Appeal dismissed because appellate court relied on multiple evidence sources, not just the alleged distorted documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court distorted specific contract and building permit documents to incorrectly establish facts about the property's history and construction. The court rejected this claim, noting that the appellate court based its findings on witness testimonies and other documents alongside the disputed papers. Consequently, the appeal was deemed inadmissible as the alleged distortion was not the sole or primary basis for the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 953, 954, 1002, 1117 of the Civil Code; Articles 1 and 14 of Law 3741/1929; Article 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document is inadmissible if the lower court's judgment relies primarily on other evidence sources rather than the alleged distorted document alone.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 779 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 779/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δεβελάσκα. Των αναιρεσίβλητων: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Καρπατσή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 10-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2914/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-1-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 23-11-2007 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 ΑΚ, 1 και 14 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, που διατηρήθηκε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, 1 και 2 του ν. δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" προκύπτει, ότι, εκτός από τις περιπτώσεις σύστασης οροφοκτησίας με βάση τη διάταξη του άρθρου 480 Α' του Κ.
Πολ. Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν. 1562/1985 ή τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του τελευταίου νόμου, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή, είτε με σύμβαση του κυρίου και του αποκτώντος, είτε με σύμβαση μεταξύ των συγκυρίων του όλου ακινήτου, είτε με διάταξη τελευταίας δήλωσης, όχι όμως και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία, ας σημειωθεί, είναι δυνατή μόνο επί συνεστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος.
Η σύσταση, εξάλλου, της οροφοκτησίας περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογράφου εγγράφου και της μεταγραφής. Δεν μπορεί, επομένως, κατά το νόμο να αποκτηθεί κυριότητα με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, σε τμήμα, όροφο ή δωμάτιο του όλου ακινήτου, ακόμη και αν το τμήμα αυτό είναι αυτοτελές και προορισμένο για αυτοτελή χρήση και εκμετάλλευση, εφόσον το εν λόγω τμήμα δεν αποτελεί συνεστημένη ήδη οριζόντια ιδιοκτησία.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγω της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική περί συγκυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, στηριζόμενη στην κτήση της συγκυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο (τμήμα παλαιάς οικοδομής) με έκτακτη χρησικτησία, αντί να απορρίψει αυτήν ως μη νόμιμη, γιατί δεν χωρεί κτήση κυριότητας σε τμήμα του όλου ακινήτου, έστω και αν αυτό είναι αυτοτελές και περιορισμένο για αυτοτελή χρήση και εκμετάλλευση, με χρησικτησία, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 953, 954, 1002, 1054 ΑΚ, 12, 3 και 4 του ν. 3741/1929.
Με την από 30-9-2003 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 2670 ΠΓ 179/30-9-2003)αγωγή, όπως το δικόγραφό της παραδεκτά (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε, ότι ο αντίδικος πεθερός της Χ1 , αποκλειστικός κύριος του με αριθμό ..... οικοπέδου, συνολικού εμβαδού, κατά τον τίτλο ιδιοκτησίας του 170 τετρ.
μέτρων και ήδη μετά τη ρυμοτόμησή του 290 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στο με αριθμό ... Οικοδομικό Τετράγωνο του ρυμοτομικού σχεδίου του συνοικισμού του χωριού "....." του νομού Σερρών, ευθύς μετά την τέλεση του γάμου της με το γιο του Χ, στις 16 Δεκεμβρίου 1976, δώρισε προφορικά και άτυπα σ' αυτούς κατ' ισομοιρία, προς στεγαστική τους αποκατάσταση, διαιρετό τμήμα του αμέσως πιο πάνω ακινήτου, συνολικού εμβαδού 135 τετρ.
μέτρων, όπως αυτό ειδικότερα κατά θέση και όρια περιγράφεται στην εν λόγω αγωγή, με την πάνω σ' αυτό παλαιά οικία, συνολικού εμβαδού 55 τετρ. μέτρων, του οποίου η αναιρεσίβλητη και ο σύζυγός της απέκτησαν τη συγκυριότητα με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν το τελευταίο με διάνοια συγκυρίου επί χρόνο μεγαλύτερο της 20ετίας και μέχρι τις 15-11-2003, χωρίς καμιά μέχρι τότε διαμαρτυρία ή αντίρρηση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα, με την άσκηση σ' αυτό συγκεκριμένων διακατοχικών πράξεων, ειδικότερα μνημονευόμενων στην αγωγή, μεταξύ των οποίων η έκδοση στο όνομά της - αναιρεσίβλητης - της με αριθμό .....
οικοδομικής άδειας του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου Σιδηροκάστρου και η με δαπάνες της ίδιας, συνολικού ποσού 50.000.000 δραχμών ή του αντίστοιχου σε ευρώ 146.735,51 ποσού, μερική κατεδάφιση της παλιάς οικίας και ανέγερση νέας διώροφης με σοφίτα οικίας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη να αναγνωριστεί συγκυρία του προμνημονευόμενου διαιρετού οικοπεδικού τμήματος με την πάνω σ' αυτό ήδη υπάρχουσα οικία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1054 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, αφού, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ' αυτή, βάση της συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης είναι η έκτακτη χρησικτησία επί διαιρετού οικοπεδικού τμήματος και όχι η έκτακτη χρησικτησία επί της υπάρχουσας σ' αυτό οικοδομής, που δεν αποτελεί συνεστημένη οριζόντια ιδιοκτησία και, συνακόλουθα, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη λεχθεί στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, δεν είναι επιτρεπτή κατά νόμο.
Το Εφετείο, επομένως, που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε σιωπηρά (ορισμένη και) νόμιμη την εν λόγω αγωγή και ακολούθως, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία απ' αυτά που αποτελούν οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προπαρατέθηκαν για την κτήση της κυριότητας σε διαιρετό τμήμα οικοδομής με έκτακτη χρησικτησία, γι' αυτό και ο ήδη εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β' λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι αν χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ ΑΠ 8, 10, 11/2005).
Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να δεχθεί ότι "η παράδοση της νομής του παραπάνω τμήματος του οικοπέδου με την οικία έγινε χάριν της αποκαταστάσεως του νέου ζεύγους μετά το γάμο τους και για τη χωριστή εγκατάσταση και στέγαση στο παραχωρηθέν οικόπεδο", ενώ αν εφάρμοζε σωστά τα εν λόγω διδάγματα, θα έπρεπε να δεχθεί, ότι η μεταβίβαση της νομής και κυριότητας ακινήτου για μελλοντική αποκατάσταση γίνεται μόνο στα τέκνα και όχι και στις "νύφες" και μάλιστα πριν από τη σύναψη του γάμου τους με τα τέκνα των "δωρητών" γονέων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η επικαλούμενη παραβίαση των φερόμενων ως διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με βάση το .... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλείου Χαραλάμπους, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο ήδη αναιρεσείων αγόρασε από τον πωλητή Γ1 ένα οικόπεδο, εμβαδού 170 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στα ......
Σερρών και συνορεύει ανατολικά με δρόμο, δυτικά με την ιδιοκτησία των κληρονόμων του Γ2, βόρεια και νότια με την ιδιοκτησία του Γ3. Στο οικόπεδο υπήρχε παλαιά ισόγεια κατοικία. Σε ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου 1976 που δεν διακριβώθηκε, ο Χ1 μεταβίβασε προφορικά, λόγω άτυπης δωρεάς και παρέδωσε τη νομή ενός τμήματος εμβαδού 135 τετραγωνικών μέτρων από το μείζον οικόπεδο κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου προς το γιο του Χ και τη νύφη του Ψ1 και ήδη αναιρεσίβλητη, οι οποίοι την παρέλαβαν.
Το παραχωρηθέν αυτό τμήμα του οικοπέδου συνορεύει ανατολικά με δρόμο, δυτικά με το οικόπεδο του Γ2, βόρεια με το υπόλοιπο τμήμα του μείζονος οικοπέδου, νότια με το οικόπεδο του Γ1. Στο ίδιο τμήμα του οικοπέδου υπήρχε παλαιά οικία εμβαδού 55 τετραγωνικών μέτρων. Η παράδοση της νομής του παραπάνω τμήματος του οικοπέδου με την οικία έγινε χάριν της αποκατάστασης του νέου ζεύγους μετά το γάμο τους και για τη χωριστή εγκατάσταση και στέγαση στο εν λόγω οικόπεδο.
Αφότου ο γιος και η νύφη του αναιρεσείοντα, πατέρα και πεθερού τους, παρέλαβαν τη νομή του πιο πάνω τμήματος οικοπέδου, κατά το μήνα Δεκέμβριο 1976 και εφεξής μέχρι το μήνα Φεβρουάριο 2001 κατείχαν το οικόπεδο με τη βούληση να το έχουν αποκλειστικά δικό τους ως προς όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή.
Το έθεσαν υπό τη διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή τους, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας. Το χρησιμοποιούσαν όπως και ο δικαιοπάροχός τους, εν γνώσει και υπό τα όμματα του τελευταίου, ο οποίος το θεωρούσε ως ακίνητο, που έχει εκφύγει εκουσίως από τη δική του ιδιοκτησία, με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση της συννομέα αναιρεσίβλητης και του συζύγου της.
Ειδικότερα, το είχαν υπό την εποπτεία τους και είχαν τη δυνατότητα να ασκούν σ' αυτό τη φυσική εξουσία κάθε στιγμή. Επιπλέον, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο 1976 μέχρι το έτος 1982, εξαιτίας του ότι ήταν αναγκασμένοι να διαμένουν στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάζονταν, η αναιρεσίβλητη και ο σύζυγός της εκμίσθωναν την οικία σε τρίτους και εισέπρατταν το μίσθωμα για δικό τους λογαριασμό.
Ακολούθως, το έτος 1983 επανήλθαν στα ...., όπου εγκαταστάθηκαν μόνιμα και έκτοτε μέχρι και το μήνα Φεβρουάριο 2001 χρησιμοποιούσαν οικογενειακώς το οικόπεδο και την οικία ως κύρια κατοικία. Μάλιστα, το έτος 1994 προσέθεσαν νέα οικοδομήματα στην παλαιά οικία. Κατεδάφισαν ένα τμήμα της παλαιάς οικίας και αύξησαν το εμβαδόν της σε 71,84 τετραγωνικά μέτρα.
Ανήγειραν ένα επιπλέον όροφο 71,81 τετραγωνικών μέτρων πάνω από το ισόγειο και κατασκεύασαν σοφίτα εμβαδού 36 τετραγωνικών μέτρων, δαπανώντας προς το σκοπό αυτό το ποσό των 35.000.000 δραχμών περίπου, το οποίο αποκόμισαν από την οικογενειακή επιχείρηση καφέ - ψησταριάς, που διατηρούσαν στα ....... Ακολούθως, συνέχισαν να χρησιμοποιούν αδιάκοπα την οικία ως οικογενειακή στέγη μέχρι το μήνα Φεβρουάριο 2001.
Έκτοτε και μέχρι το χρόνο που ασκήθηκαν οι κρινόμενες αγωγές, εξαιτίας του ότι οι σύζυγοι τελούσαν σε διάσταση και διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση και συνοίκησή τους, στην οικία κατοικούσε μόνο η αναιρεσίβλητη μαζί με τα τέκνα της. Όλες οι πιο πάνω εμφανείς υλικές πράξεις έγιναν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βούληση κτήσης και άσκησης σύννομης από μέρους της αναιρεσίβλητης για λογαριασμό της, δηλαδή με τη θέληση εξουσίασης του ακινήτου με διάνοια συγκυρίου.
Η πρόθεσή της για διαρκή και απεριόριστη εξουσίαση του πράγματος κατά το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της συγκυριότητας που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής, εκδηλώθηκε με τις εμφανείς αυτές υλικές πράξεις και τη μεταχείριση του οικοπέδου και της οικίας με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να μεταχειριστεί αυτή ο συνιδιοκτήτης της.
Η παραπάνω συννομή κατ' ισομοιρίαν του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας διήρκησε μέχρι το χρόνο άσκησης των ένδικων αγωγών, δηλαδή, της αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτου της αναιρεσίβλητης και της διεκδικητικής του αναιρεσείοντος χωρίς να προβληθεί αμφισβήτηση από οποιοδήποτε τρίτο.
Όμως, ο πεθερός της αναιρεσίβλητης Χ1, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και της συνοίκησης των παραπάνω συζύγων, μετάνιωσε για την παραχώρηση της νομής του οικοπέδου και της οικίας. Γι' αυτό, προφασιζόμενος ότι δήθεν δεν είχε παραχωρήσει το ακίνητο στο γιο του και τη νύφη του οριστικά, αλλά προσωρινά, με σύμβαση χρησιδανείου που φέρεται αναληθώς πως είχαν συνάψει, κατά το μήνα Νοέμβριο 2002, αξίωσε από τη νύφη του Ψ1 συζ.
Χ την απόδοση του παραχωρηθέντος οικοπέδου και της οικίας, λόγω δήθεν λήξης της σύμβασης χρησιδανείου. Η τελευταία αρνήθηκε την απόδοση και εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το ακίνητο όπως και προηγουμένως. Συνέχισε αδιάκοπα μέχρι το χρόνο άσκησης των κρινόμενων αγωγών την άσκηση της συννομής της στο ακίνητο και εξακαλούθησε να χρησιμοποιεί την οικία, ως κατοικία της ίδιας και της οικογένειάς της.
Κατ' ακολουθίαν, η αναιρεσίβλητη, η οποία συννεμήθηκε αδιάκοπα κατά το ποσοστό 1/2 το παραπάνω οικόπεδο, εμβαδού 135 τετραγωνικών μέτρων, από το μήνα Δεκέμβριο1976 μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής της ένδικης της (30-9-2003), αλλά και μέχρι την άσκηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσείοντα (29-3-2004), δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, έγινε συγκυρία αυτού κατά το ίδιο ποσοστό με έκτακτη χρησικτησία.
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δεν νεμήθηκε οποιοσδήποτε άλλος τρίτος το ίδιο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησία και ιδιαίτερα ο αναιρεσείων Χ1, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντα κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης και δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή της τελευταίας.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο. διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την κλήση της συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, επιφέρουσα, έτσι, κατά το ίδιο ποσοστό, την κατάλυση του δικαιώματος της αποκλειστικής κυριότητας του αναιρεσείοντος στο πιο πάνω ακίνητο.
Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος στηριζόμενη στη σύμβαση χρησιδανείου, που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτού και του δεύτερου εναγομένου, γιου του και συζύγου της αναιρεσείουσας, - ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη -, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με δήθεν ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ. Πολ. Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τον αριθμό 8 περίπτ.
α' και β', αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση: α) Έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη με την αγωγή της, δηλαδή, ότι "δήθεν μεταβιβασθέν τμήμα των 135 τ. μ. του όλου οικοπέδου των 170 τ. μ., υπήρχε παλαιά οικία εμβαδού 55 τετρ. μέτρων".
β) Δεν έλαβε υπόψη τον τροποποιητικό της αγωγής της αναιρεσίβλητης ισχυρισμό της, που προτάθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της, ότι η άτυπη μεταβίβαση της νομής του τμήματος οικοπέδου έγινε το έτος 1983 και επομένως μέχρι το Φεβρουάριο του 2001 που δέχθηκε το ίδιο, ότι ασκούσε τη συννομή αυτού, δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος της 20ετίας για την κτήση του δικαιώματος κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
γ) Έλαβε υπόψη ισχυρισμό συναλλακτικής συνήθειας, δηλαδή, ότι: "έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση της συννομέως εναγούσης και του συζύγου της", ενώ δεν προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός νόμιμα από την αναιρεσίβλητη. δ) Δέχθηκε ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι "ανήγειρε το ισόγειο και τον πρώτο όροφο πάνω από το ισόγειο, συνολικού εμβαδού 71,81 τ.
μ., ενώ το εμβαδόν της σοφίτας μαζί με την βεράντα της ήταν 36 τ. μ.", τα εξής: "Το έτος 1994 προσέθεσαν νέα οικοδομήματα στην παλαιά οικία. Κατεδάφισαν ένα τμήμα της παλαιάς οικίας και αύξησαν το εμβαδόν της σε 71,81 τετρ. μέτρα. Ανήγειραν ένα επί πλέον όροφο 71,81 τετρ. μέτρων πάνω από το ισόγειο και κατασκεύασαν σοφίτα εμβαδού 36 τετρ.
μέτρων περίπου...". ε) Δεν έλαβε υπόψη τους στο αναιρετήριο ειδικότερα εκτιθέμενους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. στ) Δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, ότι η αντίδικός του και ο σύζυγός της δεν είχαν στη νομή τους το επίδικο ακίνητο μέχρι το έτος 1983, αφού μέχρι τότε κατοικούσαν στη Θεσσαλονίκη, όπως, άλλωστε και η ίδια ομολόγησε τόσο στην από 30-10-2003 αγωγή της περί αποκτημάτων, όσο και στο από 18-11-2002 εξώδικό της.
Και ζ) Δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί ομολογίας της αντιδίκου του ως προς το γεγονός ότι "ανηγέρθη διώροφη οικία ΚΑΤΑ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΕΠΙ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟΥ ισογείου κτίσματος", περιεχομένης στην από 12-2-2001 αίτηση της ίδιας για επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, στην από 7-2-1991 αγωγή της περί διατροφής της, καθώς και στην από 30-10-2003 αγωγή της περί αποκτημάτων.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως προς το υπό στοιχείο α' μέρος του, ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της ένδικης αναγνωριστικής περί συγκυριότητας ακινήτου αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, σ' αυτή αναφέρεται ότι: "Ο εναγόμενος .....το έτος 1976 και ευθύς μετά την τέλεση του γάμου μου μετά του παραπάνω υιού του Χ, και συγκεκριμένα στις 16 Δεκεμβρίου του 1976, καθ' ην ετελέσθη ο γάμος, δια δωρεάς του εν ζωή, άτυπης και προφορικής, και ένεκεν ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντός του και προς στεγαστικήν μας αποκατάστασιν, μας παρεχώρησε εις αμφοτέρους από κοινού ......
και κατ' ισομοιρίαν, τον 1ο όροφο (ισόγειο) της παλαιοτάτης οικίας, εμβαδού 55 τετρ. μέτρων, αποτελουμένης εκ δύο (2) δωματίων, σαλονιού, κουζίνας και λουτροκαμπινέ, μετά του υπ' αυτήν και πέριξ αυτής οικοδομικού χώρου, συνολικής εκτάσεως 80 τ. μ. περίπου, το οποίο διαιρετό τμήμα του οικοπέδου μας των 135 τ. μ. , ήτοι των 55 τ.
μ. υπό την οικία μας, συν 80 τ. μ. ο ελεύθερος οικοπεδικός χώρος = 135 τ. μ. εν συνόλω καταλαμβάνει το νότιο τμήμα του όλου υπ' αριθ. ... οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως κατά τον τίτλον ιδιοκτησίας του (συμβόλαιο) 170 τ. μ. ....", ως προς το υπό στοιχείο β' μέρος του, ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης της αναιρεσίβλητης δεν προκύπτει η προσβολή από μέρους της του αναφερόμενου ως τροποποιητικού ισχυρισμού, ως προς τα υπό στοιχεία γ' και δ' αντίστοιχα, μέρη του, ως απαράδεκτος, ως προς το πρώτο μεν, γιατί ο ισχυρισμός συναλλακτικής συνήθειας δεν συνιστά "πράγμα", με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ως προς δε το δεύτερο, αφού, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), ως προς το υπό στοιχείο ε' μέρος του, ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα και τους απέρριψε ρητά, ως προς το υπό στοιχείο στ' μέρος του, ως απαράδεκτος, αφού ο αναφερόμενος σ' αυτόν ισχυρισμός του αναιρεσείοντα δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αναγνωριστικής περί συγκυριότητας ακινήτου αγωγής της αναιρεσίβλητης και, τέλος, ως προς το υπό στοιχείο ζ' μέρος του, ως απαράδεκτος, αφού η εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης αποτελεί αποδεικτικό μέσο και όχι "πράγμα", με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ο τέταρτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 30-9-2003 (με αριθμό έκθ.
κατάθ. 2679/ΠΤ 179/30-9-2003) αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου αγωγής της ενάγουσας και απέρριψε ως ουσιατικά αβάσιμη την από 10-3-2004 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 872/ΠΤ 43/29-3-2004) διεκδικητική αγωγή του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, επιδίκασε δε ως δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος του τελευταίου, ως ηττώμενου διαδίκου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, για την παραδοχή της πρώτης μεν αγωγής, το ποσό των 3.000 ευρώ, για την απόρριψη δε της δεύτερης αγωγής το ποσό των 1.800 ευρώ, επιδίκασε δηλαδή δικαστική δαπάνη που δεν ζητήθηκε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της έφεσης και των προσθέτων λόγων της, υπάρχει αίτημα για την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης σε βάρος του τότε εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντα τόσο για την παραδοχή της αγωγής της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, όσο και για την απόρριψη της αγωγής του τότε εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντα, σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης και των προσθέτων λόγων της και, συνακόλουθα, της εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης και μάλιστα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Ο ίδιος πιο πάνω λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 9 περίπτ. γ' και β', αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, απορρίπτοντας μεν τη διεκδικητική αγωγή του, άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημά του για αναγνώριση της κυριότητάς του στο εναπομείναν εδαφικό τμήμα του όλου οικοπέδου, εμβαδού 35 τετρ.
μέτρων και απόδοση του τελευταίου σ' αυτόν, δεχόμενο δε την αναγνωριστική αγωγή της αντιδίκου του, επιδίκασε σ' αυτή περισσότερα από όσα ζήτησε, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίστηκε η αναιρεσίβλητη "συγκύρια κατά ποσοστό 1/2 ενός οικοπέδου, εμβαδού 135 τετραγωνικών μέτρων, μαζί με την οικία που έχει ανεγερθεί σ' αυτό....", ενώ το αίτημα της πιο πάνω αναγνωριστικής αγωγής ήταν να αναγνωριστεί η αναιρεσίβλητη "συγκύρια κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου Διαιρετού Τμήματος οικοπέδου 135 μ2 , μετά της επ' αυτού υφισταμένης 2ορόφου οικίας, εμβαδού 71,81 μ2 μετά της Σοφίτας, εμβαδού 36 μ2 , εκ του όλου υπ' αριθ. ....
οικοπέδου συνολικού εμβαδού 290 μ2", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε με αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντα, κατά παραδοχή της ένστασης ίδιας συγκυριότητας της αντιδίκου του στο επίδικο οικόπεδο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, έγινε δε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίστηκε δε η τελευταία συγκυρία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, εμβαδού 135 τετρ.
μέτρων "μαζί με την οικία που έχει ανεγερθεί σ' αυτό".
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισα οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή (ΑΠ 631/2006).
Περαιτέρω, οι υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων, κατά το άρθρο 8 του ν. 1599/1986, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, δεν αποτελούν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, αν συντάχθηκαν, προκειμένου, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, να χρησιμοποιηθούν σε συγκεκριμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 8/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις εξώδικες (κατ' ορθό χαρακτηρισμό τους) ομολογίες της αναιρεσίβλητης, περί του ότι αυτή νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο από το έτος 1983 και εφεξής μέχρι το μήνα Φεβρουάριο 2001 και ότι η ίδια ανήγειρε οικία "κατά προσθήκη επί υφισταμένου ισόγειου κτίσματος", που περιέχονται στην από 30-10-2003 αγωγή της περί αποκτημάτων, στην από 12-2-2001 αίτησή της για την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, στην από 7-2-2001 αγωγή διατροφής της και στην από 18-11-2002 εξώδικη απάντησή της, αντίστοιχα, περαιτέρω δε δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, εκτός από τα προμνημονευόμενα πρώτο, τρίτο και τέταρτο, αντίστοιχα, έγγραφα, τη με αριθμό Πρωτ. ...
άδεια νομιμοποίησης οικοδομικών εργασιών του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών, το με αριθμό ..... έγγραφο του ίδιου πιο πάνω Πολεοδομικού Γραφείου και, τέλος, την από .... υπεύθυνη δήλωση του τρίτου Γ3, που συντάχθηκε κατά τον τύπο του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, αντίστοιχα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και παραδεκτά προσκόμισε ενώπιόν του, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του, ότι δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της αντιδίκου του 20ετής νομή στο επίδικο ακίνητο και ότι δεν ήταν δυνατή η χρησικτησία σε τμήμα οικοδομής, στην οποία δεν είχε νόμιμα συσταθεί οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το τελευταίο μέρος του, που αναφέρεται στην από ... υπεύθυνη δήλωση του τρίτου Γ3, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον αφορά τη μη λήψη υπόψη μη επιτρεπτού αποδεικτικού μέσου, ενόψει και του ότι δεν διευκρινίζεται από τον αναιρεσείοντα, αν η εν λόγω δήλωση δεν είχε συνταχθεί για την προκείμενη δίκη, αλλά ανεξάρτητα από την τελευταία και για άλλη αιτία, ώστε να θεωρηθεί παραδεκτό έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον αμέσως πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Κατά τα λοιπά μέρη του ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό και με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία τόσο τις πιο πάνω εξώδικες ομολογίες της αναιρεσίβλητης, όσο και τα περιέχοντα αυτές έγγραφα, καθώς και τα λοιπά, που προπαρατέθηκαν, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ. Πολ. Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του έγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε το περιεχόμενο, αφενός μεν, του .... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Χαραλάμπους, αφετέρου δε, της ...... άδειας οικοδομής, "προσθήκης κατοικίας κατ' επέκταση και καθ' ύψος υπάρχουσας", με το να δεχθεί, από εσφαλμένη ανάγνωσή τους, τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης γεγονότα, ότι στο οικόπεδο των 170 τετρ.
μέτρων, που ο αναιρεσείων αγόρασε με το προμνημονευόμενο πωλητήριο συμβόλαιο "υπήρχε παλαιά ισόγεια κατοικία" και ότι με βάση την αμέσως πιο πάνω οικοδομική άδεια η αναιρεσίβλητη και ο σύζυγός της "προσέθεσαν νέα οικοδομήματα στην παλαιά οικία. Κατεδάφισαν ένα τμήμα της παλαιάς οικίας και αύξησαν το εμβαδόν της σε 71,81 τετραγωνικά μέτρα.
Ανήγειραν ένα επιπλέον όροφο 71,81 τετραγωνικών μέτρων πάνω από το ισόγειο και κατασκεύασαν σοφίτα εμβαδού 36 τετραγωνικών μέτρων...". Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στις παραπάνω κρίσεις του, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, καθώς και στα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς να στηρίξει στα έγγραφα που προπαρατέθηκαν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του.
ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2007 αίτηση για αναίρεση της 2914/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ