Legislator Case Law & Legislation
777/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on abusive claim for back pay.

Case Number 777/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two former employees against the Athens Labor Court's decision to reject their claim for back pay. The employees argued they continued pursuing their claim despite knowing the employer could not fulfill it, yet the court found their actions constituted abuse of right. The court ruled that the lower court correctly applied the principle of good faith and social purpose of the right, noting the defendants' sporadic work elsewhere did not justify their continued litigation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 656 of the Civil Code; The right to claim back pay for unaccepted employment is subject to the principle of good faith and cannot be exercised abusively when the employer is unable to provide the work, even if the employee seeks sporadic employment elsewhere.

Keywords

AI generated
abuse of right back pay claim good faith principle labor dispute supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 656 of the Civil Code
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 777 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 777/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1) Δ. Κ. του Θ. και 2) Δ. Κ. του Θ., κατοίκων Αθηνών, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α. Σ. Π. Η. Κ.-Α. Ε. Σ. Α. «Ε. και τον δ.τ. «Ε. Π. Κ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αργύριου Αργυριάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2021 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1125/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2616/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25-9-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25-9-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2616/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση, η οποία συνεκδίκασε τις από 4-2-2023 και 16-1-2023 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τις έκρινε ως τυπικά δεκτές, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 4-2-2023 έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών και έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 16-1-2023 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 1125/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, μετά την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης, απορρίφθηκε η από 26-3-2021 αγωγή των αναιρεσειουσών. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 656 του Α.Κ. όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/20-3-2013, "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού". Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 1072/2023, ΑΠ 2014/2022, ΑΠ 118/2017, 440/2016, 414/2016, 359/2015).

Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει, ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει απ' αυτόν χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησης του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, β) τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού και γ) την ωφέλεια που θα αποκόμιζε.

Περαιτέρω, μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική (ΑΠ ΑΠ 536/2023, 613/2018, 118/2017, 394/2016, 363/2015, 142/2007). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.

α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 953/2023, ΑΠ 1331/2022).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ., αλλά και ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματός τους για την αξίωση μισθών υπερημερίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, συνεκδικάζοντας τις εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσειουσών κατά της ήδη αναιρεσίβλητης και τους είχαν επιδικαστεί αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 14-3-2017 έως 31-12-2017 λόγω άκυρης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, δέχθηκε ανελέγκτως σχετικά με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα και τα ακόλουθα ουσιώδη: "...Οι ενάγουσες προσλήφθηκαν από την εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία αγροτικών προϊόντων, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν ως πωλήτριες στο κατάστημα της εναγομένης στην Αθήνα......η πρώτη προσλήφθηκε στις 17-3-2008 και η δεύτερη στις 2-5-2007.

Από το τέλος του 2013 και εφεξής η εναγομένη λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, καθυστερούσε την καταβολή μηνιαίων αποδοχών των εναγουσών......Στις 31-12-2015 η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, χωρίς ωστόσο να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, μεγάλο μέρος της οποίας, δηλαδή ποσό 4.986,38 ευρώ για κάθε ενάγουσα, κατέβαλε στις 15-1-2016, εξακολουθώντας να οφείλει το υπόλοιπο ποσό.

Οι ενάγουσες άσκησαν την από 18-3-2016 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 122/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα ποσό 23.830,51 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα ποσό 22.437,79 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και ποσό 2.981,38 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και ποσό 3.277,70 ευρώ στη δεύτερη για δεδουλευμένες αποδοχές.

Η εναγομένη άσκησε έφεση κατά της απόφασης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1160/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρία έχει υποβληθεί σε καθεστώς εξυγίανσης δυνάμει της υπ' αριθμό 4/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, εξαιτίας των οποίων έχει κλείσει τα υποκαταστήματα που διατηρούσε........

Προέκυψε συνεπώς ότι δεν υφίσταται πλέον κανένα κατάστημα στο οποίο θα μπορούσαν να απασχοληθούν οι ενάγουσες ως πωλήτριες δεδομένου ότι διατηρείται σε λειτουργία πλέον μόνο το εργοστάσιο παραγωγής στο Η. Κ.. Από το 2019 έως και τις αρχές του 2022 η πρώτη ενάγουσα εργάστηκε σε 6 εργοδότες και η δεύτερη τα τελευταία 4 χρόνια εργάστηκε σε 7 διαφορετικούς εργοδότες.

Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι οι ενάγουσες έχουν την επαγγελματική ικανότητα και τα προσόντα για εύρεση εργασίας. Το χρονικό διάστημα που επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, δηλαδή από τις 31-12-2015 μέχρι τις 13-3-2017 ήταν ικανό χρονικό διάστημα για τις ενάγουσες με βάση τις ικανότητες και τα προσόντα τους να εξεύρουν εργασία σε άλλον εργοδότη.

Για το παραπέρα ωστόσο διάστημα και με βάση την επιβαλλόμενη από την καλή πίστη στάθμιση συμφερόντων, η αγωγική αυτή αξίωση εμφανίζεται ως καταχρηστική και αντιβαίνουσα στην αρχή της αναλογικότητας. Αποδείχθηκε ειδικότερα ότι οι ενάγουσες ήταν απόφοιτες δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η δε δεύτερη έχει πτυχίο ειδικότητας βοηθού οδοντοτεχνίτη.

Από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη αγγελίες εργασίας, δημοσιευμένες στο διαδίκτυο, προκύπτει ότι υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις εργασίας πωλητών και υπαλλήλων γραφείου όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, στις οποίες θα μπορούσαν να απασχοληθούν οι ενάγουσες. Τυχόν δε ικανοποίηση της αξίωσης των εναγουσών για το διάστημα πέραν της 13-3-2017 που κρίθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμό 1160/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, θα συνεπάγονταν για την εναγομένη ενόψει και της οικονομικής της κατάστασης, ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες.

Επίσης........θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι λόγω της οριστικής διακοπής της λειτουργίας της μονάδας στην οποία απασχολούνταν οι ενάγουσες που απολύθηκαν, εκλείπει πλέον η δυνατότητα απασχόλησής τους από την εναγομένη.....Η αξίωση συνεπώς των εναγουσών για καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά την 14-3-2017 παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και θα έπρεπε να γίνει δεκτή η ένσταση του 281 ΑΚ που πρότεινε η εφεσίβλητη με τις προτάσεις της....".

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειουσών τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι:

α) ότι καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις εργασίας για παρόμοιες ειδικότητες με εκείνη που οι αναιρεσείουσες απασχολήθηκαν στην αναιρεσίβλητη, ήτοι πωλητών, αλλά και υπαλλήλων γραφείου, στις οποίες θα μπορούσαν να απασχοληθούν, β) ότι το χρονικό διάστημα των 12,5 μηνών για το οποίο επιδικάστηκαν αποδοχές υπερημερίας με την προηγούμενη απόφαση, ήταν ικανό για τις αναιρεσίβλητες, με βάση τις ικανότητες και τα προσόντα τους, να εξεύρουν εργασία σε άλλο εργοδότη, γ) ότι παρόλο που οι ενάγουσες είχαν την επαγγελματική ικανότητα και τα προσόντα για εύρεση εργασίας δεν το έπραξαν, δ) ότι η αναιρεσίβλητη λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, τα οποία οδήγησαν και στη θέση της σε καθεστώς εξυγίανσης, διέκοψε τη λειτουργία όλων των καταστημάτων που διατηρούσε και διατήρησε μόνον τη λειτουργία του εργοστασίου παραγωγής στο Η.

Κ., ε) ότι συνεπεία του ως άνω γεγονότος οι αναιρεσείουσες δεν θα μπορούσαν πλέον να απασχοληθούν από την αναιρεσίβλητη ως πωλήτριες, αφού δεν υφίσταται κανένα κατάστημά της, στ) ότι με βάση τα ανωτέρω τυχόν ικανοποίηση της αξίωσης των εναγουσών για το πέραν της 13ης-3-2017 χρονικό διάστημα θα συνεπαγόταν για την εναγομένη ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες.

Πιο συγκεκριμένα, από τις πιο πάνω παραδοχές της εφετειακής απόφασης, προκύπτει η από κακοβουλία παράλειψη των αναιρεσειουσών να εξεύρουν αλλού σταθερή και μόνιμη εργασία υπαλλήλου ή παρεμφερούς εργασίας σχετικής με τα προσόντα τους, την οποία θα μπορούσαν ευχερώς να εξεύρουν, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων και ικανοτήτων τους, σε συνδυασμό με το ότι υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις εργασίας, και παρά ταύτα, ενεργώντας σκοπίμως, καίτοι μάλιστα είχε ήδη παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την απόλυσή τους, κατά το οποίο έλαβαν αποδοχές υπερημερίας, συνέχισαν να εμμένουν στην ικανοποίηση των αξιώσεών τους, παρότι γνώριζαν ότι η αναιρεσίβλητη αδυνατούσε πλήρως να τις απασχολήσει και συνεπώς να άρει την υπερημερία της.

Το ότι αυτές εργάσθηκαν σποραδικά και για μικρά χρονικά διαστήματα σε διάφορους εργοδότες, δεν αίρει την κακοβουλία τους, καθ' όσον υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά, δηλαδή της μη ανεύρεσης εκ μέρους τους εργασίας σταθερής και ανάλογης με τα προσόντα τους, παρόλο που υπήρχε η δυνατότητα αυτή, καταδεικνύει την προτίμησή του για σποραδική εργασία και για συνέχιση της διεκδίκησης αποδοχών υπερημερίας από την αναιρεσίβλητη.

Εξάλλου, το ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνεται ρητή παραδοχή περί του ότι οι αναιρεσείουσες γνώριζαν την ύπαρξη αγγελιών προσφοράς εργασίας, δεν αποτελεί έλλειψη ή ασάφεια της αιτιολογίας ως προς την κρίση του περί κακοβουλίας αυτών ως προς την εύρεση εργασίας και περί καταχρηστικότητας της αγωγικής τους αξιώσεως.

Τούτο δε διότι από τη σαφή παραδοχή ότι από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσίβλητη αγγελίες εργασίας, δημοσιευμένες στο διαδίκτυο, προκύπτει ότι υπήρχαν σχετικές θέσεις εργασίας, τις οποίες, όπως συνάγεται από τα παραπάνω και το σύνολο των παραδοχών, μπορούσαν να πληροφορηθούν οι αναιρεσείουσες, πλήρως αιτιολογείται ότι η αγωγική τους αξίωση παρίσταται καταχρηστική.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η αξίωση μισθών υπερημερίας από τις αναιρεσείουσες στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών τους εκ μέρους της τελευταίας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, που ηττώνται (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-9-2023 αίτηση για αναίρεση της 2616/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ