Legislator Case Law & Legislation
778/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of reasoning regarding refusal of stay pending administrative case.

Case Number 778/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting a request for a stay of proceedings. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning for denying the stay based on a connected administrative lawsuit. The court found the lower court's decision was fully reasoned and determined the administrative cases were not inextricably linked to the criminal trial, noting the appellant owed debts before the administrative ruling was issued.

Legislator headnote

AI generated

Articles 462, 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil and Administrative Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure; Article 61 of the Code of Criminal Procedure; Article 93 of the Constitution; Article 139 of the Code of Criminal Procedure; Article 578 of the Code of Criminal Procedure. The court held that a refusal to grant a stay of proceedings is not arbitrary if the lower court finds no inextricable link between the administrative and criminal proceedings and the defendant was liable prior to the administrative decision.

Keywords

AI generated
stay of proceedings inextricable link administrative litigation criminal appeal lack of reasoning Article 61 Code Article 510 Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 462, 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 61 of the Code of Criminal Procedure
Article 93 of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 778 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 778/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Πολιτίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΒΤ 1878. 1954, 2307/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Σ. Κ. του Β., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 1157/10.2.2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθ.πρωτ.1157/10-2-2025 αίτηση του Σ. Γ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ 1878,1954,2307/2024 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 28 παρ.1 Ν.3996/2011 σε συνδ. με άρθρο μόνο παρ.1 Α.Ν.690/1945, άρθρα 1, 3, 4 παρ.1 εδ.γ', 5 παρ.1-5-7 Α.Ν.539/1945, 3 Ν.2112/1920 και 74 παρ.3 Ν.3863/2010 κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή και επέβαλε σ'αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε (25) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, και συνολική χρηματική ποινή 3.750 ευρώ, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση του αναιρεσείοντος προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που επιδόθηκε σ' αυτόν την 10-2-2025) και εμπρόθεσμα (δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 20-1-2025 - άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α' του ΚΠΔ), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' και Ε' του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Σημειώνεται επίσης ότι από τα με ημερομηνία 24-2-2025 και 25-2-2025 αποδεικτικά επίδοσης του Αρχ/κα του ΑΤ Ασπροπύργου Αττικής Μ. Ζ. και του Αρχ/κα του Α.Τ Ελευσίνας Αττικής Π.

Μ., αντίστοιχα, προκύπτει, ότι, για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκε στον παρασταθέντα για την υποστήριξη της κατηγορίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Σ. Κ., με θυροκόλληση στην κατοικία του, καθώς και στον διορισμένο απ' αυτόν, ως αντίκλητο δικηγόρο, Ιωάννη Κρίκα, νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 155 παρ. 2, 3 και 166 του ΚΠΔ, η υπ' αριθ. ...

από 24-2-2025 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να εμφανισθεί για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (21-3-2025), όπου συζητήθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθ.πρωτ.1157/10-2-2025 αίτηση του αναιρεσείοντος, πλην όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2 του Ν. 3996/2011, "1. Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. 2. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 εδ. α' του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995. "1. Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτές πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσης χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις (ΑΠ 714/2023, ΑΠ 626/2022, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 1157/2020).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.

Ειδικότερα, η καταδικαστική, για παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 3996/2011, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, απόφαση στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο.

Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και, αν πρόκειται για εταιρεία, και η εταιρική μορφή αυτής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα, την οποία είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των αποδοχών.

Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης (ΑΠ 626/2022, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 948/2020). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε` του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 129/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. ΒΤ 1878, 1954, 2307/2024 απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε ότι, από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά) προέκυψαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής καθόσον αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε (25) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και συνολική χρηματική ποινή 3.750 ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στην Ελευσίνα και στη Μάνδρα Αττικής, κατά τα κάτωθι χρονικά διαστήματα, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εργοδότριας με την επωνυμία "FALCON SECURITY G.S. Ε.Ε.

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ" και ήδη με την επωνυμία "FGS SECURITY Ε.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ", εδρεύουσας στο αγρ. 231 στο Λεβεντοχώρι Κιλκίς του δήμου Κιλκίς, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση παρέβη εις βάρος περισσοτέρων του ενός εργαζομένων της ανωτέρω εταιρείας, τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 Ν. 3996/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο παρ. 1 Α.Ν. 690/1945, τα άρθρα 1, 3, 4 παρ. 1 εδ.

γ', 5 παρ. 1-5-7 Α.Ν. 539/1945, 3 Ν. 2112/1920 και 74 παρ. 3 Ν. 3863/2010 και ειδικότερα: Α) Κατά το χρονικό διάστημα από τον ... του έτους 2017 έως και τον ... του έτους 2019, ο κατηγορούμενος, με την ανωτέρω ιδιότητά του, αν και απασχόλησε τον Κ. Π. του Ν., ως φύλακα ασφαλείας για τη φύλαξη και την ασφάλεια των εργοστασιακών συγκροτημάτων της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΑΣ ΑΒΕΕ", στην Ελευσίνα και στη Μάνδρα Αττικής, με μικτό μηνιαίο μισθό αρχικώς -586,08- ευρώ και από την 01/02/2019 -650- ευρώ, δεν κατέβαλε σε αυτόν τα ακόλουθα κονδύλια: 1) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Οκτωβρίου έτους 2017, ποσού -109,72- ευρώ. 2) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Δεκεμβρίου έτους 2017, ποσού -40- € 3) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2017, ποσού -254,28- ευρώ. 4) Επίδομα αδείας έτους 2017, ποσού -151,23- ευρώ. 5) Αποζημίωση αδείας για έτος 2017, ποσού -180,04- ευρώ. 6) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιανουαρίου έτους 2018, ποσού -25,85- ευρώ. 7) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Φεβρουαρίου έτους 2018, ποσού -30,59- ευρώ. 8) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαρτίου έτους 2018, ποσού -3,38- ευρώ. 9) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουνίου έτους 2018, ποσού -28,22- ευρώ. 10) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουλίου έτους 2018, ποσού -355,38- ευρώ. 11) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Αυγούστου έτους 2018, ποσού -2,25- ευρώ. 12) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Σεπτεμβρίου έτους 2018, ποσού -28,22- ευρώ. 13) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Οκτωβρίου έτους 2018, ποσού -37,66- ευρώ. 14) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Νοεμβρίου έτους 2018, ποσού -43,56- ευρώ. 15) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Δεκεμβρίου έτους 2018, ποσού -75,47- ευρώ. 16) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2018, ποσού -622,05- ευρώ. 17) Δώρο Πάσχα έτους 2018, ποσού -312,56- ευρώ. 18) Επίδομα αδείας έτους 2018, ποσού -299,08- ευρώ. 19 )Αποζημίωση αδείας έτους 2018, ποσού -712,09- ευρώ. 20) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιανουαρίου έτους 2019, ποσού -29,38- ευρώ. 21) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Φεβρουαρίου έτους 2019, ποσού 83,75 ευρώ. 22) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαρτίου έτους 2019, ποσού -38,58- ευρώ. 23) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Απριλίου έτους 2019, ποσού -819,00- ευρώ. 24) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαΐου έτους 2019, ποσού -825,55- ευρώ. 25) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2019, ποσού -94,12- ευρώ. 26) Δώρο Πάσχα έτους 2019, ποσού -345,91- ευρώ. 27) Επίδομα αδείας έτους 2019, ποσού - 334,67- ευρώ. 28) Αποζημίωση αδείας έτους 2019, ποσού -798,85- ευρώ. 29) Αποζημίωση απόλυσης, ποσού 1.713,32- ευρώ.

Ήτοι, με την ανωτέρω ιδιότητά του δεν κατέβαλε προς τον ανωτέρω εργαζόμενο συνολικά το ποσό των 8.394,76 ευρώ, αν και το οφείλει, συνεπεία της συμβάσεως και της σχέσεως εργασίας με τη μορφή των αποδοχών των προαναφερόμενων κατηγοριών. Β) Κατά το χρονικό διάστημα από την 17/08/2017 έως και τον ... του έτους 2019 ο κατηγορούμενος, με την ανωτέρω ιδιότητά του, αν και απασχόλησε τον Χ.

Τ. του Α., ως φύλακα ασφαλείας για τη φύλαξη και την ασφάλεια των εργοστασιακών συγκροτημάτων της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΑΣ ΑΒΕΕ", στην Ελευσίνα και στη Μάνδρα Αττικής, με μικτό μηνιαίο μισθό αρχικώς -586,08- ευρώ και από την 01/02/2019 -650- ευρώ, δεν κατέβαλε σε αυτόν τα ακόλουθα κονδύλια: 1) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Οκτωβρίου έτους 2017, ποσού -56,56- ευρώ. 2) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2017, ποσού -242,36- ευρώ. 3) -Επίδομα αδείας έτους 2017, ποσού 144,15- ευρώ. 4) Αποζημίωση αδείας για έτος 2017, ποσού -171,61- ευρώ. 5) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιανουαρίου έτους 2018, ποσού - 55,38- ευρώ. 6) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαρτίου έτους 2018, ποσού -3,38- ευρώ. 7) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Απριλίου έτους 2018, ποσού -43,57- ευρώ. 8) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαΐου έτους 2018, ποσού -9,29- ευρώ. 9) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουνίου έτους 2018, ποσού -69,57- ευρώ. 10) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουλίου έτους 2018, ποσού -29,38- ευρώ. 11) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός ...υ έτους 2018, ποσού -93,23- ευρώ. 12) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Σεπτεμβρίου έτους 2018, ποσού -121,57 ευρώ. 13) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Οκτωβρίου έτους 2018, ποσού -37,66- ευρώ. 14) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Νοεμβρίου έτους 2018, ποσού -41,20- ευρώ. 15) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2018, ποσού - 635,90- ευρώ. 16) Δώρο Πάσχα έτους 2018, ποσού - 311,03- ευρώ. 17) Επίδομα αδείας έτους 2018, ποσού -303,01- ευρώ. 18) Αποζημίωση αδείας έτους 2018, ποσού -721,47- ευρώ. 19) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιανουαρίου έτους 2019, ποσού -32,93- ευρώ. 20) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Φεβρουαρίου έτους 2019, ποσού -11,96- ευρώ. 21) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαρτίου έτους 2019, ποσού -58,24- ευρώ. 22) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Απριλίου έτους 2019, ποσού -753,48- ευρώ. 23) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαΐου έτους 2019, ποσού -871,42- ευρώ. 24) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουνίου έτους 2019, ποσού -831,29- ευρώ. 25) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουλίου έτους 2019, ποσού -791,87- ευρώ. 26) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2019, ποσού -266,04- ευρώ. 27) Δώρο Πάσχα έτους 2019, ποσού -340,70- ευρώ. 28) Επίδομα αδείας έτους 2019, ποσού -328,74- ευρώ. 29) Αποζημίωση αδείας έτους 2019, ποσού -780,41- ευρώ. 30) Αποζημίωση απόλυσης, ποσού -1.704,22- ευρώ.

Ήτοι, με την ανωτέρω ιδιότητά του δεν κατέβαλε προς τον ανωτέρω εργαζόμενο συνολικά το ποσό των - 9.861,62- ευρώ, αν και το οφείλει, συνεπεία της συμβάσεως και της σχέσεως εργασίας με τη μορφή των αποδοχών των προαναφερόμενων κατηγοριών. Γ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 18/09/2017 έως και τον ... του έτους 2019, ο κατηγορούμενος, με την ανωτέρω ιδιότητά του, αν και απασχόλησε τον Σ.

Κ. του Β., ως φύλακα ασφαλείας για τη φύλαξη και την ασφάλεια των εργοστασιακών συγκροτημάτων της εταιρείας ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΑΣ ΑΒΕΕ", στην Ελευσίνα και στη Μάνδρα Αττικής, με μικτό μηνιαίο μισθό αρχικώς -586,08- ευρώ και από την 01/02/2019 -650- ευρώ, δεν κατέβαλε σε αυτόν τα ακόλουθα κονδύλια: 1) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Οκτωβρίου έτους 2017, ποσού -58,93- ευρώ. 2) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Νοεμβρίου έτους 2017, ποσού - 11,66- ευρώ. 3) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Δεκεμβρίου έτους 2017, ποσού -47,56- ευρώ. 4) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2017, ποσού - 240,77- ευρώ. 5) Επίδομα αδείας έτους 2017, ποσού - 143,20- ευρώ. 6) Αποζημίωση αδείας για έτος 2017, ποσού -170,48- ευρώ. 7) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιανουαρίου έτους 2018, ποσού -37,66- ευρώ. 8) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Φεβρουαρίου έτους 2018, ποσού -37,66- ευρώ. 9) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαρτίου έτους 2018, ποσού -35,30- ευρώ. 10) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Απριλίου έτους 2018, ποσού -31,75- ευρώ. 11) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαΐου έτους 2018, ποσού -16,40 ευρώ. 12) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουνίου έτους 2018, ποσού -83,75- ευρώ. 13) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουλίου έτους 2018, ποσού - 55,38- ευρώ. 14) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Αυγούστου έτους 2018, ποσού -62,13- ευρώ 15) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Σεπτεμβρίου έτους 2018, ποσού -109,75- ευρώ. 16) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Οκτωβρίου έτους 2018, ποσού -103,85-ευρώ.- 17) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Νοεμβρίου έτους 2018, ποσού -86,10- ευρώ. 18) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Δεκεμβρίου έτους 2018, ποσού -44,75- ευρώ 19) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2018, ποσού - 630,81- ευρώ. 20) Δώρο Πάσχα έτους 2018, ποσού -307,95- ευρώ. 21) Επίδομα αδείας έτους 2018, ποσού -309,31- ευρώ. 22) Αποζημίωση αδείας έτους 2018, ποσού -715,02- ευρώ. 23) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνάς Μαρτίου έτους 2019, ποσού -84,45- ευρώ 24) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνάς Απριλίου έτους 2019, ποσού -773,14- ευρώ. 25) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαΐου έτους 2019, ποσού -825,55- ευρώ. 26) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουνίου έτους 2019, ποσού -867,44- ευρώ. 27) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουλίου έτους 2019, ποσού -847,72- ευρώ. 28) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2019, ποσού -276,65- ευρώ. 29) Δώρο Πάσχα έτους 2019, ποσού -349,57- ευρώ. 30) Επίδομα αδείας έτους 2019, ποσού -339,26- ευρώ. 31) Αποζημίωση αδείας έτους 2019, ποσού -805,36- ευρώ. 32) Αποζημίωση απόλυσης, ποσού -1.749,72- ευρώ. 'Ητοι, με την ανωτέρω ιδιότητά του δεν κατέβαλε προς τον ανωτέρω εργαζόμενο συνολικά το ποσό των -10.259,03- ευρώ, αν και το οφείλει, συνεπεία της συμβάσεως και της σχέσεως εργασίας με τη μορφή των αποδοχών των προαναφερόμενων κατηγοριών.

Δ) Κατά το χρονικό διάστημα από την 18/09/2017 έως και τον ... του έτους 2019, ο κατηγορούμενος, με την ανωτέρω ιδιότητά του, αν και απασχόλησε τον Β. Π. του Κ., ως φύλακα ασφαλείας για τη φύλαξη και την ασφάλεια των εργοστασιακών συγκροτημάτων της εταιρείας ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΑΣ ΑΒΕΕ", στην Ελευσίνα και στη Μάνδρα Αττικής, με μικτό μηνιαίο μισθό αρχικώς -586,08- ευρώ και από την 01/02/2019 -650- ευρώ, δεν κατέβαλε σε αυτόν τα ακόλουθα κονδύλια: 1) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Οκτωβρίου έτους 2017, ποσού -81,38- 2) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Δεκεμβρίου έτους 2017, ποσού --16,40- ευρώ. 3) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2017, ποσού -230,44- ευρώ. 4) Επίδομα αδείας έτους 2017, ποσού -137,06- ευρώ. 5) Αποζημίωση αδείας για έτος 2017, ποσού -163,17- ευρώ. 6) Υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Αυγούστου έτους 2018, ποσού -24,01- ευρώ. 7) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Σεπτεμβρίου έτους 2018, ποσού -73,14- ευρώ. 8) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Οκτωβρίου έτους 2018, ποσού -56,59- ευρώ. 9) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Νοεμβρίου έτους 2018, ποσού -53,02- ευρώ. 10) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2018, ποσού -608,97- ευρώ. 11) Δώρο Πάσχα έτους 2018, ποσού -293,34- ευρώ. 12) Επίδομα αδείας έτους 2018, ποσού -288,74- ευρώ. 13) Αποζημίωση αδείας έτους 2018, ποσού -687,48- ευρώ. 14) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Φεβρουαρίου έτους 2019, ποσού -69,68- ευρώ. 15) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαρτίου έτους 2019, ποσού -71,34- ευρώ. 16) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Απριλίου έτους 2019, ποσού -694,51- ευρώ. 17) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Μαΐου έτους 2019, ποσού -812,45- ευρώ. 18) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουνίου έτους 2019, ποσού -808,29- ευρώ. 19) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουλίου έτους 2019, ποσού -782,01- ευρώ. 20) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2019, ποσού -282,84- ευρώ. 21) Δώρο Πάσχα έτους 2019, ποσού - 339,33- ευρώ. 22) Επίδομα αδείας έτους 2019, ποσού -336,92- ευρώ. 23) Αποζημίωση αδείας έτους 2019, ποσού -799,79- ευρώ. 24) Αποζημίωση απόλυσης ποσού -1.831,62- € Ήτοι με την ανωτέρω ιδιότητά του δεν κατέβαλε προς τον ανωτέρω εργαζόμενο το ποσό των 9.542,52 €", αν και το οφείλει, συνεπεία της συμβάσεως και της σχέσεως εργασίας με τη μορφή των αποδοχών των προαναφερόμενων κατηγοριών." Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παράβασης του άρθρου 28 παρ.1 Ν.3996/2011 σε συνδ.

με άρθρο μόνο παρ.1 Α.Ν.690/1945 και άρθρων 1, 3, 4 παρ.1 εδ.γ', 5 παρ.1-5-7 Α.Ν.539/1945, 3 Ν.2112/1920, για τα οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των ως άνω άρθρων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια και πληρότητα: α) προσδιορίζεται η εταιρική μορφή της εργοδότριας επιχείρησης, ως ετερόρρυθμη εταιρεία, καθώς και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου σ' αυτή, ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή αυτής, β) αναφέρεται το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος, με την ως άνω ιδιότητά του, απασχόλησε καθένα από τους αναφερόμενους μισθωτούς και η ειδικότητα αυτού, γ) αναφέρεται ο μικτός μηνιαίος μισθός καθενός από τους μισθωτούς, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δ) αναφέρεται το ύψος του υπολοίπου των οφειλόμενων δεδουλευμένων κατά μήνα αποδοχών και λοιπών αποδοχών (επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδομάτων αδείας, αποζημίωσης αδείας, αποζημίωση απόλυσης) και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές σε έκαστο εργαζόμενο και το συνολικό οφειλόμενο ποσό σε καθένα εργαζόμενο και δ) αναφέρεται η πηγή καθορισμού (ατομική σύμβαση και σχέση εργασίας) των οφειλομένων σε έκαστο εργαζόμενο αποδοχών.

Σημειώνεται δε ότι, παρά το γεγονός ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης έχει τυπική αιτιολογία με αναφορά στο διατακτικό, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, αφού το διατακτικό της απόφασης περιέχει τα ως άνω πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τέτοια πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παράβασης των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 §2 και 333 §2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση της ποινής.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84§2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης.

Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, με ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, άλλως το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, ενώ δεν αρκεί για το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία.

Ως ελαφρυντική δε περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84§2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (Ν. 4619/2019), μεταξύ άλλων, η υπό στοιχ. α' που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".

Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του Δικαστηρίου δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 ΚΠΔ.

Όπως δε αναγράφεται σχετικά στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νέου Π.Κ., αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της "νόμιμης" ζωής, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης οφείλει τούτο και μόνο, να συμμορφώνεται στο νόμο.

Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 § 1 εδαφ. β') "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή. Το Δικαστήριο δικαιούται να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης.

Για το ορισμένο του ισχυρισμού πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει όταν αυτός δεν έχει παραβιάσει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δηλαδή στη διάρκεια του χρόνου σέβεται τα έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, κάτι που κανένας δεν περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη.

Ο προηγούμενος σύννομος βίος του υπαιτίου αποδεικνύεται πρωτίστως με την απουσία από το ποινικό του μητρώο καταδικών για αξιόποινες πράξεις. Το λευκό ποινικό μητρώο του υπαίτιου το οποίο κατ' ελάχιστον απαιτείται για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού συνιστά αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο προηγούμενης σύννομης ζωής, ωστόσο δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του βίου ως σύννομου, αφού η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των εννόμων αγαθών στον καθημερινό βίο.

Ενώ επίσης, όπως σαφώς προκύπτει από την ως άνω διάταξη, η αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα, εναπόκειται δε στο Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτό ως ελαφρό ή μη, συνεκτιμώντας παράλληλα τις περιστάσεις τέλεσης του εκδικαζόμενου εγκλήματος και τη χρονική απόσταση της παλαιότερης καταδίκης από τη νέα τελεσθείσα πράξη (ΑΠ 64/2023).

Μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων περιλαμβάνεται και η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' του Π.Κ. "των μη ταπεινών αιτίων". Για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για το ορισμένο δε αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (Α.Π. 130/2017), η έλλειψη της ταπεινότητας των αιτίων όμως, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (Α.Π. 709/2020), η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 252/2022, Α.Π. 20/2020).

Ακόμη, μεταξύ των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων είναι και η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του νέου ΠΚ, με στοιχ. δ', ήτοι το ότι ο υπαίτιος "επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του". Για να συντρέξει η ως άνω ελαφρυντική περίσταση, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης (ΑΠ 322/2023, ΑΠ 227/2023, ΑΠ 145/2023, ΑΠ 20/2020), ή η μετά τη σύλληψη του υπαιτίου ομολογία της πράξης του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα, ή η διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών διά μόνης της ομολογίας του (ΑΠ 880/2024, ΑΠ 145/2023, ΑΠ 722/2022).

Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του Δικαστηρίου, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε να αναγνωριστούν στον κατηγορούμενο οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α', β' και δ' του ΠΚ, ισχυρισμό τον οποίο κατέθεσε και εγγράφως.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους ως άνω υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς με το εξής σκεπτικό: "Το αίτημα του καταδικασθέντα περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, (σύννομος βίος έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα), στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι: "Η μη καταβολή των επί του κλητηρίου θεσπίσματος δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων και επιδομάτων ανάγεται αποκλειστικά στην ύπαρξη και διατήρηση της με αριθ.63/2019 Διάταξης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, δυνάμει της οποίας το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της εταιρείας "FGS SECURITY ΕΕ", της οποίας τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος, έχει δεσμευτεί.

Ότι κατά της ανωτέρω Διάταξης προσέφυγε από την πρώτη στιγμή ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς με αίτημα άρσης, έστω και μερικώς, η οποία όμως απορρίφθηκε. Ότι προτίθεται να καταθέσει εκ νέου προσφυγή για την άρση της Διάταξης αλλά απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη νέων στοιχείων, τα οποία να επιφέρουν ουσιαστική επιρροή στο παρόν καθεστώς.

Ότι η έκδοση αμετάκλητων αποφάσεων από το ΣτΕ, ανεξάρτητα από την έκβαση, αποτελεί νέο στοιχείο, το οποίο είναι αρκετό για να επιφέρει την άρση της Διάταξης, προκειμένου να ικανοποιούν πλήρως οι απαιτήσεις των εργαζομένων της εταιρείας και ότι με δεδομένο ότι μέχρι την έκδοση της ως άνω διάταξης 63/2019 δεν είχε υποπέσει σε καμία καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών και ασφαλιστικών εισφορών στους εργαζομένους του θα πρέπει να αναγνωριστεί στο πρόσωπό του η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου συννόμου βίου κατ' άρθρον 84 παρ. 2σ ΠΚ.

Πλην όμως από την όλη διαδικασία αποδείχτηκε ότι ο καταδικασθείς συστηματικά δεν κατέβαλλε στους εργαζομένους τις νόμιμες αποδοχές τους και πριν την έκδοση της με αριθ.63/2019 Διάταξης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, δυνάμει της οποίας δεσμεύτηκε το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της εταιρείας "FGS SECURITY ΕΕ", της οποίας τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος δεδομένου ότι η άνω διάταξη εκδόθηκε στις 11-06-2019.

Επιπροσθέτως, ο καταδικασθείς προέβη σε παράνομη συμφωνία με τους εργαζόμενους μάρτυρες, προκειμένου να καταβάλλει σε αυτούς μόνο το μισθό και τις υπερωρίες, δηλαδή παρανομούσε, μη συμμορφούμενος με την εργατική νομοθεσία και συνεπώς δε διαβιούσε σύννομα. Με βάση την παραπάνω συμπεριφορά, το αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 2α ΠΚ, (σύννομος βίος έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα), πρέπει να απορριφθεί.

Το αίτημα του καταδικασθέντα περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, (το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια), στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι: "καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της εταιρείας του κατέβαλλε νομίμως και εμπροθέσμως την μισθοδοσία του προσωπικού του και δεν είχε την παραμικρή εμπλοκή με παραβάσεις εργατικής νομοθεσίας και συνακόλουθες ποινικές διώξεις.

Ότι στις 11.6.2019 κοινοποιήθηκε σε αυτόν η με αριθ.63/2019 Διάταξη της Αρχής Καταπολέμησης η οποία του αποστέρησε τη δυνατότητα να πραγματοποιεί οποιαδήποτε τραπεζική συναλλαγή καθόσον δεσμεύτηκε το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του και ότι για το λόγο δεν είχε υπαιτιότητα διότι "ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα".

Πλην όμως, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ο καταδικασθείς συστηματικά δεν κατέβαλλε στους εργαζομένους τις νόμιμες αποδοχές τους και πριν την έκδοση της με αριθ.63/2019 Διάταξης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες κατά τα έτη 2017, 2018 και κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2019 έως 30-05-2019 και για το λόγο αυτό, το αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 2β ΠΚ, (το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια),πρέπει να απορριφθεί.

Το αίτημα του καταδικασθέντα περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ, (το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του), στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι: "επί των σχετικών καταλογιστικών πράξεων, οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την διατήρηση της επίμαχης Διάταξης 63/2019 έχει προσφύγει νομίμως, προσηκόντως και εμπροθέσμως ενώπιον των αρμόδιων Διοικητικών Δικαστηρίων, ασκώντας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας την 13.11.2024 τέσσερις (4) αναιρέσεις επί των αντιστοίχων αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και για το λόγο αυτό έπραξε ότι είναι νομικώς και λογιστικώς δυνατόν προκειμένου να αρθεί η Διάταξη και να εξοφληθούν πλήρως και ολοσχερώς οι πάσης φύσεως απαιτήσεις των εργαζομένων του.

Πλην όμως, η προσφυγή του καταδικασθέντα κατά των σχετικών καταλογιστικών πράξεων, σε βάρος του έλαβε χώρα προκειμένου εξυπηρετήσει το προσωπικό του συμφέρον και όχι για να εξοφλήσει τις οφειλές του προς τους εργαζόμενους, δεδομένου ότι αν το επιθυμούσε, θα είχε καταβάλλει τους μισθούς τις υπερωρίες και τα δώρα εορτών, τα επιδόματα αδείας και τις αποζημιώσεις αδείας πριν τις 11-06-2019 που εκδόθηκε σε βάρος του η με αριθ.63/2019 Διάταξη της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και για το λόγο αυτό, το αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 2δ ΠΚ, (το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του), πρέπει να απορριφθεί".

Με τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το εν λόγω δικαστήριο, με πλήρη αιτιολογία και μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε, ανέλεγκτα, στις ουσιαστικές παραδοχές ότι δεν αποδείχτηκαν οι κατά τα άνω απαιτούμενες προϋποθέσεις για την χορήγηση των προαναφερθέντων ελαφρυντικών από τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 α', β' και δ' του Π.Κ., αφού θεμελίωσε τη μη αποδοχή τους στη συστηματική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και τη μη καταβολή των νομίμων αποδοχών τους στους εργαζόμενους επί σειρά ετών και πριν την έκδοση της υπ' αριθ. 63/11-6-2019 Διάταξης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες σε βάρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της εταιρίας "FGS Security EE", της οποίας ήταν διαχειριστής, αλλά και στην κατάρτιση με τους εργαζομένους παράνομης συμφωνίας περί καταβολής σ' αυτούς μόνο του μισθού και των υπερωριών, πράγμα που αποδεικνύει μη συμμόρφωση προς την εργατική νομοθεσία, ύπαρξη ταπεινών αιτίων, αντίθετων προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση, αλλά και μη ύπαρξη ειλικρινούς και έμπρακτης μεταμέλειας αυτού, καθόσον η προσφυγή αυτού κατά των σχετικών καταλογιστικών σε βάρος του πράξεων, οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη διατήρηση της ως άνω διάταξης, έλαβε χώρα προκειμένου να εξυπηρετήσει το προσωπικό του συμφέρον και όχι για να εξοφλήσει τις οφειλές του προς τους εργαζόμενους.

Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' του ΚΠΔ, τέταρτος αναιρετικός λόγος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη συνδρομής των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρου 84 παρ.2 α', β' και δ' του Π.Κ.) είναι αβάσιμος. Η κατά τα προαναφερόμενα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ.

Δ` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά και για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, η απορριπτική της αίτησης του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 61 του νέου ΚΠΔ (Ν.4620/2019, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 73 του Ν.5090/2024) λόγω της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει, να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, έστω και αν η αποδοχή ή η απόρριψη της αίτησης αναβολής είναι δυνητική για το ποινικό δικαστήριο και έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 61 του ΚΠΔ, ως ζήτημα για το οποίο εκκρεμεί δίκη στο πολιτικό ή στο διοικητικό δικαστήριο και έχει σχέση με την ποινική δίκη, νοείται εκείνο που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Τέλος, για να είναι παραδεκτό αίτημα αναβολής της δίκης κατ` άρθρο 61 του ΚΠΔ, θα πρέπει αυτό να προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι το ποινικό δικαστήριο δύναται και δεν υποχρεούται να αναβάλει την ποινική δίκη μέχρις επιλύσεως από το πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ζητήματος που έχει σχέση με αυτήν και εκτιμά ελευθέρως το, από απόφαση πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δεδικασμένο.

Όμως, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει αιτιολογημένα στο υποβαλλόμενο αίτημα για αναβολή της ποινικής δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο αστικής φύσεως ζήτημα, ή στο διοικητικό δικαστήριο ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη, αν αυτό έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και, σε περίπτωση απόρριψής του, να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 περ.

Δ' ΚΠΔ (ΑΠ 300/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, κατέθεσε εγγράφως ενώπιον του δικαστηρίου και ανέπτυξε και προφορικά αίτημα αναβολής της δίκης σύμφωνα με το άρθρο 61 ΚΠΔ και προσκόμισε τα παρακάτω έγγραφα για την υποστήριξη του αιτήματος του: 1) Η ΑΠΟ 01/07/2019 ΑΙΤΗΣΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΚΙΛΚΙΣ 2) Η ΑΠΟ 17/07/2019 ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ 3) Η ΑΠΟ 28/7/2019 ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΚΙΛΚΙΣ 4) ΤΟ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ.58/2019 ΒΟΥΛΕΥΜΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΚΙΛΚΙΣ 5) Η ΑΠΟ 11/06/2019 ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ 6) ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ "ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΑΡ.ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ Ε2814/2021 7) ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ "ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΑΡ.ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ Ε28Ι3/2021 8) ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ "ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΑΡ.ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ Ε2812/202Ι 9) ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ "ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΑΡ.ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ Ε2808/202Ι 10) ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ ΣΤΟΙΧΕΙΑ/ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ.

Στη συνέχεια η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθεί το ως άνω αίτημα περί αναβολής και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το παραπάνω αίτημα με το εξής σκεπτικό: "Ο κατηγορούμενος εκθέτει εν προκειμένω, ότι η μη καταβολή των επί του κλητηρίου θεσπίσματος δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων και επιδομάτων ανάγεται αποκλειστικά στην ύπαρξη και διατήρηση της με αριθ.63/2019 Διάταξης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, δυνάμει της οποίας το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της εταιρείας "FGS SECURITY ΕΕ", της οποίας τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος, έχει δεσμευτεί.

Ότι η ανωτέρω Διάταξη εκδόθηκε καθόσον ενεπλάκη (άνευ υπαιτιότητάς του), σε υπόθεση εικονικών φορολογικών στοιχείων ως λήπτης με την ατομική του επιχείρηση. Ότι επί των σχετικών καταλογιστικών πράξεων, οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την διατήρηση της επίμαχης Διάταξης έχει προσφύγει νομίμως, προσηκόντως και εμπροθέσμως ενώπιον των αρμόδιων Διοικητικών Δικαστηρίων.

Ότι ειδικότερα συζητήθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας την 13.11.2024 τέσσερις (4) αναιρέσεις επί των αντιστοίχων αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες μάλιστα ήταν εν μέρει δεκτές. Ότι κατά της ανωτέρω Διάταξης προσέφυγε από την πρώτη στιγμή ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς με αίτημα άρσης, έστω και μερικώς, η οποία όμως απορρίφθηκε αναιτιολόγητα (κατά τον ίδιο) και ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι από τα ανωτέρω καθίσταται αδιαμφισβήτητο ότι η εξέλιξη της προαναφερθείσας διοικητικής δίκης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την παρούσα ποινική δίκη καθόσον η έκδοση των σχετικών αποφάσεων του ΣτΕ θα επιφέρει την άρση της Διάταξης, η οποία αποτελεί τον αποκλειστικό λόγο της ύπαρξης των επίδικων οφειλομένων.

Πλην όμως, η άνω διάταξη εκδόθηκε στις 11-06-2019 και ο κατηγορούμενος και πριν την έκδοση της διάταξης, κατά τα έτη 2017, 2018 αλλά και από 01-01-2019 έως και 31-05-2019, όφειλε τις επίδικες οφειλές, όπως ο ίδιος αναφέρει στο γραπτό αίτημά του. Επιπροσθέτως, οι άνω διοικητικές δίκες δεν σχετίζονται με την παρούσα ποινική διαδικασία και το αίτημα αναβολής με βάση το άρθρο 61 ΚΠΔ (που αποτελεί ευχέρεια και όχι υποχρέωση του δικαστηρίου), πρέπει να απορριφθεί".

Με τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του αιτήματος περί αναβολής της υπόθεσης κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το εν λόγω δικαστήριο, με πλήρη αιτιολογία και μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε, ανέλεγκτα, στις ουσιαστικές παραδοχές ότι η εξέλιξη των δικών ενώπιον του Σ.τ.Ε. δεν είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την παρούσα υπόθεση, το δε προς επίλυση ζήτημα δεν ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος, επιπρόσθετα δε ο αναιρεσείων όφειλε τις επίδικες οφειλές και πριν την έκδοση της επίμαχης υπ' αριθ. 63/11-6-2019 διάταξης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος, που προβάλλεται με το υπό κρίση δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί o αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του Ν.5090/2024 με έναρξη ισχύος, κατά το άρθρο 138 παρ.1 αυτού, από 1-5-2024) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθ.πρωτ.1157/10-2-2025 αίτηση του Σ. Γ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ 1878,1954,2307/2024 απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ