Supreme Court partially allows appeal, replacing contested judgment with declaratory order for debt amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court erred in accepting a contract based on a document that did not support the claim for a fixed fee. The court found the appeal admissible only regarding the specific amount awarded, rejecting other grounds as unfounded. Consequently, the contested portion of the judgment was annulled and replaced with a declaratory order for the debt.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 580(3)-(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a specific operative part of a judgment and replace it with a declaratory order when no further trial stage exists for the annulled issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 778 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 778/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Στεφανάκη και Φλώρα Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεων του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου : Γ. Ζ. του Κ., δικηγόρου, κατοίκου…. Παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητάς του, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουνίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 271/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5973/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας διάβασε την από 4 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν, παρά το γενόμενο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται εν όλω ή εν μέρει αυτήν (αγωγή) σαν να ήταν καταψηφιστική.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη από 15-6-2001 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 54.844.000 δραχμών, νομιμότοκα από 1-1-2000, όταν κοινοποίησε στην τελευταία προηγούμενη όμοια αγωγή η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη.
Με τις πρωτόδικες (από 9-10-2001) προτάσεις του περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κρίνει την ένδικη αγωγή εν μέρει βάσιμη (για ποσό 11.095.200 δρχ. ) και είχε αναγνωρίσει ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό αυτό νομιμότοκα από 1-1-2000, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει (για ποσό 15.747.896 δρχ.
ή 46.215,39 Ευρώ) και με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως συμπληρώθηκε με την 1460/2003 απόφαση του ίδιου Εφετείου, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να το καταβάλει στον αναιρεσίβλητο νομιμότοκα από 1-1-2000. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, αφού παρά τον ως άνω περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, δέχθηκε (εν μέρει) την αγωγή σαν να ήταν καταψηφιστική.
Επομένως ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος.
2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38, 44, 63 παρ. 1-5, 94 του ν.δ. 3026/1954 περί Κώδικος δικηγόρων (Κ.Δ.), όπως ισχύουν, συνδυαζόμενες προς τα άρθρα 648 επ.,713 επ. του Α.Κ., σαφώς συνάγεται, ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη εις τον δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια (ετήσια ή μηνιαία) αμοιβή ρυθμίζεται από τον άνω ΚΔ και συμπληρωματικώς από τους περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμούς του Α.Κ.
και τους περί εντολής κανόνες αυτού, εφόσον δεν αντίκεινται εις τον δημόσιο χαρακτήρα αυτής της σχέσης, δεν δύναται δε η ρηθείσα παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, καθόσον δεν ισχύουν καταρχήν επ' αυτής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (Ολ. Α.Π.25/2002 ).
Η σχετική σύμβαση για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών πρέπει να είναι αορίστου χρόνου, άλλως, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο, θεωρείται ότι είναι αορίστου χρόνου (ΟλΑ.Π.1/1994 ), χαρακτηρίζεται δε ως αμειβόμενη εντολή. Η πάγια δικηγορική αμοιβή κανονίζεται, κατά το άρθρο 92 παρ. 1και 2 του ΚΔ, με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του και σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να είναι χαμηλότερη από τα ελάχιστα όρια που ορίζονται με απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μετά σύμφωνη γνώμη του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7δ του Ν. 2190/1920 που προστέθηκε με το άρθρο 7 του Π.Δ.409/1986 (προς εναρμόνιση με την Οδηγία 68/151/ΕΟΚ), πρόσωπα που έχουν ενεργήσει στο όνομα υπό ίδρυση εταιρίας ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριόριστα και σε ολόκληρο. Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρία για τις πράξεις που έγιναν ρητά στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο εάν , μέσα σε τρείς μήνες από την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας ανέλαβε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές τις πράξεις.
Η προθεσμία των τριών μηνών δεν είναι αποκλειστική, δηλαδή η Α.Ε. μπορεί να αναλάβει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών και μετά την παρέλευση του τριμήνου, οπότε ευθύνεται τόσο η ίδια όσο και οι ιδρυτές σε ολόκληρο. Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν για την Α.Ε., οι ιδρυτές της και κατά το προϊδρυτικό στάδιο, δηλαδή και πρίν από την κατάρτιση του καταστατικού της.
Η δήλωση της βούλησης της εταιρίας για ανάληψη των άνω υποχρεώσεων μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η Α.Ε. εκπληρώνει προϊδρυτικές υποχρεώσεις των ιδρυτών της. Οι διατάξεις του άρθρου 23α παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1920, κατά τις οποίες η αναφερόμενη σ' αυτές έγκριση δίδεται πριν από τη σύναψη των συμβάσεων, δεν έχουν εφαρμογή στην τελευταία περίπτωση, καθ' όσον αφορούν σε συμβάσεις που συνάπτονται κατά το ιδρυτικό ή προϊδρυτικό στάδιο της Α.Ε.
Εξάλλου, το δικόγραφο της αγωγής, με την οποία αξιώνεται η αμοιβή πάγιας αντιμισθίας δικηγόρου, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρ. 118 και 216 ΚπολΔ, να περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αγωγής και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ήτοι την κατάρτιση της σύμβασης μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, με περιεχόμενο την παροχή δικηγορικού έργου έναντι πάγιας περιοδικής αμοιβής, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της (σύμβασης), την εκτέλεση της σύμβασης αυτής και την αμοιβή που συμφωνήθηκε ή, σε περίπτωση έλλειψης τέτοιας συμφωνίας, τα στοιχεία που απαιτούνται για τον προσδιορισμό σύμφωνα με το νόμο (άρθρ. 92 Α του Κ.Δ.) της εν λόγω αμοιβής.
Στην ένδικη από 15-6-2001 αγωγή εκτίθεται ότι στη σύμβαση που υπέγραψαν το καλοκαίρι του 1989 ο Α. Φ., δημοσιογράφος, και οι αναφερόμενοι συνεργάτες του δημοσιογράφοι για την ίδρυση της εναγομένης - αναιρεσείουσας (με βάση σχέδιο που συνέταξε ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος με τις οδηγίες του Α. Φ.), καθοριζόταν η προσφορά και ο τρόπος αμοιβής κάθε μέλους και είχε περιληφθεί και η εξής παράγραφος "5.5 Ο Γ.
Ζ. θα προσφέρει εργασία νομικού συμβούλου στο περιοδικό και θα εποπτεύει τον τομέα της διαχείρισης. Η αμοιβή του θα καθορίζεται, ανάλογα με την εκάστοτε προσφορά εργασίας, από τον διευθυντή του περιοδικού.". Στις 18-7-1989 υπεγράφη το συμβόλαιο με το καταστατικό της αναιρεσείουσας Α.Ε., οι διατυπώσεις σύστασης της οποίας ολοκληρώθηκαν με την έκδοση της ΕΜ 8445/18-8-1989 απόφασης του Νομάρχη, που ενέκρινε το καταστατικό της και δημοσιεύτηκε νόμιμα.
Ότι κατά την ως άνω προσπάθεια ίδρυσης αυτής της Α.Ε. ο αναιρεσίβλητος, κατ' εντολή του Α. Φ., ενεργούντος και ως εκπροσώπου της ομάδας των δημοσιογράφων, συνιδρυτών, της αναιρεσείουσας, υπήρξε ο νομικός παραστάτης, σύμβουλος, διαπραγματευτής, συντάκτης των συμφωνιών μεταξύ των ως άνω δημοσιογράφων και, τελικώς, συντάκτης του συμβολαίου σύστασης της αναιρεσείουσας και διεκπεραιωτής των πράξεων προς ολοκλήρωση της ίδρυσής της και ανάπτυξη των αναφερομένων δραστηριοτήτων της.
Στη συνέχεια στον Α. Φ., που εξελέγη με το πρώτο πρακτικό της 29-8-1989 πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσείουσας, το ΔΣ αυτής ανέθεσε "σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 19 του Καταστατικού της εταιρίας την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, όπως αυτές καθορίζονται στην παρ. 1 του ιδίου άρθρου".
Ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από την έναρξη των προκαταρκτικών ενεργειών προς σύσταση της αναιρεσείουσας μέχρι και την έγερση της (προηγούμενης) από 15-12-1999 αγωγής του, προσέφερε συνεχώς σ' αυτήν τις αναφερόμενες υπηρεσίες του ως νομικός σύμβουλος και αναγραφόταν το όνομά του ως νομικού συμβούλου σε κάθε τεύχος του περιοδικού ΚΕΦΑΛΑΙΟ που εξέδιδε η αναιρεσείουσα, χωρίς να λάβει όμως για τις άνω υπηρεσίες του αμοιβή, το ύψος της οποίας δεν είχε οριστεί από τον (ήδη αποβιώσαντα) Α.
Φ.. Με βάση τα παραπάνω και, λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητάς του ως δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω από το 1966 και της προϋπηρεσίας του (άσκηση δικηγορίας από το 1955 συνεχώς), ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με την ένδικη αγωγή να ορισθεί η αμοιβή του, σύμφωνα με τα κατώτατα όρια του ΚΔ, στα αναφερόμενα, κατά χρονικές περιόδους, ποσά, και, μετά τον προαναφερόμενο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματός της, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα του οφείλει το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό, νομιμοτόκως από 1-1-2000 (επίδοση προηγούμενης αγωγής).
Στην ένδικη αγωγή άρα περιέχονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο αυτής και, συνεπώς, το Εφετείο, που την έκρινε ορισμένη και δεν την απέρριψε ως αόριστη, δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, και αβάσιμα υποστηρίζεται το αντίθετο με τον δεύτερο λόγο ης αναίρεσης.
3. Επειδή, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε και τα εξής : Το καλοκαίρι του έτους 1989 ο Α. Φ. και οι αναφερόμενοι λοιποί συνεργάτες του, όλοι δημοσιογράφοι, αποφάσισαν την ίδρυση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, που υλοποιήθηκε με : α) τη σύνταξη του καταστατικού της στις 19-7-1989 (υπ' αριθμ. 3797/1989 πράξη της Σμβ/φου Αθηνών Μ.
Θεοχάρη - Ρεντζέπη, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ... πράξη του Σμβ/φου Δ.Δημητρέλλου), β) την έκδοση της ΕΜ 8445/18-81989 απόφασης του Νομάρχη Αν. Αττικής, με την οποία χορηγήθηκε η άδεια σύστασης και εγκρίθηκε το καταστατικό της αναιρεσείουσας, γ)την καταχώρησή της στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Αν.
Αττικής στις 18-8-1989 με αριθ. μητρώου ..., και δ) τη δημοσίευση της σχετικής ανακοίνωσης του ανωτέρω Νομάρχη σην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Κατά το ιδρυτικό στάδιο της αναιρεσείουσας, το καλοκαίρι του έτους 1989, ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος συμφώνησε με τον ως άνω Α. Φ., που ενεργούσε για λογαριασμό της υπό ίδρυση ακόμη αναιρεσείουσας, να παρέχει τις νομικές υπηρεσίες του ως νομικός σύμβουλος και παραστάτης στις διαπραγματεύσεις και συμφωνίες μεταξύ των ως άνω δημοσιογράφων που κατέτειναν στην ίδρυσή της, με αμοιβή που θα καθόριζε ο Α.
Φ., ανάλογα με τις προσφερόμενες εργασίες. Ο αναιρεσίβλητος πρόσφερε στην υπό ίδρυση αναιρεσείουσα τις νομικές του υπηρεσίες που του ζητούνταν κατά την προεργασία για την ίδρυσή της, προέβη στις ενέργειες για την κατοχύρωση στο Υπ. Εμπορίου, στο όνομα του δημοσιογράφου Χ. Α., ως σήματος της λέξης "ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που θα αποτελούσε μέρος της επωνυμίας της και τίτλο του οικονομικού περιοδικού που είχε σκοπό να εκδίδει η αναιρεσείουσα - το οποίο σήμα ο Χ.
Α. μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα μετά τη σύστασή της - συνέταξε το σχέδιο του καταστατικού της και του σχετικού παραπάνω συμβολαίου, και επιμελήθηκε των ενεργειών που απαιτούνταν για την έγκριση του καταστατικού και τη δημοσίευσή της, ώστε να αποκτήσει νομική προσωπικότητα και υπόσταση. Μετά τη σύστασή της οι Α.
Φ., Δ. Τ., Κ. Χ., Α. Δ. και Γ. Ζ. (αναιρεσίβλητος), που αποτέλεσαν το πρώτο Δ.Σ αυτής, συνήλθαν στις 29-8-1989 και αφού συγκροτήθηκαν σε σώμα εξέλεξαν πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον Α. Φ., σύμφωνα δε με το άρθρ. 19 παρ. 2 του καταστατικού της αναιρεσείουσας ανάθεσαν σ' αυτόν την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του ΔΣ όπως αυτές καθορίζονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου.
Για όλα αυτά συντάχθηκε το υπ' αριθ. 1/29-8-1989 πρακτικό του ΔΣ της αναιρεσείουσας. Ο αναιρεσίβλητος συνέχισε και μετά τη σύστασή της αναιρεσείουσας να προσφέρει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως νομικός σύμβουλός της, και ειδικότερα παρείχε νομικές συμβουλές στη διεύθυνση και τα στελέχη της για οποιοδήποτε θέμα ανέκυπτε κατά τη λειτουργία της, όπως και για τις εργασιακές σχέσεις της με το προσωπικό της, αντιμετώπιζε όλα τα νομικά προβλήματα που ανέκυπταν, παρίστατο άτυπα στις γενικές συνελεύσεις των μετόχων με την ιδιότητα του νομικού συμβούλου, συνέτασσε σχέδια κάθε μορφής συμβάσεων της αναιρεσείουσας με τρίτους, η δε αναιρεσείουσα αποδεχόταν τις υπηρεσίες αυτές σε όλο το χρονικό διάστημα από τη σύστασή της και εφεξής μέχρι το έτος 1999, αναλαμβάνοντας έτσι σιωπηρώς τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την κατά τα άνω πρόσληψη του αναιρεσίβλητου.
Ο αναιρεσίβλητος υπήρξε επίσης και μέλος του ΔΣ της αναιρεσείουσας κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από το 1989 μέχρι το 2000, χωρίς αμοιβή ή άλλο αντάλλαγμα, η δε εκλογή του στο Δ.Σ. της αναιρεσείουσας δεν ασκεί έννομη επιρροή στο κύρος της ένδικης σύμβασης, δεδομένου ότι είχε προσληφθεί ως νομικός σύμβουλος στο ιδρυτικό της στάδιο, κατά τα ανωτέρω.
Βάσει αυτών των παραδοχών, το Εφετείο, κατά πλειοψηφία, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, ενόψει του ότι ο Α. Φ. ως νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας δεν είχε καθορίσει την αμοιβή του, δικαιούται τη νόμιμη και συνακόλουθα όρισε αυτή, με βάση τα κατώτερα όρια του ΚΔ για τις αμοιβές των δικηγόρων με πάγια αντιμισθία, στο αναφερόμενο ποσό και, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που καθ' όσον αφορά το ύψος αυτής έκρινε διαφορετικά, δέχθηκε την ένδικη αγωγή εν μέρει στην ουσία.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με έλλειψη αιτιολογίας) τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων, στο ζήτημα της άτυπης κατάρτισης, μεταξύ του Α.
Φ. ως εκπροσώπου της ομάδος των ιδρυτών της υπό ίδρυση ανώνυμης εταιρίας (αναιρεσείουσας) και του αναιρεσίβλητου, σύμβασης παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία του τελευταίου, τις εκ της οποίας (σύμβασης) υποχρεώσεις ανέλαβε σιωπηρώς η αναιρεσείουσα που συνέχισε να απασχολεί τον αναιρεσίβλητο ως νομικό σύμβουλο και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και μετά την σύστασή της.
Επομένως, ο τέταρτος (γ' σκέλος), από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 670 Κ.Πολ.Δ.), καταλήγοντας στην προαναφερόμενη παραδοχή, βάσει των αποδείξεων που όπως δέχεται είχαν προσαχθεί από τους διαδίκους, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν αποφάνθηκε χωρίς αποδείξεις και, επομένως, οι αντίστοιχες αιτιάσεις που περιέχονται στους τρίτο, τέταρτο (β' σκέλος), πέμπτο και έκτο λόγους της αναίρεσης είναι αβάσιμες.
4. Επειδή, για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Με τον τέταρτο (α' σκέλος) λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε σύναψη, μεταξύ του αναιρεσίβλητου και της αναιρεσείουσας, σύμβασης παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία από το καλοκαίρι του 1989 με βάση ένα έγγραφο με τίτλο "ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΥ", ενώ είναι σαφές ότι πρόκειται για αμοιβή που θα ορίζεται για κάθε συγκεκριμένη απασχόληση του αναιρεσίβλητου, έτσι όμως παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου και δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο έγγραφο.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Διότι το Εφετείο, που δίκασε, προκειμένου να θεμελιώσει την παθητική στην ένδικη αγωγή νομιμοποίηση του αναιρείβλητου, σχετικά με τη σύναψη της επίδικης παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία και την πηγάζουσα από αυτή υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς καταβολή σχετικής αμοιβής, απλώς συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και το ως άνω έγγραφο, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό, το οποίο άλλωστε δεν αποτέλεσε το μόνο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της επίδικης σύμβασης, η οποία μπορούσε και, όπως έγινε δεκτό στην προσβαλλόμενη απόφαση, καταρτίστηκε προφορικά.
Κατ' ακολουθία, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί μόνο ως προς την καταψηφιστική του επιδικασθέντος ποσού διάταξη αυτής. Μετά ην αναίρεση όμως της αποφάσεως για τον ανωτέρω λόγο δεν υπάρχει δικονομικώς στάδιο για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως, ενόψει των άρθρωμ 580 παρ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ, γι' αυτό και παρέλκει η παραπομπή αυτής στοίδιο ή άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο και πρέπει για λόγους οικονομίας της δίκης να αντικατασταθεί από το Δικαστήριο τούτο η αναιρούμενη καταψηφιστική διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως με όμοια αναγνωριστική (Ολ.Απ 25/2001)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5973/2002 απόφαση του Εφτείου Αθηνών μόνο ως προς την καταψηφιστική διάταξη του διατακτικού αυτής που υποχρεώνει την εναγομένη να καταβαλει στον ενάγοντα το ποσό των 46.215,39 ευρώ.
Δεχόμενο κατά ένα μέρος την έφεση του ενάγοντος και την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των σαράντα εξι χιλιάδων διακοσίων δέκα πέντε ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (46.215,39 Ε ), με το νόμιμο τόκο από 1-1-2000.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ