Supreme Court overturns appeal court dismissal of building management lawsuit for procedural vagueness. The court found the lower court erred by rejecting the claim without examining its merits. The decision mandates a retrial with a new panel of judges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision dismissing a building management lawsuit as procedurally vague. The appellants argued the lower court failed to examine the merits because the initial complaint lacked specific details regarding the defendants' status as co-managers, which the court later clarified through supplementary submissions. The court ruled that the lower court violated procedural law by rejecting the claim without substantive review, thereby establishing a ground for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticle 216, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559, number 14 of the Code of Civil Procedure: A court ruling that dismisses a claim as vague without examining its merits constitutes a violation of procedural law, providing a valid ground for appeal and necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 778 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 778/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Σ. του Π.-Α., 2) Δ. Σ. του Π.-Α., κατοίκων ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Πιτσιλό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Β. αντί της αρχικά αναιρεσίβλητης Ε. Δ., κατοίκου ..., 2) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΕΠΕΞ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστριών και εκπροσώπων της κοινωνίας των οροφοκτητών της πολυκατοικίας επί της οδού ... και ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Αντωνίου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1633/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3704/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/2/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 23/3/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 15-2-2010 αίτησης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3704/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο .Αν δε το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ως αόριστη μολονότι το δικόγραφό της σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι ορισμένο και δεν προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ.
κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.(ΑΠ. 1330/2002), όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π 571/2004).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 62 Κ.Πολ.Δ, έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι και ενώσεις προσώπων προς επιδίωξη σκοπού και αν δεν αποτελούν σωματείο. Οι ενώσεις αυτές, και οι στερούμενες νομικής προσωπικότητας, παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους (αρθρ.64 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά δε το άρθρο 4 του Ν. 3741/1929, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του Εισ. ΝΑΚ, ο διοριζόμενος διαχειριστής της πολυκατοικίας ως εντολοδόχος των συνιδιοκτητών, τους εκπροσωπεί ενώπιον παντός δικαστηρίου, παριστάμενος ως ενάγων ή εναγόμενος προκειμένου για υποθέσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση της πολυκατοικίας, δυνάμενος να εναγάγει συνιδιοκτήτη ή να εναχθεί απ' αυτόν για κάθε διαφορά από τη σχέση της συνιδιοκτησίας.
Η έκταση των εξουσιών του διαχειριστή, ως εντολοδόχου των συνιδιοκτητών, καθορίζεται από την πράξη διορισμού του ή από τον κανονισμό.
Συνεπώς, η κατά τα άνω διαχειριστική εξουσία του νομίμως διορισμένου διαχειριστή αποτελεί προαπαιτούμενο στοιχείο της νομιμοποιητικής εξουσίας αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου ως ενάγοντα ή εναγόμενου. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη, κατ' αρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή του συνιδιοκτήτη αυτοτελούς ιδιοκτησίας πολυκατοικίας, υπαγόμενης στο καθεστώς του Ν. 3741/1929, κατά του διαχειριστή αυτής ως εκπροσώπου της συνιδιοκτησίας, πρέπει να μνημονεύεται σ' αυτή, εκτός των άλλων, τα απαραίτητα για τη νομιμοποίησή του στοιχεία και συγκεκριμένα ότι ο εναγόμενος είναι διαχειριστής της οικοδομής κατόπιν νόμιμης εκλογής ή διορισμού του κατά τις οικείες διατάξεις του κανονισμού και ότι παρασχέθηκαν σ' αυτόν εξουσίες να ενεργεί ως εντολοδόχος των συνιδιοκτητών.
Αν δε μετά τη λήξη της θητείας του διαχειριστή δεν συνήλθε και πάλι η γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών και δεν εκλέχθηκε νέος και παλαιός εξακολουθεί να ασκεί τη διαχείριση με την ανοχή και σιωπηρή συναίνεση και των άλλων συνιδιοκτητών, οι οποίοι δεν αντιλέγουν, τότε υπάρχει διαχειριστής "εν τοις πράγμασι", ο οποίος νόμιμα εκπροσωπεί τη συνιδιοκτησία.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β'Κ.Πολ.Δ. παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Μπορεί δηλαδή ο ενάγων, με βάση την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 Κ.Πολ.Δ.
να συμπληρώσει με τις προτάσεις του, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων. Ειδικότερα, προκειμένου για αγωγή συνιδιοκτήτη υπαγομένης στο καθεστώς του ν. 3741/1929 πολυκατοικίας, που απευθύνεται κατά του διαχειριστή αυτής, πρέπει για το υπό του άρθρου 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
πιο πάνω προβλεπόμενο ορισμένο της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο της μεταξύ άλλων τα απαραίτητα για τη νομιμοποίηση του διαχειριστή στοιχεία και συγκεκριμένα, ότι ο εναγόμενος είναι διαχειριστής της πολυκατοικίας κατόπιν νόμιμης επιλογής ή διορισμού. Σε περίπτωση δε τέτοιας αγωγής συνιδιοκτήτη πολυκατοικίας κατά του διαχειριστή αυτής, είναι παραδεκτή η συμπλήρωση, με τις προτάσεις του ενάγοντα της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης ότι ο εναγόμενος διαχειριστής έχει επιλεγεί νομίμως σύμφωνα με τον κανονισμό της πολυκατοικίας (Α.Π. 989/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, από το όλο περιεχόμενο των παραδεκτώς (αρθρ.561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) επισκοπουμένων διαδικαστικών εγγράφων: α) της από 14-2-2006 αγωγής των αναιρεσειόντων, που είναι διαμερισματούχοι και συνιδιοκτήτες της αναφερόμενης σ' αυτήν πολυκατοικίας, και β) των από 16-4-2007 υποβληθεισών πρωτοδίκως προτάσεών τους, που παραδεκτά συμπλήρωσαν την αγωγή τους, προκύπτει ότι αυτοί επικαλέσθηκαν στην αγωγή αλλά και στις προτάσεις τους ότι οι αναιρεσίβλητες διαχειρίστριες της πολυκατοικίας έχουν εκλεγεί νομίμως με την μνησθείσα ιδιότητα σύμφωνα με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, και εξακολουθούσαν ν' ασκούν τα καθήκοντά τους αυτά και μετά τη λήξη της θητείας τους και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν με την αγωγή και τις προτάσεις τους για τη θεμελίωση της παθητικής νομιμοποίησης των αρχικά εναγομένων ως διαχειριστών της ως άνω πολυώροφης οικοδομής και κατά συνέπεια εντολοδόχων των συνιδιοκτητών αυτής, ότι με βάση τον κανονισμό της πολυκατοικίας που διαλαμβάνεται στη νόμιμα, μεταγραμμένη .../1964 συμβολαιογραφική πράξη του συμφ/ου Αθηνών Βασ.
Σαρρή, η τακτική συνέλευση της πολυκατοικίας ή η έκτακτη, που συγκαλείται για το σκοπό αυτό εκλέγει με φανερή ψηφοφορία τον διαχειριστή της πολυκατοικίας, ο οποίος πρέπει να είναι ένας από τους συνιδιοκτήτες .Ότι κατά τη συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης της πολυκατοικίας στις 10-4-2002, όσον αφορά το θέμα αλλαγής διαχειριστή, συμφωνήθηκε για την περίοδο Απρίλιος 2002 μέχρι Απρίλιο 2003 να παραμείνει στη διαχείριση της πολυκατοικίας η προηγούμενη διαχειρίστρια Σ.
Φ. και στη συνέχεια για το χρονικό διάστημα2003-2004 να αναλάβουν τη διαχείριση οι Μ. και Σ. με τη βοήθεια και συμπαράσταση των ήδη διαχειριστών, Ότι στη γενική συνέλευση της πολυκατοικίας στις 9-4-2003 αποφασίστηκε να αναλάβουν προσωρινά τη διαχείριση της πολυκατοικίας η πρώτη και δεύτερη των αρχικά εναγομένων Μ.
Μ. και Μ. Π.. Ότι έκτοτε και μέχρι σήμερα 14-2-2006 που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή δεν έλαβε χώρα σύγκληση της γενικής συνέλευσης της πολυκατοικίας για την εκλογή άλλου διαχειριστή, ενώ δεν υπάρχουν πρακτικά γενικής συνέλευσης για παραίτηση των ως άνω τελευταίων διαχειριστριών (α και β των εναγομένων), που συνεχίζουν μέχρι την άσκηση της αγωγής να ασκούν τα καθήκοντά τους.
Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά τη συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης στις 22-3-1993 η τότε διαχειρίστρια Μ. και οι συνδιαχειρίστριες παρέδωσαν τη διαχείριση και την ανέλαβε η τρίτη εναγομένη Εταιρεία με ετήσιο συμβόλαιο και αμοιβή 23.600 συν 1.800 Φ.Π.Α .Ότι κατά τη συνεδρίαση της 20-10-1993 η γενική συνέλευση εξέλεγξε διαχειρίστρια την Α.
Σ. με βοηθό την Σ. Φ. και αποφασίστηκε η τρίτη εναγομένη, υπό την εποπτεία της διαχειρίστριας Σ., να συνεχίσει να ασκεί έργο τα οποία εκτελούσε και κατά το διαρρεύσαν εξάμηνο. Ότι η γενική συνέλευση της πολυκατοικίας κατά τη συνεδρίαση της 6-4-1994 αποφάσισε ότι η τρίτη εναγόμενη θα συνεχίσει να έχει τη διαχείριση με συνδιαχειρίστρια την Α.
Σ. και με βοηθό την Ε. Δ., ενώ κατά τη συνεδρίαση της 8-10-1998 εξέλεξε ομόφωνα ως νέα διαχειρίστρια της πολυκατοικίας την Φ. Σ. και βοηθό της την Δ. Ε., ενώ αποφασίστηκε να συνεχίσει να έχει η τρίτη εναγόμενη εταιρεία τη διαχείριση της πολυκατοικίας που της είχε ανατεθεί το 1993 ως προς τη διαχείριση των οικονομικών της πολυκατοικίας, ότι η συνέλευση της πολυκατοικίας κατά τη συνεδρίαση της 29-1-2001 αποφάσισε να συνεχίσει η διαχείριση να γίνεται από την Φ.
Σ. στην οποία θα συμπαρίσταντο οι Δ. Ε. και Π. Μ. και ότι κατ' αυτή παραστάθηκε και ο Δ. Κ. ως εκπρόσωπος της τρίτης εναγομένης και εξέθεσε όσα αφορούν την οικονομική διαχείριση. Επίσης ισχυρίζονται ότι το ίδιο πρόσωπο και με την ίδια ιδιότητα δηλ. του εκπροσώπου της τρίτης εναγομένης εξέθεσε την οικονομική κατάσταση της διαχείρισης της πολυκατοικίας και κατά τις συνεδριάσεις της γενικής συνέλευσης της πολυκατοικίας στις 10-4-2002 και 9-4-2003, ενώ στα μηχανογραφημένα έγγραφα ειδοποιητήρια εκδόσεως της τρίτης εναγομένης για την πληρωμή των κοινοχρήστων δαπανών μέχρι την άσκηση της αγωγής κάτω από τη λέξη "ο διαχειριστής" αναγράφεται το επώνυμο "Κ.", ο οποίος είναι και ο υπεύθυνος επιχειρηματίας της τρίτης των εναγομένων.
Με το πιο πάνω περιεχόμενό της, όπως συμπληρώθηκε κατά τα προαναφερθέντα η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, είναι ορισμένη καθόσον αφορά την παθητική νομιμοποίηση των αρχικά εναγομένων με την ιδιότητα του συνδιαχειριστή της πολυκατοικίας, που είχαν επιλεγεί νομίμως εκ μέρους της γενικής συνέλευσης των συνδιοκτητών της πολυκατοικίας σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό της, και συνέχιζαν ν' ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά τη λήξη της θητείας τους και μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη, ένεκα της αοριστίας της, την αγωγή των αναιρεσειόντων (ύστερα από αντικατάσταση των αιτιολογιών της πρωτόδικης κατ' αρθρ.534 Κ.Πολ.Δ.), γιατί δεν αναφέρονται στο δικόγραφό της τα αναγκαία στοιχεία για την παθητική νομιμοποίηση των αναιρεσιβλήτων και των αρχικά συνεναγομένων διαχειριστών, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (αρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3704/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15-4-2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20-5-2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ