Legislator Case Law & Legislation
778/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court judgment for failure to properly justify contract termination and procedural errors.

Case Number 778/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal against a First Instance judgment regarding a commercial contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to substantiate claims of past financial issues and did not adequately explain why immediate contract termination was necessary instead of giving a compliance deadline. Consequently, the Court found the lower court's reasoning insufficient and voided the contested decision, remanding the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may accept an appeal when the lower court fails to provide sufficient reasoning for a decisive measure like contract termination, thereby rendering the appeal admissible and the case remanded for retrial.

Keywords

AI generated
contract termination insufficient reasoning contractual breach commercial contract remand for retrial procedural error contractual obligations

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Directive 86/653/EEC
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 778 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 778/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 13-2-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6822/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 836/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. …32/21.9.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α. Ν., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο (8.4.2019) επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στην αναιρεσίβλητη.

Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της. Με το π.δ. 219/1991 ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής (άρθρο 14§4 εδ.

β` Ν. 3557/2007), "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Κατά το άρθρο 8§8 του ανωτέρω π.δ., "η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 9§1α του ίδιου π.δ., "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς", ενώ κατά την παράγραφο 3 αυτού, "η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος, δεν οφείλεται:

α) Όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητος εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο". Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, αποζημίωση δεν οφείλεται, όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, που δικαιολογεί καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, ενώ κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του διανομέα, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ.

προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του, κατ' ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη υπαίτια εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης.

Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του ΑΚ γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία.

Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους (ΑΠ 1317/2018, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 165/2015).

Το άρθρο 9 παρ. 3 στοιχ. α', ως εξαίρεση από τον κανόνα της αξιώσεως του αντιπροσώπου ή του αποκλειστικού διανομέα για την καταβολή αποζημιώσεως πελατείας, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά (ΔΕΚ, απόφαση τη 28.10.2010, υπόθ. C-203/09 "Volvo Car Germany GmbH") και επομένως να εφαρμόζεται σε σοβαρές μόνον παραβάσεις. Κατά τον ουσιαστικό έλεγχο της σπουδαιότητας και του ουσιώδους της προβαλλόμενης από τον εντολέα παραβίασης, επί της οποίας θεμελιώνει τον σπουδαίο λόγο της έκτακτης καταγγελίας, εκτιμάται πλην άλλων και το μέγεθος της βλάβης που επήλθε ή θα επέλθει στον καταγγέλλοντα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας για την προμήνυση της τακτικής καταγγελίας του άρθρου 8 του ίδιου π.δ. (που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών) η οποία είναι δικαίωμα του εντολέα, δεν απαιτεί αιτιολογία και δεν συνεπάγεται γι' αυτόν επιζήμιες συνέπειες (ΑΠ 533/2016).

Στοιχείο επίσης, που λαμβάνεται υπόψη για τη σοβαρότητα της παραβίασης, είναι και η έρευνα του κατά πόσο θα αρκούσε για την αποκατάσταση της διαταράξεως η, προηγούμενη της καταγγελίας, παροχή εύλογης προθεσμίας στον αντιπρόσωπο ή αποκλειστικό διανομέα προς συμμόρφωση ή άρση της παραβίασης με την απειλή -αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη- έκτακτης καταγγελίας.

Ωστόσο, η προηγούμενη παροχή της ως άνω προθεσμίας, δεν αποτελεί στοιχείο (προϋπόθεση) για την κατάφαση του δικαιώματος της έκτακτης καταγγελίας αφού δεν αξιώνεται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 α π.δ. 219/1991 ως όρος γενέσεως του παρεχόμενου δικαιώματος, αλλά συνιστά αμυντικό μη αυτοτελή ισχυρισμό (αιτιολογημένη άρνηση) του ενάγοντος αντιπροσώπου ή παραγγελιοδόχου κατά της ενστάσεως του εναγομένου εντολέα περί συνδρομής των όρων και ασκήσεως της άνω έκτακτης καταγγελίας, υπό την έννοια ότι η παραβίαση είναι επουσιώδης και θα αρκούσε, αντί της άμεσης καταγγελίας, το μέτρο αυτό.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείται κατά κύριο και σύνηθες αντικείμενο στην παραγωγή και εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων. Το έτος 1995 κατάρτισε με τον ενάγοντα, (ήδη αναιρεσείοντα) ατύπως, σύμβαση αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας αυτός ανέλαβε την κατ' αποκλειστικότητα διανομή και διάθεση των γαλακτοκομικών της προϊόντων σε ορισμένη κάθε φορά περιφέρεια του νομού ….

Ειδικότερα, αρχικά δραστηριοποιήθηκε στις περιοχές ... ... και ... και από το έτος 2003 στις περιοχές .... Πρακτικά, η πιο πάνω σύμβαση λειτουργούσε κατά τον εξής τρόπο: ... Με βάση τα παραπάνω, η ένδικη σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, διότι αποδείχθηκε πως συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής.

Στη συνέχεια, η εναγόμενη, με την από 28-06-2012 εξώδικη δήλωση - καταγγελία, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 29-6-2012, κατάγγειλε τη σύμβαση, διότι στις 22-6-2012 ο προϊστάμενος αποθήκης της εναγόμενης αντιλήφθηκε τον ενάγοντα να αφαιρεί παράνομα και αντισυμβατικά από τον χώρο της αποθήκης έξι [6] τεμάχια του προϊόντος "Γάλα Φάρμα Diet", συσκευασίας του ενός λίτρου, και να τα τοποθετεί σε ιδιαίτερο σημείο του ψυκτικού θαλάμου του αυτοκινήτου του ενάγοντος, στον οποίον ανευρέθησαν ύστερα από σχετικό έλεγχο.

Το πιο πάνω περιστατικό αποδεικνύεται από την ένορκη βεβαίωση του Ν. Κ., υπεύθυνου του τμήματος αποθήκης της εναγόμενης, ο οποίος ήταν αυτός που είδε τον ενάγοντα να αφαιρεί τα προϊόντα, η κατάθεση του οποίου είναι πειστική και σαφής. Αντίθετα η κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος βασίζεται στη γνώση του ως άνω πραγματικού περιστατικού, "δίχως, όμως, να γνωρίζει τι έγινε ακριβώς", από τις διηγήσεις του ενάγοντος και του βοηθού του, ο οποίος μάλιστα καταθέτει, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι έδωσε εντολή σ' αυτόν για την αντικατάσταση τους με άλλα μπουκάλια λόγω του ότι είχαν σπάσει, "δεν γνωρίζω εάν τα πήρα ή μπερδεύτηκαν με το νέο εμπόρευμα που φορτώθηκε".

Η καταγγελία αυτή, που επέφερε την λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, είναι δικαιολογημένη για τον κάθε μέσο, καλόπιστο και εχέφρονα συμβαλλόμενο και δεν είναι εύλογο να ζητηθεί από την εναγόμενη η συνέχιση της επίδικης συμβατικής σχέσης. Έτσι, για την καταγγελία αυτή δεν είναι αναγκαία η τήρηση των προθεσμιών του άρθρου 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1991, με συνέπεια ο ενάγων διανομέας να έχει απωλέσει τις ένδικες αξιώσεις αποζημίωσης για διαφυγόντα κερδών και αποζημίωση πελατείας, αφού δεν οφείλεται αποζημίωση, όταν ο συμβαλλόμενος καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του αποκλειστικού διανομέα, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, δεκτής γενομένης και κατ' ουσία της νόμιμης σχετικής ένστασης της εναγομένης κατά τα άρθρα 8 παρ. 8 και 9 παρ. 3 περ.

α π.δ. 219/1991... Η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης δεν αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, καθώς αυτή άσκησε νόμιμο δικαίωμά της, που εξυπηρετούσε τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της επιχείρησής της και δεν είναι εκδικητική, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ο οποίος και στο παρελθόν φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει προβλήματα στην εναγομένη, η οποία στην από 3-9-2012 εξώδικη απάντηση της ο' αυτόν του προσάπτει ότι "με βάση τις καταστάσεις του τμήματος πιστωτικού ελέγχου προκύπτει....σχεδόν κάθε μήνα έλλειμμα κατά τη μηνιαία απογραφή", ενώ η εναγόμενη είχε την ευκαιρία να διακόψει τη συνεργασία της με τον ενάγοντα στο πλαίσιο μείωσης του δικτύου διανομής των προϊόντων της ήδη από το έτος 2010.

Έτσι, η ως άνω καταγγελία δεν είναι καταχρηστική κατά το άρθρο 281 Α.Κ. και η συμπεριφορά της εναγομένης δεν είναι παράνομη και δεν αντίκειται στο, από το άρθρο 914 Α.Κ., επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του "μη ζημιούν άλλον". Ο ενάγων, δια της πιο πάνω ενέργειάς του, αθέτησε υπαιτίως συμβατικές του υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η καταγγελία της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής από την εναγομένη χωρίς την τήρηση προθεσμίας.

Η εν λόγω καταγγελία δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανής τα όρια που επιβάλλουν η πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ούτε αποτελεί υπαίτια και παράνομη πράξη. Επομένως, ο τελευταίος δε δικαιούται αποζημίωση από οποιαδήποτε αιτία, ούτε χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης." Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή του ενάγοντος, με την οποία ζητούσε την καταψήφιση αποζημιώσεως πελατείας και διαφυγόντων κερδών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικαλούμενος άκυρη έκτακτη καταγγελία της μεταξύ αυτού και της εναγομένης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής.

Με αυτά όμως που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3α, σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 παρ. 1 στοιχ. α και γ, 4 παρ. 2 π.δ. 219/1991 και 288 ΑΚ, διότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το αν η παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα αποκλειστικό διανομέα, με την επίκληση της οποίας έγινε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εντολέα η ένδικη από 28.6.2012 έκτακτη καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η από δόλο αφαίρεση 6 λίτρων γάλακτος, την αξία των οποίων δεν προσδιορίζει, συνιστούσε (παρά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συνθήκες καλής συνεργασίας των μερών επί 17 έτη) τόσο σοβαρή και ουσιώδη παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων που δικαιολογούσε την έκτακτη καταγγελία της σύμβασης.

Και τούτο διότι, αρκούμενη προσβαλλόμενη απόφαση στην αόριστη αναφορά ότι η καταγγελία "είναι δικαιολογημένη για τον κάθε μέσο, καλόπιστο και εχέφρονα συμβαλλόμενο και δεν είναι εύλογο να ζητηθεί από την εναγόμενη η συνέχιση της επίδικης συμβατικής σχέσης", παραλείπει να προσδιορίσει, αναφορικά με τη σοβαρότητα και το ουσιώδες του λόγου καταγγελίας:

α) το μέγεθος της βλάβης που υπέστη η εναγομένη από την αποδιδόμενη στον ενάγοντα παραβίαση των υποχρεώσεών του και ειδικότερα τη βλάβη της μέχρι τη συμπλήρωση της αναγκαίας εξάμηνης προθεσμίας για την άσκηση τακτικής καταγγελίας και β) αντίστοιχα, τη ζημία που υπέστη ενδεχομένως ο ενάγων από την έκτακτη καταγγελία αναφορικά με τις ανειλημμένες προς τρίτους συμβατικές υποχρεώσεις του, σταθμίζοντας έτσι τα εκατέρωθεν συμφέροντα, σε συνδυασμό με τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης συμβατικής σχέσης, όπως είναι το μακροχρόνιο μιας καλής συνεργασίας.

Επίσης, εντελώς αναιτιολόγητη και με ενδοιαστικό χαρακτήρα είναι η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης (στα πλαίσια της έρευνας της αντένστασης του ενάγοντος από το άρθρο 281 ΑΚ) ότι ο ενάγων "...και στο παρελθόν φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει προβλήματα στην εναγομένη, η οποία στην από 3-9-2012 εξώδικη απάντηση της σ' αυτόν του προσάπτει ότι "με βάση τις καταστάσεις του τμήματος πιστωτικού ελέγχου προκύπτει....σχεδόν κάθε μήνα έλλειμμα κατά τη μηνιαία απογραφή"...", αφού δεν αποφαίνεται με βεβαιότητα αν όντως αποδείχθηκαν αληθή τα όσα η εναγομένη αποδίδει στον ενάγοντα στο ως άνω εξώδικό της, αρκούμενη σε μία ενδοιαστική τοποθέτηση ("και στο παρελθόν φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει προβλήματα"), χωρίς παράλληλα να αποφανθεί αν τα μηνιαία ελλείμματα ήταν πραγματικά και αν οφείλονταν σε κάποια δόλια και ποιά ακριβώς ενέργεια του ενάγοντος.

Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί γιατί η αφαίρεση 6 λίτρων γάλακτος στα πλαίσια μιας 17ετούς καλής συνεργασίας είναι τόσο σοβαρή και ουσιώδης παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος, ώστε να δικαιολογεί την άσκηση απευθείας του, δυσμενέστερου για τον ενάγοντα, μέτρου της έκτακτης καταγγελίας, αντί άλλων ηπιότερων μέσων, όπως η παροχή προθεσμίας προς συμμόρφωση με την απειλή -αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη- έκτακτης καταγγελίας ή της τακτικής καταγγελίας με προμήνυση προ έξι μηνών.

Με αυτές τις αιτιολογίες καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν για το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου ως προς το δεύτερο σκέλος τους, με τους οποίους προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου που έγινε δεκτός, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή, ενώ η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, βαρύνει την αναιρεσίβλητη επειδή ηττάται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 836/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ