Supreme Court allows appeal against contract termination due to contractor's serious defects in construction work.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the appellate court's dismissal of a construction contract claim. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected specific cost items for necessary repairs due to vague defect descriptions. The court found the defects serious enough to justify termination and held the lower court erred in dismissing these specific claims as indeterminate. Consequently, the appeal was accepted for the contested portion, and the case was remitted for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 687, 688-690 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a contractor fails to repair serious defects within a set deadline, the employer may terminate the contract and claim specific damages for the necessary corrections, provided the costs are clearly defined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 778 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 778/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Πανταζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγάθη Λάμπρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 286/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/3/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από, 1-3-2019 (αριθμ. καταθ. 28/17-7-2019) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 286/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο απέρριψε την από 30-9-2016 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 163/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που είχε απορρίψει την από 12-12-2012 αγωγή του κατά του αναιρεσίβλητου, για αξιώσεις του, από τη μεταξύ τους, σύμβαση έργου.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠολΔ) Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 687 του ΑΚ, ''αν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου προβλέπεται με βεβαιότητα κατασκευή ελαττωματική ή αντίθετη προς τη σύμβαση από υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τάξει σ' αυτόν εύλογη προθεσμία για να διορθώσει τις ελλείψεις και αν αυτή περάσει άπρακτη, να εκτελέσει αυτός τη διόρθωση, σε βάρος του εργολάβου''.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ, που καθορίζουν λεπτομερώς την ευθύνη του εργολάβου, αναλόγως με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε από αυτόν, προκύπτει, ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει: α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων, είτε τη διόρθωση αυτών, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο ή έλλειψης των συνολογηθεισών ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε αντί αυτών, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται, είτε σε ουσιώδη, είτε σε επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνημένες ιδιότητες, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται, αντί υπανάχωρησης ή μείωσης της αμοιβής, να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος δεν ανταποκρίθηκε υπαιτίως στις εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο, που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα.
Έτσι, ο εργοδότης που επιδιώκει αποζημίωση με βάση το άρθρο 690 ΑΚ οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει: α) Την κατάρτιση της σύμβασης έργου. β) Ότι το έργο εκτελέσθηκε. γ) Ότι το εκτελεσθέν έργο έχει ελλείψεις, που πρέπει να προσδιορίζονται, χωρίς να ενδιαφέρει η διάκρισή τους σε ουσιώδεις ή επουσιώδεις.
Και, δ) την ζημία που υπέστη από τις ελλείψεις του έργου, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημίωσης που ζητεί. Από τις άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι η ενάσκηση της εκ από το άρθρο 690 ΑΚ αξίωσης αποζημίωσης του εργοδότη στην περίπτωση που το έργο που εκτελέστηκε έχει ελλείψεις, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, προϋποθέτει έργο που εκτελέστηκε και παραδόθηκε (ανεξάρτητα αν βαρύνεται με ελαττώματα ή ελλείψεις) ή προσφέρθηκε προς παράδοση, πριν από την οποία δεν γεννάται η αξίωση αυτή (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 1114/2019, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1590/2017, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 1587/2013, ΑΠ 1409/2010).
Η δε αποζημίωση περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, τη δαπάνη, στην οποία πρέπει να υποβληθεί ή υποβλήθηκε ο εργοδότης για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις του έργου, καθώς, επίσης, το διαφυγόν κέρδος και κάθε περαιτέρω ζημία. Την απαιτούμενη για την ευθύνη του εναγομένου εργολάβου προς αποζημίωση, ένεκα ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, υπαιτιότητά του, δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημίωσης (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1075/2017, ΑΠ 1273/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 687 ΑΚ, προς τις διατάξεις των άρθρων, 689 και 690 ΑΚ, προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου προβλέπεται με βεβαιότητα ελλατωματική ή αντίθετη προς τη σύμβαση κατασκευή από υπαιτιότητα του εργολάβου ή των υπ' αυτού προστηθέντων, κατά τρόπο που να αποκλείεται η άρση του ελαττώματος ή η διόρθωση των ελλείψεων, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τάξει σ' αυτόν εύλογη προθεσμία για τη διόρθωση των ελλείψεων και ελαττωμάτων και αν παρέλθει η προθεσμία άπρακτη αυτή, τότε ο εργοδότης έχει τις από τα άρθρα 689 και 690 ΑΚ αξιώσεις, μεταξύ των οποίων και της αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη από την ελλαττωματική κατασκευή μέρους του έργου και ειδικότερα δικαιούται να ζητήσει ό,τι δαπάνησε, ή αναγκαίως θα δαπανήσει για την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με τη σύμβαση, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αναμείνει την περάτωσή του, ή την εκτέλεση και παράδοσή του ή την προσφορά του προς παράδοση εκ μέρους του εργολάβου, διότι η απαίτηση αυτή θα ήταν αντίθετη προς την καλή πίστη, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αφού η πάροδος του χρόνου, το μόνο αποτέλεσμα που θα είχε θα ήταν η διατήρηση και μόνο μιας κατάστασης βλαπτικής για τα συμφέροντα του εργοδότη, ώστε και η περίπτωση αυτή εξομοιούται προς εκείνη του περατωθέντος έργου, αφού η εκ των πραγμάτων περάτωση αυτού, εξαιτίας της αδράνειας του εργολάβου, είναι αδύνατη (ΑΠ 256/2021, ΑΠ 1114/2019, ΑΠ 1590/2017, ΑΠ 924/1988).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 403/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 156/2019).
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.
Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή δε αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκούμενου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 226/2022, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 1063/2014).
Παράλληλα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 666/2021, ΑΠ 646/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 266/2018).
Για το ορισμένο δε της κατά του εργολάβου απευθυνόμενης περί αποζημίωσης αγωγής πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται σ' αυτήν εκτός άλλων και οι ελλείψεις του με τη σύμβαση ανατεθέντος έργου, οι οποίες θεμελιώνουν κατά τις ρηθείσες διατάξεις την αγόμενη προς κρίση αξίωση του ενάγοντος εργοδότη.
Απαιτείται επίσης, ο προσδιορισμός της ζημίας που υπέστη ο εργοδότης από τις ελλείψεις του έργου, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημίωσης που ζητεί και η οποία περιλαμβάνει τη θετική ζημία, δηλαδή τη δαπάνη στην οποία πρέπει να υποβληθεί ο εργοδότης για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις του έργου, χωρίς να είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να προσδιορίζεται το κόστος για την αγορά των επιμέρους υλικών κατά μονάδα ή κατ' αποκοπή, η αξία των ημερομισθίων εργασίας κλπ, αφού τα μεγέθη αυτά ανάγονται στην απόδειξη του ύψους της ζημίας (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 345/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της ένδικης από 12-12-2012 αγωγής, κατά το μέρος που η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, προκύπτει ότι, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθετε, μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος, ο οποίος είναι κύριος του περιγραφόμενου σ' αυτή ακινήτου, το Δεκέμβριο του έτους 2008 ανέθεσε στον εναγόμενο, πολιτικό μηχανικό, τη σύνταξη μελέτης και την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση ισόγειας οικοδομής, στο άνω οικόπεδό του και στη συνέχεια την επίβλεψη των εργασιών ανοικοδόμησης, αντί της συμφωνημένης και νόμιμης αμοιβής του.
Ότι με ενέργειες του εναγομένου, εκδόθηκε η με αριθμό … άδεια οικοδομής, για την ανέγερση νέας ισόγειας κατοικίας, ενός ορόφου, επιφάνειας 119,96 τμ, με την ίδια δε άδεια ορίστηκε ο εναγόμενος, ως επιβλέπων μηχανικός του έργου. Ότι ο ίδιος (ενάγων) μετά από υπόδειξη του εναγομένου, ανέθεσε στο Δ. Γ., εργολάβο την κατασκευή και θεμελίωση του φέροντος σκελετού της οικίας και και κυρίως την εκσκαφή, υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του εναγομένου, που ήταν ο γενικός επιβλέπων μηχανικός του έργου.
Ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου διαπιστώθηκε, ότι ο εναγόμενος προέβη από υπαιτιότητά του, στις αναλυτικά περιγραφόμενες αυθαίρετες κατασκευές, όπως διαπιστώθηκε από την Πολεοδομία σε σχετική αυτοψία που πραγματοποίησε στο ακίνητο μετά την οποία, με το με αριθμό πρωτ. … έγγραφο της Πολεοδομίας του Δ.
Α., η οικοδομή κηρύχθηκε αυθαίρετη και διατάχθηκε η διακοπή των οικοδομικών εργασιών. Ότι κατόπιν αυτών, κοινοποίησε στον εναγόμενο την από 3-3-2012 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία, με την οποία τον κάλεσε να ενεργήσει άμεσα, προβαίνοντας σε όλες τις νόμιμες ενέργειες, για την άρση των αναφερόμενων παρατυπιών και αυθαιρεσιών και την αποκατάστασή τους εντός του απολύτως αναγκαίου, με βάση το είδος και την έκτασή τους χρόνου, με δαπάνες του, διαφορετικά τον κάλεσε να δηλώσει εντός τριών ημερών από τη λήψη της σχετικής διαμαρτυρίας τόσο προς τον ίδιο, όσο και προς την αρμόδια αρχή ότι παραιτείται από το έγο της επίβλεψης της οικοδομής.
Ότι ο εναγόμενος ουδέν έπραξε, αιτία για την οποία επέδωσε στο τελευταίο και την από 26-3-2012 νέα εξώδικη δήλωση, με την οποία επανέλαβε την άνω πρόσκληση, δηλώνοντας του επιπλέον ότι, μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που του έθεσε για τη διόρθωση των ελλείψεων και την άρση των παρανομιών που εμφάνιζε η οικοδομή του, θα προβεί ο ίδιος με άλλον επιβλέποντα μηχανικό, στην άρση και αποκατάσταση αυτών, σύμφωνα και με το σχετικό έγγραφο της Πολεοδομίας και τη σχετική δαπάνη θα την καταλογίσει σε βάρος του.
και Ότι ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στην άνω πρόσκληση και κατόπιν τούτου με την ένδικη αγωγή του δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα, το συνολικό ποσό των 28.224 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 23.924 ευρώ, αφορά δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για τη διόρθωση των ελλείψεων και την εκτέλεση του έργου, σύμφωνα με τη σύμβαση και συγκεκριμένα:
α) Το ποσό των 3.003,60 ευρώ, για τη δεύτερη αναθεώρηση της αρχικής οικοδομικής άδειας, που επιμελήθηκε ο νέος μηχανικός. β) Το ποσό των 12.390 ευρώ, για τη δαπάνη κατασκευής κατασκευής των τοιχίων του υπογείου, ύψους άνω του 1,00 μ. έως την κορυφή της στάθμης του υπογείου, δεδομένου ότι η περίμετρος των τοιχίων αυτών είναι 59 μ.
και το ύψος 1,40 μ., για τα οποία απαιτήθηκε η ρίψη 82,60 κμ σκυροδέματος, προς 150 ευρώ ανά κμ, κατ' αποκοπή για εργατικά σκυροδεσης και αγορά υλικού. γ) Το ποσό των 935 ευρώ για τη διαμόρφωση με σκυρόδεμα οπλισμένο εξωτερικής ράμπας προς το υπόγειο, για τη ρίψη 8,50 κ.μ. σκυροδέματος προς 110 ευρώ ανά κμ, κατ' αποκοπή για εργατικά και αγορά υλικού.
δ) Το ποσό των 650 ευρώ, για το πρόστιμο που του επέβαλε η Πολεοδομική αρχή, λόγω της υποχώρησης του κτίσματος από το όμορο οικόπεδο, κατά 0,20 μ,. ε) Το ποσό των 1.000 ευρώ, για την κατασκευή τοίχου από μπατική οπτοπλινθοδομή, πάχους 0,20 μ, για την πλήρωση του χώρου της δυτικής πλευράς της οικοδομής, προς κάλυψη του κενού από το όριο με την όμορη ιδιοκτησία, συνολικού εμβαδού 40,50 τμ (10,10 μ.
μήκος Χ 4,00 μ. ύψος), μαζί με τρία σενάζ πάχους 0,20 μ. και ύψους 0,15 μ. το καθένα σε όλο το ύψος του τοίχου, προς 25 ευρώ, ανά τ.μ., κατ' αποκοπή για υλικά και εργασίες, ήτοι (40,50 τμ Χ 25 ευρώ). στ) Το ποσό των 3.592 ευρώ για την καταβολή εισφορών στο ΙΚΑ, που αφορούν 58 ημερομίσθια για την κατασκευή του υπογείου και 61,96 ημερομίσθια για την κατασκευή της ράμπας και του τοίχου πλήρωσης του κενού μεταξύ της οικοδομής και της όμορης ιδιοκτησίας, εργαζομένων που απασχολήθηκαν στις επιπλέον των προβλεπόμενων με την οικοδομική άδεια, κατασκευαστικές εργασίες.
ζ) Το ποσό των 1.000 ευρώ για τη διενέργεια πραγματοσύνης του ΤΕΕ. η) Το ποσό των 1.353,40 ευρώ, για την αναθεώρηση της αρχικής οικοδομικής άδειας, που επιμελήθηκε ο εναγόμενος κσι αφορά την επίβλεψη του έργου, που αφορούσε την αναθεώρηση και η οποία επίβλεψη ουδέποτε πραγματοποιήθηκε από τον εναγόμενο. Το δίκασαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι, ''ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή ασκεί κατά του εναγομένου εργολάβου, αγωγή αποζημίωσης για πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις του έργου, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ....
ασκώντας αξιώσεις αποζημίωσης για κάθε είδους θετική και αποθετική ζημία που προέρχεται από την, εξαιτίας του ελαττώματος, πλημμελή εκτέλεση της σύμβασης εκ μέρους του εργολάβου, ..... εκ των άρθρων 688 και 690 ΑΚ, που ρυθμίζουν την ευθύνη του εργολάβου μετά την αποπεράτωση του έργου και την παράδοσή του στον εργοδότη - κύριο του έργου, ......
πλην, όμως, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή στοιχεία δεν προκύπτει ότι το έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε ή προσφέρθηκε προς παράδοση. Αντίθετα μάλιστα σαφώς στο αγωγικό δικόγραφο εκθέτει ότι το έργο δεν είχε εκτελεστεί ... σε άλλο δε σημείο της αγωγής του ομολογεί ότι υπαναχώρησε αυτός (ενάγων - κύριος του έργου - εργοδότης) από τη σύμβαση για το μέλλον, ενώ διαρκούσε ακόμη το έργο'' και ακολούθως έκρινε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή, κατά το κεφάλαιό της αυτό.
Επιπλέον, το ίδιο δικαστήριο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτέλεσματος της έφεσης, το ορισμένο της αγωγής, έκρινε ότι η αγωγή, κατά το μέρος που αφορά τα άνω υπό στοιχ. β, γ, ε και στ αγωγικά κονδύλια, που αφορούσαν δαπάνες αποκατάστασης των αναφερόμενων ελλείψεων, είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται αναλυτικά κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας, χωριστά τα υλικά που πρέπει να αγοράσει ο ενάγων για την αποκατάσταση των αναφερόμενων κακοτεχνιών και ελλείψεων και χωριστά η δαπάνη για την αμοιβή της απαιτούμενης κάθε επιμέρους εργασίας, αναφέροντας και το εργατοτεχνικό προσωπικό που πρέπει να απασχοληθεί (αριθμός, ειδικότητα προσωπικού και ημέρες εργασίας).
Με βάση δε τα παραπάνω, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν, την έφεση του ενάγοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία κρίνοντας όμοια, είχε απορρίψει την αγωγή, ως νομικά αβάσιμη και ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κατά τα πιο πάνω αγωγικά κονδύλια. Ήδη, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά τα β και ε σκέλη του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με το να απορρίψει ως νομικά αβάσιμη την αγωγή του, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 687 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή της, αν και με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Επίσης, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, παρά το νόμο έκρινε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, την αγωγή του, κατά τα πιο πάνω αγωγικά κονδύλια (υπό στοιχ. β, γ, ε και στ), μολονότι η περιγραφή των κονδυλίων αυτών και της από αυτά ζημίας, όπως παρατέθηκε στην αγωγή του, ήταν επαρκής.
Από το ανωτέρω εκτεθέν ιστορικό της ένδικης αγωγής, είναι σαφές, ότι ο αναιρεσείων - εργοδότης στην ένδικη σύμβαση έργου, άσκησε το από το άρθρο 687 του ΑΚ νόμιμο δικαίωμά του, της διόρθωσης των ελλείψεων του συμφωνηθέντος έργου, διαρκούσης της εκτέλεσής του, τάσσοντας στον αναιρεσίβλητο - εργολάβο, εύλογη προθεσμία προς διόρθωσή τους, η οποία παρήλθε, άπρακτη και μετά ταύτα ζήτησε την αποκατάσταση της ζημίας του, η οποία ισούται με τη δαπάνη, που αναγκαίως απαιτήθηκε για τη διόρθωση των ελλείψεων αυτών.
Ενόψει αυτών, το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, δηλαδή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ζήτησε αποζημίωση ένεκα ευθύνης του εργολάβου για εκτελεσθέν έργο, που προϋποθέτει παράδοση του έργου ή προσφορά προς τούτο, με εντεύθεν έννομη συνέπεια την απόρριψη της αγωγής κατά το παραπάνω κεφάλαιό της, ως νομικά αβάσιμης, θεωρούμενης ως θεμελιωμένης επί της άνω ανύπαρκτης νομικής βάσης και παράλληλα δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι άσκησε το δικαίωμα της διόρθωσης των ελλείψεων του έργου κατά τη διάρκεια εκτέλεσής του, σύμφωνα με το άρθρο 687 ΑΚ και τις, εξαιτίας άπρακτης παρέλευσης της ταχθείσας προθεσμίας, αξιώσεις του, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Επομένως, ο άνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, αληθώς από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1, που επικαλείται ο αναιρεσείων), είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή, με την οποία, όπως εκτέθηκε ο ενάγων διώκει την αποκατάσταση της ζημίας του, ισούμενη με τη δαπάνη που απαιτήθηκε για την αποκατάσταση των ελλείψεων του μέρους του έργου, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας που έταξε στον εναγόμενο για τη διόρθωσή τους, κατά το μέρος που αφορά τα προαναφερθέντα υπό στοιχ.
β, γ, ε και στ κονδύλια, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, είναι ορισμένη, καθώς παρατίθενται σ' αυτή, τόσο οι ελλείψεις του εκτελεσθέντος μέρους του έργου, όσο και οι επιμέρους δαπάνες, οι οποίες εξειδικεύονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, κατ' είδος και ποσό, με προσδιορισμό του κόστους καθεμιάς κατ' αποκοπή, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται χωριστά η δαπάνη για την αγορά των αναγκαίων υλικών για το κάθε ελάττωμα και χωριστά η δαπάνη για την αμοιβή της απαιτούμενης κάθε επιμέρους εργασίας.
Κατ' ακολουθία, είναι βάσιμος και ο άνω από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, κήρυξε την ακυρότητα της ως άνω αγωγής του, ως προς τα άνω κονδύλια, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή των άνω λόγων της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή και ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς τα άνω κονδύλια, ενώ κατόπιν αυτών παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, όσον αφορά τη νομιμότητα της αγωγής και του τρίτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονέθηκε για εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των άνω κονδυλίων, ως αόριστων.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέβαλε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 286/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αναίρεσης, στον καταθέσαντα αυτό.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου καθώς και της αρχαιοτέρας από την Υπηρεσία, και κωλυομένης της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ