Supreme Court dismisses appeal on parental support not exceeding circumstances and free evaluation of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding a property transfer. The court found the transfer constituted parental support within the limits required by circumstances rather than a gift, and rejected the claim that the lower court erred in evaluating witness testimony. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1509 A.C.; Art. 559(1) C.P.D.: Parental support is a gift only if it exceeds the measure imposed by circumstances; appeals are inadmissible if the court of first instance freely evaluates evidence without violating substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 779 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 779/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Κουλούρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. συζύγου Σ. Κ., το γένος Κ. Φ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Λάσση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:48/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 79/2015 του Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1509 του ΑΚ, η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνον ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, χωρίς όμως και αυτός να προσδιορίζει τις περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής και την οικογενειακή κατάσταση δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, την ηλικία τους κλπ..
Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 του ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../25.12.2003 συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ο ενάγων μεταβίβασε στην εναγόμενη θυγατέρα του, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα του ιδανικού μεριδίου του 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία του μεταβιβασθέντος ιδανικού μεριδίου για όλη τη διάρκεια της ζωής του, της αντικειμενικής αξίας της παροχής προσδιορισθείσας στο ποσό των 23.039,70 ευρώ.
Αποδείχθηκε επίσης ότι η ανωτέρω προς την εναγομένη παροχή έγινε από τον παρακρατήσαντα την επικαρπία του ιδανικού μεριδίου ενάγοντα πατέρα της από γονική αγάπη και ενδιαφέρον για την απόκτηση απ’ αυτήν περιουσιακής και οικογενειακής αυτοτέλειας, καθόσον κατά το χρόνο της κατάρτισης του συμβολαίου η θυγατέρα του ήταν 23 ετών και συνεπώς έχρηζε αρωγής και συνδρομής για την αποκατάσταση της και την επίτευξη κατά το δυνατόν μεγαλύτερης οικονομικής ανεξαρτησίας, αποβλέποντας στην παροχή προς αυτήν και τη μελλοντική οικογένεια της στέγης στην οικία του πρώτου ορόφου της οικοδομής, καθώς και για την έναρξη από την εναγόμενη επαγγέλματος για το βιοπορισμό της μετά το τέλος της εκπαίδευσης της και συγκεκριμένα αποσκοπώντας στη διαμόρφωση του ισογείου ορόφου σε χώρο άσκησης |του επαγγέλματος της αισθητικού μετά το πέρας των σπουδών της σε ιδιωτική σχολή των Αθηνών και στη συνέχεια στην Αγγλία, που πραγματοποιήθηκαν με δαπάνες του ενάγοντος, και μάλιστα ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο ακίνητο δε χρησιμοποιήθηκε για τον προαναφερθέντα σκοπό, για τον οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση, αφού η εναγόμενη ουδέποτε επέστρεψε στη Σπάρτη μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της, αλλά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και εργαζόταν.
Μάλιστα μετά την κατάρτιση της γονικής παροχής πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη ανακαίνιση του συγκεκριμένου ακινήτου, προκειμένου να καταστεί κατάλληλο να εξυπηρετήσει τον ανωτέρω σκοπό, για τον οποίο μεταβιβάσθηκε στην εναγόμενη, αλλά και να εξοπλισθεί στη συνέχεια, διά της καταβολής σημαντικού χρηματικού ποσού, με δαπάνες του ιδίου του ενάγοντος.
Σημειωτέον ότι με την εν λόγω γονική παροχή το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε καθ’ ολοκληρίαν στην εναγόμενη, καθόσον και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού, το οποίο ανήκε αρχικά στην αποβιώσασα το έτος 1995 μητέρα της Α. Κ., που μετά το θάνατο της κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της, ήτοι την εναγόμενη και τον αδελφό της Γ.
Φ. κατά το ιδανικό μερίδιο των 4/16 από τον καθέναν εξ αυτών, οι οποίοι λόγω της ανηλικότητάς τους, αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία με δήλωση του ασκούντος τη γονική τους μέριμνα πατέρα τους (ενάγοντος) ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σπάρτης Πολύτιμης Αλεξανδρίδη (συνταχθείσας σχετικά της υπ’ αριθμ. .../ 7.12.1995 πράξης της τελευταίας, που έχει νόμιμα μεταγραφεί), στη συνέχεια, μετά τον επισυμβάντα στις 11.5.2003 θάνατο του συγκυρίου αδελφού της εναγομένης Γ.
Φ., επήχθη στην ανωτέρω ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποβιώσαντος, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία του με δήλωσή της ενώπιον του Συμβολαιογράφου Σπάρτης Αναστασίου Πανάγου (συνταχθείσας της υπ’ αριθμ. .../11.12.2003 πράξης του τελευταίου, που επίσης μεταγράφηκε), κατόπιν αποποίησης από τον ενάγοντα της επαχθείσας και στον ίδιο κληρονομίας του υιού του, προκειμένου η εναγόμενη να καταστεί αποκλειστική κυρία του συγκεκριμένου ακινήτου, όπερ κατέστη δυνατό ακολούθως με την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, γεγονός, που καταδεικνύει τη βούληση του ενάγοντος να αποκαταστήσει, στο μέτρο του εφικτού, με βάση τις δυνατότητές του, την τότε νεαρή και αδημιούργητη θυγατέρα του διά της παροχής προς αυτήν ενός περιουσιακού στοιχείου, ώστε να αποκτήσει οικονομική αυτοτέλεια.
Δεν αποδείχθηκε όμως ότι η συγκεκριμένη σύμβαση αποτελεί δωρεά, και δη στο σύνολό της, καθόσον κατά την κατάρτισή της υπερέβαινε το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, όπως αυτό προσδιοριζόταν με βάση την οικονομικοκοινωνική και οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος τη δεδομένη χρονική στιγμή, και συνεπώς δεκτική ανάκλησης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ανωτέρω, ο οποίος ουδέν περί τούτου απέδειξε, παρότι ο ίδιος φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής του.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της ως άνω περιουσιακής επίδοσης ο ενάγων ήταν ηλικίας 65 ετών, όχι δηλαδή, με βάση τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, σε προκεχωρημένο γήρας, και δραστήριος, χωρίς μέχρι τότε να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα προβλήματα σωματικής υγείας, εξαιτίας των οποίων να χρήζει συνδρομής και φροντίδας λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης (τα δύο τροχαία ατυχήματα που τον κατέστησαν πλήρως ανίκανο προς εργασία σε ποσοστό 100% για όλη τη διάρκεια της ζωής του λόγω των πολλαπλών καταγμάτων που υπέστη, για τα οποία και νοσηλεύθηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε νοσοκομεία και κέντρα αποκατάστασης, έλαβαν χώρα μεταγενέστερα, κατά τα έτη 2004 και 2005 αντίστοιχα, μάλιστα στο πρώτο εξ αυτών, που συνέβη στις 20.4.2004, ο ενάγων οδηγούσε δίκυκλη μοτοσικλέτα, με την οποία μετέφερε αγροτικά εργαλεία), αλλά ούτε και ψυχικής, εξαιτίας των οποίων θα είχε ανάγκη υποστήριξης, λόγω του γήρατος και του άλγους από τη λύση του γάμου του με τη δεύτερη σύζυγό του και μητέρα της εναγομένης, όπως αυτός ισχυρίζεται, δεδομένου ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσής του με την ανωτέρω, συνέβη με εγκατάλειψη απ’ αυτήν της συζυγικής στέγης στο τέλος του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1992, όπως έγινε δεκτό με την υπ’ αριθμ. 77/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που απήγγειλε τη λύση του μεταξύ τους γάμου, και, συνεπώς, μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος πλέον των δέκα ετών, όταν καταρτίσθηκε η επίδικη σύμβαση, δε συνάδει με την κοινή πείρα και λογική η επικαλούμενη απ’ αυτόν βεβαρημένη ψυχολογική του κατάσταση.
Εξάλλου, κατά τον ανωτέρω χρόνο ο ενάγων, ο οποίος λάμβανε σύνταξη από τον Ο.Γ.Α., διέθετε και άλλη ακίνητη περιουσία, πλην του μεταβιβασθέντος στην εναγομένη ιδανικού μεριδίου επί του προαναφερθέντος ακινήτου κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία, όπως προεκτέθηκε, και συγκεκριμένα ήταν συγκύριος, κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/2, δεκατεσσάρων (14) συνολικά ακινήτων (αστικών και αγροτικών) στον τόπο καταγωγής του, τις … Αρκαδίας, γεγονός που ο ίδιος δεν αμφισβητεί, ισχυριζόμενος ότι η συνολική τους αξία, που προσδιορίζεται από την εναγόμενη κατά το χρόνο της παροχής στις 150.000 ευρώ, είναι πολύ μικρότερη γεγονός, που ακόμη και εάν αληθεύει, δεν αναιρεί την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί του χαρακτήρα της επίδικης σύμβασης ως γονικής παροχής, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο, και όχι δωρεάς και δη στο σύνολό της, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εάν ληφθεί υπόψη ότι στο μεταβιβασθέν, αντικειμενικής αξίας 23.039,70 ευρώ κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, η ανεγερθείσα στο οποίο οικοδομή ανάγεται σε χρόνο προ του έτους 1955, πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες επισκευές και ανακαίνιση μεγάλης αξίας (έγινε προσθήκη καθ’ ύψος και αντικατάσταση της στέγης, για τα οποία απαιτήθηκε η έκδοση οικοδομικής αδείας).
Εξάλλου, δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο περί δωρεάς και όχι γονικής παροχής από το γεγονός ότι ο ενάγων έχει άλλα δύο τέκνα από τον πρώτο του γάμο το Γ. και Χ., που γεννήθηκαν το έτος 1965 και το έτος 1967, ήταν δηλαδή κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης (2003) 38 και 36 ετών αντίστοιχα, για τα οποία δεν αποδείχθηκε από τον φέροντα το βάρος ενάγοντα η συνδρομή ανάγκης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1509 του ΑΚ για τη σύσταση και προς αυτά γονικής παροχής τη δεδομένη χρονική στιγμή, πολλώ δε μάλλον που εν προκειμένω, όπως κατατέθηκε από την εξετασθείσα μάρτυρα της εναγομένης Χ.
Τ., ο σύνδεσμος τους με τον ενάγοντα δεν είναι ιδιαίτερα στενός. Με τα δεδομένα αυτά, η γενόμενη από τον ενάγοντα γονική προς την εναγόμενη παροχή, με την πραγματική και δικαιολογημένη από τις (τότε) συνθήκες βούληση του να αποκτήσει η ανωτέρω θυγατέρα του οικονομική αυτοτέλεια, κρίνεται ότι δεν ήταν δυσανάλογη με τις δυνατότητές του, κείμενη εντός των ορίων που επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Συνεπώς, η εν λόγω περιουσιακή επίδοση, που συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 1509 εδ. 1 του ΑΚ, μη αποτελούσα, έστω και κατά ποσοστό, δωρεά (υπό την έννοια της υπέρβασης του επιβαλλόμενου από τις περιστάσεις μέτρου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της ένδικης γονικής παροχής ως δωρεάς, επειδή υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, η οποία είχε νομίμως ανακληθεί λόγω αχαριστίας της δωρεοδόχου αναιρεσίβλητης και την υποχρέωση αυτής για την αναμεταβίβαση του δωρηθέντος.
Ακολούθως δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεσή της και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, λόγω της τεκμαιρόμενης ομολογίας των πραγματικών περιστατικών της από την ερημοδικία της τελευταίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1509 παρ. 1 ΑΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 505, 509, 510, 512 ΑΚ, τα οποία επικαλείται επιπλέον ο αναιρεσείων, με την εφαρμογή των οποίων δεν ασχολήθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ούτε ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία, μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη που εφάρμοσε, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις σαφείς παραδοχές ότι η μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσείοντα στην εναγομένη-αναιρεσίβλητη είχε σκοπό τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας αυτής και αποτελεί γονική παροχή, που δεν υπερβαίνει το κατά το χρόνο της πραγμάτωσής της επιβαλλόμενο από τις προεκτεθείσες περιστάσεις μέτρο.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης, είναι αβάσιμα. Ο λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., για παράβαση των ορισμών του νόμου σε σχέση προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσω, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσον μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει δεσμευτικά γι’ αυτό (δικαστήριο) ο νόμος και όχι όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (αρθρ.340 ΚΠολΔ.), έδωσε ή δεν έδωσε πίστη στις καταθέσεις των μαρτύρων ή απέδωσε σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από αυτά τα άλλα, καθόσον η εκτίμηση αυτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς, η διατυπούμενη με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτίαση, ότι το Εφετείο θεώρησε αξιόπιστη την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε κατά πρόταση της αναιρεσίβλητης ενώπιόν του κατά τη συζήτηση της έφεσης, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιλαμβάνονται στις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου, τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε η τελευταία, αν και αυτοί δεν κατέθεσαν οτιδήποτε πρόσφορο επί των ζητημάτων που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-6-2015 αίτηση του Κ. Φ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 79/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ