Legislator Case Law & Legislation
778/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on original title acquisition, remands case for further trial on derivative title claim.

Case Number 778/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal, which had dismissed the plaintiff's claim to own a specific property. The plaintiff argued that the lower court failed to provide specific reasoning for rejecting her claim regarding the original acquisition of title, while the State contended that the court's evaluation of evidence was beyond appellate review. The court ruled that the lack of specific reasoning regarding the original title acquisition constituted a valid ground for appeal, necessitating a remand for further examination of that specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the absence of specific reasoning in a final judgment regarding the rejection of a claim constitutes a valid ground for appeal, but the court cannot re-evaluate the evidence or findings of fact made by the court of first instance.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility specific reasoning requirement original title acquisition derivative title acquisition remand for further trial evaluation of evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 778 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 778/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. συζύγου Δ. Λ., θυγ. Π. και Φ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τάκη Ανδρονόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2021 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10-09-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται τη 227/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 217/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 10-04-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί ενός ακινήτου εμβαδού 18.503 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Προαστείου (...) ...

του Δήμου Πατρέων, το οποίο απέκτησε παραγώγως και πρωτοτύπως και να διαταχθεί η διόρθωση της εσφαλμένης εγγραφής στο Κτηματολόγιο περιοχής του Δήμου Πατρέων, όπου εμφανίζεται ότι ποσοστό 54,11/100 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου ανήκει σε άγνωστο ιδιοκτήτη και να καταχωρηθεί στα σχετικά κτηματολογικά βιβλία ότι το ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα εξ ολοκλήρου στην ίδια.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ /1912 "Περί αναστολής παραγραφών..." και των διαταγμάτων ?περί δικαιοστασίου?, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτού, αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 606/2007, ΑΠ 1256/1997).

Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 246/2023, 385/2021, ΑΠ 850/2019).

Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ (ΑΠ 887/2021).

Δεν απαιτείται, δηλαδή, ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται με την ειδική παράδοση της νομής, η οποία γίνεται ατύπως με τη βούληση του τέως νομέα. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 292/2014, ΑΠ 852/2013).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), πρέπει το πράγμα να είναι δεκτικό χρησικτησίας και να μην εξαιρείται αυτής. Η επιδεκτικότητα όμως του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής, θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.

Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11/9/1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας. Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.

Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.

Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματός του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, θα πρέπει να ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητά του διότι: α) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 βδ "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 β.δ.

ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) είναι δημόσια γαία, που περιήλθε σ' αυτό κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου ή κατά το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης , που κυρώθηκε με το από 25/25-08-1923 ΝΔ., ε) κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, 2 παρ. 2 του ν.δ. 86/1969 και 46 του ν. 4173/1929, είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα και στ) περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία ή αποτελεί δημόσιο κτήμα με βάση ειδικές διατάξεις.

Οι ισχυρισμοί αυτοί του Δημοσίου συνιστούν ενστάσεις (ΑΠ 1747/2022, ΑΠ 702/2021, ΑΠ 117/2020, ΑΠ 1527/2014, ΑΠ 1121/2014). Στην περίπτωση αυτή μπορεί ο ενάγων να προβάλλει κατ' αντένσταση τον ισχυρισμό, είτε καθ' υποφορά με την αγωγή του είτε με τις προτάσεις του, ότι η επικαλούμενη με τους ανωτέρω τρόπους κυριότητα του Δημοσίου επί του ακινήτου καταλύθηκε, καθώς το ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, δηλαδή ότι είχαν ασκηθεί επ' αυτού πράξεις νομής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του επί τριάντα συνεχώς χρόνια πριν τις 11.9.1915, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή.

Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Περαιτέρω, χείμαρροι ή ρέματα καλούνται οι ποταμοί που ρέουν μόνο κατά τη διάρκεια του χειμώνα ή μετά από βροχή είναι δηλαδή οι πτυχώσεις της επιφάνειας της γης, με τις οποίες συντελείται κυρίως η απορροή των υδάτων που πλεονάζουν προς τη θάλασσα.

Επίσης, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 968 ΑΚ, που προπαρατέθηκαν, σε συνδυασμό, επίσης και με εκείνη των άρθρων 1072 και 1074 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή αποτελούν πράγματα κοινής χρήσης και ανήκουν στο δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.

Επομένως, στα κοινής χρήσης πράγματα περιλαμβάνεται και η κοίτη στην οποία τα εν λόγω νερά τρέχουν, όχι όμως και η κοίτη χειμάρρου που περιοδικά κατακλύζεται από τα όμβρια ύδατα, η οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1074 ΑΚ, υπόκειται σε ιδιωτική εξουσίαση, αφού η κυριότητά της και μετά την από τα όμβρια ύδατα κατάκλυσή της εξακολουθεί να ανήκει στον ιδιοκτήτη και μπορεί, έτσι, να μεταβιβαστεί ή αποκτηθεί με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο.

Εφόσον, όμως, η κοίτη χειμάρρου που κατακλύζεται περιοδικά από τη ροή των νερών της βροχής έχει εγκαταλειφθεί από μακρό - αμνημόνευτο χρόνο (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα) στην κοινή χρήση, τότε γίνεται κοινής χρήσης και αν δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα, ανήκει στο δημόσιο και, συνακόλουθα, δεν είναι εφικτή η άσκηση νομής σ` αυτή και η κτήση κυριότητάς της με χρησικτησία ή έστω με παράγωγο τρόπο.

Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, που μπορεί να προσδώσει σε χείμαρρο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, με την έννοια που προπαρατέθηκε, είναι δημιουργική της νέας κατάστασης, υπό την έννοια της απόσβεσης της παλαιάς και της γένεσης της νέας και είναι κυρωτική της συνεχούς χρήσης επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα (40) έτη, είχε δε συμπληρωθεί πριν από την εφαρμογή (στις 23.02.1946) του ΑΚ (ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 34/2008, ΑΠ 1731/2006).

Έτι περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 2/2021, Ολ ΑΠ 3/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).

Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αρ. 1.5../18-12-19… συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου ... Π.Π.-Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 11…, αριθμός 21214….), σε συνδυασμό με την υπ' αρ. 2519/30-6-1976 πράξη μερικής εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος και την υπ' αρ. 3583/22-12-1976 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος και παραίτησης εκ της διαλυτικής αιρέσεως της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 11…, αριθμός 2215…), οι Γ.Κ.

του Α. και Β.Κ. του Α. πώλησαν και μεταβίβασαν στην ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα) την κυριότητα ενός αγρού ποτιστικού, εκτάσεως επτά (7) στρεμμάτων περίπου, κειμένου στη θέση "..." ή "..." της περιφέρειας Προαστίου ... που συνόρευε, κατά τον ανωτέρω τίτλο κτήσης, ανατολικά με δρόμο Προαστίου-..., δυτικά με ιδιοκτησία Σ.Β.Κ., βόρεια με ποτάμι ...

και νότια με γειτονικό δρόμο. Το ανωτέρω ακίνητο εκτάσεως επτά στρεμμάτων αγόρασαν οι Γ. και Β.Κ. του Α. από τον Σ. Κ., δυνάμει του υπ' αρ. 21.8…/17-11-19… συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Τ. Β., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 35.., αριθμός 918…). Στον ανωτέρω Σ.Κ., το πωληθέν ακίνητο είχε περιέλθει, κατά μείζονα έκταση δέκα (10) στρεμμάτων, με αγορά από τον Θ.Γ.Κ.

Ξ., δυνάμει του υπ' αρ. 29.…/21-…-1916 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Ι.Α., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 289, αριθμός 58310). Ο Θ. Γ.Κ. Ξ. είχε αποκτήσει την ανωτέρω έκταση με δωρεά εν ζωή από τον πατέρα του Γ.Ξ. Κ., δυνάμει του υπ' αρ. 24.3…/11-3-19… συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ...

Κ. Χ., νομίμως μεταγεγραμμένου (τόμος 242, αριθμός 49666). Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αρ. 25845/14-11-1977 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου ... Α.Α.-Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στο βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 1241, αριθμός 227801), ο Π.Μ. του Χ., ως επικαρπωτής της περιουσίας της συζύγου του Ν., το γένος Σ.Κ., πώλησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα έναν αγρό, κείμενο στη θέση "..." της περιφέρειας Προαστίου ..., εκτός σχεδίου πόλης και εκτός ζώνης, εκτάσεως 1.497,88 τ.μ., που συνορεύει, κατά τον τίτλο κτήσης, ανατολικά με μονοπάτι και, πέραν τούτου με ιδιοκτησία της ενάγουσας, δυτικά και νότια με αρδευτικό αύλακα και πέραν τούτου με ιδιοκτησία Η.Σ.Κ.

και βόρεια με αρδευτικό αύλακα και πέραν τούτου με ιδιοκτησία πρώην Δ. Σ. και νυν Κ.Σ.. Στον ανωτέρω Π.Μ., ως επικαρπωτή και στη σύζυγό του Ν., το γένος Σ. και Α.Κ., είχε δοθεί το εν λόγω ακίνητο ως προίκα από τον πατέρα της τελευταίας Σ.Κ., δυνάμει του υπ' αρ. 13.763/10-8-19… συμβολαίου σύστασης προικός του Συμβολαιογράφου ...

Ε. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 545, αριθμός 149.229). Στον προικοδότη Σ. Κ. είχε περιέλθει το ως άνω ακίνητο με αγορά από τον Θ. Χ. του Ι., δυνάμει του υπ' αρ. 8336/22-5-19… συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Φ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 366, αριθμός 96.379).

Από όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η συνολική έκταση ιδιοκτησίας της ενάγουσας, την οποία απέκτησε δυνάμει των ως άνω συμβολαίων αγοραπωλησίας, έχει έκταση (7 + 1.497,88 =) 8.497,88 τ.μ., χωρίς να αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία μείζονος έκτασης 18.503 τ.μ. με παράγωγο τρόπο. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης εφέσεως ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι έσφαλε η εκκαλουμένη δεχόμενη ότι, με βάση τους προαναφερόμενους τίτλους κτήσεως, τυγχάνει αποκλειστική κυρία ενός ακινήτου, συνολικής εκτάσεως 8.497,88 τ.μ.

και όχι συγκυρία ή αποκλειστική κυρία ακινήτου, εκτάσεως 18.504 τ.μ., πλην όμως, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, ο ως άνω ισχυρισμός, δεδομένου ότι και η ίδια η ενάγουσα στο αγωγικό δικόγραφο αντιφάσκει ως προς την έκταση, ως προς την οποία ισχυρίζεται ότι έχει καταστεί κυρία με παράγωγο τρόπο κτήσης.

Ειδικότερα, όπως συνάγεται από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, η ενάγουσα αναφέρει ότι το εν λόγω ακίνητο απέκτησε: (α) κατά ένα τμήμα του εξ αγοράς από τους Γ.Κ. και Β.Κ., με φερόμενο ως απώτερο δικαιοπάροχο τον Γ.Κ. ή Ξ., το οποίο τμήμα, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ο ανωτέρω Γ.Κ. ή Ξ. το μεταβίβασε, λόγω δωρεάς εν ζωή, στον υιό του Θ.Γ.Ξ.

ή Κ., δυνάμει του με αριθμό 24339/1906 συμβολαίου, στο οποίο συμβόλαιο το εν λόγω ακίνητο (που αποτελεί τμήμα του επιδίκου) φέρεται ως άμπελος, εκτάσεως "δέκα πέντε ως έγγιστα στρεμμάτων" και (β) κατά έτερο τμήμα του από τον Π. Χ. Μ., ως προικολήπτη ακινήτου της συζύγου του Ν.Σ.Κ., με φερόμενο ως απώτατο δικαιοπάροχο τον Ι.Χ.

Το τμήμα αυτό ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι είναι εκτάσεως "ενός και ημίσεος στρέμματος". Εν συνεχεία και σε αντίφαση με τα παραπάνω, εκθέτει στην αγωγή της επί λέξει ότι "... το άνω περιγραφέν ακίνητο σε μείζονα έκταση είκοσι τριών περίπου στρεμμάτων κατείχαν και ενέμοντο με διάνοια κυρίου... οι άνω ρηθέντες δικαιοπάροχοί μου και δη κατά τμήμα είκοσι ενός στρεμμάτων περίπου ο Γ.

Ξ. ή Κ. και κατά τμήμα,..., δύο περίπου στρεμμάτων ο Π. Χ..." (4η σελίδα της αγωγής).

Συνεπώς, η ενάγουσα ουδόλως προσδιορίζει στην αγωγή της πώς ακριβώς απέκτησε, κατά παράγωγο τρόπο, την κυρίοτητα, ειδικά της έκτασης των 18.504 τ.μ., με παράγωγο τρόπο. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι στις αρχικές εγγραφές του Κτηματολογικού Γραφείου ..., εμφαίνεται ως ιδιοκτήτης του με ΚΑΕΚ 061677604027/0/0 ακινήτου, εκτάσεως 18.504 τ.μ., του οποίου η ενάγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί αποκλειστική κυρία, η μεν ενάγουσα, κατά ποσοστό 45,89 %, με τίτλους κτήσης τα ως άνω υπ' αρ. 1510/19… συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ...

Π.Π.- Γ. και υπ' αρ. 25845/1977 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ... Α. Α. - Τ., ενώ, σε ποσοστό 54,11 %, εμφαίνεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Πλην όμως, με βάση τους αναφερόμενους τίτλους κτήσης, η ενάγουσα τυγχάνει αποκλειστική κυρία ενός ακινήτου συνολικής εκτάσεως 8.497,88 τ.μ. και όχι συγκυρία ή αποκλειστική κυρία ακινήτου εκτάσεως 18.504 τ.μ., η δε απόκλιση μεταξύ των αναγραφόμενων στα εν λόγω συμβόλαια εμβαδών και του εμβαδού του με ΚΑΕΚ 061677604027/0/0 ακινήτου είναι τέτοια, που δεν δικαιολογείται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από ενδεχόμενη εσφαλμένη ή μη ακριβή καταμέτρηση, απορριπτομένου μετά ταύτα του σχετικού ισχυρισμού της ενάγουσας, ο οποίος προβάλλεται - όλως αορίστως άλλωστε - δια του δευτέρου λόγου της κρινόμενης εφέσεως, ότι επί αγορά ακινήτου, χωρίς τιμή και μέτρο, αλλά συνολικής και χωρίς αναφορά συγκεκριμένων διαστάσεων κατισχύει της αναγραφόμενης στα συμβόλαια έκτασης η εντός των ορίων των συμβολαίων διαλαμβανόμενη πραγματική έκταση, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε η ουσιαστική του βασιμότητα στην προκείμενη περίπτωση.

Επί του έτερου ισχυρισμού της ενάγουσας, περί κτήσεως της επίδικης εκτάσεως με πρωτότυπο τρόπο κτήσης, ο οποίος διαλαμβάνεται ομοίως στο δεύτερο λόγο της εφέσεώς της, λεκτέα είναι τα κάτωθι: Η ενάγουσα, προκειμένου να θεμελιώσει δικαίωμα κυριότητας επί της επίδικης εκτάσεως με έκτακτη χρησικτησία, θα έπρεπε να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι οι δικαιοπάροχοί της ενήργησαν υλικές, εμφανείς πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, επί της εν λόγω εκτάσεως, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, ήτοι μέχρι την 11.9.1915.

Ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση, δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται ότι οι δικαιοπάροχοί της ενήργησαν υλικές, εμφανείς πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, επί της επιδίκου εκτάσεως, για χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας, ήτοι μέχρι την 11.9.1915, η δε αδυναμία απόδειξης της συνδρομής των εν λόγω προϋποθέσεων άγει, κατ' αποτέλεσμα, στην αδυναμία ελέγχου της συνδρομής, στο πρόσωπο των φερόμενων ως απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων της, των προσόντων της έκτακτης χρησικτησίας, ιδίως δε, της διενέργειας των απαιτούμενων κατά το νόμο πράξεων νομής ειδικά στην επίδικη έκταση, ενώ, δεν προέκυψε ούτε η συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης στο πρόσωπο της ενάγουσας και απάντων των δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι, συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι απέκτησαν την κυριότητα στο επίδικο με πρωτότυπο τρόπο.

Η δε κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στην από 9-11-2012 Έκθεση φωτοερμηνείας της ΠΕ Τοπογράφου Μηχανικού Κ. Π., σχετικά με το χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, όπως αυτή (η έκθεση) επισυνάπτεται στο με αριθμό πρωτ. 4843/9-11-2012 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.

Αχαΐας (και ήδη Περιφερειακής Δ/νσης Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου), όπου τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως (του τμήματος) 6.719 τ.μ. (όπως αυτό εμφαίνεται στην παραπάνω έκθεση και οριοθετείται με ακρίβεια από τις εκεί αναφερόμενες συνταταγμένες), εμπίπτει εντός της παλαιάς κοίτης του χειμάρρου Χάραδρου και συνεπώς δεν μπορεί να διαμορφωθεί σαφής δικανική πεποίθηση, ως προς την αποκλειστική κυριότητα αυτού του τμήματος από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας.

Εξ άλλου, κυριότητα επί του συνόλου του εμβαδού των 18.504 τ.μ., δεν μπορεί να αποδειχθεί ούτε από την προσκομισθείσα μετά νομίμου επικλήσεως από την ενάγουσα από Φεβρουαρίου 2012 τεχνική έκθεση του Τοπογράφου Μηχανικού Δ.Κ., αφού αυτή στηρίζεται για την οριοθέτηση της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, στο από Μαρτίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Χ.Λ., το οποίο, όμως, έχει συνταχθεί κατόπιν υπόδειξης των ορίων από την ενάγουσα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση, απορρίπτοντας την αγωγή της στο σύνολό της. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας της αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, καθόσον απαίτησε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται από τις διατάξεις αυτές για την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να αποδείξει ότι οι δικαιοπάροχοί της άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη στο επίδικο ακίνητο για τριάντα έτη έως τις 19-11-1915, γεγονός που προϋποθέτει, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, την προηγούμενη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα.

Μία τέτοια δε παραδοχή του δικαστηρίου προϋποθέτει με τη σειρά της ότι το αναιρεσίβλητο πρότεινε κατ' ένσταση και απέδειξε την κτήση της κυριότητας απ' αυτό του επιδίκου ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο, ήτοι ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα, καθώς μόνο στην περίπτωση αυτή η αναιρεσείουσα οφείλει να ισχυριστεί κατ' αντένσταση, όπως άλλωστε προέβη καθ' υποφορά με την αγωγή της και όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της και να αποδείξει ότι η κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο καταλύθηκε σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του βρ.δ., που επιτρέπουν τη χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, με την τριακονταετή, δηλαδή, νομή του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για τριάντα τουλάχιστον έτη μέχρι τις 11-9-1915.

Τέτοια, όμως, παραδοχή και συγκεκριμένα ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα, κατ' αποδοχή των σχετικών ενστάσεων κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, που πρότεινε το αναιρεσίβλητο, με τις, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από 29-11-2017, προτάσεις του, τις οποίες επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με τις από 17-9-2020 προτάσεις του, δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Τέτοια δε παραδοχή δεν αποτελεί η ειδικότερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "...τμήμα του επιδίκου, εκτάσεως (του τμήματος) 6.719 τ.μ.... εμπίπτει εντός της παλαιάς κοίτης του χειμάρρου Χάραδρου και συνεπώς δεν μπορεί να διαμορφωθεί σαφής δικανική πεποίθηση, ως προς την αποκλειστική κυριότητα αυτού του τμήματος από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας.", η οποία αναφέρεται σε τμήμα και όχι σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο.

Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο δέχθηκε με την ανωτέρω παραδοχή της απόφασής του την ένσταση του Δημοσίου περί του κοινοχρήστου χαρακτήρα του τμήματος αυτού ως τμήμα κοίτης χειμάρρου, το οποίο εξαιρείται για το λόγο αυτό της χρησικτησίας, η ως άνω παραδοχή στερείται αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, ο χείμαρρος δεν καθίσταται εκ μόνου του λόγου αυτού κοινόχρηστο πράγμα, στη δε προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο ο συγκεκριμένος χείμαρρος κατέστη κοινόχρηστος.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για τους ανωτέρω λόγους, είναι βάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε με την αγωγή της ότι κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς νέμεται αυτό από το έτος 1977 και επί είκοσι και πλέον έτη και ότι επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό με την έφεσή της και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, που αποτελεί ιδιαίτερη βάση της αγωγής της και άφησε χωρίς αιτιολογίες το σχετικό της αίτημα αδίκαστο, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8, 9 και 19 ΚΠολΔ, ενώ επί πλέον, απαίτησε καλή πίστη για τη χρησικτησία της ίδιας, υποπίπτοντας στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 1045 ΑΚ.

Από την από 10-4-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του εξεταζόμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η τελευταία ισχυρίστηκε, μεταξύ των άλλων, και ανεξάρτητα της επικαλούμενης με την αγωγή νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων της στο επίδικο ακίνητο, ότι από το έτος 1975, οπότε απέκτησε με το αναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο το πρώτο τμήμα του επιδίκου ακινήτου, νέμεται και κατέχει η ίδια το τμήμα αυτό με τις αναφερόμενες πράξεις νομής και ότι από το έτος 1977, οπότε απέκτησε με το επίσης αναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και το έτερο τμήμα του επιδίκου, νέμεται και κατέχει και το τμήμα αυτό με τις πράξεις νομής που επίσης εκθέτει στην αγωγή και ότι νεμόμενη το όλο πλέον επίδικο ακίνητο από το έτος 1977 και για χρόνο μείζονα της εικοσαετίας, κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με την από 10-10-2020 έφεσή της. Περαιτέρω, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-9-1915.

Το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας, δέχθηκε, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, ότι "... ενώ δεν προέκυψε ούτε η συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης στο πρόσωπο της ενάγουσας και απάντων των δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι απέκτησαν την κυριότητα στο επίδικο με πρωτότυπο τρόπο".

Με τις παραδοχές του αυτές ως προς τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, καθώς απαίτησε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη αυτή και συγκεκριμένα το στοιχείο της καλής πίστης στην έκτακτη χρησικτησία, η οποία όμως, δεν αποτελεί προϋπόθεση αυτής.

Επί πλέον, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας χωρίς αιτιολογίες, καθώς δεν περιέχει καθόλου παραδοχές σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της έκτακτης χρησικτησίας που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με την αγωγή της, στερώντας έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, ενώ δεν ιδρύεται εν προκειμένω η παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της και τον απέρριψε.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, καθώς εσφαλμένα έκρινε αόριστη την αγωγή της ως προς τον αναφερόμενο σ' αυτήν τρόπο κτήσης παραγώγως της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο και απέρριψε την αγωγή κατά το σχετικό της αίτημα.

Ότι άλλως, η αναιρεσιβαλλόμενη είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και 1033 ΑΚ, καθώς στερείται αιτιολογίας, άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα σχετικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο.

Ότι ειδικότερα, δεν αιτιολογεί τη σιωπηρή απόρριψη του ισχυρισμού της ότι ανεγράφη μικρότερη έκταση του ακινήτου της προς αποφυγή πληρωμής μεγαλύτερου φόρου μεταβίβασης και εξόδων συμβολαίου (αμοιβή συμβολαιογράφου και τελών και δικαιωμάτων Υποθηκοφύλακος), ούτε αιτιολογεί επαρκώς γιατί με την εντός των ορίων των συμβολαίων μεταβίβαση στην ίδια του όλου ακινήτου της δεν περιήλθε σ' αυτήν ολόκληρη η εντός αυτών πραγματική έκταση τούτου, ανεξάρτητα της αναγραφείσας μικρότερης, όταν μάλιστα στο με αριθμό 1510/1975 συμβόλαιο γίνεται ρητή αναφορά ότι η πώληση γίνεται ενιαία για ολόκληρη εντός των ορίων του πραγματική έκταση, ανεξάρτητα της αναγραφόμενης σ' αυτό έκτασης των επτά περίπου στρεμμάτων.

Ωστόσο, από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθώς διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για την κτήση της κυριότητάς της με παράγωγο τρόπο σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο των 18.503 στρεμμάτων.

Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο σαφώς ότι με βάση τα αναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με την αγωγή της για την απόδειξη της κυριότητάς της, η συνολική έκταση της ιδιοκτησίας της, που απέκτησε με τα συμβόλαια αυτά, ανέρχεται σε (7 + 1.497,88 =) 8.497,88 τ.μ. και όχι 18.503 τ.μ., όπως ισχυρίστηκε με την αγωγή της.

Οι δε επί πλέον αιτιολογίες του Εφετείου σχετικά με την αντίφαση των όσων ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα με την αγωγή της αναφορικά με την έκταση του ακινήτου της, συνιστούν αποδεικτικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων και επομένως δεν αποτελούν ζητήματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ώστε η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας αυτών να ιδρύσει τον από το άρθρο αυτό προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.

Τέτοιο αποδεικτικό επιχείρημα και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, αποτελεί και ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, τον οποίο αυτή προέβαλε το πρώτον με την έφεσή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ότι ανεγράφη μικρότερη έκταση του ακινήτου στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια προς αποφυγή πληρωμής μεγαλύτερου φόρου μεταβίβασης και εξόδων συμβολαίου, και επομένως, η σιωπηρή απόρριψή του χωρίς ειδική αιτιολογία, δεν ιδρύει τον από την ίδια ως άνω διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.

Οι δε περιλαμβανόμενες στον ίδιο ως άνω λόγο περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας σχετικά με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθώς με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, η, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επί μέρους αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε αόριστη την αγωγή της ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως, ως αβάσιμη, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνονται στις πιο πάνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τέτοια κρίση περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσείουσας.

Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Κατόπιν των ανωτέρω, παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων της ένδικης αίτησης, καθώς καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης, που κατά τα ανωτέρω γίνονται δεκτοί. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας της αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο και να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο, θα επιδικαστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 227/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ