Supreme Court dismisses appeal against land registry correction regarding agricultural inheritance transfers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision correcting land registry entries. The State argued the transfer violated agricultural laws, but the Court found the lower court correctly applied statutes allowing transfers of agricultural inheritances via public or private documents. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 15 paragraphs 1 and 2 of Law 3958/1959; Transfers of agricultural inheritances, plots, or buildings made by public or private documents before the law's entry into force are valid if they concern only violations of restrictions on inter vivos transfers, and the court upheld the lower court's correction of the land registry.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 778 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 778/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ά. χας Θ. Β., το γένος Δ. Κ., 2)Δ. Β. του Θ., 3)Ε. Β. του Θ., και 4)Δ. Β. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελου Ταμβίσκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 399/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1487/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 23/7/2013 αίτησή του.
Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 6ης Μαΐου 2015 με αριθμό πινακίου 2. Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 259/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η 11-5-2016 για την επανασυζήτηση της υπόθεσης, η οποία αναβλήθηκε, λόγω αποχής των δικηγόρων, για τη σημερινή δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 7-11-2014 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 15 του ν.δ. 3958/1959, που ορίζουν η μεν πρώτη ότι ‘ ‘ μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων γενόμεναι μέχρι της ισχύος του παρόντος δια δημοσίου εγγράφου, κατά παράβαση των διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας περί των περιορισμών των δια πράξεων εν ζωή μεταβιβάσεων των κλήρων, κυρούνται δυνάμει του παρόντος, αφής εγένοντο ως προς μόνας τας παραβάσεις ταύτας’ ‘ , η δε δεύτερη ότι ‘ ‘ αι αυταί ως άνω μεταβιβάσεις γενόμεναι μέχρι της ισχύος του παρόντος δι’ ιδιωτικού εγγράφου φέροντος βεβαία χρονολογία...κυρούνται αφής εγένοντο όσον αφορά τας αυτάς ως άνω παραβάσεις, κατόπιν αποφάσεως του αρμοδίου ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου Ειρηνοδίκου, αποφαινομένου και περί της μεταβιβάσεως της κυριότητας, εκδιδομένης δε, επί τη αιτήσει του υπέρ ου η μεταβίβασης ή των κληρονόμων του’ ‘ , προκύπτει ότι οι μεταβιβάσεις αγροτικών κλήρων, που έγιναν κατά παράβαση των περί περιορισμών στις με πράξεις εν ζωή μεταβιβάσεις των κλήρων αυτών, επικυρώνονται εφόσον μεν έγιναν με δημόσιο έγγραφο από τη δημοσίευση του προαναφερόμενου νομοθετικού διατάγματος, εφόσον δε, έγιναν με ιδιωτικό έγγραφο από τη δημοσίευση της επικυρωτικής αποφάσεως του κατά τόπον αρμόδιου ειρηνοδίκη, η οποία, όταν καταστεί τελεσίδικη, αποτελεί και τίτλο κυριότητας δεκτικό μεταγραφής.
Στη συνέχεια, αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 α.ν.431/1968 ορίστηκε ότι "οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 15 του ν.δ. 3958/1959 εφαρμόζονται και επί μεταβιβάσεων κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων γενομένων μέχρι της ενάρξεως ισχύος του παρόντος (23-5-1968), ακολούθως με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 666/1977 ορίστηκε ότι αι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 15 του ν.δ. 3958/1959, εφαρμόζονται και επί μεταβιβάσεων γεωργικών κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων γενομένων μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1976, επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων 6, 7 και 8 του ίδιου, ως άνω, άρθρου και νομοθετικού διατάγματος" και αργότερα με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 1644/1986 ορίστηκε ότι ‘ ‘ οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, 4 και 5 του άρθρου 15 του ν.δ. 3958/1959 εφαρμόζονται και στις μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων που έγιναν έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (25-8-1986) με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων 6, 7 και 8 του ίδιου άρθρου.
Η κύρωση των μεταβιβάσεων σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 15 του παραπάνω νομοθετικού διατάγματος γίνεται εφόσον διαπιστώνεται η κατοχή της έκτασης από αυτόν στον οποίο έγινε η μεταβίβαση έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού’ ‘ . Μεταξύ των ακυροτήτων, που κατά τα πιο πάνω επικυρώνονται ή μπορούν να επικυρωθούν, περιλαμβάνεται και εκείνη που προέρχεται από τον περιορισμό της μη κατατμήσεως ακέραιων τεμαχίων της οριστικής διανομής και ως εκ τούτου, σε περίπτωση επικυρώσεως ανώμαλης δικαιοπραξίας το τεμάχιο που κατά παράβαση των άρθρων 208 επ.
του Αγροτικού Κώδικα μεταβιβάσθηκε ή προσυμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί, αποκτά αυτοτέλεια και μπορεί πλέον ελεύθερα να μεταβιβαστεί περαιτέρω. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π.7/2006, Ολ. Α.Π.4/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 288,23 τ.μ. (κατά νεότερη καταμέτρηση), που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., άλλοτε Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλεως, όπως αυτό αποτυπώνεται με τα κεφαλαία γράμματα ...
στο προσαγόμενο μετ’ επικλήσεως από τους ενάγοντες από Ιανουαρίου του 2010 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Α. Μ. και συνορεύει σύμφωνα με αυτό, βόρεια επί πλευράς 13,91 μέτρων με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (ιδιοκτησίας αγνώστου), νότια επί πλευράς μέτρων 13,90 με αγροτική οδό, ανατολικά επί πλευράς μέτρων 20,92 με αγροτική οδό και δυτικά επί πλευράς μέτρων 20,55 με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (ιδιοκτησίας Γ.
και Ε. Μ.). Το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 56.638 τ.μ., η οποία ανήκε από το έτος 1957 δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...16.12.57 οριστικού τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου) του Υπουργείου Γεωργίας, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμος ...), στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων, Ν.
Σ.. Ο τελευταίος μεταβίβασε στον Ν. Κ. του Μ. το 1/3 (ή 2/6) εξ αδιαιρέτου αυτής δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου στα αυτά βιβλία μεταγραφών (στον τόμο ...) υπ’ αριθμ. .../1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αποστόλου Γ. Κολτσιδόπουλου. Ακολούθως, ο άνω αγοραστής Ν. Κ. απέκτησε λόγω αγοράς από τον Δ. Ψ. επιπλέον ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου επί της ανωτέρω εκτάσεως, δυνάμει του νομίμως επίσης μεταγγεγραμμένου στα παραπάνω βιβλία (τόμος ...) υπ’ αριθμ. .../21.01.66 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ασπασίας Κ.
Καλούδη-Αλικάκη, σε συνδυασμό και με την υπ’ αριθμ. .../1971 εξοφλητική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Π. Πολυζωίδου. Το δε έτος 1968, άπαντες οι συγκύριοι της εν λόγω έκτασης των 56.638 τ.μ., Ν. Κ., Δ. Ψ. και Ν. Σ., προχώρησαν με το υπ’ αριθμ. ...09.02.68 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Α. Φωτόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα ως άνω βιβλία (τόμος ...), σε διαχωρισμό της άνω έκτασης, σε δύο αυτοτελείς ιδιοκτησίες εκτάσεως 5.703 και 50.933 τ.μ.
αντίστοιχα και εν συνεχεία σε ανταλλαγή των εξ αδιαιρέτου ποσοστών τους επί των αμφοτέρων των ιδιοκτησιών, μετά δε και την διανομή, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../22.03.71 συμβολαίου του ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Π. Πολυζωΐδου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα ως άνω βιβλία (τόμος ...), ο παραπάνω Ν. Κ. απέκτησε στην αποκλειστική κυριότητα του τμήμα της προαναφερόμενης έκτασης, εμβαδού 19.200 τ.μ.
Εν συνεχεία αυτός (Ν. Κ.) πώλησε τμήμα της προαναφερόμενης έκτασης των 19.200 τ.μ., εμβαδού 283,28 τ.μ. στον σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων, Θ. Β., δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (στους τόμους ..., με αριθμούς ... αντίστοιχα) υπ’ αριθμ. .../09.08.71 και .../21.08.74 συμβολαίων του ήδη αναφερομένου συμβολαιογράφου Νικολάου Π.
Πολυζωΐδου. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων κατέστη αποκλειστικός κύριος του άνω επιδίκου με παράγωγο τρόπο ήδη από το έτος 1971, δεδομένου ότι απέκτησε αυτό με νομίμως μεταγεγραμμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα από κύριο, ο οποίος στήριζε την κυριότητά του σε αδιάλειπτη διαδοχική σειρά νομίμων τίτλων κτήσης, και ότι το επίδικο αγροτεμάχιο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης τόσο του άμεσου όσο και των απώτερων δικαιοπαρόχων του (Θ.
Β.) και μάλιστα ανήκει στη μείζονα έκταση που πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε με το προαναφερθέν υπ’ αριθ. ...16.12.57 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, στον απώτερο άνω δικαιοπάροχο Σ. Ν.. Το εναγόμενο ουδόλως αμφισβητεί άλλωστε την ύπαρξη του άνω παραχωρητηρίου προς τον τελευταίο, ούτε και τις περαιτέρω μεταβιβάσεις απ’ αυτόν της ευρύτερης έκτασης που του παραχωρήθηκε.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι το επίδικο, όπως και η ευρύτερη έκταση, είναι αγροτεμάχιο, ρητά δε τούτο αναφέρεται μέσα στο άνω παραχωρητήριο, καθόσον ειδικότερα σ’ αυτό αναφέρεται ότι η ευρύτερη παραχωρηθείσα στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων έκταση ανήκει στην εποικισθείσα περιοχή του "αγροκτήματος ...-Αττικής" και ότι αποτελεί τμήμα του προσφυγικού συνοικισμού "..., του οποίου η οριστική διανομή κυρώθηκε με το από 26 Απριλίου 1935 διάταγμα, το οποίο δημοσιεύτηκε στο 179 ΦΕΚ του Μαΐου του 1935.
Έτσι, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο, το οποίο αποτελεί τμήμα της άνω παραχωρηθείσης μεγαλύτερης έκτασης, είναι δημόσιο κτήμα, που περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3/2 και 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ούτε ότι υπήρξε αδέσποτη έκταση, καθώς και ότι ενέμετο την έκταση αυτή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας τουλάχιστον μετά το έτος 1957, αφού όπως προαναφέρθηκε και αποδείχθηκε την ευρύτερη άνω αγροτική έκταση το ίδιο το εκκαλούν μεταβίβασε με το άνω παραχωρητήριο στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων, έναντι μάλιστα τιμήματος καταβλητέου σε δόσεις, για εποικισμό, καθόσον αποτελούσε η ευρύτερη αυτή έκταση, τμήμα του προσφυγικού Συνοικισμού "...", όπως προαναφέρθηκε, του οποίου (προσφυγικού συνοικισμού) η οριστική διανομή είχε κυρωθεί ήδη από το έτος 1935.
Έτσι, αφού η ευρύτερη έκταση αποδείχθηκε κατά την κρίση του δικαστηρίου ότι ήταν αγροτική ανέκαθεν, και το Υπουργείο Γεωργίας κατά τα άνω το μεταβίβασε προς ιδιώτη το έτος 1957 ως αγροτεμάχιο, δεν μπορεί ταυτόχρονα να φέρει τον χαρακτήρα (δημόσιας) δασικής έκτασης, ούτε εθνικού δάσους ή λιβαδιού ή βοσκότοπου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με τους ν.3818 και 3889/2010.
Άρα παραχωρήθηκε οριστικά, γεγονός άλλωστε που προκύπτει και από τον ίδιο τίτλο και όχι προσωρινά, πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί αν η άνω έκταση είχε δασικό χαρακτήρα ή ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την υπ’ αριθ. ...13.04.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος "Ο.Κ.Χ.Ε." (ΦΕΚ 591 /Β 721.04.2004) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ...
για το Δήμο ... και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 23.04.2004. Στα ως άνω κτηματολογικά βιβλία το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ως γεωτεμάχιο εμβαδού 288 τετραγωνικών μέτρων στον ΚΑΕΚ ..., όπου φέρεται εσφαλμένα ότι ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, και αμφισβητήθηκε με τον τρόπο αυτό η κυριότητα του ως άνω Θ.
Β. του Δ., δικαιοπαρόχου των εναγόντων, ο οποίος απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις 26-2-2008 (βλ. υπ’ αριθμ. .../2011 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και υπ’ αριθμ. .../2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αιγάλεω Αττικής) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες, οι οποίοι νομίμως αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά, στην οποία συμπεριλαμβάνεται το εν λόγω γεωτεμάχιο, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2009 συμβολαιογραφικής πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανθής Σ.
Κρέτση, η οποία δεν μεταγράφηκε, καθόσον καταρτίστηκε μετά την προαναφερόμενη έναρξη του Κτηματολογίου στον ανωτέρω Δήμο, καταχωρήθηκε όμως, υπό την αίρεση του άρθρου 7 του ν. 2664/1998 στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσίβλητων, αναγνώρισε την αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπάροχου των εναγόντων Θ.
Β. αποκτηθείσα με τρόπο παράγωγο επί του επίδικου ακινήτου και διέταξε αντίστοιχα τη διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία. Ακολούθως, απέρριψε την ασκηθείσα έφεση του Ελληνικού Δημοσίου ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 2, 207 έως 213 του Αγροτικού Κώδικα, 1 παρ. 1, 3 και 4 του α.ν. 431/1968 και 1033 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, αφού μεταξύ των ακυροτήτων, που επικυρώνονται με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 666/1977, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 παρ. 1, 2, 4 και 5 του ν.δ. 3958/1959, περιλαμβάνεται και εκείνη που προέρχεται από τον περιορισμό της μη κατατμήσεως ακέραιων τεμαχίων της οριστικής διανομής, το δε τεμάχιο που κατά παράβαση των άρθρων 208 επ.
του Αγροτικού Κώδικα μεταβιβάστηκε αποκτά αυτοτέλεια. Επίσης, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και με βάση τα οποία ο δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου και συνακόλουθα δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-7-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1487/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ