Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to admit psychiatric expert reports as evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a will's validity. The appellants argued the lower court failed to consider specific psychiatric expert reports and medical records proving the testator's mental state. The court ruled that the appellate court had explicitly acknowledged all submitted evidence in its reasoning, rendering the claim of non-consideration baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) & 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider evidence is unfounded if the appellate court explicitly states it has taken all submitted evidence into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 778 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 778/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Ε. συζ. Α. Μ., το γένος Η. Ν.-Λ., κατοίκου ..., 2. Ε. συζ. Φ. Λ., το γένος Η. Ν.-Λ., κατοίκου ..., 3. Α. θυγ. Η. Ν.-Λ., κατοίκου ... και 4. Ε. θυγ. Η. Ν.-Λ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέλιο Ποταμίτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Σταθακοπούλου, 2. Ι. Χ. Κ., κατοίκου ..., 3. Β. Κ. Π., 4. Α. συζ. Χ. Ζ., το γένος Ι. Κ. και 5. Α. συζ. Β. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπακωνσταντίνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3542/1998 μη οριστική, 3937/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4695/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 5-3-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπεια που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1996). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη, αναφορικά με το κύριο αίτημα της ένδικης αγωγής των αναιρεσειουσών κατά των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης δημόσιας διαθήκης της Μ.
θυγ. Η. Ν. Λ., ετεροθαλούς αδελφής των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών για το σ' αυτή -αγωγή- ειδικότερα διαλαμβανόμενο λόγο. "... Στις 16-2-1997 η αποβιώσασα εμφάνισε υψηλό πυρετό. Για το λόγο αυτό μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΕΣ στο νοσοκομείο "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ" της Κοζάνης. Στο νοσοκομείο τη συνόδευαν η εθελόντρια αδελφή Α.
Δ., η πέμπτη και η τέταρτη από τους εναγομένους, διότι η ίδια δεν επιθυμούσε να ειδοποιηθούν οι συγγενείς της. Στο νοσοκομείο νοσηλεύθηκε από 16-2-97 μέχρι 3-3-97, οπότε εξήλθε με τη διάγνωση "πύκνωση (Δε) άνω λοβού και κίρρωση ήπατος" και με βελτίωση της υγείας της, λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή. Επίσης διαπιστώθηκε η ύπαρξη αναιμίας και μεταγγίσθηκε με δύο φιάλες αίματος (βλ.
από 7-5-97 ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου ΜΑΜΑΤΣΕΙΟΥ). Ακόμη αποδείχθηκε ότι στις 15-4-97 η αποβιώσασα εισήχθη στην κλινική "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΩΝ. ΧΑΜΟΥΡΓΚΑ" με διάγνωση "αποφρακτική πνευμονοπάθεια", στην οποία νοσηλεύθηκε μέχρι 19-4-97, οπότε και πέθανε με αιτία θανάτου "καρδιακή ανακοπή- πνευμονικό οίδημα".
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στην πιο πάνω κλινική και με αιτιολογία στο παραπεμπτικό "πνευμονία σε αποδρομή- έντονες κεφαλαλγίες", υποβλήθηκε στις 17-4-97 σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου. Η διάγνωση ήταν η ακόλουθη "ο εγκέφαλος εμφανίζει φυσιολογικές πυκνότητες και δεν παρατηρούνται ευρήματα χωροκατακτητικής ή άλλης βλάβης.
Έντονη διεύρυνση του κοιλιακού συστήματος και των υπαραχνοειδών χώρων του εγκεφάλου τόσο υποσκηνίδια οσο και υπερσκηνίδια, αποτέλεσμα προφανώς χρόνιας διάχυτης ατροφικής (ισχαιμικής) εξεργασίας. Ο έλεγχος με οστικά παράθυρα δεν έδειξε βλάβη. Οι κόλποι του προσώπου είναι φυσιολογικοί" (βλ. από 17-4-97 ιατρική βεβαίωση του αξονικού τομογράφου Κοζάνης).
Για τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά καταθέτουν οι μάρτυρες των εναγομένων που έχουν ίδια αντίληψη και οι καταθέσεις τους δεν μπορούν να ανατραπούν από τις αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγουσών των οποίων δεν παρέχουν επαρκή πίστη για τον σχηματισμό διαφορετικής κρίσης, διότι έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων.
Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι βέβαια οι ενάγουσες προσκομίζουν και τις ακόλουθες ιατρικές γνωματεύσεις, που έχουν καταρτισθεί μετά το θάνατο της απιβωσάσης και μάλιστα α) την από 19-5-97 γνωμάτευση του ψυχιάτρου Ε. Τ., ο οποίος βεβαιώνει ότι εξέτασε την Μ. Λ. τον Οκτώβριο του 1994 και στις 10-12-1996 και διαπίστωσε ότι η ασθενής έπασχε "από έντονες διαταραχές της σκέψης (ιδέες δίωξης, ότι θα την δηλητηριάσουν, ότι την παρακολουθούν, ότι προσπαθούν να τη λήστέψουν και ότι της κάνουν μάγια)", αλλά και από έκπτωση της προσφάτου μνήμης, μερική απώλεια προσανατολισμού ως προς το χρόνο και το χώρο, καθώς επίσης και σοβαρή έκπτωση της διανοητικής και κριτικής ικανότητας με αποτέλεσμα να μην έχει πλήρη επίγνωση των πράξεων αυτής και της σημασίας τούτων", αρνούμενη να λάβει φαρμακευτική αγωγή, β) την από 11-8-97 βεβαίωση του ψυχιάτρου Γ.
Γ., στην οποία βεβαιώνει ότι η ίδια "έπασχε από διετίας και πλέον από οργανικό σύνδρομο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τις ψευδαισθήσεις, παρανοϊκές ιδέες δίωξης, έκπτωση των διανοητικών λειτουργιών (κρίση-μνήμη) και γενική μεταβολή της προσωπικότητας με αποτέλεσμα να αδυνατεί να φροντίσει τον εαυτό της και την περιουσία της" και γ) την από 10-10-97 γνωμάτευση του ψυχιάτρου Α.
Μ., στην οποία βεβαιώνει ότι εξέτασε την προαναφερόμενη στις 16-4-97 και διαπίστωσε ότι έπασχε "εκ συγχυτικής καταστάσεως με διαταραχές προσανατολισμού σε τόπο και χρόνο και αδυναμία επικοινωνίας" και ζήτησε τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, η οποία και έγινε, με την προαναφερόμενη διάγνωση.
Όμως, αν και οι προαναφερόμενοι ιατροί-ψυχίατροι ισχυρίζονται ότι τη εξέτασαν δεν υπάρχει καμία καταχώρηση στο βιβλιάριο υγείας της για την εξέταση αυτών, πολύ δε περισσότερο δεν υπάρχει καταχώρηση για την φαρμακευτική αγωγή που όφειλε να ακολουθήσει η ασθενής, έστω και αν αρνούνταν να λάβει τα απαραίτητα φάρμακα.
Επίσης οι πλησιέστεροι συγγενείς της, δηλαδή οι ενάγουσες, που ήταν ετεροθαλείς αδελφές, παρά την σοβαρή κατάσταση της υγείας της από πνευματικής άποψης, δεν φρόντισαν για την εισαγωγή της σε δημόσια ή ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, ώστε να λάβει την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, αφού γνώριζαν την κατάσταση της υγείας της από διετίας και πλέον όπως αναφέρουν οι πιο πάνω ιατροί, γεγονός που δείχνει εμμέσως πλην σαφώς ότι η κατάσταση της υγείας, κατά τον επίδικο χρόνο (20-12-1996) από πνευματικής άποψης ήταν καλή.
Στη συνέχεια και με βάση τις πάνω γνωματεύσεις ο πραγματογνώμονας κατάρτισε την από 22-5-1999 πραγματογνωμοσύνη, στην οποία αναφέρει ότι η "αποβιώσασα στις 20-12-1996 έπασχε, αλλά και από προηγουμένως από πνευματικήν νόσον και συγκεκριμένα εξ οργανικού ψυχοσυνδρόμου με παθολογικές εκδηλώσεις και εκ της ψυχικής σφαίρας αμιγώς (παραλήρημα διωκτικού, κυρίως, περιεχομένου, ψευδαισθήσεις) και εκ της ψυχονοητικής σφαίρας (διαταραχαί της μνήμης, της κρίσεως, του προσανατολισμού) και γενικά από εκδηλώσεις διανοητικής εκπτώσεως (άνοιας), απάντων των ως άνω αποτόκων χρονίας διάχυτης ατροφικής διεργασίας του εγκεφάλου, εντόνου μάλιστα βαθμού απεικονιστικώς (εκ της αξονικής τομογραφίας), με αποτέλεσμα να στερείται κυρίως της χρήσεως του λογικού".
Όμως η έκθεση αυτή πραγματογνωμοσύνης η οποία να σημειωθεί εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι έρχεται σε αντίθεση με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και κυρίως ότι η Μ. Λ. έπασχε από αναιμία, κίρρωση του ήπατος και πνευμονικό οίδημα. Αν η ίδια έπασχε από πνευματική νόσο ή στερούνταν της χρήσεως του λογικού θα είχε διαπιστωθεί στα νοσοκομεία που είχε νοσηλευθεί (ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ και κλινική Κων.
Χαμουργκά), επί πλέον θα ελάμβανε και την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση του προβλήματός της. Καταλήγει δε το Εφετείο ότι από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η αποβιώσασα Μ. Λ., κατά τον επίδικο χρόνο (20-12-96) έπασχε από "αναιμία-κύρωση του ήπατος και πνευμονικό οίδημα", από τις οποίες επήλθε και ο θάνατός της, δεν έπασχε από κάποια πνευματική νόσο, είχε συνείδηση των πράξεών της, μπορούσε να αντιληφθεί τις συνέπειες αυτών και η πραγματική βούληση ήταν να περιέλθουν τα επίδικα ακίνητα στους εναγόμενους, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι την επηρέασαν με οποιοδήποτε τρόπο, για να προβεί στην κατάρτιση της προσβαλλόμενης δημόσιας διαθήκης.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από την με αριθμό 241/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία έγινε πλέον αμετάκλητη, γεγονός ου δεν αμφισβητούν και οι ενάγουσες, με την οποία ο τρίτος, η τέταρτη και η πέμπτη των εναγομένων, αλλά και η συμβολαιογράφος που κατάρτισε τη διαθήκη, η συμβολαιογράφος που συνέπραξε κατά τη κατάρτιση αυτής και ο μάρτυρας κηρύχθηκαν αθώοι, για τα αδικήματα που κατηγορούνταν και μάλιστα της υπεξαίρεσης από κοινού, της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση.
Το ποινικό δικαστήριο για την αθώωσή τους έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα (ιατρικές γνωματεύσεις ψυχιάτρων, έκθεση πραγματογνωμοσύνης κλπ). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι είναι έγκυρη η επίμαχη διαθήκη, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, στη συνέχεια δε και την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε επίσης απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας της επίμαχης διαθήκης οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της μη συνδρομής των όρων των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1719 αρ.3 ΑΚ, τις οποίες και δεν εφάρμοσε, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν συνέτρεχαν οι όροι αυτών.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προτάσσεται, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.
Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποιού συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποιά είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, και γ) ποιό είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ 12 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των μνημονευόμενων στο αναιρετήριο ιατρικών βεβαιώσεων, δηλαδή της από 19-8-1997 γνωμάτευσης του ψυχίατρου Γ.
Γ., της από 19-5-1997 γνωμάτευσης του ψυχίατρου Ε. Τ., της από 10-10-1997 γνωμάτευση του νευρολόγου Β. Μ., της από 3-7-1999 τεχνικής έκθεσης (ιατρικής έκθεσης) του Ε. Τ., του από 15-4-1997 φύλλου νοσηλείας της Γενικής Κλινικής στην Κοζάνη του Κ. Χ., καθώς και της από 22-5-1999 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Χ. Β., νευρολόγου-ψυχιάτρου, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σε καθένα από αυτά και σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία συγχωρείται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για τη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που προβάλλει ο διάδικος εγείροντας μια αγωγή ή ασκώντας μια ένσταση ή μια αντένσταση, περίπτωση που δεν συντρέχει, όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση που μπορεί να είναι γενική ή ειδική, των παραπάνω ενδίκων ενεργειών ή επιχειρήματα για την αντίκρουση της νομιμότητας τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 459/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη τους παρακάτω προταθέντες απ' αυτές ισχυρισμούς και πιο συγκεκριμένα ότι "η διαθέτις κατ' ουδεμίαν περίπτωσιν εδέχετο όπως υποβληθή δια την ασθένειαν της ταύτην εις ουδεμίαν θεραπείαν και φαρμακευτικήν αγωγήν, πολλώ δε μάλλον δεν θα εδέχετο να νοσηλευθή δια τούτο εις κλινικήν" και ότι "οι ασθενείς, εφόσον είναι ησφαλισμένοι εις τον ασφαλιστικόν φορέα, δεν υποχρεούνται οπωσδήποτε να επιδιώκουν την περίθαλψιν αυτών μόνο μέσων του ασφαλιστικού αυτών φορέως, δι'ό και δεν υπήρχεν ουδεμία σχετική περί της άνω ασθενείας αυτής εις το ασαλιστικόν της βιβλιάριον, καταγραφή". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την πιο πάνω έννοια, αλλά επιχειρήματα για τη στήριξη του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειουσών, ότι η διαθέτις Μ. Ν.-Λ., κατά το χρόνο σύνταξης της .../20-12-1996 δημοσίας διαθήκης της ενώπιον της συμβολαιογράφου Κοζάνης Ζωής Βαβίτσα-Μάλαμα, δεν είχε συνείδηση των πράξεων της και ακόμη δεν είχε τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειάς της.
ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκτίθεται από ποιά αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον τρίτο, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και, ειδικότερα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι "...
η αποβιώσασα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην ... . Η μητέρα της Αλεξάνδρα πέθανε όταν είχε ηλικία 3 ετών περίπου. Ο πατέρας της Η. Λ. τέλεσε νέο (Β) γάμο με την Α., με την οποία απέκτησε άλλες πέντε (5) κόρες από τις οποίες οι τέσσερες ενάγουσες. Μετά την τέλεση του δεύτερου γάμου του πατέρα της ανέλαβαν την ανατροφή και επίβλεψή της η γιαγιά της και οι θείοι της Γ.
και Φ. Μ., οι οποίοι την αγάπησαν και την μεγάλωσαν σαν δικό τους παιδί, αφού οι τελευταίοι, δεν είχαν δικά τους παιδιά. Λόγω του γεγονότος αυτού δεν υπήρχε ιδιαίτερος σύνδεσμος μεταξύ της αποβιωσάσης και των ετεροθαλών αδελφών της (εναγουσών)". Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από συνεκτίμηση των αναφερομένων αποδείξεων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων, έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και εγγράφων.
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. V. κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περιπτ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η διαθέτις δεν έπασχε από κάποια πνευματική νόσο και είχε συνείδηση των πράξεών της κατά τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα:
α) την από 11-8-1997 γνωμάτευση του ψυχιάτρου Γ. Γ., β) την από 19-5-1997 γνωμάτευση του Ψυχιάτρου Ε. Τ., γ) την από 10-10-1997 γνωμάτευση του νευρολόγου Β. Μ., δ) την από 3-7-1999 τεχνική έκθεση (ιατρική έκθεση) του Ε. Τ. ε) το από 15-4-1997 φύλλο νοσηλείας της Γενικής Κλινικής στην Κοζάνη του Κ. Χ., που αφορούν τη ψυχοδιανοητική κατάσταση της διαθέτιδας και στ) την από 22-5-1999 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ως πραγματογνώμονος διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο νευρολόγου-ψυχιάτρου Χ.
Β.. Όμως το Εφετείο, το οποίο κάνει ειδική μνεία της παραπάνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όπως, εξάλλου, και των γνωματεύσεων αυτών, βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το αμέσως παραπάνω ζήτημα και από "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι".
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο προκειμένου καταλήξει στην ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω έγγραφα και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2008 αίτηση των Ε. συζ. Α. Μ. κ.α. για αναίρεση της 4695/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2012 . Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα,στις 9 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ