Legislator Case Law & Legislation
779/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague lack of reasoning without specific defects identified in the ruling.

Case Number 779/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a Second Instance Council decision rejecting her appeal on theft charges. The appellant argued the lower court's ruling lacked sufficient reasoning but failed to specify concrete defects or contradictions in the decision's justification. The court held that vague general complaints without pinpointing specific errors render the appeal inadmissible under procedural law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474, 476, 482, 509, 510 of the Code of Criminal Procedure; An appeal for lack of specific and detailed reasoning is inadmissible unless the appellant precisely identifies the deficiencies, ambiguities, or contradictions in the decision's justification.

Keywords

AI generated
lack of reasoning inadmissible appeal specific defects vague grounds Code of Criminal Procedure procedural admissibility detailed justification

Cited Legislation

AI generated
Article 473 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 476 of the Code of Criminal Procedure
Article 482 of the Code of Criminal Procedure
Article 509 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 2/2002
Supreme Court 19/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 779 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 779/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή και Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Σ. του Γ., κάτοικο ... και ήδη κρατούμενη στις Φυλακές Κορυδαλλού, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 2491/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 138/2006.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Τσίμας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα με αριθμό 47/6.2.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ’ ά. 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ’ αρ. 156/30-12-2005 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Κ.

Σ. του Γ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένης στις Φυλακές Κορυδαλλού, κατά του υπ’ αρ. 2491/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απερρίφθη κατ’ ουσία η υπ’ αρ. 407/2005 έφεση της 5τώρα αναιρεσείουσας κατά του υπ’ αρ. 2266/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου με την επιβαρυντική περίπτωση της συνολικής αξίας του αντικειμένου υπερβαίνουσας τα 73.000 Ευρώ (ά. 375 παρ. 1, 2 Π.Κ., όπως η παρ. 2 του ά. 375 αντικ.

με ά. 1 παρ. 9 Ν. 2408/96 και το β’ εδ. της παρ. 2 προστέθ. με το ά. 14 παρ. 3β του Ν. 2721/3-6-1999). Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ με την ως άνω από 20-12-2005 δήλωση της αναιρεσείουσας στον Δ/ντή των Φυλακών Κορυδαλλού, συντάχθηκε δε η υπ’ αρ. 156/2005 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα της είχε επιδοθεί την 19-12-2005.

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο βούλευμα έλλειψη αιτιολογίας γενικά και αόριστα χωρίς να προσάπτει σ’ αυτό κάποια συγκεκριμένη πλημμέλεια ή ακυρότητα. Γ) Από τις διατάξεις των άρθρ. 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.

Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρ. 484 και 510, που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που το βούλευμα ή η απόφαση έχουν κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό.

Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλ. σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στα άρ. 484 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Για το ορισμένο όμως του αναιρετικού λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας πρέπει:

α) εάν λείπει τελείως αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η εν λόγω ανυπαρξία σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του βουλεύματος ή της απόφασης στα οποία αναφέρεται η αιτίαση και β) εάν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της απόφασης (Ολομ. 19/2001, Ολομ. 2/2002, Π.Χ.

ΝΒ/403, 691). Δ) Με βάση τα αμέσως προηγουμένως εκτεθέντα ο μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, γενικός και αόριστος, δεν πλήττει ορισμένο κεφάλαιο του βουλεύματος, δεν του αποδίδει δηλαδή συγκεκριμένη πλημμέλεια και επομένως η υπό κρίση αναίρεση πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη. Σε περίπτωση διαφορετικής εκτιμήσεως το βούλευμα κατά την κρίση μου έχει την απαιτουμένη αιτιολογία, αφού το Συμβούλιο Εφετών επιτρεπτώς αναφερόμενο στην Εισαγγελική πρόταση με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν και με τα οποία βασίμως πιθανολογείται η πλήρωση τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος.

Κατ’ ακολουθίαν η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Για τους παραπάνω λόγους Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ’ αρ. 156/30-12-2005 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένης στις Φυλακές Κορυδαλλού, κατά του υπ’ αρ. 2491/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελευθέριος Βορτσέλας

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του 474 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, στην έκθεση για αναίρεση του βουλεύματος ή της απόφασης, πρέπει όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ειδικότερα, όταν γίνεται επίκληση του λόγου αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ., για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση, αν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή η υπάρχουσα είναι ελλιπής και στην τελευταία περίπτωση, σε τι συνίστανται οι ελλείψεις, καθώς και ποίες είναι οι ασάφειες ή αντιφάσεις της αιτιολογίας. Ο λόγος αναιρέσεως που διατυπώνεται στην έκθεση αορίστως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, μπορεί όμως να συμπληρωθεί με την άσκηση πρόσθετων λόγων, μόνον όμως εφόσον ένας τουλάχιστον άλλος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός (Ολομ. Α.Π. 2/2002 και 19/2001). Αν δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., ως αόριστη και απαράδεκτη.

II. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά του υπ’ αριθμό 2491/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ’ ουσία, η έφεση της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης, κατά του υπ’ αριθμό 2266/2005 παραπεμπτικού, για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, μεγαλύτερης του ποσού των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (είκοσι πέντε εκατομμυρίων δρχ.) κατ’ εξακολούθηση, βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα.

Με το μοναδικό δε λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η ελλιπής αιτιολογία του βουλεύματος, με τις αναφορές ότι, "... η αναιρεσείουσα ουδέποτε ήλθε σε προσωπική επαφή με τους εγκαλούντες, ώστε να τους παραστήσει ψευδή γεγονότα ως αληθή, τα αναγραφόμενα στο ιδιωτικό συμφωνητικό περί εγγυημένης απόδοσης, δεν συνιστούν γεγονότα και πάντως δεν ανάγονται στο παρόν ή παρελθόν αλλά στο μέλλον, η μη επιστροφή των χρηματικών ποσών, δεν οφείλεται σε υπεξαιρετική πρόθεση της αναιρεσείουσας, αλλά σε ολική αδυναμία της και ότι θα έπρεπε να είχε διαταχθεί περαιτέρω ανάκριση ...", χωρίς νύξη για τις παραδοχές του βουλεύματος και τις ελλείψεις της αιτιολογίας.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως, έτσι όπως διατυπώνεται, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται, ούτε σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις ή ασάφειες της αιτιολογίας, ούτε ποίες είναι οι αντιφάσεις της, είναι αόριστος και εκ τούτου απαράδεκτος, στο μέτρο δε που κατ’ επίφαση του αναφερόμενου αναιρετικού λόγου, πλήττονται οι αποδείξεις, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι επίσης απαράδεκτος.

III. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20ης Δεκεμβρίου 2005 αίτηση της Κ. Σ. του Γ., για αναίρεση του υπ’ αριθμό 2491/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ