Supreme Court dismisses appeals against a lower court's award of interest on a disputed agricultural fund amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by the Agricultural Cooperative and two individuals against the Court of Appeal's judgment. The appellants argued that the lower court erred in awarding interest from the date of the lawsuit's filing, claiming the original claim for interest from an earlier date was invalid. The court rejected this, ruling that the lower court properly considered all evidence and that awarding interest from the filing date is legally necessary when the initial claim lacks a valid basis for that specific period. Consequently, the appeals were found baseless, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 346 of the Civil Code; Articles 106, 216(1)γ, 221(1), 223, 224 of the Code of Civil Procedure: When a plaintiff's claim for interest from the date of filing is invalid, the court must award interest from that date as a matter of logical necessity to ensure the defendant is not prejudiced by the delay.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 779 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 779/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Αγροτικού Συνεταιρισμού Αμπελοκτημόνων Χαλκίδας (Α.Σ.Α.Χ), που εδρεύει στην Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Πλάτωνα Νιάδη και Ευγενία Παπασυμεών, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Α. Κ., κατοίκου ..., 2. Α. Κ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4. Α. χας Ν. Σ. και 5. Κ. Ν. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Κασιμάτη.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1.Α. χας Ν. Σ. και 2. Κ. Ν. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Κασιμάτη.
Του αναιρεσιβλήτου:Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Αμπελοκτημόνων Χαλκίδας (ΑΣΑΧ)", που εδρεύει στην Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Πλάτωνα Νιάδη και Ευγενία Παπασυμεών , με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κοινοποιούμενη: 1. Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2. Α. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 3. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Σεπτεμβρίου 1986 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Αγροτικού Συνεταιρισμού Αμπελοκτημόνων Χαλκίδας (ΑΣΑΧ), που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 274/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3/2007 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Εδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι ως άνω διάδικοι με τις από 4 Ιουνίου 2007 και 5 Μαΐου 2008 αίτησή τους αντίστοιχα, επί των οποίων εκδόθηκε η 1772/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5.5.2008 αιτήσεως και αναβάλλει τη συζήτηση της συνεκδικαζόμενης από 4.6.2007 αιτήσεως. Η υπόθεση επανέρχεται με την 14 Μαρτίου 2012 νέα κλήση των, Α. χας Ν. Σ. και Κ. Σ. του Ν..
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 5 Μαΐου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους πρώτο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο αναιρεσιβλήτους Γ. Α. Κ., τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", Α. χήρα Ν. Σ. και Κ. Ν. Σ. ως απαράδεκτη, σε κάθε περίπτωση δε να απορριφθούν οι λόγοι της ως αβάσιμοι ως και την από 10 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων τους, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά της υπ' αριθ. 3/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) άσκησαν αιτήσεις αναιρέσεως: 1) ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Αμπελοκήπων Χαλκίδας, (με το από 4-6-2007 δικόγραφο), η έφεση του οποίου απορρίφθηκε, κατά της υπ' αριθ. 274/2001 οριστικής απόφασης, με την οποία η αγωγή του, απορρίφθηκε όσον αφορά την Αγροτική Τράπεζα και έγινε εν μέρει δεκτή σε βάρος των λοιπών εναγομένων και 2) οι Α. Σ. και Κ. Σ. (με το από 5-5-2008 δικόγραφο), εκκαλούντες και εφεσίβλητοι, υπεισελθόντες ως κληρονόμοι, στη θέση του θανόντος Ν. Σ., αρχικά τρίτου εναγομένου, στην πιο πάνω αγωγή, η οποία και έγινε δεκτή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη. Δικάσιμος για συζήτηση των αιτήσεων αυτών, ορίστηκε η 23η Μαρτίου 2009. Κατ' αυτήν παρέστησαν οι αναιρεσείοντες, ενώ από τους αναιρεσίβλητους της πρώτης πιο πάνω αίτησης, δεν παρέστησαν οι Γ. Κ., Α. Σ. και η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος.
Στη συνέχεια εκδόθηκε, η υπ' αριθ. 1200/2009 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, η οποία αφού διέταξε την ένωση και συνεκδίκαση των πιο πάνω αναφερομένων αιτήσεων, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση για την πρώτη αίτηση, λόγω μη κλητεύσεως των ως άνω απολειπομένων αναιρεσιβλήτων, ενώ ανέβαλε τη συζήτηση της δεύτερης αίτησης. Μετά από κλήση προσδιορίστηκε δικάσιμος για συζήτηση η 7η Νοεμβρίου 2011, κατά την οποία, απολείπονταν οι ίδιοι πιο πάνω αναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1772/2011 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, με την οποία αφενός κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της πρώτης αίτησης, λόγω μη κλητεύσεως των απολειπομένων διαδίκων, αφετέρου δε, αναβλήθηκε η συζήτηση της δεύτερης αίτησης. Μετά από κλήση, των αναιρεσειόντων της δεύτερης αίτησης, προσδιορίστηκε δικάσιμος για συζήτηση της υπόθεσης η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης. Κατά την εκφώνηση των υποθέσεων, στην τελευταία πιο πάνω δικάσιμο, από τη σειρά τους στο πινάκιο, δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι Γ. Κ. και Α. Σ., καθώς και η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 2122 Δ και 2124/23-11-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας, καθώς της υπ' αριθ. 4950Γ/26-11-2012 έκθεσης επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και κλήση για να παραστούν στη συζήτηση, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύτως και εμπροθέσμως στους απολειπόμενους διαδίκους. Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των ως άνω ( άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση αυτής. Η αίτηση αναίρεσης, επομένως, είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά αντιδίκου του αναιρεσείοντος, τον οποίο δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τον οποίο, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, Αγροτικός Συνεταιρισμός Αμπελοκήπων Χαλκίδας, απευθύνει την, από 4-6-2007, αίτηση αναίρεσης, κατά της κατά της υπ' αριθ. 3/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα της Χαλκίδας, εκτός άλλων, και κατά: 1) του Γ. Α. Κ., 2) κατά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", και 3) των Α.
Σ. και 1, ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς τρίτου εναγομένου 1. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, γενόμενη επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως: Α) η από τον αναιρεσείοντα ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης, υπ' αριθ. 274/2001 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, έφεση του απορρίφθηκε: 1) ως προς τους 1o και 3η, αναιρεσίβλητους, τότε πρώτο και τρίτη εφεσίβλητους, ως άκυρη και απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως, διότι δεν περιεχόταν στο δικόγραφο της ως προς αυτούς, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 520 § 1 του ΚΠολΔ, κανένας σαφής και ορισμένος λόγος εφέσεως (βλ.
φύλλο 4ο της προσβαλλόμενης), και 2) ως προς τους 2ο, 4η και 5ο αναιρεσίβλητους, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Και Β) η από τους κληρονόμους του Ν. Σ., ασκηθείσα κατά της ίδιας απόφασης έφεση έγινε δεκτή και στη συνέχεια αφού εξαφανίστηκε, κατά αντίστοιχα κεφάλαιά της η πρωτοβάθμια απόφαση έγινε δεκτή, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη η σε βάρος του κληρονομηθέντος αγωγή.
Ήδη, ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως προβάλλει λόγους, που αφορούν μόνο την ουσία της υποθέσεως για το δεύτερο εναγόμενο Α. Σ. (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο). Αντιθέτως, δεν υποβάλει παράπονα : α) για την απόρριψη της εφέσεώς του ως απαράδεκτης, κατά του Γ. Κ. και της Αγροτικής Τράπεζας, και β) κατά των Α.
Σ. και Κ. Σ., για την σε βάρος τους παραδοχή της αγωγής του, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμης. Ενόψει τούτων, η αίτηση αναιρέσεως αυτή (από 4-6-2007), καθόσον στρέφεται κατά των ως άνω, 1ο, 3η, 4η και 5ο , αναιρεσίβλητων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
4. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του Α.Κ. συνάγεται ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας αποτελεί ο δόλος (άμεσος ή ενδεχόμενος) και η αμέλεια, δηλαδή η έλλειψη της οφειλόμενης από τον μέσης συνέσεως κοινωνικό άνθρωπο προσοχής.
Τέλος ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των εννόμων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ενάγων Αγροτικός Συνεταιρισμός Αμπελοκτημόνων Χαλκίδας, ιδρύθηκε το έτος 1934, εδρεύει στη Χαλκίδα και έχει σκοπό την προαγωγή της ιδιωτικής οικονομίας των συνεταίρων και κατ' επέκταση της εθνικής οικονομίας, με υποστήριξη των τιμών του γλεύκους, του οίνου και των σταφυλιών.
Μέλη του ενάγοντος θεωρούνταν και γράφονταν υποχρεωτικά όλοι οι ιδιοκτήτες, επικαρπωτές, ενοικιαστές και κοινωνοί δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, ανεξαρτήτως γένους, αμπελοφυτειών, οινοποιήσιμων ή επιτραπέζιων σταφυλιών και έκτασης τριών τουλάχιστον γαλλικών στρεμμάτων, οι οποίες βρίσκονταν στην περιφέρεια του Δήμου Χαλκίδας και στις Κοινότητες Μύτικα, Βασιλικό, Άγιος Νικόλαο, Φύλλα και Αφράτι.
Όργανα του ενάγοντος αποτελούσαν το διοικητικό συμβούλιο, το εποπτικό συμβούλιο, η γενική συνέλευση, ο διευθυντής, οι υπάλληλοι, ο ταμίας και ο νομικός σύμβουλος. Ο διορισμός, τα καθήκοντα και η έκταση της αρμοδιότητας κάθε οργάνου καθορίζονταν από το καταστατικό. Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Α.
Κ. (ως προς τον οποίο, όπως προειπώθηκε η ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη) είχε προσληφθεί από τον ενάγοντα συνεταιρισμό το έτος 1962 και από το Νοέμβριο του 1971 ασκούσε δυνάμει της υπ' αριθ. 32/23.7.1972 αποφάσεως της γενικής συνέλευσης καθήκοντα ταμία, ενώ με την υπ' αριθ. 53/11.2.1972 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου είχε εξουσιοδοτηθεί για όλες τις χρηματικές αναλήψεις από εμβάσματα, εγγυητικές επιστολές, εξόφληση επιταγών κλπ.
από τα υποκαταστήματα όλων των εμπορικών τραπεζών στην πόλη της Χαλκίδας, ενώ με άλλη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου και από το υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας στη Χαλκίδα μετά από εντολή του διευθυντή. Ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Α. Σ. είχε προσληφθεί από τον ενάγοντα, ως έκτακτος υπάλληλος, με διετή σύμβαση από τις 14.9.1968, με τη δε υπ' αριθ. 14/14.9.1968 απόφαση του μικτού συμβουλίου του είχαν ανατεθεί καθήκοντα διευθυντή.
Με τις υπ' αριθ. 121/18.8.1970 και 163/6.6.1981 αποφάσεις του ίδιου συμβουλίου η σύμβαση εργασίας του ανανεώθηκε για δύο ακόμη έτη. Με την υπ' αριθ. 61/3.8.1972 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου μονιμοποιήθηκε και στη συνέχεια, σύμφωνα με τον κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας του ενάγοντος, εντάχθηκε στο βαθμό του λογιστή Γ' και με την ιδιότητα του διευθυντή εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του τμηματάρχη Β'.
Ο αποβιώσας στη συνέχεια τρίτος εναγόμενος Ν. Κ. Σ. (κληρονομηθείς από τους αναιρεσείοντες της δεύτερης από τις κρινόμενες αιτήσεις και αναιρεσίβλητοι στην πρώτη), είχε προσληφθεί από τον ενάγοντα, ως έκτακτος υπάλληλος, από τις 12.1.1968 με τριετή σύμβαση, που ανανεώθηκε κατ' επανάληψη έως τις 19.1.1978, η δε εργασιακή του σχέση διατηρήθηκε συνεχώς σε ισχύ.
Από την αρχή ανατέθηκαν σε αυτόν καθήκοντα προϊσταμένου του λογιστηρίου. Ο ενάγων εποπτεύεται και ελέγχεται από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και συγκεκριμένα από τα αρμόδια όργανα της 15ης επιθεώρησης συνεταιρισμών, περιφερειακή υπηρεσία της τέταρτης εναγόμενης Αγροτικής Τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 74 του κανονισμού του ενάγοντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ν. 4.332/1929, 921/1979 (άρθρο 42) και 1541/1985 (άρθρο 32).
Κατά το χρονικό διάστημα από 1976 - 1982 διενεργήθηκαν ετήσιοι τακτικοί έλεγχοι από τους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας, τον Κ. Μ. για το έτος 1976 και τον Α. Κ. για το υπόλοιπο διάστημα. Για την διαχειριστική χρήση 1980 - 1981 ο γενικός έλεγχος του ενάγοντος προγραμματίστηκε κατά την διάρκεια του διμήνου Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 1981 με ελεγκτή τον αναπληρωτή προϊστάμενο της ως άνω επιθεώρησης, αλλά για άγνωστους λόγους άρχισε μετά την κοινοποίηση στον ελεγκτή της υπ' αριθ. 379/2.11.1981 διαταγής της επιθεώρησης, με την οποία του δόθηκαν οδηγίες για τον τρόπο διεξαγωγής του ελέγχου και ειδικότερα του συστήθηκε να προσέξει τις απαιτήσεις του ενάγοντος έναντι των πελατών του, δεδομένου ότι αυτές στις 30.6.1981 ανέρχονταν στο ποσό των 35.000.000 δραχμών περίπου.
Ο εν λόγω έλεγχος ολοκληρώθηκε περί τα μέσα Ιανουαρίου 1982, με την αποστολή της σχετικής έκθεσης ελέγχου στο εποπτικό συμβούλιο του ενάγοντος. Κατά το χρονικό διάστημα από 17.12.1981 μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου 1982 κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα από τη 15η επιθεώρηση συνεταιρισμών το υπ' αριθ. πρωτ. 15/17.12.1981 εμπιστευτικό έγγραφο, που αναφερόταν στην ταμειακή κίνηση του ενάγοντος, διότι διαπιστώθηκε, ότι από 1.3.1981 το ταμείο εμφάνιζε κάθε ημέρα αδικαιολόγητα υπόλοιπο μετρητών από 4.000.000 έως 5.000.000 δραχμές παρά τη ρητή εντολή του άρθρου 40 του καταστατικού, ότι ποσό μεγαλύτερο από 5.000 δραχμές έπρεπε να κατατίθεται στην Αγροτική Τράπεζα.
Ακόμη, διαπιστώθηκε ότι διάφοροι πελάτες του ενάγοντος φέρονταν οφειλέτες με υπερβολικά μεγάλα σε βάρος τους χρεωστικά υπόλοιπα. Το άνω εμπιστευτικό έγγραφο περιήλθε στα χέρια του τότε προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του ενάγοντος Δ. Σ., ο οποίος κάλεσε το δεύτερο εναγόμενο Α. Σ. και του ζήτησε εξηγήσεις, τόσο γι' αυτό, όσο και για το γεγονός ότι δεν κρατούσε πρωτόκολλο καταμέτρησης του ταμείου, όπως προβλεπόταν από το καταστατικό.
Ενόψει των εν λόγω διαπιστώσεων, ο Δ. Σ. κίνησε τη πειθαρχική διαδικασία, που προβλέπεται από τον κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να τιμωρηθούν ο πρώτος εναγόμενος με στέρηση αποδοχών ενός μήνα, ο δεύτερος εναγόμενος με οριστική απόλυση και ο τρίτος εναγόμενος με την ποινή της επίπληξης.
Κατά της απόφασης, που επέβαλε τις ποινές αυτές, ο δεύτερος εναγόμενος προσέφυγε στην ΠΑΣΕΓΕΣ και ως την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής του, τέθηκε σε αναγκαστική αργία. Ακολούθως, ο Δ. Σ. ζήτησε από τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων κατάσταση πελατών, προκειμένου να ενημερώσει τη γενική συνέλευση, που θα συνερχόταν στις 7.3.1982, αλλά και για να διαπιστώσει, αν τα υπόλοιπα των χρεών των οφειλετών πελατών συμφωνούσαν με ό,τι προέκυπτε από τα τηρούμενα βιβλία των πελατών του συνεταιρισμού, ενόψει και της διαπιστώσεως, κατά τον αναφερόμενο έλεγχο, μεγάλων ανοιγμάτων διάφορων πελατών.
Τις απογευματινές ώρες της 8ης.3.1982, επόμενη της ημέρας, που είχε οριστεί για την σύγκλιση της γενικής συνελεύσεως, ο δεύτερος εναγόμενος, ενώ βρισκόταν σε αναγκαστική αργία, κάλεσε στην οικία του το Δ. Σ. και παρουσία του προϊσταμένου του εποπτικού συμβουλίου και των συμβούλων Δ. Σ. και Ι. Μ., του ανακοίνωσε ότι η εταιρία "ΒΑΚΧΟΣ ΕΠΕ", πελάτισσα του ενάγοντος, φερόταν χρεωμένη στα βιβλία πελατών με το ποσό των 2.000.000 δραχμών από πώληση οίνου και με το ποσό των 3.500.000 δραχμών για τόκους, ενώ στην πραγματικότητα είχε εξοφλήσει τις οφειλές της.
Στις 9.3.1982 ο Δ. Σ., οι πιο πάνω σύμβουλοι και ο δεύτερος εναγόμενος μετέβησαν στην ..., όπου η έδρα της πιο πάνω εταιρίας, για να διαπιστώσουν, αν όσα τους ανακοίνωσε ο δεύτερος εναγόμενος ήταν αληθινά. Από τον έλεγχο των παραστατικών της εταιρίας διαπιστώθηκε, ότι πράγματι η τελευταία είχε προβεί σε ολοσχερή εξόφληση των χρεών της προς τον ενάγοντα.
Ο ενάγων, με έγγραφο του προς τη 15η επιθεώρηση συνεταιρισμών ανέφερε τα περιστατικά αυτά, η δε επιθεώρηση ανέθεσε στον αναπληρωτή προϊστάμενο της Α. Κ. και τον υπάλληλο της Κ. Μ. να διενεργήσουν έλεγχο στον ενάγοντα για να εξακριβώσουν ενδεχόμενες διαχειριστικές ανωμαλίες. Στις 10.3.1982 άρχισε από τους ανωτέρω ειδικός έλεγχος με αντιπαραβολή των χρεοπιστώσεων του λογαριασμού της εταιρίας "ΒΑΚΧΟΣ ΕΠΕ" προς τις χρεοπιστώσεις του ενάγοντος, παρουσία των πρώτου, δεύτερου και τρίτου των εναγομένων.
Κατά την διάρκεια του ελέγχου διαπιστώθηκε ασυμφωνία των χρεοπιστώσεων. Ο πρώτος εναγόμενος επιχειρούσε να αποδώσει την ασυμφωνία των αντιπαραβαλλόμένων χρεοπιστώσεων σε λάθος. Ο έλεγχος συμφωνήθηκε να συνεχιστεί την 17.00' ώρα της ίδιας ημέρας, όμως ο πρώτος εναγόμενος δεν εμφανίστηκε. Από τον έλεγχο, που συνεχίστηκε σε βάθος, διαπιστώθηκε έλλειμμα σε βάρος του ενάγοντος, ποσού 33.609.882 δραχμών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος (Γ. Κ.) υπεξαίρεσε, δηλαδή ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, το ως άνω ποσό που είχε περιέλθει κατά μερικότερα κονδύλια διαδοχικά στην κατοχή του, με την ιδιότητα του ταμία. Η μέθοδος, που είχε ακολουθήσει, για την τέλεση των υπεξαιρέσεων ήταν διπλή, ήτοι αφενός με λογιστικά τεχνάσματα (διαγραφές, αλλοιώσεις και νοθεύσεις στα βιβλία του ενάγοντος) και αφετέρου με την ολοσχερή απόκρυψη ποσών, που εισέπραττε από εμβάσματα, εγγυητικές επιστολές και επιταγές πελατών μέσω τραπεζών, χωρίς να τα εμφανίζει, με συνέπεια διάφοροι πελάτες του ενάγοντος να φέρονται ως οφειλέτες, ενώ είχαν καταβάλει τα αντίστοιχα ποσά.
Έτσι, έχοντας στα χέρια του τα χρήματα, που εισέπραττε και το ταμείο του ενάγοντος, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1976 έως 10.3.1982, υπεξαίρεσε κατ' εξακολούθηση (με περισσότερες μερικότερες πράξεις), το ποσό των 33.609.882 δραχμών. Το ποσό των 5.920.418 δραχμών υπεξαίρεσε με την μέθοδο των αλλοιώσεων (νοθεύσεων) των βιβλίων του ενάγοντος και με συναφή λογιστικά τεχνάσματα, που αφορούσαν τα ποσά των 503.050, 755.622, 22.500, 2.000.000, 60.000, 40.000, 27.873, 2.000.000, 548.741 και 100.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο ποσό με τη μέθοδο της απόκρυψης εισπράξεων, εμβασμάτων και επιταγών".
Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι, ο αρχικώς τρίτος εναγόμενος σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δεύτερου από τους αναιρεσείοντες της από 5-5-2008 αίτησης, Ν. Σ., "κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο του 1980 μέχρι το μήνα Φεβρουάριο 1982, τέλεσε, από κοινού με τον πρώτο εναγόμενο, όσες από τις παραπάνω υπεξαιρέσεις συνέχονται με λογιστικές εγγραφές νοθεύσεις των 503.050, 2.000.000, 60.000, 40.000, 27.873, 2.000.000, 548.741 και 100.000 δραχμών, οι οποίες (νοθεύσεις κλπ.) έπονταν των υπεξαιρέσεων και αποσκοπούσαν στη συγκάλυψη αυτών.
Συγκεκριμένα ο τρίτος εναγόμενος, ενεργώντας από κοινού, με τον πρώτο εναγόμενο: α) νόθευσε τη σελίδα 95 του ΑΗΤ του ενάγοντος, σβήνοντας και ακυρώνοντας την εγγραφή ποσού 503.050 δραχμών, βάσει του γραμματίου είσπραξης 1120/30.12.81, που είχε καταβληθεί από το συνέταιρο Γ.Δ. Κ., προς απόκρυψη της είσπραξης αυτής, ώστε να συγκαλυφθεί η υπεξαίρεση του άνω ποσού, ενώ στη συνέχεια εξαφάνισε το πρωτότυπο του γραμματίου είσπραξης στο στέλεχος και το λευκό αντίγραφο από το φάκελο των παραστατικών, β) νόθευσε τη σελίδα 189 του ΑΗΤ του ενάγοντος, αναγράφοντας στη στήλη, που αφορούσε τον πελάτη Π.
Β., στη θέση της αρχικής εγγραφής (3.343.543 δραχμές, την οποία απάλειψε) 1.343.543 δραχμές, με σκοπό να συγκαλύψει την υπεξαίρεση της διαφοράς των 2.000.000 δραχμών, γ) νόθευσε ως προς την ημερομηνία την απόδειξη Ε. Νο 1786/2.11.81 της "Νεοχημική ΕΠΕ", ποσού 60.000 δραχμών και ανέγραψε την ανακριβή ημερομηνία 22.12.1981, προκειμένου να χρησιμοποιήσει την απόδειξη αυτή, όπως τη νόθευσε, ως δικαιολογητικό για την έκδοση του εντάλματος πληρωμής Νο 1378/24.2.82, ώστε να δικαιολογηθεί πληρωμή από τον ενάγοντα στη "Νεοχημική ΕΠΕ" 60.000 δραχμών και να συγκαλυφθεί έτσι η υπεξαίρεση του ποσού αυτού, το οποίο ουδέποτε καταβλήθηκε στην άνω εταιρία, δ) νόθευσε το περιεχόμενο του ΛΗΤ του ενάγοντος, ταυτόχρονα δε και τα γραμμάτια είσπραξης Νο 1729/11.5.79 και 1735/21.5.79 ως προς τους αριθμούς (από 1729 σε 1629 και από 1735 σε 1635) και το ποσό του 1.000.000 δραχμών, που αφορούσε το καθένα, καθώς και ως προς το όνομα του πελάτη, που είχε καταβάλει, από "ΕΡΚΙΣ ΑΕ" σε "ΤΤ.
Μ." και "Β. Σ.", περιορίζοντας τα ποσά σε 40.000 και 27.873 δραχμές, αντίστοιχα, με σκοπό, μειώνοντας την αξία των τιμολογίων, να συνκαλύψει την υπεξαίρεση της διαφοράς του 1.932.127 [2.000.000 (1.000.000 + 1 000.000) - 67.873 (40.000 + 27.873)] δραχμών, ε) νόθευσε τη σελίδα 226 του ΑΗΤ του ενάγοντος, ήτοι διέγραψε το ποσό των 548.741 δραχμών, σε πίστωση του πελάτη "Θ.
Β. και Σ.Ι.Α" και ανέγραψε το γραμμάτιο Νο 1500/17.3.1980, ποσού 1.541 δραχμών, με σκοπό τη μερική απόκρυψη της είσπραξης κατά το ποσό των 278.741 δραχμών και στ) νόθευσε τη σελίδα του ΑΗΤ του ενάγοντος, στην οποία υπήρχε εγγραφή 100.000 δραχμών, που είχε καταβάλει ο πελάτης "Α. - Κ." με το γραμμάτιο No 66/31.9.81, διαγράφοντας την εγγραφή αυτή με την εγγραφή της λέξης "άκυρο".
Με τις άνω λογιστικές εγγραφές - νοθεύσεις υπεξαίρεσε το συνολικό ποσό των 4.873.918 (503.050 + 2.000.000 + 60.000 + 1.932.127 + 278.741 + 100.000) δραχμών: ... Από την προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Ν. Σ. ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ζημιώθηκε κατά το ποσό των 4.873.918 δραχμών. Για το λόγο αυτό ο Ν. Σ., με την υπ' αρ. 88/1987 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (που εκδόθηκε επί εφέσεως του κατά της υπ' αρ. 781/1985 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών) κρίθηκε ένοχος των πράξεων α) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης κατά συναυτουργία με τον πρώτο εναγόμενο και κατ' εξακολούθηση για τα πιο πάνω ποσά β) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και γ) της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση και αφού του αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό του πρότερου της τέλεσής τους έντιμου βίου, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο ετών για την πρώτη πράξη που είναι κακουργηματική (άρθρο 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως ίσχυε τότε), ομοίως σε φυλάκιση δύο ετών για τη δεύτερη πράξη και σε φυλάκιση ενός έτους για την τρίτη πράξη, που είναι πλημμεληματικές".
Στη συνέχεια, δέχθηκε το Εφετείο, ότι: "από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε συμμετοχή του δεύτερου εναγομένου Α. Σ., στις ανωτέρω υπεξαιρέσεις, και συγκεκριμένα ιδιοποίηση οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, με ενσωμάτωση του στην περιουσία του, από κοινού με τους λοιπούς εναγόμενους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ο οποίος, σημειωτέον, υπό τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, την αδικοπρακτική συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου Α.
Σ. θεμελιώνει σε παράνομη θετική ενέργεια, δηλαδή πράξη (υπεξαίρεση από κοινού) και όχι σε παράνομη παράλειψη ενέργειας επιβαλλόμενης από το νόμο, τη σύμβαση κλπ. Σε κάθε περίπτωση ο δεύτερος εναγόμενος δεν γνώριζε για τις υπεξαιρέσεις του πρώτου και του τρίτου των εναγομένων, καθόσον οι τελευταίοι, με την εμπειρία, που είχαν αποκτήσει, κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, ως ταμίας ο πρώτος και ως προϊστάμενος του λογιστηρίου ο δεύτερος, με διάφορα σύνθετα και πολύπλοκα τεχνάσματα κατόρθωναν να τον παραπλανούν, αφού η εμφανιζόμενη λογιστική εικόνα των βιβλίων του ενάγοντος ήταν τέτοια, που απέκλειε τη δυνατότητα εντοπισμού ή έστω υποψίας οποιασδήποτε ατασθαλίας.
Για τον ίδιο λόγο, οι τελεσθείσες υπεξαιρέσεις δεν είχαν γίνει αντιληπτές και από τα αρμόδια όργανα της 15ης επιθεώρησης συνεταιρισμών της Αγροτικής Τράπεζας, κατά τη διενέργεια των ετήσιων τακτικών ελέγχων του χρονικού διαστήματος 1976 - 1982. Άλλωστε, οι υπεξαιρέσεις του πρώτου και τρίτου των εναγόμενου διαπιστώθηκαν με πρωτοβουλία του δεύτερου εναγομένου, καθόσον, μετά την ανακοίνωση από τον τελευταίο στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου Δ.
Σ., παρουσία του προϊσταμένου του εποπτικού συμβουλίου και των συμβούλων Δ. Σ. και Ι. Μ., ότι η πελάτισσα εταιρία "ΒΑΚΧΟΣ ΕΠΕ" φερόταν χρεωμένη στα βιβλία πελατών με ήδη εξοφλημένες οφειλές της, ενεργοποιήθηκε η διεξαγωγή ελέγχου σε βάθος, που οδήγησε στην αποκάλυψη των δραστών. Εξάλλου, στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε και το ποινικό Δικαστήριο, αφού ο δεύτερος εναγόμενος, με την υπ' αριθ. 1639Α και 1640/1987 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που εκδόθηκε μετ' αναίρεση ως προς αυτόν της υπ' αριθ. 781/1985 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της απλής συνέργειας σε κακουργημαπκή υπεξαίρεση του πρώτου εναγόμενου, ενέχουσας κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης κατ' εξακολούθηση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο:1) ως προς τους δεύτερο και τέταρτη εναγόμενους Α. Κ. Σ. και την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείοντος ενάγοντος (ΑΓΡ. ΣΥΝ. ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΩΝ ΧΑΛΚΙΔΑΣ), κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία και πάλι είχε απορριφθεί ως προς αυτούς η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Και 2) μετά από μερική εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως λόγω παραδοχής της εφέσεως των αναιρεσειόντων (Αικ. Και Κ. Σ.), υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν διαιρετώς, κατά το ποσοστά της κληρονομικής μερίδας τους στην κληρονομιά του Ν. Σ., εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο Γ. Κ., το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 4.873.918 δραχμών (3.575,87 ευρώ η πρώτη και 10.727,62 ευρώ ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες) νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 297, 298 346 του ΑΚ (σε συνδυασμό με 375 ΠΚ), τους οποίους εφήρμοσε, ούτε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου, διότι διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες σε όλα τα ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και συνακολούθως δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας: Α) όσον αφορά την υπαιτιότητα του Α. Κ. Σ. δεν παρέλειψε να εξετάσει τυχόν παράνομη συμπεριφορά του που πραγματώθηκε δια παραλείψεως και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή της αμελείας, διότι τα στοιχεία αυτά, στηριζόμενα και στην από βαριά αμέλεια παράλειψη ασκήσεως των από το με συμβατική ισχύ κανονισμό λειτουργίας του αναιρεσείοντος νομίμων καθηκόντων του ως διευθυντή δεν αποτελούσαν περιεχόμενο της ιστορικής βάσεως της αγωγής, που στηριζόταν αποκλειστικά σε θετική ενέργεια (πράξη) του εναγομένου τούτου πραγματωθείσα με δόλο και όχι από αμέλεια.
Δέχθηκε δε, σε σχέση με την υπαιτιότητα του εναγόμενου τούτου, ότι η εμφανιζόμενη στα λογιστικά βιβλία του ενάγοντος εικόνα ήταν τέτοια, που απέκλειε τη δυνατότητα στον εναγόμενο αυτόν να εντοπίσει ή να του προκαλέσει έστω την υποψία, πως έγιναν από τον ταμία και το λογιστή και υπήρχαν οικονομικές ατασθαλίες, δεχόμενο ουσιαστικά ότι, και αν ακόμη επεδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, δεν θα μπορούσε να εντοπίσει τις γενόμενες από τους άλλους υπαλλήλους του συνεταιρισμού παράνομες ενέργειες με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως των χρημάτων του ενάγοντος, Και Β) όσον αφορά τον Ν.
Σ. κατά τις παραδοχές του αποδεικτικού της πορίσματος, προέβη μετά την αφαίρεση, με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως, των χρημάτων εκ μέρους του Γ. Κ. σε νοθεύσεις και υπεξαγωγές εγγράφων για τη συγκάλυψη των υπεξαιρέσεων, των οποίων φυσικός αυτουργός ήταν ο Γ. Κ.. Τούτο διότι, η απόφαση δέχεται ότι και Ν. Σ. ήταν συμμέτοχος στην υπεξαίρεση του Γ.
Κ., αφού αξιολογεί ως μη αναιρούμενο από κάτι άλλο και κρίσιμο περί τούτου αποδεικτικό στοιχείο τις δύο ως άνω σε βάρος του Ν. Σ. αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες καταδικάσθηκε αυτός όχι μόνον για νόθευση και υπεξαγωγή εγγράφων, αλλά και για υπεξαίρεση, από την οποία απορρέει το σύνολο των απαιτήσεων, για τις οποίες έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Η έλλειψη αιτιολόγησης του είδους της συμμετοχής του Γ. Σ. στην υπεξαίρεση των χρημάτων του αναιρεσιβλήτου από τον Γ. Κ. δεν επηρεάζει την πληρότητα της αιτιολογίας του αποδεικτικού πορίσματος της αποφάσεως, που διατυπώνεται σαφώς. Επίσης δεν ασκεί επιρροή για τη νομική θεμελίωση της αγωγικής αξιώσεως στις διατάξεις περί αδικοπραξιών η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στην απόφαση για το αν υπήρξε περιουσιακή μετακίνηση από τον αναιρεσίβλητο προς τον αρχικά εναγόμενο Γ.
Σ., ούτε επηρεάζει τον αιτιώδη σύνδεσμο της προσγενόμενης από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Γ. Σ. στον αναιρεσίβλητο ζημίας, καθ' όσον ο ενδεχόμενος (αθέμιτος) πλουτισμός του υποχρέου αποζημιώσεως από αδικοπραξία, όταν αυτή συντελείται με υπεξαίρεση, είναι ενδεχόμενο να επήλθε αμέσως σε βάρος της περιουσίας του φυσικού αυτουργού της υπεξαιρέσεως, προς τον οποίο παρασχέθηκε η συνδρομή εκείνου πριν ή μετά την τέλεση της υπεξαιρέσεως και εμμέσως μόνον σε βάρος του ζημιουμένου.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ. Επομένως, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως του Αγροτικού Συνεταιρισμού Αμπελοκήπων Χαλκίδας, καθώς και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως των Α. Σ. και Κ. Σ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
5. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, Αγροτικός Συνεταιρισμός Αμπελοκήπων Χαλκίδας, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση για την απόδειξη της ιστορικής βάσεως της αγωγής ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Α.
Κ. Σ.. Ο λόγος αναιρέσεως αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ είναι, σύμφωνα με τα πιο πάνω εκτεθέντα, αβάσιμος. Τούτο διότι, από την από τη ρητή διαβεβαίωσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο, για τη θεμελίωση του πορίσματος του, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στις υπ' αριθ. 274/1993 και 70/1998 εισηγητικές εκθέσεις του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, και όλα ανεξαιρέτως τα από τους διαδίκους με επίκληση νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα από τον αναιρεσείοντα προσκομισθέντα 1) το ισχύον κατά τον κρίσιμο χρόνο καταστατικό της (το ισχύσαν κατά τη δίκη στο Εφετείο καταστατικό της δεν αποτελεί ουσιώδες έγγραφο), 2) ο κανονισμός εσωτερικής της υπηρεσίας, 3) το από 16.3.1982 πόρισμα ειδικού ελέγχου της 15ης Επιθεώρησης Συνεταιρισμών της ΑΤΕ, και 4) η έκθεση ελέγχου διαχειρίσεως των χρήσεων των ετών 1977 - 1981 του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, καθώς και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα, που αναφέρει ο αναιρεσείων. 6.
Από τις διατάξεις των άρθρων 340, 346 του Α.Κ., 106, 216 παρ. 1γ, 221 παρ. 1, 223 και 224 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο παρεπόμενο αγωγικό αίτημα επιδικάσεως νομίμων τόκων επί του κυρίως αιτουμένου χρηματικού ποσού από προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής χρονικό σημείο εμπεριέχεται, κατά λογική αναγκαιότητα, και το λιγότερο δυσμενές για τον εναγόμενο αίτημα επιδικάσεως νομίμων τόκων από τον μεταγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής χρόνο.
Γι' αυτό δεν χρειάζεται επιπρόσθετη, ρητή και εξειδικευμένη αναφορά αιτήματος περί καταβολής τόκων από την επίδοση της αγωγής, όταν το αίτημα που υποβλήθηκε έχει προηγούμενη αυτής της επιδόσεως χρονική αφετηρία τοκοδοσίας του κεφαλαίου και δεν είναι νόμιμο για οποιοδήποτε λόγο ως προς το χρόνο μέχρι την επίδοση της αγωγής, οπότε κρίνεται νόμιμο για τον μεταγενέστερο χρόνο..
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως των Α. Σ. και Κ. Σ., σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, με το να επιδικάσει υπέρ του αναιρεσιβλήτου νόμιμους τόκους επί του κεφαλαίου των 33.609.882 δραχμών (για τα οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες) από την επίδοση της αγωγής, ενώ το υποβληθέν αίτημα της αγωγής για επιδίκαση τόκων του κεφαλαίου από προγενέστερο της επιδόσεώς της χρονικό σημείο (10-3-1982) δεν ήταν νόμιμο και δεν υποβλήθηκε αίτημα για να επιδικασθούν τόκοι από την επίδοση της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις. Τέλος η δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, πρέπει να επιβληθεί, σε βάρος των ηττηθέντων αντιδίκων τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 4-6-2007 και από 5-5-2008 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 3/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες καθεμιάς των αιτήσεων τη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αντιδίκων τους, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ