Supreme Court dismisses appeal citing lack of legal impact on the second subsidiary claim's basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision of 458/2012. The appellant argued the lower court failed to address specific procedural documents and mischaracterized reconstruction costs, but the court found these arguments irrelevant to the second subsidiary claim. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the first respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal argument lacks legal effect if it concerns facts or legal characterizations that do not influence the basis of the subsidiary claim under review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 778 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 778/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. συζ. Μ. Κ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Καραγιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Γ. Μ. του Φ., κατοίκου ..., για τον ιδιο ατομικά και ως κληρονόμου της αδελφής του Π. Μ. του Φ., κατοίκου εν ζωή …, συνεχίζοντας την βίαια διακοπείσα δίκη λόγω θανάτου της στις 30-3-2012, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πετρόπουλο, και 2.Δ. Μ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Αυγούστου 1990 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6534/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 458/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 21 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-10-2012 αίτησης αναίρεσης κατά της 458/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντα αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ...'/28-6-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, που η αναιρεσείουσα επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, προκύπτει ότι έχει επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, Δ. Μ. του Φ., επίσημο αντίγραφο της κρινόμενης από 22-10-2012 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ημέρας συζήτησης κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο της 4ης/11/2013, με ταυτόχρονη κλήση του τελευταίου να λάβει μέρος σ' αυτή, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και πρέπει, παρά την απουσία του, να προχωρήσει η συζήτηση σαν να είναι και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων δικογράφων, η προκείμενη δικαστική διαφορά είχε ως αφετηρία την από 2-8-1990 αγωγή της αναιρεσείουσας Π. Μ. Κ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της (αρχικά) εναγόμενης Δ. χήρας Φ. Μ. (που αποβίωσε στη συνέχεια και υποκαταστάθηκε στη δίκη από τα τέκνα της Γ.
και Δ. Μ., ήδη αναιρεσιβλήτους), με την οποία η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει εντόκως α) το ποσό των 28.250.000 δρχ. ως αποζημίωση για αναγκαίες δαπάνες που πραγματοποίησε η ενάγουσα κατά την ανοικοδόμηση ακινήτου, συνιδιοκτησίας αυτής και της εναγόμενης κατά ίσα μέρη, μετά την άσκηση διεκδικητικής αγωγής από την εναγόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1102, 736 και 722 ΑΚ και ύστερα από αναγωγή, βάσει του άρθρου 288 ΑΚ, του ποσού της δαπάνης που αναλογεί στην εναγόμενη ύψους 4.500.000 δρχ.
στο ισάξιο αυτής κατά τον χρόνο της απόδοσής της, άλλως να της καταβάλει το ποσό των 4.500.000 δρχ. χωρίς αναγωγή (κύρια βάση), β) τα ίδια ποσά ως αποζημίωση για τις ίδιες αναγκαίες δαπάνες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1102, 737 και 904 επ. ΑΚ (1η επικουρική βάση) και γ) το ποσό των 14.250.000 δρχ. ως απόδοση της αξίας των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στην οικοδόμηση του συνιδιόκτητου ακινήτου, λόγω απόσβεσης της κυριότητάς της σ' αυτά μετά την ένωσή τους με το ακίνητο και, ως εκ τούτου, λόγω αντίστοιχου αδικαιολόγητου πλουτισμού της εναγόμενης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1063 και 904 επ.
ΑΚ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν σε πρώτο βαθμό η 358/1992 πράξη που διέταξε αποδείξεις, η 10834/1999 εν μέρει μη οριστική απόφαση, που απέρριψε ως μη νόμιμες την κύρια και την 1η επικουρική βάση και διέταξε νέες αποδείξεις ως προς τη 2η επικουρική βάση της αγωγής, καθώς και η 6534/2006 οριστική απόφαση, που δέχτηκε ως ενμέρει βάσιμη τη 2η επικουρική βάση και, αφού καθόρισε το σύνολο της αξίας των υλικών της οικοδομής σε 6.458,5 ευρώ, υποχρέωσε τα τέκνα της αρχικής εναγόμενης να καταβάλουν κατά ίσα μέρη το ποσό των 3.299,25 ευρώ στην ενάγουσα ως αποδοτέο πλουτισμό, χωρίς αναγωγή αυτού στο ισάξιο κατά την απόδοσή του.
Κατά της οριστικής απόφασης αυτής και της προγενέστερης 10834/1999 εν μέρει μη οριστικής η ενάγουσα άσκησε την από 1-10-2006 έφεση, παραπονούμενη για εσφαλμένη απόρριψη ως μη νόμιμης της κύριας και της 1ης επικουρικής αγωγικής βάσης και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη 2η επικουρική βάση. Επί της έφεσης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 458/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο λόγος έφεσης που αφορούσε τη νομιμότητα της κύριας και της 1ης επικουρικής βάσης, ενώ έγινε δεκτός ο λόγος που αφορούσε τη 2η επικουρική βάση, εκτός από το σκέλος της αναγωγής του αποδοτέου πλουτισμού στο ισάξιο κατά τον χρόνο της απόδοσής του, ως προς το οποίο η αγωγή κρίθηκε ως αόριστη.
Ειδικότερα, με την αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ότι εσφαλμένα έκρινε απορριπτέες ως μη νόμιμες την κύρια και την 1η επικουρική βάση της αγωγής, επικυρώνοντας τις πρωτόδικες αποφάσεις και παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 1102, 736, 737, 722 και 904 επ.
ΚΠολΔ και β) ότι, ως προς το μέρος που δέχτηκε ως ενμέρει βάσιμη τη δεύτερη επικουρική βάση, στερείται νόμιμης βάσης και έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, ως προς το μέρος που απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα αναγωγής του αποδοτέου πλουτισμού στο ισάξιο κατά τον χρόνο απόδοσής του (επειδή δεν εκτίθεται στην αγωγή η αξία της χρυσής λίρας κατά τους χρόνους πραγμάτωσης και απόδοσης του πλουτισμού, ούτε η αντίστοιχη εξέλιξη του τιμαρίθμου), η εφετειακή απόφαση δεν αναιρεσιβάλλεται, αλλά αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι για τη σχετική αξίωση ασκήθηκε νέα αγωγή πριν παρέλθει εξάμηνο από την τελεσιδικία αυτής και εκκρεμεί η εκδίκασή της.
Η πρώτη από τις προαναφερόμενες αιτιάσεις εμπίπτει κατ' ορθή εκτίμηση στο πεδίο εφαρμογής του αναιρετικού λόγου από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ η δεύτερη αιτίαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του αναιρετικού λόγου από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, η αξιολόγηση των οποίων εκτίθεται στη συνέχεια.
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ. έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ., 953, 954, 1057, 1063, 1101, 1102 και 1103 ΑΚ προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε περίπτωση που κινητό ενωθεί με ακίνητο, ώστε να γίνει συστατικό του, όπως συμβαίνει όταν ανεγερθεί οικοδομή σε ξένο ακίνητο, η κυριότητα του ακινήτου εκτείνεται και στο κινητό. Σ' αυτή την περίπτωση όποιος έχασε την κυριότητά του ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο κινητό λόγω της ένωσης έχει απαίτηση κατά εκείνου που ωφελήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την επιφύλαξη τυχόν δικαιώματός του για αποζημίωση από αδικοπραξία ή για απόδοση δαπανών ή για αφαίρεση κατασκευάσματος.
Έτσι, όταν ο νομέας ακινήτου ανεγείρει σ' αυτό οικοδομή με δικά του υλικά και χάνει την κυριότητα αυτών λόγω της ένωσής τους με το ξένο ακίνητο, έχει δικαίωμα, ανεξάρτητα από την καλή ή κακή πίστη του και από τον χρόνο πραγμάτωσης της ένωσης (πριν ή μετά την επίδοση διεκδικητικής αγωγής), να απαιτήσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού από τον κύριο του ακινήτου την απόδοση της ωφέλειας, που εκείνος απέκτησε από τη μετάθεση σ' αυτόν της κυριότητας των υλικών, ενώ δεν δικαιούται να απαιτήσει την ωφέλεια από την εργασία του νομέα ή από δαπάνες που αυτός κατέβαλε σε τρίτους για την ανέγερση της οικοδομής, αφού η σχετική διάταξη του άρθρου 1063, ως άμεση δικαιοπαραγωγική αιτία, αναφέρεται μόνο σε απόδοση της ωφέλειας από την απώλεια κυριότητας σε κινητό που ενώθηκε με ξένο ακίνητο, και όχι σε απόδοση ωφέλειας από δαπάνες σ' αυτό.
Αν, όμως, πρόκειται για επωφελείς δαπάνες, όπως είναι πάντοτε οι δαπάνες για την ανέγερση οικοδομής από τον νομέα σε ξένο ακίνητο, αφού αποσκοπούν στην επαύξηση της αξίας του και όχι στη συντήρηση ή τη διασφάλιση της καταλληλότητας του για τακτική εκμετάλλευση, παρέχεται στον νομέα δικαίωμα αποζημίωσης, εφόσον α) υπήρξε κατά την απόκτηση της νομής και παρέμεινε μέχρι την ανέγερση της οικοδομής καλόπιστος νομέας, β) η δαπάνη έγινε πριν από την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής και γ) σώζεται η αύξηση της αξίας του ακινήτου κατά τον χρόνο απόδοσής του.
Η δε σχετική αξίωση του καλόπιστου νομέα για απόδοση επωφελών δαπανών ασκείται με αγωγή ή κατ' ένσταση και προϋποθέτει την απόδοση του ακινήτου στον κύριο, οπότε και ολοκληρώνεται η ιστορική βάση για τη θεμελίωσή της. Αντίθετα, στον κακόπιστο νομέα παρέχεται μόνο δικαίωμα αποζημίωσης για αναγκαίες δαπάνες (οι επιβαλλόμενες για να διατηρηθεί το ακίνητο κατάλληλο προς τακτική εκμετάλλευση) ή για δαπάνες εξυπηρέτησης βαρών του ακινήτου, που έγιναν από αυτόν πριν ή μετά την άσκηση διεκδικητικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 736 και 737 ΑΚ για τη διοίκηση αλλοτρίων .
Στην από 2-8-1990 αγωγή της η αναιρεσείουσα, κατά το ουσιώδες μέρος της που περιέχεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε τα αμέσως παρακάτω και ζητούσε όσα ήδη αναφέρθηκαν: "Με το υπ' αριθμ. .../1959 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αλ. Ιωαννίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η μητέρα της εναγομένης Σ.
Ν. πώλησε σε αυτήν την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου 226.70 τ.μ., που βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη, με την υπάρχουσα σ' αυτό μονόροφη οικία με υπόγειο, ενώ προγενέστερα με την υπ' αριθμ. .../1959 δημόσια διαθήκη του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, κατέλιπε το ίδιο ακίνητο σ' αυτήν, καθιστώντας την μοναδική κληρονόμο δι' αποκληρώσεως της εναγομένης .
Ότι έκτοτε επελήφθη της νομής του εν λόγω ακινήτου και μάλιστα μετά το θάνατο της πωλήτριας και διαθέτιδος, ως αποκλειστική κυρία αυτού δι' ενώσεως της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, αλλά και ως μοναδική κληρονόμος, δημοσιευθείσης της ως άνω διαθήκης. Ότι ακολούθως μόλις πληροφορήθηκε τα ως άνω πήρε την μητέρα της από την οικία της ενάγουσας και την εξανάγκασε να ασκήσει εναντίον της την από 19-9-1959 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να ακυρωθεί το πωλητήριο συμβόλαιο, κατά τα άρθρα 147 και 179 ΑΚ.
Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.238/1961 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη για την πρώτη βάση της απάτης και ως αόριστη για τη δεύτερη βάση της καταπλεονεκτικότητας. Ότι ακολούθως η εναγομένη άσκησε την από 7-3-1963 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να ακυρωθεί η ως άνω διαθήκη της μητρός της αλλά και αυτή η αγωγή απορρίφθηκε με την υπ' αριρθμ.2337/1969 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ότι κατά των δύο ως άνω αποφάσεων ασκήθηκαν εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. 832/1972 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση, που απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 405/1974 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ότι εν συνεχεία η εναγομένη άσκησε την από 14-6-1974 αγωγή της με την οποία ζητούσε την ακύρωση της συμβάσεως αγοραπωλησίας, την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος κατά το ποσοστό της νομίμου αυτής μοίρας [50%] και την απόδοση του επιδίκου ακινήτου κατά το ως άνω ποσοστό.
Ότι η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 3557/1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αλλά τελικά έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 7/1980 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 2051/1984 απόφαση του Αρείου Πάγου και εκτελέστηκε την 6-2-1990. Ότι μετά την άσκηση της ως άνω από 14-6-1974 διεκδικητικής αγωγής, αφού προέβη στην κατεδάφιση των κτισμάτων του ως, άνω ακινήτου, λόγω της παλαιότητας και της ακαταλληλότητας τους για την στέγαση της, ανήγειρε στο οικόπεδο μία (τριώροφη οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο κατάστημα, μεσοπάτωμα που διαμορφώθηκε σε δυο διαμερίσματα και τρείς ορόφους από δύο διαμερίσματα ο καθένας.
Ότι η δαπάνη προς ανέγερση της οικοδομής ήταν αναγκαία, λόγω της ακαταλληλότητας των κτισμάτων και του προορισμού του ακινήτου, που ήταν η ανοικοδόμησή του για την τακτική εκμετάλλευση του, έγινε δε προς το συμφέρον και κατά την πραγματική και εικαζόμενη βούληση της εναγομένης, η οποία θα υπήρχε είχε ήδη κατά το χρόνο ανέγερσης αναγνωρισθεί κυρία του ακινήτου κατά το πιο πάνω ποσοστό και ανερχόταν στις 15-6-1978, οπότε αποπερατώθηκε η οικοδομή, σε 9.000.000 δραχμές και κατά το ποσοστό της εναγομένης σε 4.500.000 δραχμές.
Ότι λόγω της επελθούσας ουσιώδους υποτιμήσεως της δραχμής κατά το χρόνο που έγινε η δαπάνη και μέχρι την απόδοση του πράγματος την 6-2-1990, συνεπεία της βαθείας και απροβλέπτου οικονομικής διαταραχής του τόπου, λαμβανομένου υπόψη και του καλπάζοντος πληθωρισμού, η παροχή εκμηδενίσθηκε και πρέπει να αναπροσαρμοσθεί κατά τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών στο ποσό των 56.500.000 δραχμών και κατά το ποσοστό της εναγομένης στο ποσό των 28.250.000 δραχμών, το οποίο θα απαιτείτο στις 6-2-1990 για την αντιμετώπιση των αναλυτικά αναφερομένων δαπανών και το οποίο ποσό οφείλει η εναγομένη, εφόσον οι δαπάνες έγιναν κατά την πραγματική και εικαζόμενη βούλησή της και άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού αδικαιολογήτως κατέστη πλουσιότερη
κατά το ποσό αυτό και ο πλουτισμός σωζόταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.".
Με βάση το προαναφερόμενο ιστορικό και τα σχετικά αιτήματα, η αγωγή είναι πράγματι μη νόμιμη τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την 1η επικουρική βάση της, αφού οι αντίστοιχες αγωγικές απαιτήσεις αποζημίωσης προυποθέτουν για τη νομική θεμελίωσή τους αναγκαίες δαπάνες από καλόπιστο ή κακόπιστο νομέα σε ξένο (ή ενμέρει ξένο) ακίνητο μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής σ' αυτόν, όρος που δεν συνέτρεχε στην προκείμενη περίπτωση, όπου οι επικαλούμενες δαπάνες ανοικοδόμησης του ακινήτου ορθά αξιολογήθηκαν και κρίθηκαν ως επωφελείς και όχι ως αναγκαίες από την εφετειακή απόφαση, η οποία δεν έσφαλε ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό αυτών, ούτε παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1102, 736, 737, 722 και 904 επ.
ΑΚ, κρίνοντας ως μη νόμιμες την κύρια και την 1η επικουρική βάση της αγωγής. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσες,
όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).
Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος o λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/05, 32/96).
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90).
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα - αναιρεσείουσα μετά την άσκηση της από 14-6-1974 αγωγής της αρχικής εναγόμενης (Δ. Μ.), η οποία έγινε αμετάκλητα δεκτή με την 7/1980 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που διέταξε την απόδοση του ενδίκου ακινήτου στην τελευταία, αφού αναγνώρισε το δικαίωμά της ως νόμιμης μεριδούχου στην κληρονομία της μητέρας της, Σ.
Ν. - αρχικής δικαιούχου, και ως συγκυρίας του ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, βάσει της 3076/13-11-1974 οικοδομικής αδείας ανήγειρε σ' αυτό τριώροφη οικοδομή, την οποία αποπεράτωσε στις 15-6-1978. Ότι για την ανέγερση της οικοδομής χρησιμοποίησε τα λεπτομερώς αναφερόμενα υλικά συνολικής αξίας 8.854,52 ευρώ, κατά το οποίο και αυξήθηκε η αξία του οικοπέδου.
Και ότι οι εναγόμενοι ωφελήθηκαν από την αύξηση της αξίας του ακινήτου κατά το μέρος που αντιστοιχεί στο ποσοστό συγκυριότητας της μητέρας τους σ' αυτό και έγιναν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι κατά την κληρονομική μερίδα τους στην κληρονομία της, δηλαδή κατά το ποσό των 1475,75 ο καθένας (και όχι των 1076,40, που είχε κριθεί πρωτοδίκως), το οποίο όφειλαν να αποδώσουν στην ενάγουσα.
Ακολούθως, αφού έκρινε ως αόριστο το αγωγικό αίτημα για αναγωγή του ποσού του πλουτισμού στο ισάξιό του κατά τον χρόνο απόδοσής του, έγινε ενμέρει δεκτή η αγωγή κατά τη 2η επικουρική βάση της και υποχρεώθηκε κάθε εναγόμενος (δηλαδή οι δύο αναιρεσίβλητοι και η μετέπειτα θανούσα αδελφή τους, Π. Μ.) να καταβάλει εντόκως στην ενάγουσα το σχετικό ποσό.
Η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο, για τη στήριξη του αναιρετικού λόγου από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ισχυρισμός που αναιρείται τόσο από τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης όσο και από το ίδιο το αναιρετήριο που αναφέρει τις παραδοχές αυτές, ή ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς όμως να εξειδικεύει στο αναιρετήριο την εν λόγω πλημμέλεια.
Ειδικότερα δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της εφετειακής απόφασης ως προς τη 2η επικουρική βάση που έγινε ενμέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και δεν εκθέτει ποια επιπλέον ουσιώδη περιστατικά έπρεπε να περιέχονται σ' αυτή. Αντίθετα, εκθέτει στο αναιρετήριο τη δική της εκδοχή ως προς τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και έπρεπε να γίνουν δεκτά από το Εφετείο, και ιδίως ότι αυτή ήταν καλόπιστη νομέας του ακινήτου και ότι οι δαπάνες ανοικοδόμησης αυτού είναι αναγκαίες και όχι απλώς επωφελείς, περιστατικά που δεν ασκούν έννομη επιρροή στη θεμελίωση της αξίωσης που ασκήθηκε με τη 2η επικουρική αγωγική βάση (που έγινε ενμέρει δεκτή), αλλά και δεν στοιχειοθετούν, ως αναγόμενα σε εκτίμηση αποδείξεων, τον επικαλούμενο ή άλλον αναιρετικό λόγο.
Η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά το αίτημα που πρόβαλε η αναιρεσείουσα με την έφεσή της για ανάκληση της 10834/1999 ενμέρει μη οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που έκρινε ως μη αναγκαίες τις δαπάνες ανοικοδόμησης του ακινήτου και διέταξε νέες αποδείξεις, είναι πρωτίστως αλυσιτελής, αφού το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού των δαπανών ανοικοδόμησης του ακινήτου ως αναγκαίων ή επωφελών δεν ασκεί έννομη επιρροή στη θεμελίωση της αξίωσης που ασκήθηκε με τη 2η επικουρική βάση της αγωγής, αλλά ασκεί έννομη επιρροή μόνο στη νομική θεμελίωση των άλλων δύο αγωγικών βάσεων, που ορθά κρίθηκαν ως μη νόμιμες.
Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η εφετειακή απόφαση δεν αναφέρεται στα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, όπως στις προτάσεις και στην προσθήκη - αντίκρουση, που αυτή κατέθεσε στο Εφετείο, χωρίς να συνάπτεται η επικαλούμενη παράλειψη με οποιαδήποτε έννομη συνέπεια και επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, ασκείται χωρίς έννομη επιρροή και δεν συνιστά, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνεται, παραβίαση του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο δεν στοιχειοθετεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά προβλέπει την επισκόπηση και τον αναιρετικό έλεγχο της εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, ως προς τους ισχυρισμούς και τα αιτήματα των διαδίκων που διαλαμβάνουν, κατά την αξιολόγηση όλων των λόγων αναίρεσης από τους αρ. 1 έως 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, απορριπτέος είναι και ο επικαλούμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει σαν να είναι παρών και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Δ. Μ. του Φ.
Απορρίπτει την αίτηση της Π. συζ. Μ. Κ. για αναίρεση της απόφασης 458/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ