Legislator Case Law & Legislation
778/2007 AI generated

Supreme Court partially allows appeal due to lower court's failure to examine a subsidiary claim under Article 559(8) of Civil Procedure Code.

Case Number 778/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 6497/2003. The appellant had filed a subsidiary claim against an insurance company, which the first-instance court rejected as time-barred, leading the appellate court to dismiss the main claim without examining the subsidiary action. The court ruled that the appellate court erred by failing to adjudicate the subsidiary claim after rejecting the direct action, constituting a procedural defect under Article 559(8) of the Civil Procedure Code. Consequently, the judgment was annulled in part, and the case was remitted to the same appellate court for further examination by different judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 580(3) of the Civil Procedure Code; The appellate court must examine subsidiary claims after dismissing the direct action, and failure to do so constitutes a ground for annulment requiring remittal for retrial.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code subsidiary claim time-barred action annulment of judgment remittal for retrial procedural defect appellate court duty

Cited Legislation

AI generated
Article 931 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 929 of the Civil Code
Article 559(8) of the Civil Procedure Code
Article 580(3) of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 778 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 778/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στύλα, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αποστολίδη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, 2. ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ρήγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 3. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία 'Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20 Ιουνίου 2000 και 28 Αυγούστου 2000 κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγές, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4652/2001 μη οριστική, 2313/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6497/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 11 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά και τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η Α.Κ. 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στην Α.Κ. 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ'ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμόρφωσης να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της Α.Κ. 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την Α.Κ. 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ'αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την Α.Κ. 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την Α.Κ. 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που κατ'ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την Α.Κ. 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή του με ημερομηνία 20-6-2000, ισχυρίστηκε και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 14-7-1995, στη λεωφόρο ....., συνεπεία του αναφερόμενου στο δικόγραφο αυτοκινητικού ατυχήματος από υπαιτιότητα των εναγομένων (δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων) φυσικών προσώπων υπέστη "βαρύτατο τραυματισμό, ήτοι βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, επισκληρίδιο αιμάτωμα δεξιάς μετωπιαίας χώρας, πολλαπλές θέσεις του εγκεφάλου και υπολειμματική συνδρομή με τετραπάρεση και παρεγκεφαλική αταξία εισρόφηση, καθώς και κατάγματα δεξιάς κερκίδος και δεξιάς ωλένης και πολλαπλά θλαστικά τραύματα και κακώσεις σε όλο του το σώμα".

Μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο γενικό κρατικό νοσοκομείο Νίκαιας - Πειραιώς, όπου υποβλήθηκε σε σειρά εγχειρήσεων στον εγκέφαλο. Παρέμεινε για νοσηλεία εκεί μέχρι 12-9-1995, σε διάφορες κλινικές του νοσοκομείου και για αρκετό χρονικό διάστημα στη μονάδα εντατικής θεραπείας, με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του επί 20ήμερο, καθώς και στην πανεπιστημιακή χειρουργική μονάδα αυτού.

Μέχρι τις 20-6-2000 δεν αποθεραπεύτηκε. Παρουσιάζει "υπολειμματική συνδρομή με τετρασπαστικότητα και έκδηλη υπερεονία δεξιάς μετωπιαίας χώρας, ημιπαρεγκεφαλική συνδρομή δεξιά, παρεγκεφαλική αταξία και εκρηκτική ομιλία, διπλωπία, συναισθηματική αστάθεια και βαρυκοΐα. Κατέχεται από αστάθεια στο βάδισμα, για τη μετακίνησή του χρειάζεται συνοδό και έχει διαρκώς ζαλάδες, ιλίγγους, πονοκεφάλους, υπνηλία, τρεμούλιασμα των άκρων.

Έχασε το θάρρος και την αυτοπεποίθηση για τη ζωή και διακατέχεται από άγχος. Βρίσκεται υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση. Αδυνατεί να εργαστεί και παραμένει έγκλειστος στο σπίτι. Με γνωματεύσεις της υγειονομικής επιτροπής του ΙΚΑ κρίθηκε, λόγω αναπηρίας κατά ποσοστό 80%, ανίκανος προς εργασία. Με απόφαση του Δ/ντή υποκαταστήματος ΙΚΑ Πειραιώς, ύστερα από γνωματεύσεις της υγειονομικής επιτροπής, έχει κριθεί ολικά ανίκανος προς εργασία".

Η προσβολή της πνευματικής του ακεραιότητας, που οφείλεται στην εγκεφαλική κάκωση, συνδέεται με προβλήματα στην ομιλία του, στην ακοή του, στην όρασή του, στη μνήμη του, στην ισορροπία και στην αστάθεια στο βάδισμα. Οι βλάβες αυτές προσέβαλαν την υγεία του κατά τρόπο μόνιμο και διαρκή. Η νευροψυχολογική κατάστασή του βαρύνεται επιπλέον και από μερική απώλεια μνήμης, περίσταση που τον καθιστά εξαιρετικά μειονεκτικό.

Έχει καταστεί πλέον ανίκανος να συνεχίσει το επάγγελμα του θερμοϋδραυλικού. Ακόμη, η κατάσταση αυτή της υγείας του έχει αρνητική επίπτωση στην κοινωνική του πρόοδο, θα δυσχεράνει την τέλεση γάμου και τις κοινωνικές του συναναστροφές και θα πρέπει να του επιδικαστεί ως αποζημίωση το ποσό των 35.000.000 δραχμών για τη δυσμενή αυτή επίπτωση της κατάστασης της υγείας του στο μέλλον.

Με βάση αυτά και μετά νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) υποχρεούνται, σε ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλουν το ως άνω ποσό των 35.000.000 δραχμών ως αποζημίωση λόγω επίδρασης της αναπηρίας του στο μέλλον, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ως προς την αξίωση αυτή ήταν σαφής και ορισμένη, διότι περιείχε όλα τα αναγκαία από το νόμο στοιχεία (άρθρα 931 ΑΚ και 216 ΚΠολΔικ). Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, γιατί ο αναιρεσείων (ενάγων) δεν εξέθεσε σ'αυτή πραγματικά περιστατικά, πέραν εκείνων που ορίζουν τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ, ώστε να προκύπτουν, η επίδραση της αναπηρίας του στο μέλλον, οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι εξαιτίας των οποίων γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του ενάγοντος, καθώς και το είδος και το αιτούμενο ύψος της μελλοντικής του αυτής οικονομικής ζημίας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, διότι για την εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ αξίωσε στοιχεία περισσότερα απ'όσα ο νόμος απαιτεί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης.

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 § 1 και 536 § 2 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματά του το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει, όπως εκείνο και να λύσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτόδικα και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες έχουν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής, που δεν είχαν εξεταστεί πρωτόδικα, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.

Η παράλειψη της έρευνας αυτής συνιστά την από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. πλημμέλεια της μη λήψης παραδεκτά προταθέντων πραγμάτων υπόψη, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που συνεπάγεται την αναίρεση της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 20-6-2000 αγωγή του, ο αναιρεσείων (ενάγων) άσκησε κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η κατ'αυτής ευθεία αξίωσή του (επιδίκαση χρηματικών ποσών, από την ΑΚ 931, αλλά και τις ΑΚ 298, 914 και 929 για απώλεια εισοδημάτων κ.λ.π.) είχε παραγραφεί, πλαγιαστική αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η εναγόμενη αυτή να καταβάλει στον ασφαλισμένο της .... (πρώτο αναιρεσίβλητο), κάθε τι που θα υποχρεωνόταν αυτός να καταβάλει στον ίδιο (ενάγοντα).

Το πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση της διετούς παραγραφής ως αβάσιμη, γι'αυτό και δεν εξέτασε την ασκηθείσα επικουρικά πλαγιαστική αγωγή του. Το Εφετείο δέχτηκε την από 20-1-2003 έφεση της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ'ουσίαν και κατόπιν απέρριψε την κύρια αγωγή ως παραγεγραμμένη, καθόσον αφορά την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Όμως μετά την απόρριψη της ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής αυτής εταιρείας, όφειλε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να δικάσει την ως άνω πλαγιαστική αγωγή του αναιρεσείοντος κατ'αυτής και έπειτα να τη δεχτεί ή να την απορρίψει. Αυτό δεν το έπραξε με την αιτιολογία ότι "η πλαγιαστική αγωγή, μη ερευνηθείσα κατ'ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έχει μεταβιβαστεί στο Εφετείο με την έφεση".

Επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 εδ. 8 ΚΠολΔικ. και πρέπει να γίνει δεκτός και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται, κατ'εκτίμηση, πλημμέλεια από την πιο πάνω διάταξη (στο αναιρετήριο γίνεται επίκληση των εδαφίων 9 και 14 του ίδιου άρθρου και Κώδικα), ως βάσιμος.-

ΙΙΙ. Υστερα απ' αυτά πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα πληγέντα κεφάλαια της κύριας αγωγής, αλλά και της επικουρικά ασκηθείσας κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης πλαγιαστικής αγωγής, ώστε στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ.).

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί εν μέρει, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται, την 6497/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω εκδίκασή της από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ