Supreme Court allows appeal against final judgment on public law claims, remanding for retrial on statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by a public law entity against a final judgment in favor of public employees. The court found the lower court erred in applying a two-year statute of limitations to claims generated between 2001 and 2005, which the entity argued had expired by the 2007 filing date. Consequently, the appeal was accepted, and the case was remanded to the original court for a new trial to properly examine the statute of limitations and its suspension.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil and Administrative Procedure; Article 48 of Law 496/1974; Articles 90(3) and 91 of Law 2362/1995: A final judgment on public law claims is subject to appeal only after the period for filing a motion for default judgment has expired; if the lower court incorrectly applies a short statute of limitations that violates constitutional equality principles, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 779 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 779/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πατρικουνάκο, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Σ., 2)Β. Β., 3)Ε. Β., 4)Ε. Β., 5)Β. Γ., 6)Α. Γ., 7)Η. Γ., 8)Χ. Δ., 9)Σ. Δ., 10)Σ. Δ., 11)Μ. Ζ. - Γ., 12)Α. Ζ., 13)Ό. Κ., 14)Α. Κ., 15)Μ. Μ., 16)Α. Μ., 17)Ε. Μ., 18)Χ. Μ., 19 Ε. Ν. 20)Ά. Ν., 21)Β. Ο., 22)Χ. Π., 23)Ε. Σ., 24)Ε. Σ., 25)Δ. Σ., 26)Μ. Τ., 27)Κ. Τ. και 28)Σ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαλαβάνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 571/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5264/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 10/4/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 4/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α’ , 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, Ολ.ΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.
Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, αυτής μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ.ΑΠ. 17/2013, 9/1996 και 626/1980, ΑΠ 2066/2014).
2. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα στις 14-5-2015, στρέφεται κατά της 5264/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Eφετείο, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του. Η αίτηση αναίρεσης υπογράφεται από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Πατρικουνάκο, ο οποίος προσκομίζει το μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης συνταχθέν ...31-1-2017 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Λ.
Α.. Από το πληρεξούσιο αυτό προκύπτει ότι ο Δήμαρχος του αναιρεσείοντος Δήμου Ηγουμενίτσας Ι. Λ. διόρισε ειδικό πληρεξούσιο του Δήμου για να παραστεί και να τον αντιπροσωπεύσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και να υποστηρίξει την αναίρεσή του κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Πατρικουνάκο, ενέκρινε δε όλες τις πράξεις που έγιναν από τον πληρεξούσιο αυτό, ως ισχυρές και απρόσβλητες και επομένως και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση αναίρεσης σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα του αναιρεσείοντος Δήμου για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η έγκριση αυτή, που ενεργεί αναδρομικά, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ.
3. Επειδή, κατά το άρθρο 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρίσιμου εδώ χρόνου), "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α’ του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α’ ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ ΑΠ 4/2015, 29/2006, ΑΠ 332/2015). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αριθμ.6 και 17 ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΑΕΔ 1/2012, Ολ ΑΠ 4/2015, 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι (πολίτες ή) δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ των ΟΤΑ επιβαρύνσεων (πρβλ.
Ολ ΑΠ 38/2005). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 93 περ. α’ και β’ του ίδιου νόμου, η παραγραφή διακόπτεται "με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών" και "με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.
Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως...’ ‘ . Η ανωτέρω διάταξη δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η σχετική διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων του Δημοσίου και των Δήμων( ΑΕΔ 1/2012), ούτε στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα ακρόασης στο δικαστήριο).
Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα), ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύµβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασµό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνοµοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νοµοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόµη δικαιώµατα (ενδεχομένως και µε τη, µέσω της αναδρομικής ισχύος νόµου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν µετά την έναρξη της ισχύος τους (ΑΕΔ 9/2009, Ολ ΑΠ 4/2015, 38/2005, 22/2005).
Άλλωστε, από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωµα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόµους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθµιση της χρήσης αγαθών σύµφωνα µε το δηµόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίµων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωµα κάθε κράτους να θεσπίζει νόµους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δηµοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόµιµους περιορισµούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισµένου χρόνου, προς διασφάλιση του δηµοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας των ΟΤΑ (ΑΠ 536/2014, 580/2014, 1.408/2014).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1εδ. α’ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, που είναι ταυτόσημος με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση το Ειρηνοδικείο Αθηνών, η κατά της απόφασης του οποίου έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία’ ‘ ...‘ ‘ απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη περιστατικά, που είναι σχετικά με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο:
Ότι οι ενάγοντες, που έχουν προσληφθεί από τον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υπηρετούν ως σχολικοί φύλακες, πλην της πέμπτης και ενδέκατης, έχουν αξίωση κατά του εναγομένου Δήμου για αποδοχές αδείας των ετών 2002 έως 2005, για επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2001 έως 2005 και για επιδόματα Πάσχα των ετών 2002 έως 2005, οι οποίες (αξιώσεις) ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 10.962,22 ευρώ για κάθε ενάγοντα.
Ότι οι πέμπτη και ενδέκατη των εναγουσών, που απασχολήθηκαν στον εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 27-2-2001 έως 31-7-2001 και από 27-2-2001 έως 30-9-2001,αντίστοιχα, δικαιούνται αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων του έτους 2001, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 570,56 και 795,97 ευρώ αντίστοιχα. Ότι οι ανωτέρω αξιώσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, δεν υπέπεσαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974, διότι η διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται σε βάρος των υπαλλήλων ΝΠΔΔ ειδική βραχυπρόθεσμη παραγραφή, αντίκειται τόσο στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, όσο και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεδομένου ότι περιορίζει τα περιουσιακά δικαιώματα ειδικά των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ χωρίς αυτό να δικαιολογείται από λόγους δημόσιας ωφέλειας και συνεπώς δεν είναι εφαρμοστέα.
Ότι, επομένως, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας η παραγραφή πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι πενταετής, κατά τα άρθρα 250 και 937 ΑΚ, και η ένσταση περί διετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, που πρόβαλε ο εναγόμενος Δήμος, είναι μη νόμιμη, αλλά και ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν έχει παρέλθει πενταετία από τη γένεση των αξιώσεων των εναγόντων έως την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο, αφού απέρριψε την ένσταση παραγραφής του εναγομένου, χωρίς να ασχοληθεί με την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, που παραδεκτά πρόβαλλαν ενώπιόν του οι ενάγοντες, έκανε δεκτή την αγωγή για τα παραπάνω ποσά. Mε το μοναδικό λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων Δήμος Ηγουμενίτσας πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι έσφαλε το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο απέρριψε την ένσταση παραγραφής, που παραδεκτά είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την οποία επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με το δεύτερο λόγο της έφεσής του κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης, καθόσον οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπαλλήλων του των ετών 2001, 2002, 2003 και 2004 και του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 25-12-2005 έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή, που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του ν.δ. 496/1974 και 90 παρ. 3 και 91 του ν. 2362/1995, καθόσον η ένδικη, από 26-10-2007, αγωγή τους επιδόθηκε σε αυτόν στις 29-12-2007.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη υπ’ αριθμ. 2, έτσι όπως έκρινε το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του ν. 2362/1995. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση της ένστασης παραγραφής και της αντένστασης περί διακοπής αυτής και είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5.264/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2017 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ