Supreme Court dismisses appeal for violation of substantive law regarding facts not taken into account.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision on a traffic accident case. The appellant argued the lower court failed to consider specific facts regarding the distance of the pedestrian's fall, but the court found these claims were already rejected as baseless. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 & 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal for violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly rejected facts as baseless or if the alleged omission of facts does not constitute a ground for annulment under the relevant provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 779 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 779 /2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σκάκα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φωτεινής Γκίρτζου του Κοσμά, κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" και ήδη με την επωνυμία "ΑΧΑ (ΑΞΑ) ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρύσα Σαλαβράκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/2006 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42298/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2047/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/1/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 24/3/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13-10-2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2047/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση kλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που.
απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), η όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 569 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη, εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.2047/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 3-9-2005 και περί ώρα 15.45 η πρώτη εναγομένη, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, που ήταν κατά το χρόνο εκείνο ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο με αυτό επί της διπλής κατευθύνσεως οδού ..., περιοχή ...
της πόλης της Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση από ... προς ..., και προσήγγιζε τον οικοδομικό αριθμό 134. Η εν λόγω οδός έχει πλάτος οδοστρώματος 10 μ. , πλάτος πεζοδρομίου 3,30, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και ευθεία σε μεγάλο μήκος. Κατά τον ως άνω χρόνο επικρατούσαν συνθήκες φωτισμού ημέρας, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών μετρία και η ορατότητα, δεν περιορίζετο.
Κατά τον ίδιο χρόνο ο ανήλικος ηλικίας 16 ετών Γ. Γ. του Β. κατήλθε εκ του πεζοδρομίου στον οικοδομικό αριθμό 134 και επιχείρησε, διερχόμενος ανάμεσα από σταθμευμένα στην δεξιά πλευρά της οδού οχήματα, που καταλάμβαναν τμήμα του οδοστρώματος πλάτους 1,5 μ., να διασχίσει το κατάστρωμα της οδού, εκτός διαβάσεων πεζών που απείχαν περί τα 7 μέτρα, με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου.
Το παράτολμο εγχείρημά του πραγματοποίησε ο ανήλικος πεζός, ενώ το ΙΧΕ αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης ευρίσκετο σε ελαχίστη απόσταση περί τα 5-6 μέτρα από αυτόν, με αποτέλεσμα εξαιτίας της αιφνίδιας και προ εγγυτάτης αποστάσεως παρεμβολής στην τροχιά του αυτοκίνητου του ως άνω πεζού, η οδηγός του αυτοκίνητου αυτού και πρώτη εναγομένη να μην δυνηθεί να προβεί σε αποφευκτικό του ατυχήματος χειρισμό ή ελιγμό και να προσκρούσσει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα (στο ύψος του καθρέφτη) του αυτοκινήτου της επί του πεζού.
Εκ του ατυχήματος ο ανήλικος τραυματίστηκε υποστάς κάταγμα κλείδας (ΑΡ) και κάκωση γόνατος (ΔΕ). Εκ του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, πραγματικά περιστατικά, τα οποία να καθιδρύουν υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης οδηγού στην επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, ως αυτά εκτίθενται στην αγωγή, και συγκεκριμένα κίνηση της εναγομένης κατά το αμέσως προ του ατυχήματος χρόνο απρόσεκτα με ανώτερη της επιτρεπομένης των 50 χιλιομέτρων ταχύτητα και κατά τη διέλευση της από την συμβολή των οδών ...
με ..., παραβίαση υπό αυτής του ερυθρού φωτός του φωτεινού σηματοδότη, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα προέκυψε ότι η εναγομένη οδηγός είχε μόλις ξεκινήσει από τον υπάρχοντα σε απόσταση 7 μέτρων περίπου από το σημείο του ατυχήματος φωτεινό σηματοδότη, μόλις η ένδειξή του τράπηκε από κόκκινη σε πράσινη για τα οχήματα και η ταχύτητα της δεν υπερέβαινε αυτήν των 30 χιλιομ./ώρα, δεδομένου μάλιστα ότι εάν συνέβαινε το αντίθετο (υπερβολική ταχύτητα) ο πεζός θα εκτινάσσετο σε ικανή απόσταση.
Εξ άλλου η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί της πορείας του ανηλίκου κατά τον αμέσως προ του ατυχήματος χρόνο ενισχύεται από την από 3-9-2005 έκθεση αυτοψίας, στην οποία αναφέρεται ότι ο πεζός στο νοσοκομείο δήλωσε ότι "πήγα να περάσω απέναντι και δεν ξεχώριζα καλά τα χρώματα γιατί έχω παλιό χτύπημα στο κεφάλι ήμουν κοντά στις διαβάσεις" και το συνοδεύον αυτήν (έκθεση αυτοψίας) πρόχειρο σχεδιάγραμμα το συνταχθέν από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, στο οποίο αποτυπώνεται το σημείο προσκρούσεως του αυτοκινήτου επί του πεζού 8 μ.
περίπου από τους φωτεινούς σηματοδότες, όπου υπάρχει και διάβαση πεζών. Το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων αποτελεί απόδειξη για τα πραγματικά περιστατικά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της εκθέσεως και του σχεδιαγράμματος, επιτρεπομένης όμως της ανταποδείξεως (ΑΠ 1428/2000).
Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο ίδιoς ο ανήλικος Ι6χρονος παθών, ο οποίος αφενός μεν κινήθηκε εκτός διαβάσεως πεζών, που απείχαν λίγα (7-8) μέτρα, αφετέρου εισήλθε αιφνίδια και ανάμεσα από σταθμευμένα αυτοκίνητα στο οδόστρωμα χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορεί να διασχίσει με ασφάλεια την οδό χωρίς κίνδυνο για τον ίδιο και τους λοιπούς χρήστες της οδού λαμβάνοντας υπόψη την ταχύτητα και θέση των κινουμένων στο οδόστρωμα οχημάτων και παρενεβλήθη προ εγγυτάτης αποστάσεως στην τροχιά του αυτοκινήτου, οι δε ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις του παθόντος ανηλίκου τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα και τον εντεύθεν τραυματισμό του.
Συνεπώς, εφόσον δεν υφίσταται ευθύνη της πρώτης εναγομένης για την πρόκληση του ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό του ανηλίκου ενάγοντος, δεν δικαιούται ο τελευταίος να αξιώνει με την ένδικη αγωγή του αποζημίωση από τις εναγόμενες για την αιτία αυτή και έπρεπε η κρινόμενη αγωγή ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις, τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, πού είχε ασκήσει για αξιώσεις από το τραυματισμό του στο ένδικο τροχαίο ατύχήμα, που κρίθηκε ότι οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητά του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 330 και 914 του ΑΚ και 12 παρ.1, 19 παρ. 2 και 20 παρ.1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι : "ο αναιρεσείων ενάγων κινήθηκε για να διασχίσει την οδό ...
και να περάσει, στο απέναντι πεζοδρόμιο, εκτός της υπάρχουσας σε απόσταση 8 μέτρων διαβάσεως πεζών, επί της οποίας η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες και μάλιστα χωρίς προηγουμένως να ελέγχει επισταμένως αν μπορεί να το πράξει χωρίς να παρεμβληθεί στην πορεία κάποιου από τα οχήματα που τη δεδομένη στιγμή εκινούντο στο προς τα Κωνσταντινοπολίτικα ρεύμα πορείας της οδού, ενώ αντίθετα η πρώτη αναιρεσίβλητη οδηγός εκινείτο σύννομα στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας της με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 30 χιλιόμετρα, αφού μόλις είχε ξεκινήσει από τον ίδιο φωτεινό σηματοδότη, όταν η ένδειξη του μετατράπηκε από κόκκινη σε πράσινη, και δεν ήταν δυνατόν να είχε αναπτύξει μεγαλύτερη ταχύτητα, και ενώ η κίνηση του αναιρεσείοντος - παθόντος ήταν εντελώς απρόβλεπτη και αιφνίδια, και δεν της παρείχε τη δυνατότητα για την πραγματοποίηση οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού, εφ' όσον ο αναιρεσείων ενάγων δεν παρασύρθηκε με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλά προσέκρουσε στο πλαϊνό δεξιό τμήμα του στο ύψος του καθρέφτη, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ύπαρξης αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, που κατ' ουσιώδη συνάφεια συντέλεσε στο τραυματισμό του, και δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής του.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων , για να αιτιολογηθεί ειδικά η ύπαρξη της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού και η έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης οδηγού.
Εξ άλλου από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές ότι: "ο καθών αναιρεσείων επιχείρησε "παράτολμο εγχείρημα" διερχόμενος ανάμεσα από σταθμευμένα σε πλάτος οδοστρώματος 1,5 μέτρου στη δεξιά πλευρά της οδού οχήματος κατά την πορεία του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης, να διασχίσει κάθετα το ρεύμα πορείας που εκινείτο στο ίδιο αυτοκίνητο, εκτός διαβάσεως πεζών που απείχαν 7 μέτρα και με κατεύθυνση από δεξιά προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, παρεμβλήθηκε από δεξιά από ελάχιστη απόσταση περί τα 5 μέτρα στην πορεία του αυτοκινήτου, το οποίο παρά τη μικρή ταχύτητα που είχε αναπτύξει από θέση στάθμευσης πριν από το φωτεινό σηματοδότη δεν ήταν δυνατόν να προβεί σε οποιαδήποτε αποφευκτικό ελιγμό" προκύπτει ότι δεν δημιουργείται ασάφεια αιτιολογιών ως προς τον προσδιορισμό των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, ειδικά δε ως προς το εάν η αναιρεσίβλητη οδηγός μπορούσε ν' αντιληφθεί έγκαιρα και ν' αποφύγει τον πεζό όταν άρχισε τη διαδικασία διάσχισης της οδού, από το συνολικό πλάτος της οποίας μέχρι το σημείο που προσέκρουσε στο δεξιό του αυτοκινήτου είχε διανύσει περίπου 3 μ.
εκ των οποίων το 1,5 μ. κατά την κίνησή του μεταξύ των σταθμευμένων αυτοκινήτων. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Εξ άλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δηλαδή αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στον ένδικο τραυματισμό του και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντίθετου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:
α) με το ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη μπορούσε έγκαιρα να τον αντιληφθεί, πριν από την παράσυρσή του, β) ότι η παράσυρσή του έγινε μέσα στη διάβαση πεζών και εκτινάχτηκε από το αυτοκίνητο σε απόσταση 8 μέτρων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και το ένδικο ατύχημα έγινε σε απόσταση 8 μ.
μετά τη διάβαση και δεν υπήρξε εκτίναξη του παθόντος αναιρεσείοντος με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, 1933/2006).
Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιαδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που επαναφέρθηκε με τον δεύτερο λόγο της έφεσης του ότι η παράσυρσή του έγινε επάνω στη διάβαση πεζών και όχι σε απόσταση 7-8 μέτρων μετά από αυτήν όπως δέχεται και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας που είχε αναιρεθεί από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, ιδιαίτερα δε από τις μαρτυρικές καταθέσεις και το υπ' αριθ. 2673/2005 έγγραφο του νοσοκομείου Παπαγεωργίου.
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος, γιατί τα περιστατικά, που συγκροτούν τον αντίστοιχο αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος απορρίφθηκαν εκ του πράγματος από το Εφετείο ως αβάσιμα, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι η παράσυρση του αναιρεσείοντος δεν έγινε μέσα στη διάβαση πεζών αλλά σε απόσταση 7 μέτρων μετά από αυτήν κατά την πορεία του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης .Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2010 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 2047/17-9-2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15-4-2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20-5-2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ