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 30-3-2017 (αρ. κατ. 178/2017) έφεση. Ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν επίσης κύριες παρεμβάσεις οι ήδη αναιρεσίβλητοι, με προφορική δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ενώ όλοι προς τους οποίους κοινοποιείται η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής άσκησαν επίσης πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ενώ τρίτα πρόσωπα, που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη άσκησαν επίσης κύρια παρέμβαση.

Το Εφετείο, κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη δέχτηκε τυπικά την έφεση της αναιρεσείουσας και την απέρριψε κατ' ουσίαν κρίνοντας, ότι δεν πιθανολογήθηκε η συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων του ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης και ειδικότερα διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές, πιθανολογήθηκε α) η αδυναμία επίτευξης συμφωνίας μεταξύ των πιστωτών αυτής, β) ότι είναι μη βάσιμες οι προσδοκίες επιτυχίας της προτεινόμενης από την αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα εξυγίανσης και γ) η πρόκληση βλάβης της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών.

Κατόπιν τούτου το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Περαιτέρω αναφορικά με τα νομικά ζητήματα που προκύπτουν στην παρούσα δίκη πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 99 παρ. 1, 2 και 10, 110 παρ. 1-4 και 101 παρ. 1-3 του Πτωχευτικού Κωδικα (Ν. 3588/2007 - ΦΕΚ A' 153/10-07-2007), όπως αυτός ίσχυε, μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ A' 94/14-08-2015) και πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ A' 240/22-12-2016), και εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 23 Ν. 4336/2015, αφού η ένδικη αίτηση ασκήθηκε (29-09-2015) μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού (Ν. 4336/2015), προβλέπονται τα ακόλουθα:

Κάθε φυσικό ή Νομικό Πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Πτχ.Κωδ., το οποίο έχει το κέντρο των συμφερόντων του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του, κατά τρόπο γενικό, δύναται να υπαχθεί στην διαδικασία εξυγίανσης, που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο με απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου (άρθρο 99 παρ. 1).

Αρμόδιο Δικαστήριο είναι το κατά το άρθρο 4 αρμόδιο πτωχευτικό Δικαστήριο που με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων δικάζει με τη διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας (άρθρo 99 παρ. 10). Οφειλέτης, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 99 ΠτΚ, δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο το άνοιγμα τη διαδικασίας εξυγίανσης.

Στην περίπτωση Νομικών Προσώπων εφαρμόζεται το άρθρο 96 παρ. 2 ΠτΚ (άρθρo 100 παρ. 1). Επομένως, για την υπαγωγή του στη διαδικασία εξυγίανσης, ο κεκτημένος πτωχευτική ικανότητα οφειλέτης υποβάλλει σχετική αίτηση ενώπιον του Πτωχευτικού Δικαστηρίου, δηλαδή, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας, στην οποία αυτός έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του, ειδικά δε για τα Νομικά Πρόσωπα τεκμαίρεται ως τέτοιος ο τόπος της καταστατικής τους έδρας (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 ΠτΚ), το οποίο (Δικαστήριο) δικάζει κατά τη διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ.

ΚΠολΔ, 53, 54 ΠτΚ). Στην αίτηση προς το Πτωχευτικό Δικαστήριο (πέραν από τα απαραίτητα στοιχεία οποιουδήποτε δικογράφου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 και 216 του ΚΠολΔ) πρέπει να περιγράφονται η επιχείρηση του οφειλέτη, η οικονομική του κατάσταση, με παράθεση των πιο πρόσφατων οικονομικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν οφειλών του προς το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά ταμεία, τα αίτια της οικονομικής του αδυναμίας, τα προτεινόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής αδυναμίας και οι τυχόν διαπραγματεύσεις, που έχουν ήδη λάβει χώρα με τους πιστωτές.

Ιδιαίτερα, γίνεται περιγραφή του μεγέθους της επιχείρησης, του προσωπικού που απασχολεί, καθώς και της κατάστασης και των προοπτικών της αγοράς, στην οποία ο οφειλέτης δραστηριοποιείται (άρθρο 100 παρ. 2 εδ. α`). Με την αίτηση ο οφειλέτης οφείλει να καταθέσει, με ποινή απαραδέκτου, τις οικονομικές του καταστάσεις (εφόσον υπάρχουν) για την τελευταία χρήση, για την οποία είναι διαθέσιμες, βεβαίωση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο και άλλα έγγραφα, που στηρίζουν τα παρεχόμενα από τον οφειλέτη στοιχεία, βεβαιωμένα ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους από τον υπεύθυνο για τη διεύθυνση του λογιστηρίου, όπου υπάρχει και από το νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης.

Στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιρειών, οι ως άνω οικονομικές καταστάσεις πρέπει να είναι δημοσιευμένες και εγκεκριμένες από τη γενική συνέλευση (άρθρο 100 παρ. 2 εδ. β`). Η αίτηση προς το Δικαστήριο συνοδεύεται, με ποινή απαραδέκτου, από έκθεση Εμπειρογνώμονα της επιλογής του οφειλέτη, στην οποία επισυνάπτεται κατάλογος των περιουσιακών στοιχείων και των πιστωτών του οφειλέτη, με ειδική μνεία των ενέγγυων πιστωτών και αναλύονται οι πιθανότητες εξυγίανσης της επιχείρησης.

Επίσης, εκτίθεται η γνώμη του Εμπειρογνώμονα σε σχέση με τα οικονομικό στοιχεία του οφειλέτη, την κατάσταση της αγοράς, τη βιωσιμότητα της επιχείρησης του οφειλέτη και με το κατά πόσο η εξυγίανση της επιχείρησης του οφειλέτη δεν παραβλάπτει τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 99 παρ. 2.

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης ζητά τη λήψη προληπτικών μέτρων, κατά το άρθρο 103, ο εμπειρογνώμονας διατυπώνει τη γνώμη του και ως προς την ανάγκη λήψης αυτών. Τα ανωτέρω στοιχεία δύνανται να περιλαμβάνονται στην αίτηση του οφειλέτη, οπότε ο εμπειρογνώμονας θα βεβαιώνει την ακρίβειά τους και κατά πόσο συμμερίζεται τις εκφερόμενες στην αίτηση εκτιμήσεις (άρθρο 100 παρ. 3).

Ο κατά την παρ. 3 του άρθρου 100 ΠτΚ Εμπειρογνώμονας είναι πιστωτικό ίδρυμα, που παρέχει νόμιμα υπηρεσίες στην Ελλάδα, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007 (ΦΕΚ A' 178), νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο, όπως ορίζονται στο Ν. 3693/2008 (άρθρο 100 αριθ. 4). Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 99-106 του Ν. 3588/2007 (Νέος Πτωχευτικός Κώδικας) εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη, σε γενικές γραμμές και με πολλές αποκλίσεις, ο γαλλικός θεσμός της διαδικασίας συνδιαλλαγής (ήδη μετά το Ν. 4013/2011 διαδικασία εξυγίανσης), που συνιστά μία νέα μορφή προπτωχευτικής διαδικασίας και μέθοδο ελεύθερης εξυγίανσης, δηλαδή θεσμός πρόληψης της πτώχευσης.

Η εν λόγω διαδικασία δεν είναι παρά μία συλλογική συναινετική διαδικασία, που λειτουργεί στο πλαίσιο της συμβατικής αυτονομίας και έχει χαρακτήρα συμφωνίας, δηλαδή, πρόκειται για σύμβαση οφειλέτη και πιστωτών, ως μέσο διαχείρισης της οικονομικής κρίσης του πρώτου και εξόδου από αυτήν με τη συνδρομή των πιστωτών του.

Κατά τη νομική της φύση, η συμφωνία συνδιαλλαγής-εξυγίανσης αποτελεί σύμβαση (προληπτικού) συμβιβασμού, επί της οποίας εφαρμόζονται οι περί συμβάσεων, γενικές και οι περί συμβιβασμού, ειδικές, διατάξεις των άρθρων 871 επ. ΑΚ, στο μέτρο που δεν αντίκεινται προς τις ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 99 επ. ΠτΚ.

Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Ο αρμόδιος Δικαστής δύναται κατά το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία κλήτευσης. Εφόσον υπάρχουν χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο ή προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, διατάσσεται υποχρεωτικά η κλήτευσή τους στη συζήτηση (άρθρο 100 παρ. 6).

Το Πτωχευτικό Δικαστήριο, εφόσον προβλέπει ότι η επίτευξη της συμφωνίας είναι δυνατή, ότι υπάρχουν βάσιμες προσδοκίες επιτυχίας της προτεινόμενης εξυγίανσης και ότι δεν παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 99 παρ. 2 ΠτΚ, αποφασίζει το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης για περίοδο όχι μεγαλύτερη των τεσσάρων (4) μηνών από την έκδοση της Απόφασης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ορίζει μεσολαβητή, σύμφωνα με το άρθρο 102 ΠτΚ.

Ο πρόεδρος του Πτωχευτικού Δικαστηρίου δύναται με πράξη του, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, του μεσολαβητή ή πιστωτή, να παρατείνει την περίοδο αυτή, εφόσον αποδεικνύεται πρόοδος στις διαπραγματεύσεις. Η συνολική διάρκεια της περιόδου της διαδικασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει του δώδεκα (12) μήνες (άρθρο 101 παρ. 1).

Η απόφαση του Δικαστηρίου δημοσιεύεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Τομέας Νομικών), (άρθρο 101 παρ. 2). Κατά της Απόφασης, που απορρίπτει την αίτηση, επιτρέπεται έφεση κατά τις κοινές διατάξεις (άρθρο 101 παρ. 3). Για την διευκόλυνση επίτευξης συμφωνίας εξυγίανσης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών του το Πτωχευτικό Δικαστήριο, κατ' αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτών ή και αυτεπαγγέλτως δύναται να διορίσει μεσολαβητή, είτε με την απόφασή του, που ανοίγει τη διαδικασία, είτε και με μεταγενέστερη Απόφαση (άρθρο 102 παρ. 1).

Με την Απόφαση του Πτωχευτικού Δικαστηρίου για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης ή με απόφαση του Προέδρου, που λαμβάνεται κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον και δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να αναστέλλονται από την κατάθεση της Αίτησης για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης και μέχρι τη λήξη της, εν όλω ή εν μέρει, τα ατομικά μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας του οφειλέτη.

Η αναστολή καταλαμβάνει τις υποχρεώσεις του οφειλέτη, που είχαν γεννηθεί πριν από την υποβολή της Αίτησης για το άνοιγμα διαδικασίας εξυγίανσης, το Δικαστήριο όμως ή κατά περίπτωση ο Πρόεδρος, δύναται σε εξαιρετικές περιπτώσεις να επεκτείνει την αναστολή και σε νεότερες απαιτήσεις. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση της διάθεσης των ακινήτων και του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη (103 παρ. 1).

Η παραπάνω αναστολή χορηγείται σε κάθε περίπτωση όταν: α) πιστωτές οι οποίοι εκπροσωπούν ποσοστό τουλάχιστον 30% του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη συμπεριλαμβανομένου του 20% των τυχόν εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο η με προσημείωση υποθήκης εξασφαλισμένων πιστωτών δηλώνουν, είτε με προφορική δήλωσή τους ενώπιον του Πτωχευτικού Δικαστηρίου ή του Προέδρου, είτε με έγγραφη επιστολή τους, που προσκομίζει ο αιτών, την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν ή ότι συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις για την επίτευξη συμφωνίας εξυγίανσης και β) το Δικαστήριο πιθανολογεί την επίτευξη συμφωνίας εξυγίανσης και την αποτροπή περιέλευσης του οφειλέτη σε κατάσταση παύσης πληρωμών (103 παρ. 1α).

Με την Απόφαση για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης το Πτωχευτικό Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει κατόπιν Αίτησης του οφειλέτη τη σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών προκειμένου να λάβει Απόφαση για την αποδοχή της συμφωνίας εξυγίανσης (άρθρο 105 παρ. 1). Η συμφωνία εξυγίανσης συνάπτεται εντός της προθεσμίας του άρθρου 101 παρ. 1.

Εντός της ίδιας προθεσμίας κατατίθεται η αίτηση για την επικύρωσή της από το Πτωχευτικό Δικαστήριο. Η ισχύς της συμφωνίας εξυγίανσης τελεί υπό την προϋπόθεση της επικύρωσής της από το πτωχευτικό δικαστήριο, εκτός αν κατά τη βούληση των συμβαλλόμενων το σύνολο ή μέρος των όρων της ισχύουν μεταξύ τους και χωρίς την επικύρωση, κατά τις διατάξεις του Κοινού Δικαίου (άρθρο 106ε παρ. 5).

Η αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης από το πτωχευτικό δικαστήριο κατατίθεται από τον οφειλέτη, οποιονδήποτε πιστωτή ή τον μεσολαβητή (άρθρο 106στ παρ. 1). Η απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης ή που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσής της δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη στο ΓΕΜΗ και στο Δελτίο του άρθρου 101 παρ. 2 με επιμέλεια του μεσολαβητή, εφόσον υπάρχει ή διαφορετικά του οφειλέτη (άρθρο 106ζ παρ. 5).

Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσης επιτρέπεται έφεση κατά τις κοινές διατάξεις (άρθρο 106ζ παρ. 8).

Συμπερασματικά, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με τον Ν. 4013/2011 (άρθρα 12 επ.) προστέθηκε στον πτωχευτικό κώδικα η λεγόμενη διαδικασία εξυγίανσης (νέο άρθρο 99 επ. ΠτΚ), η οποία πήρε τη θέση της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Σύμφωνα με την αιτιολογική Έκθεση του ως άνω Ν. 4013/2001 στόχος του θεσμού της διαδικασίας εξυγίανσης είναι να δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία στις επιχειρήσεις, που για οποιοδήποτε λόγο βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής κρίσης.

Ο νομοθέτης στην προσπάθειά του να εξειδικεύσει τους σκοπούς της διαδικασίας εξυγίανσης αναφέρεται, στην αιτιολογική αυτή έκθεση, στις κοινωνικές (διάσωση θέσεων εργασίας, τόσο στην ίδια επιχείρηση, που βρίσκεται σε κρίση, όσο και σε άλλες επιχειρήσεις συναλλαγείσες με την πρώτη), αλλά και στις οικονομικές (διάσωση άυλης αξίας της επιχείρησης, προσέλκυση επενδύσεων) παραμέτρους της εν λόγω διαδικασίας με κοινό παρονομαστή όλων τη διάσωση της επιχείρησης του οφειλέτη.

Η διαδικασία εξυγίανσης συνιστά προπτωχευτική διαδικασία, που αποσκοπεί στη διατήρηση, αξιοποίηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης με τη συμφωνία που προβλέπεται στο έκτο κεφάλαιο του ΠτΚ, χωρίς να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών (άρθρο 99 παρ. 2).Οι σκοποί αυτοί επιδιώκονται με τη σύναψη και επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης.

Η διαδικασία Εξυγίανσης χαρακτηρίζεται ρητά στον νόμο ως συλλογική προπτωχευτική διαδικασία, με προφανή σκοπό να την αποδεσμεύσει από τον προσανατολισμό του πτωχευτικού δικαίου στη μεγιστοποίηση της ικανοποίησης, των πιστωτών, όπως αυτοί αποτυπώνονται στο άρθρο 1 ΠτΚ, προβάλλοντας αντ' αυτού έντονα τη διάσωση της επιχείρησης ως πρωταρχικό ή έστω ισότιμο σκοπό.

Αν και η διαδικασία εξυγίανσης στηρίζεται στην συμβατική ελευθερία, ο Νόμος, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή με το Ν. 4446/2016, προβλέπει διπλή παρέμβαση του Δικαστηρίου, υπό την έννοια, ότι στο πλαίσιό της εκδίδονται δύο αποφάσεις δυνάμει των οποίων λειτουργεί η διαδικασία εξυγίανσης. Η πρώτη Απόφαση επιτρέπει το "άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης" (άρθρο 101 ΠτΚ) και η δεύτερη απόφαση επικυρώνει τη συμφωνία ή απορρίπτει την αίτηση επικύρωσής της (άρθρο 106 ζ ΠτΚ).

Μετά την εισαγωγή του Ν. 4446/22-12-2016 προβλέπεται μία μόνο απόφαση του Δικαστηρίου, που επικυρώνει ή μη τη συμφωνία εξυγίανσης (άρθρο 100), ενώ το άρθρο 106β αντικαταστάθηκε και το άρθρο 106 (ζ) καταργήθηκε. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του Πτωχευτικού Κώδικα, που αφορά την επικύρωση ή μη της συμφωνίας, όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 4013/2011 και ισχύει στην ένδικη υπόθεση, είναι δυνατόν, παράλληλα με την υποβολή της αίτησης υποβολής στην διαδικασία εξυγίανσης και πριν από την έναρξη της Διαδικασίας Εξυγίανσης, να συναφθεί και να υποβληθεί στο Δικαστήριο για επικύρωση, σύμφωνα με το άρθρο 106στ, συμφωνία εξυγίανσης, αν έχει υπογραφεί από πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις εκπροσωπούν ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου των απαιτήσεων (βλ.

άρθρο 106α ΠτΚ), στο οποίο περιλαμβάνεται το σαράντα τοις εκατό (40%) των τυχόν εμπραγμάτως, ή με ειδικό προνόμιο, ή με προσημείωση υποθήκης εξασφαλισμένων απαιτήσεων. Ο υπολογισμός του ποσοστού των συμβαλλομένων πιστωτών γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών, που επισυνάπτεται στη συμφωνία εξυγίανσης και αναφέρεται σε ημερομηνία, που δεν προηγείται της ημερομηνίας υποβολής της συμφωνίας στο Δικαστήριο περισσότερο από τρεις (3) μήνες.

Η αίτηση για επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης συνοδεύεται από την υπογεγραμμένη συμφωνία εξυγίανσης και με ποινή απαραδέκτου, από έκθεση του εμπειρογνώμονα, που πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 100 παρ. 4 ΠτΚ, (που αφορά το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης). Δεν αποκλείεται εμπειρογνώμονας να είναι ο εμπειρογνώμονας του άρθρου 100 παρ. 3 ΠτΚ.

Όπως έχει ήδη εκτεθεί προηγουμένως, αναφορικά με το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, το άρθρο 100 παρ. 3 ΠτΚ ορίζει, ότι στην έκθεση εμπειρογνώμονα, ο οποίος μπορεί να είναι της επιλογής του οφειλέτη, πρέπει να επισυνάπτεται κατάλογος των περιουσιακών στοιχείων και των πιστωτών του οφειλέτη, με ειδική μνεία των ενέγγυων πιστωτών και αναλύονται οι πιθανότητες εξυγίανσης της επιχείρησης.

Επίσης, εκτίθεται η γνώμη του εμπειρογνώμονα σε σχέση με τα οικονομικά στοιχεία του οφειλέτη, την κατάσταση της αγοράς, τη βιωσιμότητα της επιχείρησης του οφειλέτη και με το κατά πόσο η εξυγίανση της επιχείρησης του οφειλέτη δεν παραβλάπτει τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 99 παρ. 2 ΠτΚ (θετικές προϋποθέσεις επικύρωσης).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 103 ΠτΚ ορίζονται τέσσερις περιπτώσεις που, όταν συντρέχουν, το Δικαστήριο αρνείται την επικύρωση της συμφωνίας (αρνητικές προϋποθέσεις επικύρωσης). Αυτές είναι αν: Α) Ο οφειλέτης, κατά τη σύναψη της συμφωνίας βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών, Β) οι όροι της συμφωνίας δεν εξασφαλίζουν τη διάρκεια της επιχειρηματικής δραστηριότητας, Γ) θίγονται τα συμφέροντα των πιστωτών που δεν υπέγραψαν τη συμφωνία, Δ) η διάρκεια ισχύος της συμφωνίας έχει συνομολογηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών από την επικύρωσή της.

Οποιαδήποτε (έστω και μία) από τις περιπτώσεις αυτές αν συντρέχει, το Δικαστήριο δεν επικυρώνει τη συμφωνία. Το Δικαστήριο, αν δεν αρνηθεί, επικυρώνει τη συμφωνία και κηρύσσει το πέρας της διαδικασίας συνδιαλλαγής (άρθρο 103 παρ. 4 εδ. α` ΠτΚ). Στο περιεχόμενο της απόφασης περιλαμβάνονται οι όροι της συμφωνίας, η δε απόφαση δημοσιεύεται, όπως το άρθρο 101 του ΠτΚ ορίζει.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 79, 80, 81, 747, 748 και 752, 753 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις 4 παρ. 3 εδ. β` και 54 παρ. 1 και 99 του Ν. 3588/2007, συνάγεται ότι, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία εκδικάζεται η διαδικασία εξυγίανσης, είναι δυνατή η άσκηση κύριας ή και πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχει η διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό του.

Το έννομο συμφέρον και σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να είναι άμεσο, η δε βλάβη στα συμφέροντα του παρεμβαίνοντος να επέρχεται αμέσως από τις διατάξεις της απόφασης, που θα εκδοθεί και όχι επ` ευκαιρία αυτής. Επιπλέον προϋπόθεση της άσκησης της εν λόγω διαδικαστικής ενέργειας, αποτελεί η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως τρίτου.

Δεν απαιτείται όμως η τήρηση προδικασίας με την κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου ή την πρόβλεψη προθεσμίας, επομένως παραδεκτά ασκείται πρόσθετη παρέμβαση, αλλά και κύρια για τις συγκεκριμένες υποθέσεις, σύμφωνα με την απόκλιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 98 ΚτΠ, με τις προτάσεις ή και προφορικά κατά την έναρξη της συζήτησης με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης, με την οποία ανοίχθηκε η δίκη, ή τη ρύθμιση του επίδικου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κύρια παρέμβαση, καθώς υφίσταται στην περίπτωση αυτή το στοιχείο του αμοιβαίου αποκλεισμού των εκατέρωθεν υποβληθέντων αιτημάτων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1134/2018, ΑΠ 53/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση 1) με το να κρίνει παραδεκτή την κύρια παρέμβαση του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, χωρίς όμως να αιτιολογεί το έννομο συμφέρον και τη βλάβη αυτού από το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης μη αρκούσης της αναφοράς της προσβαλλόμενης περί συνδρομής των προϋποθέσεων της από ...-6-2015 εγκυκλίου του ΙΚΑ, καθώς επίσης 2) με το να κρίνει παραδεκτή την κύρια παρέμβαση του Δημοσίου, χωρίς να αιτιολογεί το έννομο συμφέρον και τη βλάβη αυτού, μη αρκούσης της αναφοράς της προσβαλλόμενης στις προϋποθέσεις της ΠΟΑ ...3-4-2013 του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 εδ.

β', 54 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρ. 103 παρ. 2 του Ν. 3588/2007 - Πτχ.Κ και αυτές σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 68, 79 έως 81 ΚΠολΔ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος για την άσκηση κυρίας παρέμβασης. Με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 1ου κύριου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ύψος των απαιτήσεων των πιστωτών της αναιρεσείουσας, που ήταν κρίσιμο ζήτημα για το αποτέλεσμα της δίκης και την ουσιαστική βασιμότητα της βασικής της αίτησης και ειδικότερα, σύμφωνα με τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δεν διευκρινίζει τον ακριβή χρόνο για τον προσδιορισμό των οφειλών αυτής 1) προς το ΙΚΑ, διότι ως χρόνους προσδιορισμού της οφειλής της αναφέρει την 23-9-2015 και την 21-9-2017 και έτσι προκαλείται σύγχυση, 2) προς το Δημόσιο, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές η απαίτηση της ΔΟΥ Καρδίτσας ανήλθε στο ποσό των 291.988,17 ευρώ στις 1-9-2017, που είναι ημερομηνία μεταγενέστερη από το χρόνο κατάθεσης της (βασικής) αίτησης για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης και 3) προς την 5η αναιρεσίβλητη και τότε 5η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με το διακριτικό τίτλο ...

ΑΕΒΕ, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές η απαίτηση αυτής με βάση την υπ' αρ. 237/2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ανέρχεται σε 651.173,19 ευρώ, που αποτελείται δήθεν από κεφάλαιο 622.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, χωρίς όμως να προσδιορίζεται το ποσό των τόκων και ο χρόνος υπολογισμού αυτών και ότι με τις ελλιπείς και αντιφατικές ως άνω αιτιολογίες το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 99 παρ. 1, 100 παρ. 1, 103 και 106 του Πτχ.Κώδικα περί του ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς τον ακριβή προσδιορισμό των απαιτήσεων των ανωτέρω πιστωτών της και έτσι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επίσης, με το Γ' σκέλος του ίδιου 1ου κύριου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση με την ίδια αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπή αιτιολογία ως προς την απαίτηση της 1ης αναιρεσίβλητης- πιστώτριας ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ, με το να δεχθεί ότι αυτή δεν αποδέχθηκε το προτεινόμενο από την αναιρεσείουσα σχέδιο εξυγίανσης, διότι δήθεν παραβλάπτονται τα συμφέροντά της, χωρίς όμως συγχρόνως να αναφέρει, όπως θα έπρεπε κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, 1) το ποσό που η ανωτέρω πιστώτρια Τραπεζική εταιρεία θα εισέπραττε σε περίπτωση ρευστοποίησης της ακίνητης περιουσίας της αναιρεσείουσας με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε τούτο να συγκριθεί με το ποσό, που αυτή θα εισέπραττε με το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, ούτε επίσης, 2) αναφέρει την αξία της εμπραγμάτως εξασφαλισμένης περιουσίας της πιστώτριας τράπεζας σε σύγκριση με το ποσό, που η τελευταία θα εισπράξει από τη διαδικασία εξυγίανσης, ζητήματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης και την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησής της περί ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης.

Επίσης, με τον συναφή 1ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί Α) ότι το Ελληνικό Δημόσιο δήθεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει κύρια παρέμβαση, έχοντας απαίτηση ύψους 30.624,43 ευρώ, αν και κατά την άποψη της αναιρεσείουσας η απαίτηση του Δημοσίου είχε υπερκαλυφθεί με τη δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού της αναιρεσείουσας ποσού 47.796,84 ευρώ, καθώς επίσης ότι αποκλείστηκε δήθεν η δυνατότητα ρύθμισης της οφειλής της αναιρεσείουσας σε εκατό δόσεις υπολογίζοντας και τους παρακρατούμενους φόρους για τους οποίους το Δημόσιο είχε ικανοποιηθεί με την ανωτέρω δέσμευση του τραπεζικού της λογαριασμού, Β) ότι το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υφίσταται δήθεν βλάβη από το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, αν και τούτο έχει κατασχέσει το ακίνητο της ξενοδοχειακής μονάδος της αναιρεσείουσας για το ποσό των 74.564,12 ευρώ και ότι δήθεν η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να υπαχθεί στο καθεστώς ρύθμισης, διότι απώλεσε τη ρύθμιση των δόσεων και Γ) ότι δεν υπάρχει δήθεν περιθώριο εξεύρεσης συμβιβαστικής επίλυσης στο εγγύς μέλλον με τους πιστωτές της αναιρεσείουσας, αν και η 1η αναιρεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα είχε προτείνει την καταβολή 5.000.000 ευρώ για την πλήρη εξόφληση της οφειλής της αναιρεσείουσας, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία παραβιάζοντας εκ πλαγίου τους ίδιους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου του Πτωχευτικού Κώδικα περί ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τους ερευνώμενους ως άνω συναφείς αναιρετικούς λόγους (κύριο και πρόσθετο) που αφορούν τις προϋποθέσεις ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης και το έννομο συμφέρον του ΙΚΑ και του Δημοσίου, πιστωτών της αναιρεσείουσας για την άσκηση κυρίας παρέμβασης λόγω της πρόκλησης βλάβης στα συμφεροντα αυτών, το Εφετείο, μετά από εκτενή ανάπτυξη των ουσιαστικών αλλά και των συναφών προς αυτές, δικονομικών διατάξεων, που εφάρμοσε για τα ανωτέρω ζητήματα, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: "...Για την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τάσσει η ΠΟΛ ...3.4.2013, με βάση την οποία η τελική κρίση για το σκόπιμο ή μη άσκησης παρέμβασης ανήκει στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., ο οποίος κρίνει σχετικά με την πρόκληση ή μη βλάβης στο Δημόσιο από την υπαγωγή ενός οφειλέτη του σε διαδικασία/συμφωνία εξυγίανσης βάσει των ιδιαίτερων δεδομένων κάθε περίπτωσης και της φορολογικής εικόνας της αιτούσας επιχείρησης (βλ.

έγγραφες απόψεις του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας). Σημειώνεται ότι, όπως αναφέρεται στην εν λόγω ΠΟΛ, μαζί με την αίτηση προς το πτωχευτικό δικαστήριο ο οφειλέτης πρέπει να καταθέτει επί ποινή απαραδέκτου, πέραν των λοιπών στοιχείων που περιγράφονται στο άρθρο 100 παρ. 2 του ΠτΚ και βεβαίωση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη του προς το Δημόσιο.

Η βεβαίωση αυτή από το τμήμα Εσόδων της Δ.Ο.Υ., δεν ταυτίζεται ούτε με "Αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη και φορολογικές υποχρεώσεις προς το Δημόσιο" ούτε με "Πίνακα χρεών - Φορολογούμενοι με χρέη". Η συγκεκριμένη βεβαίωση πρέπει να περιλαμβάνει εκτός των βεβαιωμένων οφειλών και τυχόν φορολογικές εκκρεμότητες του αιτούντος (π.χ.

μη υποβολή δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, δηλώσεων Φ.Π.Α.., εκκρεμείς ελέγχους, ανέλεγκτες χρήσεις κλπ). Για την κύρια παρέμβαση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τάσσει η Εγκύκλιος Ι.Κ.Α. αρ. ....6.2015, με βάση την οποία αρμόδιος να εισηγηθεί την άσκηση ή μη κύριας παρέμβασης, κατά τη συνεδρίαση για τη συζήτηση της αίτησης ανοίγματος οφειλέτη ΚΕΑΟ, είναι ο Προϊστάμενος της Περιφερειακής Υπηρεσίας ΚΕΑΟ (βλ.

υπ' αριθμ. πρωτ. .../11-9-2017 έγγραφες απόψεις της Προϊσταμένης του ΚΕΑΟ, όπου μνημονεύεται και το υπ' αριθμ. ...-1-2016 έγγραφο του Γραφείου Νομικού Συμβούλου για την άσκηση κύριας παρέμβασης με τη σύμφωνη γνώμη του Διοικητή). Επομένως, οι παραπάνω κύριες παρεμβάσεις που ασκήθηκαν πρωτοδίκως είναι παραδεκτές, όπως ορθώς έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους 1ο, 2ο και 3ο από τους λόγους της εφέσεώς της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Ως εκ τούτου οι παραπάνω κυρίως παρεμβάντες, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου και δεν είναι τρίτοι. Γι* αυτό και δεν υποχρεούνται να επαναλάβουν τη δήλωση περί ασκήσεως κυρίας παρεμβάσεως και στο παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου, εξάλλου, δεν μπορεί από 1/1/2016 να ασκηθεί το πρώτον κύρια παρέμβαση...".

Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε επίσης, ανελέγκτως αναιρετικά και τα ακόλουθα, μετά από εκτενή ανάπτυξη των ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε περί της σωρευτικής συνδρομής των προϋποθέσεων για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης: "...Από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η εκκαλούσα - αιτούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στο Δήμο ... του Ν. Καρδίτσας, τυγχάνει έμπορος κατά το τυπικό σύστημα (βλ. άρθρο 1 του Ν. 2190/1920), έχουσα πτωχευτική ικανότητα. Συστάθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. .../23.03.2007 συμβολαιογραφικής πράξεως του Συμβολαιογράφου Καρδίτσας Η.

Ε. Μ., το καταστατικό αυτής εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. Ν.600/27.03.2007 απόφαση του Νομάρχη Καρδίτσας και δημοσιεύθηκε νομίμως στο υπ' αριθμ. 2317/04.04.2007 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ - ΕΠΕ), καταχωρήθηκε δε στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιριών του Τμήματος Εμπορίου με αριθμό μητρώου ...30/Β/07/03. Σκοπός της εταιρίας είναι α) η κατασκευή, οργάνωση, λειτουργία και εκμετάλλευση ξενοδοχειακών και τουριστικών μονάδων, καθώς και η διενέργεια κάθε δραστηριότητας που έχει σχέση με τον τουρισμό, με την εκμετάλλευση ιδιόκτητων εγκαταστάσεων που θα γίνουν από την ίδια την εταιρία είτε σε ιδιόκτητα ακίνητα είτε σε ξένα, δημόσια, δημοτικά ή ιδιωτικά, καθώς και η εκμετάλλευση αγορασμένων από αυτή συγκροτημάτων και εγκαταστάσεων ή μισθωμένων από αυτή, β) η ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και εν γένει εκμετάλλευση κάθε άλλης συναφούς τουριστικής επιχείρησης για εξυπηρέτηση, διαμονή και ψυχαγωγία ανθρώπων που ταξιδεύουν για ευχάριστη διαμονή, αναψυχή, εργασία, για λόγους υγείας ή για άθληση, ήτοι ενδεικτικά εγκατάσταση εστιατορίου, μπαρ, κέντρου διασκέδασης, συνεδριακού κέντρου, κινηματοθέατρου, θεάτρου, κάμπινγκ, ενοίκιαση - πώληση ορειβατικού εξοπλισμού και ιππασίας, γ) η πώληση τοπικών προϊόντων και άλλων ειδών για την εξυπηρέτηση επισκεπτών και τουριστών, δ) η δημιουργία και εκμετάλλευση ενός προτύπου κέντρου, που θα παρέχει ύπνο, εστίαση, υπηρεσίες άθλησης, μέριμνας, υγείας και αισθητικής, καθώς και ενασχόληση με τη φύση και τη ζωή, η οποία θα απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο, κάθε ηλικίας, ακάμη και σε άτομα με κάποια προβλήματα υγείας και σε άτομα με ειδικές ανάγκες και ε) η δημιουργία, ο εξοπλισμός και η εκμετάλλευση κέντρων γυμναστικής, άθλησης και υγείας, όπως επίσης και η κυκλοφορία ενός περιοδικού εντύπου, που, θα πραγματεύεται θέματα υγείας, άθλησης και επαφής με το φυσικό περιβάλλον, ενώ για την επίτευξη του σκοπού της μπορεί:

α) να συμμετέχει σε οποιοσδήποτε μορφής επιχείρηση ημεδαπής ή αλλοδαπής, που επιδιώκει τους ίδιους ή παραπλήσιους σκοπούς, υπό οποιονδήποτε εταιρικό τύπο ή κοινοπραξία και να συγχωνεύεται άλλη εταιρία ή να απορροφά άλλη συναφή επιχείρηση ατομική ή εταιρική οποιουδήποτε εταιρικού τύπου ή να εισφέρει κλάδο σε υφιστάμενη ή συνιστώμενη νέα εταιρία, β) να συνεργάζεται με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ημεδαπής ή αλλοδαπής, κατά οποιονδήποτε τρόπο, προς ευόδωση του εταιρικού σκοπού, γ) να παρέχει οιαδήποτε εγγύηση προς τρίτους είτε τράπεζες ή σε άλλους χρηματοπιστοδοτικούς οίκους της ημεδαπής ή της αλλοδαπής ή σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που συναλλάσσονται με την εταιρία, εφόσον διά της παρεχόμενης από αυτή εγγύησης εξυπηρετείται ο εταιρικός σκοπός της και δ) να ζητεί την έκδοση εγγυητικών επιστολών ή ενέγγυων πιστώσεων, σε δραχμές ή ξένο νόμισμα, υπέρ τρίτων φυσικών ή νομικών προσώπων, μετά των οποίων συνεργάζεται ή στα οποία συμμετέχει, προς όφελος της εταιρίας και ευόδωση του εταιρικού σκοπού, παρέχουσα πάσης φύσεως ασφάλειες, ενοχικές ή εμπράγματες.

Η διάρκεια της εταιρίας ορίστηκε σε πενήντα ετη και το μετοχικο της κεφάλαιο ορίστηκε στο ποσό των 60.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 6.000 ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης 10 ευρώ. Με την υπ' αριθμ. ....2007 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αυξήθηκε κατά 2.620.000 ευρώ, με την έκδοση 262.000 νέων ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας καθεμίας ποσού 10 ευρώ, ώστε να ανέρχεται στο ποσό των 2.680.00 ευρώ, διαιρούμενο σε 268.000 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης 10 ευρώ.

Μέτοχοι της αιτούσας είναι οι: α) Θ. Τ. του Ι. με 147.400 μετοχές, αξίας 1.474.000 ευρώ (ποσοστό 55%), β) Ε. Τ. του Ι. με 80.000 μετοχές, αξίας 804.000 ευρώ (ττοσοστό 30%), γ) Ι. Τ. του Γ. με 26.800 μετοχές, αξίας 268.000 ευρώ (ποσοστό 10%) και δ) Π. συζ. Ι. Τ. με 13.400 μετοχές, αξίας 134.000 ευρώ (ποσοστό 5%). Η αιτούσα διοικείται από τριμελές Διοικητικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από τους Ε.

Τ. του Ι. ως πρόεδρο, Θ. Τ. του Ι. ως αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο και Π. συζ. Ι. Τ. ως μέλος, εκ των οποίων η πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος, ενεργούντες από κοινού ή ξεχωριστά, εκπροσωπούν και δεσμεύουν με την υπογραφή τους την εταιρία. Προς ευόδωση του εταιρικού σκοπού της η αιτούσα ανήγειρε σε ακίνητο ιδιοκτησίας της, εκτάσεως 28.027 τ.μ, το οποίο κείται στο ...

της επαρχιακής οδού ... Καρδίτσας, ξενοδοχειακή μονάδα πέντε αστέρων, υπό την επωνυμία ..., αποτελούμενη από κτιριακές εγκαταστάσεις επιφάνειας 5.605,40 τ.μ., δυναμικότητας εβδομήντα ενός δωματίων και εκατόν εξήντα κλινών, στην οποία απασχολεί μόνιμο προσωπικό 16 ατόμων (βλ. προσκομιζόμενο από 29.08.2016 πίνακα, προσωπικού).

Η συγκεκριμένη επένδυση υλοποιήθηκε με βάση τον αναπτυξιακό νόμο 3299/2004, σύμφωνα δε με την υπ' αριθμ. .../18.11.2011 τελική έκθεση κεντρικού οργάνου ελέγχου, η συνολική δαπάνη του έργου, εντός εγκριτικής αποφάσεως, ανήλθε στο ποσό των 7.028.457,54 ευρώ, χρηματοδοτούμενη ως εξής: α) με ίδια κεφάλαια, ποσού 1.563.314,40 ευρώ, β) με μακροπρόθεσμο δάνειο παγίων, ποσού 2.299.500 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../13.11.2007 συμβάσεως με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΕΤΕ), 1η των εφεσιβλήτων κυρίως παρεμβάσα και γ) με δάνειο έναντι εκχώρησης επιχορήγησης, ποσού 3.165.643,14 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...30.10.2007 σύμβασης πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό με την ΕΤΕ.

Το κεντρικό όργανο ελέγχου διαπίστωσε συνολικές δαπάνες για την κατασκευή της ξενοδοχειακής μονάδας ποσού 11.141.337 ευρώ, ήτοι δαπάνες ποσού 4.112.880 ευρώ πλέον της εγκριτικής αποφάσεως. Στα πλαίσια του αναπτυξιακού νόμου η αιτούσα εισέπραξε ποσό 1.565.200 ευρώ έναντι εγκεκριμένης επιχορήγησης, το οποίο απέδωσε στην ΕΤΕ που χρηματοδότησε την επιχορήγηση της Επένδυσης, ενώ εκκρεμεί η είσπραξη ποσού 1.226.000 ευρώ για την ίδια ως άνω αιτία, το οποίο επίσης'πρέπει να αποδοθεί στην ανωτέρω τράπεζα.

Η επιχείρηση ξεκίνησε τη λειτουργία της το έτος 2011, έκτοτε δε λειτουργεί αδιαλείπτως. Τα δύο πρώτα έτη της λειτουργίας της παρουσίασε καθαρά αποτελέσματα (προ φόρων) με θετικό πρόσημο και δη ποσού 50.324 ευρώ για τη χρήση του έτους 2011 και ποσού 204.100 ευρώ για τη χρήση του 2012, ενώ τα επόμενα έτη λειτουργίας της παρουσίασε καθαρά αποτελέσματα χρήσεως προ φόρων με αρνητικό πρόσημο και δη ποσού 91.413 ευρώ για τη χρήση του έτους 2013, ποσού 1.790.533,30 ευρώ για τη χρήση του έτους 2014 και ποσού 1.429.160,77 ευρώ για τη χρήση του έτους 2015.

Από τα κεφάλαια που δαπανήθηκαν για τη χρηματοδότηση της επένδυσης και από τη λειτουργία της ξενοδοχειακής μονάδας της αιτούσας, υπάρχουν σε βάρος της απαιτήσεις ποσού 16.261.919,02 ευρώ και συγκεκριμένα αυτή οφείλει στην 1η εφεσίβλητη - κυρίως παρεμβάσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" το ποσό των των 11.640.204,29 ευρώ (βλ.

σχετ. την υπ' αριθμ. Πρωτ. ..._16/07.01.2016 επιστολή της ΕΤΕ επί αιτήματος παροχής στοιχείων), στο 2ο εφεσίβλητο κυρίως παρεμβάν Ελληνικό Δημόσιο και δη στη ΔΟΥ το ποσό των 107.063,01 ευρώ [εκ των οποίων το ποσό των 79.690,51 στη ΔΟΥ Καρδίτσας και το ποσό των 27.372,50 ευρώ στη ΦΑΕΕ Αθηνών (βλ. σχετ. προσκομιζόμενες καρτέλες χρεών)], στο 3ο εφεσίβλητο κυρίως παρεμβάν ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ο ΕΦΚΑ, το ποσό των 896.428,72 ευρώ (βλ.

προσκομιζόμενο από 04.11.2016 πίνακα ληξιπρόθεσμων χρεών οφειλέτη), σε προμηθευτές, μεταξύ των οποίων και η 4η εφεσίβλητη κυρίως παρεμβάσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ" και η 5η εφεσίβλητη κυρίως παρεμβάσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ...", το ποσό των 3.176.621 ευρω και σε αμοιβές προσωπικού το ποσό των 441.602 ευρώ.

Ειδικότερα, η 1n εφεσίβλητη, κυρίως τταρεμβάσα, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ έχει σε βάρος της εκκαλούσας - αιτούσας απαιτήσεις συνολικού ποσού 11.640.204,29 ευρώ, αναλυόμενες ως εξής: Δυνάμει της υπ' αριθμ. ...30.10.2007 σύμβασης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μετά των από 08.04.2009 και 27.10.2010 πρόσθετων πράξεων, η ανωτέρω ανώνυμη τραπεζική εταιρία χορήγησε στην αιτούσα πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 12.800.000 ευρώ.

Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. .../13.11.2007 σύμβαση δανείου της χορήγησε δάνειο ποσού 2.544.000 ευρώ, ενώ δυνάμει της υπ' αριθμ. .../22.12.2010 έτερης συμβάσεως δανείου χορήγησε στην αιτούσα δάνειο ποσού 120.000 ευρώ. Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της τράπεζας εκ των ανωτέρω συμβάσεων δανείων, η αιτούσα συμφώνησε να της παραδώσει κατά κυριότητα ποσό μέχρι 2.544.000 ευρώ και ποσό 120.000 ευρώ (βλ.

σχετ. τις υπ' αριθμ. .../13-11-2007 και .../22.12.2010 συμβάσεις), ώστε να το χρησιμοποιήσει οποτεδήποτε για την ολική ή μερική εξόφληση οποιοσδήποτε από τις ανωτέρω απαιτήσεις της, ενώ, προς εξασφάλιση των απορρεουσών από την υπ' αριθμ. ...30.10.2007 σύμβαση πιστώσεως απαιτήσεών της, ενεγράφησαν προσημειώσεις στα μοναδικά ακίνητα της αιτούσας και δη την 01.11.2007 ενεγράφη προσημείωση, ποσού 3.300.000 ευρώ, στον τόμο … με αριθμό ….

των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1808/2007 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και την 01.11.2010 ενεγράφη έτερη προσημείωση υποθήκης, ποσού 5.600.000 ευρώ, στον τόμο … με αριθμό … των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, δυνάμει της υπ' αριθμ. 947/2010 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας στον υπ' αριθμ.

….αγρό, εκτάσεως 13.964 τ.μ., στον υπ' αριθμ. ….αγρό, εκτάσεως 11.750 τ.μ., στον υπ' αριθμ. ….αγρό, εκτάσεως 1.813 τ.μ. και στον υπ' αριθμ. … αγρό, εκτάσεως 500 τ.μ., όπως οι ανωτέρω αγροί ενοποιήθηκαν σε έναν αγρό, συνολικής εκτάσεως 28.027 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται στη θέση Γ. Κ. Τ. της κτηματικής περιφέρειας Γεωργικού Δημοτικής Ενότητας ...

Δήμου Καρδίτσας, περιήλθε δε κατά κυριότητα στην καθ' ης αιτία πωλήσεως, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24.04.2007 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Καρδίτσας Κ. Μ., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../24.04.2007 πράξη φυσικής ενοποίησης τεσσάρων αγρών επί σκοπώ αξιοποιήσεώς τους του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου. Προς εξυπηρέτηση των ανωτέρω συμβάσεων τηρήθηκαν οι κάτωθι λογαριασμοί, τους οποίους η τράπεζα έκλεισε οριστικά την 18.07.2012, επειδή η πιστούχος δεν εκπλήρωσε τις απορρέουσες εκ των συμβάσεων αυτών υποχρεώσεις της.

Κατά το χρόνο κλεισίματός τους, οι ογαριασμοί που τηρήθηκαν για την υπ' αριθμ. ... 30.10.2007 σύμβαση, εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 7.961,976,66 ευρώ και συγκεκριμένα: α) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 508.460,16 ευρώ, β) ο υπ' αριθμ. ...

λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 1.809.331,05 ευρώ, γ) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 53.372,72 ευρώ, δ) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 337.219,30 ευρώ, ε) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 150.086,53 ευρώ, στ) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 476.932,50 ευρώ, ζ) ο υπ' αριθμ. ...

λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 537.199,48 ευρώ, η) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 317.167,31 ευρώ, θ) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 303.737,51 ευρώ, ι) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 157.030,59 ευρώ, ια) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 332.977,56 ευρώ, ιβ) ο υπ' αριθμ. ...

λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 282.534,92 ευρώ και ιγ) ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, μεταφερθείς στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 2.695.927,03 ευρώ. Ο τηρηθείς προς εξυπηρέτηση της υπ' αριθμ. .../13.11.2007 σύμβασης δανείου υπ' αριθμ. ...

λογαριασμός, εμφάνισε καθυστέρηση στην καταβολή των τόκων ποσού 120.228,49 ευρώ, ενώ, ο τηρηθείς προς εξυπηρέτηση της έτερης υπ' αριθμ. .../22.12.2010 συμβάσεως δανείου λογαριασμός με αριθμό ... εμφάνισε καθυστέρηση στην καταβολή των τόκων ποσού 6.059,46 ευρώ, μεταφερθέντες δε οι ανωτέρω λογαριασμοί στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης εμφάνισαν χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 2.695.927,03 ευρώ. Κατόπιν αιτήσεων της πιστώτριας εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 291/20,12 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ποσού 7.961.976,66 ευρώ, η υπ' αριθμ. 290/2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ποσού 120.228,49 ευρώ και η υπ' αριθμ. 758/2012 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας ποσοι\6.059,46 ευρώ, με τις οποίες η αιτούσα επιτάχθηκε να της καταβάλει συνολικώς το ποσό των 8.088.264,40 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Μετά την τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 291/2012 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, οι εγγραφείσες σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της αιτούσας προσημειώσεις, ετράπησαν την 22.11.2012 σε υποθήκη. Ήδη το χρεωστικό υπόλοιπο των ανωτέρω λογαριασμών την 31.12.2015 είχε διαμορφωθεί ως εξής: 1] για την υπ' αριθμ. ...30.10.2007 σύμβαση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό:

α) στο ποσό των 718.062,47 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, β) στο ποσό των 2.541.013,32 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, γ) στο ποσό των 75.374,53 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, δ) στο ποσό των 476.231,07 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, ε) στο ποσό των 215.655,29 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, στ) στο ποσό των 685.291,44 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό, ζ) στο ποσό. των 771.887,44 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, η) στο ποσό των 455.729,15 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, θ) στο ποσό των 436.432,23 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, ι) στo ποσό των 225.633,02 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, ια) στο ποσό των 478.446,47 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, ιβ) στο ποσό των 405.966,80 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό, ιγ) στο ποσό των 3.873.663,76 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό και ιδ) στο ποσό των 96.540,58 ευρώ για τον υττ' αριθμ. ... λογαριασμό δικαστικών εξόδων και συνολικά στο ποσό των 11.455.927,57 ευρώ, 2]. για την υπ' αριθμ. .../13.11.2007 σύμβαση δανείου στο ποσό των 172.707,29 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό και στο ποσό των 1.956,50 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό δικαστικών εξόδων και συνολικά στο ποσό των 174.663,79 ευρώ και 3] για την υπ' αριθμ. .../22.12.2010 σύμβαση δανείου στο ποσό των 8.704,37 ευρώ για τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό και στο ποσό των 908,56 ευρώ για τον υπ* αριθμ.

,... λογαριασμό δικαστικών εξόδων και συνολικά στο ποσό των 9.612,93 ευρώ (βλ. σχετ. την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-16/07.01.2016 επιστολή της ΕΤΕ επί αιτήματος παροχής στοιχείων). Όσον αφορά τις οφειλές της εκκαλούσας αιτούσας προς το 2ο των εφεσιβλήτων κυρίως παρεμβάντων Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα στη ΔΟΥ, ανέρχονται, όπως προεκτέθηκε, στο ποσά των 107.063,01 ευρώ [εκ των οποίων το ποσό των 79.690,51 στη ΔΟΥ Καρδίτσας και το ποσό των 27.372,50 ευρώ στη ΦΑΕΕ Αθηνών (βλ.

σχετ. προσκομιζόμενες καρτέλες χρεών)], χωρίς να απαιτείται να έχουν καταστεί ήδη ληξιπρόθεσμες ή να μην τελούν υπό αίρεση, ενώ μπορεί να περιληφθούν και απαιτήσεις που γεννήθηκαν μέχρι και την ημέρα επικύρωσης της συμφωνίας, που είναι το απώτατο όριο για να δύναται μια απαίτηση να ρυθμισθεί με τη διαδικασία (ΕφΛαρ 40/2017 ΤΝΠ ΑΣΑ).

Το ποσό της οφειλής προς την Δ.Ο.Υ. είναι διαφορετικό απ' αυτό της αίτησης, διότι εκκρεμούσε φορολογικός έλεγχος και προς βεβαίωση χρέη (βλ. πίνακες χρεών), ενώ έχουν απωλεσθεί όλες οι ρυθμίσεις, όπως θα αναφερθεί παρακάτω. Ήδη την 1-9-2017 τα χρέη της αιτούσας προς την Δ.Ο.Υ. ανήλθαν στο ποσό των 291.988,11 ευρώ (στη Δ.Ο.Υ Καρδίτσας ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 252.108,85, προσαυξ. 34.233,64 μη ληξιπρόθεσμο 5.645,62 ευρώ σύνολο 291.988,11 ευρώ και στην ΦΑΕ Αθηνών 29.197,00 ευρώ).

Το ποσό αυτό προέκυψε μετά την υπ' αριθμ. …2015 εντολή ελέγχου και αφορά μη απόδοση ΦΠΑ και ΦΜΥ για τα έτη 2010 μέχρι 2015 (βλ. από 1/9/2017 έγγραφο του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας). Η εκκαλούσα αιτούσα πριν την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως είχε υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης των χρεών της, δυνάμει των υπ' αριθμ. .../23-04-2Ό15, .../27.05.2015, .../29.07.2015 και .../ 24. 08.2015 ρυθμίσεων, τις οποίες έχει ήδη απωλέσει, καθώς δεν τήρησε τοος αναφερόμενους σε αυτές όρους.

Επισημαίνεται, επίσης, ότι ορισμένες από τις οφειλές της αιτούσας και συγκεκριμένα οι έχουσες αριθμό ταμειακής βεβαίωσης ... 17.12.2014, .../21.01.2015, ...05.02.2015, .../09.06. 2015, ...28.06.2015, .../23.07.2015, .../27.10.2015, .../26.11.2015, .../29.12.2015, ...21.01.2016, .../ 22.02.2016, .../22.03.2016, .../21.04.2016, .../ 25.05.2016, .../22.06.2016, ...19.07.2016, …/12. 08.2016, .../28.09.2016 και .../26.10.2016, που αφορούν σε χρέη από φόρο μισθωτών υπηρεσιών και παρακρατούμενους φόρους και οι έχουσες αριθμό ταμειακής βεβαίωσης .../ 26.06.2016, .../30.06.2016, .../29.07.2016. .../29. 08.2016, .../28.09.2016 και .../31.10.2016, που αφορούν σε χρέη από ΦΠΑ, δεν μπορούν να ενταχθούν στο σχέδιο εξυγίανσης, εφόσον πρόκειται για οφειλές που ανάγονται σε φορολογική υποχρέωση όχι της αιτούσας επιχείρησης αλλά τρίτων (ΕφΑθ 2061/2016 ΤΝΠ Νόμος).

Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι οι οφειλές της εκκαλούσας-αιτούσας προς το 3ο εφεσίβλητο κυρίως παρεμβάν ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης (23.9.2015) ανέρχονταν κατά προσέγγιση σε 756.733,95 ευρώ (κύρια οφειλή 615.336,85 και πρόσθετα τέλη 141.397,10) χρονικής περιόδου οφειλής από 1-4-2011 έως 31-10-2015, ενώ κατά την 21/9/2017 με βάση τον προσκομιζόμενο πίνακα χρεών ανέρχονταν σε 1.038.705,74 ευρώ (κύρια οφειλή 803.823,50 και πρόσθετα τέλη 234.882,24).

Η εκκαλούσα αιτούσα είχε υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης των χρεών της, αλλά δεν είναι ενήμερη, καθόσον έπαυσε να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις της εν λόγω ρύθμισης. Ειδικότερα η αιτούσα είχε υπαχθεί ηλεκτρονικά σε ρύθμιση την 26.05.2015 με βάση τις διατάξεις του Ν. 4321/2015 και ειδικότερα υπήχθη σε καθεστώς ρυθμίσεως 100 δόσεων, ποσού εκάστης 7.055,88 ευρώ, πλην όμως δεν υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις της, ώστε πλέον να βρίσκεται σε καθεστώς ανενεργούς ρύθμισης.

Επίσης η αιτούσα οφείλει από το οικοδομικό έργο της ανέγερσης του ξενοδοχείου με ... το ποσό των 16.117,46 ευρώ (κύρια οφειλή 9.717,63 και πρόσθετα τέλη 6.399,83). Περαιτέρω, η 5η εφεσίβλητη κυρίως παρεμβάσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕΒΕ", έχει σε βάρος της εκκαλούσας-αιτούσας απαίτηση, απορρέουσα από την υπ' αριθμ. 237/2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, ποσού 651.173,19 ευρώ (κεφάλαιο 622.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων), η οποία τυγχάνει εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης, ήδη δε η οφειλή της αιτούσας έχει ανέλθει, με τους τόκους, στο ποσό των 876.283,13 ευρώ, παρά τις καταβολές στις οποίες προέβη η αιτούσα (βλ.

σχετ. αποδείξεις και κατάσταση της "... ΑΕΒΕ"), ενώ και η έτερη κυρίως παρεμβάσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", 4η εφεσίβλητη, έχει σε βάρος της αιτούσας απαίτηση ποσού 50.789,55 ευρώ, απορρέουσα από την προμήθεια της επιχείρησης της αιτούσας με οινοπνευματώδη ποτά. Έτι περαιτέρω, πιθανολογείται ότι η ακίνητη περιουσία της αιτούσας τυγχάνει επιβαρυμένη με τα κάτωθι εμπράγμαια βάρη:

α) την 19.06.2011 ενεγράφη προσημείωση ποσού 651.173,19 ευρώ, υπέρ της κυρίως παρεμβάσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕΒΕ", στον τόμο … με αριθμό … των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, β) την 24.10.2011, δυνάμει της υπ' αριθμ. 416/2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, ενεγράφη προσημείωση, ποσού 50.000 ευρώ, στον τόμο ….

με αριθμό … των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ, η οποία ετράπη σε υποθήκη την 30.01.2014, γ) την 19.12.2011 ενεγράφη προσημείωση, ποσού 50.010,05 ευρώ, υπέρ της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" στον τόμο… με αριθμό … των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, δ) την 31.01.2012, δυνάμει της υπ' αριθμ. 74/2012 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, ενεγράφη προσημείωση, ποσού 8.868 ευρώ, στον τόμο …με αριθμό … των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ, η οποία ετράπη σε υποθήκη την 02.05.2012, ε) την 21.02.2012 ενεγράφη υποθήκη, ποσού 11.494,77 ευρώ, υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ, στον τόμο … με αριθμό… των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, στ) την 24.02.2012, δυνάμει της υπ' αριθμ. 144/2012 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, ενεγράφη προσημείωση, ποσού 20.588 ευρώ, στον τόμο … με αριθμό …των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ, η οποία ετράπη σε υποθήκη την 02.05.2012, ζ) την 02.00.2012 ενεγράφη υποθήκη, ποσού 10.190 ευρώ, υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ, στον τόμο … με αριθμό …των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, η) την 28.09.2011 ενεγράφη κατάσχεση επισπεύσει του κυρίως παρεμβάντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για το ποσό των 74.564,12 ευρώ, στον τόμο … με αριθμό …των βιβλίων κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, θ) την 28.09.2011 ενεγράφη κατάσχεση επισπεύσει του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για το ποσό των 12.977,39 ευρώ, στον τόμο … με αριθμό ….

των βιβλίων κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, ι) την 30-09-2011 ενεγράφη κατάσχεση επισπεύσει του Ι. Α. για το ποσό των 10.159,88 ευρώ, στον τόμο …με αριθμό … των βιβλίων κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας, ια) την 27.04.2012 ενεγράφη δήλωση συνεχίσεως πλειστηριασμού επισπεύσει του Δ. Λ. Μ. στον τόμο … με αριθμό … των βιβλίων κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας και ιβ) τnv 12.03.2014 ενεγράφη κατάσχεση επισπεύσει της ΔΟΥ Καρδίτσας για το ποσό των 21.511,49 ευρώ, στον τόμο … με αριθμό … των βιβλίων κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας.

Λόγω περιορισμού της ρευστότητας της εκκαλούσας, αιτούσας εταιρίας, πού επιδεινώθηκε από την οικονομική κρίση, η οποία προκάλεσε δυσχέρεια στην εξυπηρέτηση των βραχυποόθεσιιων υποχρεώσεών της, η εταιρία υπέβαλε αίτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.

του ν. 3588/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4013/2011 και στη συνέχεια με το Ν. 4072/2012 και Ν. 4336/2015, έτσι ώστε να επιτύχει συμφωνία με τους πιστωτές της, η οποία θα διασφαλίζει τη βιωσιμότητά της και τη συνέχιση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Για την υπέρβαση της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της αιτούσας και τη βιωσιμότητα της επιχείρησής της ο πραγματογνώμων Β.

Ρ. προτείνει τη διαγραφή μέρους των υποχρεώσεών της και τη ρύθμιση του υπόλοιπου με τμηματική του πληρωμή και συγκεκριμένα: α) ως προς την κυρίως παρεμβάσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που αποτελεί και τη βασικότερη πιστώτρια της αιτούσας, υπολογίζοντας την οφειλή της αιτούσας στο ποσό των 10.498.950 ευρώ, προτείνει την εφάπαξ διαγραφή ποσού 5.272.950 ευρώ,.την.καταβολή στην ΕΤΕ του υπόλοιπου της επιχορήγησης ποσού των 1.226.000 ευρώ και τη ρύθμιση του εναπομείναντος ποσού των 4.000.000 ευρώ, με τμηματική αποπληρωμή εντός 18 ετών, με επιτόκιο 2.5% και περίοδο χάριτος 1,5 έτους, β) ως προς τις οφειλές στο κυρίως παρεμβάν Ελληνικό Δημόσιο, ήτοι στη ΔΟΥ, ισχυριζόμενος ότι η αιτούσα έχει ρυθμίσει τις οφειλές της, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 31.785 έυρώ, προτείνει την αποπληρωμή αυτών σε 100 μηνιαίες δόσεις, ποσού εκάστης 317,35 ευρώ, με έναρξη καταβολής της πρώτης δόσης την 28.04.2015, γ) ως προς τις οφειλές στο κυρίως παρεμβάν ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ισχυριζόμενοξ ότι η αιτούσα έχει ρυθμίσει τις οφειλές της, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 705.587,93 ευρώ, προτείνει την αποπληρωμή τους σε 100 μηνιαίες δόσεις, ποσού εκάστης δόσεως 7.055,88 ευρώ, με έναρξη καταβολής της πρώτης δόσης την 30.06.2015, δ) ως προς τις οφειλές προς τους προμηθευτές της αιτούσας προτείνει την εφάπαξ διαγραφή ποσού 2.223.635 ευρώ και την καταβολή του εναπομείναντος ποσού των 952.986 ευρώ με τμηματικές καταβολές σε 12 έτη χωρίς τόκους, ενώ ως προς τις οφειλόμενες αμοιβές του προσωπικού προτείνει ρύθμιση διάρκειας 6 ετών, χωρίς εφάπαξ διαγραφή μέρους των οφειλομένων.

Ακολούθως, εκθέτει τις προοπτικές ανάπτυξης της δραστηριότητας της ξενοδοχειακής μονάδας της αιτούσας και την προβλεπόμενη διαμόρφωση των πωλήσεων και των αποτελεσματικών λογαριασμών έως τη χρήση του έτους 2019, υποστηρίζοντας ότι η πληρότητα της ξενοδοχειακής μονάδας της απούσας θα αυξηθεί και θα ανέλθει σε ποσοστό 29% για το έτος 2015, σε ποσοστό 32% για το έτος 2016, σε ποσοστό 33% για το έτος 2017 και σε ποσοστό 35% τα έτη 2018 και 2019, ώστε τα αποτελέσματα εκμετάλλευσης (προ φόρων), παρότι θα παρουσιάζουν αρνητικό πρόσημο, θα είναι βελτιωμένα σε σχέση με τα αποτελέσματα εκμετάλλευσης των ετών 2011-2014 και θα ανέλθουν σε ποσό 551.228 ευρώ για το έτος 2015, στο ποσό των 506.661 ευρώ για το έτος 2016, ποσό 477.244 ευρώ για το έτος 2017 και σε ποσό 446.106 ευρώ κατ' έτος για τα έτη 2018 και 2019, ενώ τα προβλεπόμενα κέρδη προ τόκων, αποσβέσεων και φόρων θα ανέλθουν στο ποσό των 293.772 ευρώ για το έτος 2015, στο ποσό των 338.339 ευρώ για το έτος 2016, στο ποσό των 307.756 για το έτος 2017 και στο ποσό των 398.984 ευρώ για έκαστο των ετών 2018 και 2019.

Εκτιμά, περαιτέρω, ο ως άνω πραγματογνώμων ότι μετά την τυχόν αποδοχή του προτεινόμενου από αυτόν σχεδίου, τα κέρδη της αιτούσας θα καλύψουν α) τις τακτής λήξεως τοκοχρεολυτικές δόσεις από τη ρύθμιση των τραπεζικών οφειλών, β) τις δόσεις από τη ρύθμιση οφειλών σε ασφαλιστικούς οργανισμούς και το Ελληνικό Δημόσιο, γ) τις δόσεις από τη ρύθμιση οφειλών σε προμηθευτές παγίων, δ) τις καταβολές από τη ρύθμιση των αμοιβών προσωπικού και ε) τη χρηματοδότηση αναγκών σε κεφάλαια κίνησης και συγκεκριμένα ότι, με αφετηρία το χρόνο της ρύθμισης των οφειλών και την έναρξη της τμηματικής καταβολής των οφειλομένων, τα επόμενα 6, ο πίνακας εισροών - εκροών κεφαλαίων της αιτούσας θα παρουσιάσει σωρευτικά πλεονάσματα ποσού 3.798 ευρώ το 1ο έτος, ποσού 17.163 ευρώ το 2ο έτος, ποσού 26.257 ευρώ το 3ο έτος, ποσού 38.427 ευρώ το 4ο έτος, ποσού 38.191 ευρώ το 5ο έτος και ποσού 35.861 ευρώ το 6ο έτος.

Καταλήγει, συνεπώς, ότι με βάση τις εισροές και εκροές κεφαλαίων η αιτούσα θα μπορέσει να εξυπηρετήσει το προτεινόμενο ποσό αναδιάρθρωσης των οφειλών της, ενώ μικρά ελλείμματα που τυχόν προκύψουν θα καλυφθούν από ίδια κεφάλαια των μετόχων της. Οι προτάσεις, όμως, αυτές της αιτούσας δεν συνοδεύονται και από πειστικές οικονομικοτεχνικές εκτιμήσεις του εν λόγω εμπειρογνώμονα, κυρίως ως προς τον τρόπο αύξησης του αριθμού των διανυκτερεύσεων και της πληρότητας της ξενοδοχειακής μονάδας της αιτούσας, με συνακόλουθη αύξηση των εσόδων της επιχείρησης, καθόσον ο ίδιος εκθέτει στο σχέδιό του ότι η πελατεία του ξενοδοχείου αποτελείται στη συντριπτική της πλειοψηφία απόι Έλληνες και, επομένως, όσο εξακολουθεί η οικονομική κρίση που πλήπει τη χωρα, θα επηρεάζονται και οι δραστηριότητες του ξενοδοχείου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η προσέλκυση τουριστών είναι δύσκολη, καθώς η περιοχή δεν συγκεντρώνει την προτίμηση των ξένων τουριστών, όπως άλλοι προορισμοί.

Προσέτι, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, η αιτούσα είχε ήδη απωλέσει τις ρυθμίσεις των 100 δόσεων για την τμηματική καταβολή των οφειλών της στο Ελληνικό Δημόσιο και στο ΙΚΑ, με αποτέλεσμα το ποσό των οφειλών να έχει αυξηθεί, λόγω τόκων και προσαυξήσεων. Η ανωτέρω κρίση ισχύει και ως προς την πηγή άντλησης των απαιτούμενων για την εξυπηρέτηση των οφειλών της κεφαλαίων, ενόψει του ότι η αιτούσα, πλην του ακινήτου, εντός του οποίου στεγάζεται η ξενοδοχειακή μονάδα, δεν διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία, δεν συμμετέχει σε άλλες εταιρίες, ούτε έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία, ενώ ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός της από πιστωτικά ιδρύματα είναι αδύνατος.

Τέλος, ενώ αναφέρεται στην έκθεση του πραγματογνώμονα ότι οι μέτοχοι της αιτούσας δύνανται να διαθέσουν δικούς τους οικονομικούς πόρους για την κεφαλαιακή της ενίσχυση, δεδομένου ότι αφενός συμμετέχουν και σε άλλες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν επικερδή οικονομική δραστηριότητα και συγκεκριμένα στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ...

ΟΕ και στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕ, αφετέρου έχουν στην κυριότητά τους σημαντική ακίνητη περιουσία, κάτι τέτοιο μέχρι στιγμής δεν έχει πραγματοποιηθεί, ούτε οι μέτοχοι αυτής έχουν επιδείξει τέτοια διάθεση, παρά το γεγονός ότι η αιτούσα εμφανίζει ζημίες από την αρχή της λειτουργίας της. Επιπρόσθετα, ενώ γίνεται μνεία για την ύπαρξη ενδιαφέροντος επενδύσεως κεφαλαίων από επενδυτές του εξωτερικού, πέραν της από 01.11.2016 επιστολής εταιρίας με έδρα την Ολλανδία με την επωνυμία ".....", στην οποία αναφέρεται όλως αορίστως ότι η εν λόγω εταιρία προτίθεται να επενδύσει στην ξενοδοχειακή μονάδα της αιτούσας, αιτείται δε η εν λόγω εταιρία να ενημερωθεί ως προς τις προθέσεις της αιτούσας για τυχόν επενδύσεις, δεν εκτίθενται αναλυτικά άλλα στοιχεία, ώστε να κριθεί η δυνατότητα πραγματοποιήσεως επενδύσεων.

Παράλληλα, η βασική πιστώτρια της αιτούσας, η κυρίως παρεμβάσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", το σύνολο της απαίτησης της οποίας αντιπροσωπεύει ποσοστό 78% επί συνόλου οφειλών υψους 14.854.496 ευρώ και ποσοστό 90% επί του συνόλου των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων απαιτήσεων (σύνολο 9.821.536,80 ευρώ/8.900.000 ευρώ), δηλώνει ότι δεν αποδέχεται το παραπάνω σχέδιο εξυγίανσης, διότι σ' αυτό προβλέπεται η απομείωση των απαιτήσεών της με την εφάπαξ διαγραφή ποσού 5.272.950 ευρώ και ποσό 4.000.000 ευρώ προς ρύθμιση, καθώς η απούσα υπολογίζει την είσπραξη ποσού 1.226.000 ευρώ εκ της επιχορήγησης ένταξης στον αναπτυξιακό νόμο, το οποίο έχει ήδη εκχωρηθεί στην ίδια και δεν καθίσταται βέβαιον ότι θα εκταμιευτεί.

Δηλαδή η αιτούσα προτείνει την απομείωση των απαιτήσεών της σε ποσοστό ανερχόμενο άνω του 62%, τo οποίο ευλόγως δεν αποδέχεται, καθώς παραβλάπτονται τα συμφέροντά της. Ακόμη και η μεταβολή του αιτήματος του σχεδίου που επικαλείται η αιτούσα με την έφεσήτης, δηλαδή η απομείωση των απαιτήσεών της, είτε σε ποσοστό ανερχόμενο σε 70%, είτε σε ποσοστό ανερχόμενο σε 30%, δεν γίνεται αποδεκτή από την παραπάνω πιστώτρια "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", καθώς παραβλάπτονται τα συμφέροντά της, αφού οι απαιτήσεις της είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες και με το προτεινόμενο σχέδιο βάλλεται η προστασία των ενέγγυων απαιτήσεών της.

Το παραπάνω σχέδιο δεν αποδέχονται και οι λοιποί πιστωτές/κυρίως παρεμβάντες, διότι η βιωσιμότητα του σχεδίου στηρίζεται στη διαγραφή των οφειλών της προς αυτούς κατά ποσοστό 70%. Εξάλλου, οι προτάσεις της αιτούσας, ότι οι οφειλές της θα αποπληρωθούν με επιμήκυνση δανείου ή μείωση των επιτοκίων (σελ. 21 του σχεδίου), προβάλλονται αορίστως, καθόσον δεν προσδιορίζονται οι επιπρόσθετοι πόροι για την αποπληρωμή αυτών.

Το σχέδιο βιωσιμότητας της αιτούσας, πέραν της αοριστίας του, ως προς τη δυνατότητα συνέχισης της λειτουργίας της και την οικονομική ανάκαμψη αυτής, χωρίς τη σύμπραξη των δανειστών της, αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει προοπτική ικανοποίησης των βασικών πιστωτών της, αφού δεν προβλέπεται πλήρης ικανοποίηση των ενέγγυων πιστωτών, ενώ σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης ή πτώχευσης ή εκκαθάρισης αυτής, η περιουσία αυτής επαρκει για την ικανοποίηση των ενέγγυων πτιστωτών, ώστε να μην υπάρχει κανένα περιθώριο επίτευξης συμβιβασμού, ενώ από κανένα στοιχείο δεν πιθανολογείται ότι υπάρχει περιθώριο εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσεως στο εγγύς μέλλον.

Αντιθέτως, μάλιστα η ως άνω κυρίως παρεμβάσα ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης, αφού η αιτούσα αντιμετωπίζει μόνιμη, σοβαρή και μη αναστρέψιμη έλλειψη ρευστότητας, βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών της υποχρεώσεων και παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών της.

Ενόψει των ανωτέρω, πιθανολογούνται: α) η αδυναμία επίτευξης συμφωνίας, β) μη βάσιμες προσδοκίες επιτυχίας της προτεινόμενης εξυγίανσης και γ) η πρόκληση βλάβης της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν πιθανολογείται η συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης, η αίτηση ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 100 περ. 3 Πτ.Κ., απέρριψε την αίτηση και τις ασκηθείσες υπέρ αυτής πρόσθετες παρεμβάσεις και έκανε δεκτές τις κυρίως παρεμβάσεις, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ο.

σχετικοί 4ος - 9ος λόγοι έφεσης, όπως και η έφεση και οι πρόσθετες παρεμβάσεις ως αβάσιμες κατ' ουσίαν στο σύνολό τους...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ήδη 3ο αναιρεσίβλητο, το οποίο είχε ασκήσει κύρια παρέμβαση στον πρώτο βαθμό, είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει και μάλιστα, χωρίς την τήρηση προδικασίας, κύρια παρέμβαση στο άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, διότι υφίσταται βλάβη των συμφερόντων του, διέλαβε επαρκή αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς η προσβαλλόμενη κατά τούτο έχει νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αναφέρει, ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της εγκυκλίου, με βάση την οποία ο Προϊστάμενος της Περιφερειακής Υπηρεσίας ΚΕΑΟ είναι ο μόνος αρμόδιος για να εκτιμήσει την βλάβη, που υφίσταται ο ανωτέρω ασφαλιστικός φορέας και να εισηγηθεί την άσκηση κύριας παρέμβασης, ενώ επίσης ρητά η προσβαλλόμενη αναφέρει το με αρ.

πρωτ. .../11-9-2017 έγγραφο, στο οποίο παρατίθενται οι απόψεις της Προϊσταμένης ΚΕΑΟ και το με αρ. πρωτ. ...-1-2016 έγγραφο του Γραφείου του Νομικού Συμβούλου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με τη σύμφωνη γνώμη του Διοικητή του, στα οποία αναλύονται η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος λόγω της βλάβης, που υφίσταται στις αξιώσεις του ο ανωτέρω ασφαλιστικός φορέας και ήδη 3ου αναιρεσίβλητο κατά της αναιρεσείουσας.

Επομένως, αιτιολογείται επαρκώς η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος και η βλάβη, που υφίσταται το 3ο αναιρεσίβλητο, που δικαιολογεί την άσκηση της κυρίας παρέμβασης αυτού για την δικαστική ικανοποίηση των απαιτήσεών του σε βάρος της αναιρεσείουσας. Επίσης, αναφορικά με το έννομο συμφέρον του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, για την άσκηση της κύριας παρέμβασης αυτού, το Εφετείο διέλαβε επαρκή αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του και δέχτηκε ότι, σύμφωνα με τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ, ο οποίος είναι ο μόνος αρμόδιος για να κρίνει την ύπαρξη βλάβης του Δημοσίου στις αξιώσεις του κατά της αναιρεσείουσας, υφίσταται έννομο συμφέρον στην ένδικη υπόθεση, για να ασκηθεί κυρία παρέμβαση του Δημοσίου για την υποστήριξη των δικαιωμάτων του σε βάρος της αναιρεσείουσας.

Επίσης, το Εφετείο παραθέτει την υπ' αρ ΠΟΛ ...3-4-2013 του ανωτέρω Προϊσταμένου, στην οποία αναλύονται οι αξιώσεις του Δημοσίου σε βάρος της αναιρεσείουσας. Ας σημειωθεί, ότι, εκ του πράγματος, το Δικαστήριο ουσίας στη δίκη ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης δεν μπορεί να προβεί στην ανάλυση των επί μέρους απαιτήσεων των πιστωτών της αιτούσας επιχείρησης και στηρίζεται στα επίσημα βιβλία αυτής για να ελέγξει την εξωτερική νομιμότητα της συμφωνίας οφειλέτη-πιστωτών, ούτε πρακτικά είναι εφικτός ο ουσιαστικός έλεγχος του μεγέθους των πλείστων όσων απαιτήσεων της επιχείρησης, με την έννοια της προσκόμισης προς έρευνα του φακέλου, με όλα τα παραστατικά και αποδεικτικά κάθε απαίτησης.

Άλλωστε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 παρ. 6 του ΠτχΚ, εφόσον υπάρχουν χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης διατάσσεται υποχρεωτικά η κλήτευσή τους στη συζήτηση του ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης, για να εκθέσουν τις απόψεις τους, όπως άλλωστε έχει συμβεί και στην ένδικη υπόθεση και συνεπώς ορθά το Εφετείο συνεκτίμησε και αξιολόγησε τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία, κατά τις παραδοχές του, προκύπτει η βλάβη του 2ου και 3ου αναιρεσιβλήτου και η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος αυτών για να ασκήσουν κυρία παρέμβαση για την ικανοποίηση των αξιώσεών τους κατά της αναιρεσείουσας.

Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 εδ. β', 54 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρ. 103 παρ. 2 του Ν. 3588/2007 - Πτχ.Κ και αυτές σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 68, 79 έως 81 ΚΠολΔ περί της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος των ανωτέρω πιστωτών να ασκήσουν κυρία παρέμβαση στη δίκη ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συνακόλουθα, ο 1ος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού και ο 1ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος αυτού, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτοι, διότι οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αποτελούν την πληρέστερη, κατά την άποψή της, ανάλυση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που όμως, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Εκτός των ανωτέρω, το Εφετείο αναλύει με επάρκεια τις απαιτήσεις των πιστωτών της αναιρεσείουσας και ειδικότερα, του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ποσού 756.733,95 ευρώ, τόσο κατά το χρόνο υποβολής της (βασικής) αίτησης αυτής, που κατατέθηκε στις 23-9-2015 στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και πλεοναστικά, παραθέτει το ποσό, στο οποίο αυτές είχαν διαμορφωθεί έως τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις 22-9-2017 και ειδικότερα στο ποσό του 1.038.705,74 ευρώ, σύμφωνα με τον πίνακα χρεών και συγχρόνως ως επιχείρημα για να στηρίξει την κρίση του, αναφέρει ότι η αναιρεσείουσα είχε απωλέσει τη ρύθμιση της οφειλής της προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με εκατό μηνιαίες δόσεις, όπως τότε ίσχυε.

Η πλεοναστική αυτή παραδοχή δεν δημιουργεί καμιά αντίφαση και δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται επαρκώς στην παραδοχή, ότι η απαίτηση του ως άνω ασφαλιστικού ταμείου κατά την υποβολή της αίτησης της αναιρεσείουσας ανερχόταν στο προαναφερόμενο ποσό των 756.733,95 ευρώ. Εξάλλου, αναφορικά με τις αξιώσεις της ΔΟΥ Καρδίτσας το Εφετείο δέχτηκε, ότι η απαίτηση του Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της (βασικής) αίτησης, ανερχόταν σε 107.063,01 ευρώ και πλεοναστικά επίσης παραθέτει, χωρίς τούτο να αναιρεί το διατακτικό της απόφασής του, όπως προεκτέθηκε, το ποσό στο οποίο αυτές είχαν διαμορφωθεί, ύψους 291.988,11 ευρώ, σύμφωνα με την υπ' αρ. 268/2015 εντολή ελέγχου, που αφορούσε τα έτη 2010-2015, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο χρόνος άσκησης της βασικής αίτησης, ενώ επίσης ως επιχείρημα για να ενισχύσει την ανωτέρω κρίση του, το Εφετείο επισημαίνει την απώλεια της ευνοϊκής ρύθμισης των χρεών της αναιρεσείουσας προς το Ελληνικό Δημόσιο.

Αναφορικά με τις απαιτήσεις της ήδη 5ης αναιρεσίβλητης πιστώτριας εταιρείας, με το διακριτικό τίτλο ... ΑΕΒΕ, το Εφετείο δέχτηκε επίσης, ότι με βάση την υπ' αρ. 237/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας η αξίωσή της ανήλθε στο ποσό των 651.173,19 ευρώ και διευκρινίζει ειδικότερα το κεφάλαιο ύψους 622.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.Η παραδοχή αυτή ουδόλως αναιρεί το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον με σαφήνεια προσδιορίζεται το κεφάλαιο της απαίτησης, για τον υπολογισμό του οποίου μάλιστα παραπέμπει στις σχετικές αποδείξεις και λογιστικές καταστάσεις της πιστώτριας, ενώ ουδεμία ασάφεια υπάρχει από τη μη ρητή αναφορά των τόκων, εφόσον οι τόκοι μπορούν να υπολογιστούν με ακρίβεια με απλό μαθηματικό υπολογισμό.

Επομένως, οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου είναι επαρκείς και στηρίζουν το διατακτικό του και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το Β' σκέλος του 1ου κύριου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτα, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης η αναιρεσείουσα επιδιώκει να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το ύψος των απαιτήσεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του Ελληνικού Δημοσίου και της ως άνω πιστώτριας εταιρείας και ήδη 3ου, 2ου και 5ης των αναιρεσιβλήτων.

Εξάλλου, αναφορικά με τις απαιτήσεις της 1ης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, το Εφετείο επαρκώς αιτιολογεί, ότι αυτές ανέρχονται σε 11.640.240 ευρώ και ότι αντιπροσωπεύουν ποσοστό 78% του συνόλου των οφειλών της αναιρεσείουσας και ποσοστό 90% των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων απαιτήσεων, ενώ από την (βασική) αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, που επιτρεπτά επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εκτιμά την αξία των κτιρίων της σε 13.448.688,30 ευρώ με βάση το ισοζύγιο λογαριασμών λογιστικής αξίας του ισολογισμού του έτους 2015, το οποίο ενσωματώνεται στη ως άνω αίτηση της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτίμησε την ανωτέρω αξία των κτιρίων της αναιρεσείουσας και χωρίς αντιφάσεις δέχτηκε, ότι οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες ως άνω απαιτήσεις της τράπεζας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, ποσοστού 90%, σύμφωνα με το σχέδιο που πρότεινε η αναιρεσείουσα, απομειώνονται σε ποσοστό 62% ή επικουρικά σε 30% και συνακόλουθα αιτιολογημένα δέχεται ότι παραβλάπτονται τα συμφέροντα της 1ης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, διότι διαφορετικά πλήττονται οι ενέγγυες απαιτήσεις της, ποσοστού 90% επί του συνόλου των ενέγγυων απαιτήσεων των λοιπών πιστωτών της αναιρεσείουσας και ότι, σε περίπτωση εκπλειστηριασμού της ακίνητης περιουσίας της αναιρεσείουσας, βάσιμα η 1η αναιρεσίβλητη τράπεζα προσδοκά ότι θα ικανοποιηθούν.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το Γ' σκέλος του 1ου κύριου αναιρετικού λόγου περί δήθεν ελλιπούς αιτιολογίας αναφορικά με την απαίτηση της πιστώτριας ως άνω τράπεζας πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτα, διότι με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως προς το ύψος της αξίωσης της πιστώτριας ως άνω τράπεζας.

Κατόπιν όλων αυτών ο 1ος κύριος αναιρετικός λόγος ως προς όλα τα σκέλη αυτού και ο συναφής 1ος πρόσθετος λόγος κατά το Β' σκέλος αυτού για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τις απαιτήσεις της 1ης, 2ου, 3ου και 5ης των αναιρεσιβλήτων πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτοι κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ όπου παραπάνω, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).

Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007) και, αναλόγως, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 636/2017 , ΑΠ 1384/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 55 εδάφ. α' του Ν. 3588/2007 (ΠτωχΚ), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφ. β' του Ν. 4446/2016, ορίζεται ότι "...αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση, καθώς και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ...". Ήδη, με την εν λόγω αντικατάσταση του άρθρου αυτού, προστέθηκαν νέοι λόγοι αναίρεσης και, συγκεκριμένα, από τους αριθμούς 4, 14, 16 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι διευρυμένοι, όμως, αυτοί νέοι λόγοι αναίρεσης δεν καταλαμβάνουν την υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και παρ. 2 εδάφ. β' και δ' του νεότερου αυτού νόμου 4446/2016, ο οποίος όπως έχει εκτεθεί δεν ισχύει στην ένδικη υπόθεση και του οποίου η ισχύς, με ορισμένες εξαιρέσεις που δεν αφορούν στην εξεταζόμενη περίπτωση, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 240/Α'/ 22-12-2016), στις οποίες ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "...οι διατάξεις του παρόντος... εφαρμόζονται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του. Ως έναρξη διαδικασιών νοείται η κατάθεση αίτησης πτώχευσης..." και "οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών" (ΑΠ 602/2018, ΑΠ 876/2017, ΑΠ 483/2015).

Με τον 1ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Α' και Β' σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ειδικότερα, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που συνιστούσαν τους σχετικούς λόγους της έφεσής της και αποτελούν "πράγμα", σύμφωνα με τους οποίους η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα υποστήριζε Α) ότι εσφαλμένα αποκλείστηκε η ρύθμιση των οφειλών της σε εκατό δόσεις με τον συνυπολογισμό και των παρακρατούμενων φόρων, για τους οποίους το Δημόσιο είχε ικανοποιηθεί, εφόσον η απαίτησή του, ύψους 30.624,43 ευρώ είχε υπερκαλυφθεί με τη δέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού της, κατά το ποσό των 47.796,84 ευρώ και Β) ότι εσφαλμένα επίσης αποκλείστηκε από την ευνοϊκή ρύθμιση των οφειλών της προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με εκατό δόσεις, διότι τούτο είχε κατασχέσει το ακίνητο της ξενοδοχειακής της μονάδας για ποσό 74.564,12 ευρώ και η αξίωσή του σε βάρος της είχε υπερκαλυφθεί.

Επίσης, με τον συναφή 2ο πρόσθετο λόγο, κατά το Β' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό της, που ανέλυε στον 6ο λόγο της έφεσής της και συνιστούσε "πράγμα", σύμφωνα με τον οποίο δεν είχε ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η μαρτυρική κατάθεση του Διευθυντή της ξενοδοχειακής της μονάδας, αναφορικά με τη βιωσιμότητα της επιχείρησής της.

Επίσης, με τον συναφή 3ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση με την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ουδεμία συνεισφορά υπήρξε εκ μέρους των μετόχων της αναιρεσείουσας, παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό, που ανέλυε στον σχετικό λόγο της έφεσής της και συνιστούσε "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα-εκκαλούσα ανέπτυσσε την συνεισφορά των μετόχων της πέραν του ποσοστού 23,5% στην κεφαλαιουχική της ενίσχυση, την συμμετοχή της αναιρεσείουσας ως μέλος ενός ευρύτερου ομίλου επιχειρήσεων με αντικείμενο την παραγωγή ειδών κεραμοποιϊας, όπως η ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕ" και η ομόρρυθμη εταιρεία "...

ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και την ενεχυρίαση των μετοχών της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας προς την 1η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, με την συμφωνία να εκχωρηθούν τα κέρδη της προς την ανωτέρω 1η αναιρεσίβλητη τράπεζα, που ήταν ουσιώδη για το κρίσιμο ζήτημα της βιωσιμότητάς της. Όλοι όμως οι ανωτέρω συναφείς αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ και ειδικότερα ο 1ος πρόσθετος κατά Α'και Β'σκέλη αυτού, ο 2ος πρόσθετος κατά το Β' σκέλος αυτού και ο 3ος πρόσθετος κατά το Β' σκέλος αυτού, πρωτίστως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι για πολλαπλούς λόγους και ειδικότερα, διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με την οποία εκδικάστηκε από το Πτωχευτικό Δικαστήριο η ένδικη υπόθεση (άρθρο 54 παρ. 1, 33 παρ. 1 Ν. 3588/2007 - Πτχ.Κωδ.

όπως ίσχυε τότε πριν τη διεύρυνσή του με το Ν. 4446/2016 που ισχύει από 22-12-2016) δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που ας σημειωθεί δεν περιλαμβάνεται, ούτε στους διευρυμένους αναιρετικούς λόγους, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη. Σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια δεν ιδρύεται γενικά στην εκουσία δικαιοδοσια, όπου ισχύει η αρχή της ελεύθερης απόδειξης (ΑΠ 582/2010) και όλως επικουρικά, αναφορικά με το Β' σκέλος του 2ου πρόσθετου λόγου, η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτη, διότι δεν αφορά αυτοτελή ισχυρισμό-πράγμα, αλλά το αποδεικτικό μέσο της μαρτυρικής κατάθεσης (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1543/2017).

Πέραν τούτων οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι και ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι το Εφετείο επαρκώς αιτιολόγησε την ύπαρξη των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί με αφορμή τους αναιρετικούς λόγους εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ενώ επίσης συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις) αναφορικά με τη συνεισφορά των μετόχων της αναιρεσείουσας και την έλλειψη βιωσιμότητας αυτής και κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα απορρίπτοντας ρητά τους αντίθετους ισχυρισμούς αυτής.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ`άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015).

Με τον 2ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11Περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και ειδικότερα α) την έκθεση βιωσιμότητας αυτής, που ήταν ουσιώδης για το αποτέλεσμα της δίκης και την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησής της (περί εξυγίανσης), καθόσον αναφέρονταν στην ανωτέρω έκθεση βιωσιμότητας η διεύρυνση του πελατολογίου της με την προσέλκυση κυρίως ξένων τουριστών και β) την μαρτυρική κατάθεση του διευθυντή της ξενοδοχειακής της μονάδος Χ.

Κ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος επιβεβαίωσε την βιωσιμότητά της και το "άνοιγμα" της αναιρεσείουσας σε ξένα τουριστικά πρακτορεία. Επίσης, με τον συναφή 3ο πρόσθετο λόγο, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρ. 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις περί της συνεισφοράς των μετόχων της στην κεφαλαιουχική της ενίσχυση, περί της συμμετοχής της σε ομίλους επιχειρήσεων παραγωγής ειδών κεραμοποιϊας και περί της ενεχυρίασης των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας ...

ΑΕ, που είναι μέλος του ευρύτερου ομίλου επιχειρήσεων, στον οποίο και αυτή ανήκει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί και σε προηγούμενο αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αρ. 8β' ΚΠολΔ) και τα οποία ήταν ουσιώδη αποδεικτικά μέσα για το αποτέλεσμα της δίκης και την ουσιαστική παραδοχή της βασικής της αίτησης.

Όλοι οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ και ειδικότερα ο 2ος πρόσθετος κατά το Α' σκέλος του και ο 3ος πρόσθετος κατά το Α' σκέλος του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι δεν ιδρύονται στην παρούσα ειδική πτωχευτική διαδικασία, κατ' άρθρ. 54 και 55 του Πτχ.Κώδ., σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί σε προηγούμενη νομική σκέψη, ούτε επίσης γενικώς στην εκουσία δικαιοδοσία, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, κατ' άρθρ. 744 ΚΠολΔ (ΑΠ 528/2017, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 264/2008), ενώ επί πλέον υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα επιδιώκει να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή της ουσίας και όλως επικουρικά, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με όσα ρητά αναφέρει το Εφετείο, στη σελ. 39 της απόφασής του συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της απόφασής του, όπως άλλωστε προκύπτει από το όλο περιεχόμενο αυτής.

Με τον 4ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση με την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης για την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 99 παρ. 2 Πτχ.Κώδ., με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι με το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο δήθεν προκαλείται βλάβη στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών της, χωρίς όμως συγχρόνως, να προβεί στη συγκριτική κρίση της ουσιαστικής επίπτωσης των όρων της συμφωνίας στα συμφέροντα των μη συμβαλλόμενων πιστωτών της, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία και δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων στο πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, που το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, διότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, σε περίπτωση ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης δεν θα παραβλάπτονταν τα συμφέροντα των πιστωτών της, ενώ, αντιθέτως, σε περίπτωση απόρριψης της (βασικής) αίτησης εξυγίανσης και αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της, οι μεν ανέγγυοι πιστωτές δεν θα ικανοποιηθούν πλήρως και η 1η αναιρεσίβλητη τράπεζα ενέγγυα πιστώτρια θα εισπράξει λιγότερα, από όσα προτείνεται να λάβει με το σχέδιο εξυγίανσης, εφόσον η αξία του ακινήτου της αναιρεσείουσας δεν υπερβαίνει τα 3.000.000 ευρώ και των κτιριακών της εγκαταστάσεων με τα μηχανήματά τους το ποσό των 4.000.000 ευρώ, σε αντίθεση με τις εγγραφείσες προσημειώσεις, που υπερβαίνουν το ποσό των 9.000.000 ευρώ.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί η κρίση του Δικαστηρίου ουσίας περί της εκτίμησης πραγμάτων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο με επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχτηκε, ότι οι συνολικές απαιτήσεις των πιστωτών ανήλθαν σε 16.261.919,02 ευρώ, εκ των οποίων η απαίτηση της 1ης αναιρεσίβλητης τράπεζας ανέρχεται σε 11.640.204 ευρώ, του 2ου αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου - ΔΟΥ Καρδίτσας σε 107.063 ευρώ και του 3ου αναιρεσιβλήτου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στη θέση του οποίου έχει ήδη υπεισέλθει ο ΕΦΚΑ, σε 896.428,72 ευρώ (βλ.

Σελ. 44 της προσβαλλόμενης απόφασης), σύμφωνα με τον από 4-11-2016 πίνακα ληξιπροθέσμων οφειλών της αναιρεσείουσας, ενώ ότι, κατά την υποβολή της βασικής αίτησης αυτής στις 23-9-2015, οι απαιτήσεις του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ανέρχονταν σε 756.733,95 ευρώ και στις 21-9-2017 είχαν διαμορφθωθεί σε 1.038.705,74 ευρώ (βλ. σελ. 51 της προσβαλλόμενης).

Επίσης, το Εφετείο αναλύει με λεπτομέρεια τις ανωτέρω απαιτήσεις των πιστωτών της αναιρεσείουσας και τα εμπράγματα βάρη επί της ακίνητης περιουσίας αυτής (βλ. σελ. 45 της προσβαλλόμενης). Επίσης, με επαρκή αιτιολογία δέχτηκε, ότι οι αξιώσεις της 1ης αναιρεσίβλητης τράπεζας αντιπροσωπεύουν ποσοστό 90% των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων απαιτήσεων και ότι η τράπεζα ευλόγως δεν συμφωνεί με το προτεινόμενο από την αναιρεσείουσα σχέδιο εξυγίανσης, διότι με βάση αυτό διαγράφεται έως το 62% άλλως έως το 30% των απαιτήσεών της τράπεζας.

Επίσης, ρητά το Εφετείο αιτιολογεί την κρίση του για την έλλειψη της βιωσιμότητας της αναιρεσείουσας και προς ενίσχυση αυτής αναφέρει, ότι η αναιρεσείουσα απώλεσε την ευνοϊκή ρύθμιση για την τμηματική καταβολή των οφειλών της με δόσεις. Εκτός τούτων με σαφή αιτιολογία δέχτηκε, ότι δεν υπάρχουν περιθώρια συμβιβασμού μεταξύ των πιστωτών της αναιρεσείουσας, οι οποίοι δεν αποδέχονται το σχέδιο εξυγίανσης, που αυτή προτείνει, ούτε ότι υπάρχει στο εγγύς μέλλον περιθώριο συμβιβαστικής επίλυσης, αλλά ότι αντιθέτως με το προτεινόμενο από την αναιρεσείουσα σχέδιο προκαλείται βλάβη στη συλλογική απαίτηση όλων των πιστωτών (ανέγγυων και ενέγγυων), οι οποίοι δεν θα ικανοποιηθούν.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί, ότι η αναιρεσείουσα στην βασική αίτησή της, που επιτρεπτά επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), είχε επισυνάψει τον ισολογισμό του έτους 2015, στον οποίο η αξία των κτιρίων της εκτιμήθηκε σε 13.448.688,30 ευρώ και όχι σε 3.000.000, όπως αναφέρει με τον ερευνώμενο 4ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης.

Συνεπώς, ορθά το Εφετείο αιτιολογεί ότι η 1η αναιρεσίβλητη τράπεζα ως ενέγγυα πιστώτρια σε ποσοστό 90% έχει βάσιμη προσδοκία να ικανοποιηθεί με την αναγκαστική εκτέλεση και ευλόγως δεν συμφωνεί με το προτεινόμενο από την αναιρεσείουσα σχέδιο, το οποίο απομειώνει τις απαιτήσεις της σε ποσοστό 62% άλλως σε 30%. Η περαιτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η προσβαλλόμενη δεν διέλαβε καμιά αιτιολογία για τη συμφωνία αυτής με την 1η αναιρεσίβλητη τράπεζα, με την οποία η τελευταία είχε προτείνει να εισπράξει το έτος 2015 το ποσό των 5.000.000 ευρώ, προκειμένου να εξοφληθεί πλήρως η απαίτησή της, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων αναφορικά με την πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμη, εφόσον εκ του πράγματος αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα δεν τήρησε τον όρο για την καταβολή του ανωτέρω ποσού. Επομένως, ο 4ος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 151/2017, ΑΠ1097/2013, ΑΠ 481/2012).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 984/2018, ΑΠ150/2015, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).

Με τον τελευταίο 5ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού κανόνα διάταξης του άρθρου 101 παρ. 1 του Πτχ.Κώδ., με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο αρκέστηκε στην πιθανολόγηση της πρόκλησης βλάβης της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών της, αν και η ανωτέρω διάταξη απαιτεί το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης κατά τον έλεγχο των προϋποθέσεων του ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης και έτσι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο ανωτέρω ουσιαστικός κανόνας δικαίου, τον οποίο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επιτρεπτά επισκοπείται, προκύπτει ότι το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, για την αποφυγή άσκοπης επανάληψης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 του Πτχ.Κώδικα, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

Και είναι μεν αληθές ότι, παρά το γεγονός, ότι είναι δυσχερές για το Δικαστήριο της ουσίας να συγκρίνει την έκβαση των διαδικασιών στη δίκη της εξυγίανσης, δηλαδή μιας υποθετικής διαδικασίας, όπως είναι η πτωχευτική εκκαθάριση και μιας μέλλουσας, όπως είναι η διαδικασία της εξυγίανσης, εντούτοις για να διαγνωσθεί, το πότε παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών ο νόμος επιβάλλει να γίνει σύγκριση του "πιθανολογούμενου" αποτελέσματος της συμφωνίας, με εκείνα, που οι πιστωτές θα ανέμεναν να λάβουν σε μια πτωχευτική εκκαθάριση.

Αν με τη συμφωνία οι πιστωτές θα βρεθούν σε χειρότερη οικονομική θέση, τότε η συλλογική ικανοποίηση παραβλάπτεται και η συμφωνία δεν μπορεί να επικυρωθεί. Η εκτίμηση της οικονομικής θέσης με την πτωχευτική εκκαθάριση θα πρέπει να γίνει συνολικά και με οικονομικά κριτήρια, αφού μάλιστα ληφθούν υπόψη, όχι μόνον τα ποσά που θα μπορούσαν να εισπράξουν οι πιστωτές σε μια τέτοια περίπτωση, ως απόλυτα μεγέθη, αλλά και τα τυχόν ανταλλάγματα, που θα λάβουν, καθώς και οι όροι της αποπληρωμής.

Κατά συνέπεια εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο θα αρκεστεί σε πιθανολόγηση, διότι από τη φύση της υπόθεσης της δίκης ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης πρέπει να γίνει "πρόγνωση" κάποιου γεγονότος.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον ερευνώμενο 5ο πρόσθετο αναιρετικό λόγο για την ευθεία παραβίαση του άρθρου 101 Πτχ.Κ., διότι δήθεν το Δικαστήριο αρκέστηκε στην πιθανολόγηση της βλάβης των πιστωτών της πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος (κύριος ή πρόσθετος) για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των παρισταμένων 1ης, 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένη α) ως προς το 2ο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τη διάταξη του άρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, η οποία ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 251/2017) και β) ως προς το 3ο αναιρεσίβλητο το οποίο, ως ΝΠΔΔ, εξομοιώνεται, κατ' άρθρ. 28 παρ. 4 και 5 του Ν. 2579/1998 προς το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 1152/2019), με την ειδικότερη επισήμανση, ότι, εφόσον πρόκειται για μη γνήσια υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας (άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης), όπου υπάρχει αντιδικία, το ζήτημα των δικαστικών εξόδων ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 173-193 ΚΠολΔ με βάση την αρχή της ήττας και όχι κατά το άρθρο 13 Πτχ.Κώδικα, κατά το οποίο ορίζεται ότι "στις πτωχευτικές δίκες τα έξοδα επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας αν ενεργήθηκαν προς το συμφέρον της..." που προϋποθέτει γνήσια υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας (ΑΠ 602/2018, ΑΠ 984/ 2018).

Αντίθετα, δεν πρέπει να επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ των απολειπομένων λοιπών διαδίκων, εφόσον αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-2018 (αρ. κατ. 28/2018) αίτηση αναίρεσης και τους από 4-11-2019 (αρ. κατ. 114/2019) πρόσθετους λόγους αυτής για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 229/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, που καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ και του 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων, που καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ για καθένα τούτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ