Legislator Case Law & Legislation
777/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against third defendant but allows appeal against other defendants regarding property ownership.

Case Number 777/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the third defendant who failed to appear, while allowing it against the other defendants. The appellant argued that the lower court ignored prior documents proving her long-term possession and ownership of the disputed property. The court ruled that the third defendant's absence required dismissal of that specific part of the appeal, but the substantive arguments against the other defendants were valid.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576(3) para. 3 & 4 of the Code of Civil Procedure; Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure: In a joint appeal where one defendant is unrepresented, the hearing is inadmissible for them but admissible for others; if the appeal succeeds against the represented parties, the case is remitted for retrial before a new panel.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal unrepresented defendant joint appeal procedure property ownership possession evidence retrial panel legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 576(3) para. 3 & 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 777 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 777/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κοσμά Σμιλάκο..

Των αναιρεσίβλητων: 1.Π. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Μ. Μ., 2. Σ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Μ. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Διονύσιο Ράικο, 3. Α. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-1997 αγωγή της Θ. Τ., δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1545/1999 προδικαστική, 4641/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 425/2016 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2017 αίτησή της, την συζήτηση της οποίας επαναφέρει με την από 31-7-2019 κλήση της μετά από ματαίωση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παράγραφος 3 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, κατά δε το εδάφιο β' της ίδιας ως άνω παραγράφου, πού προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/ 2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Εξάλλου, η ομοδικία που υπάρχει μεταξύ των συνεναχθέντων με την αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγής, ως από κοινού αμφισβητούντων το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, φέρει τον χαρακτήρα απλής και όχι αναγκαστικής.

Εν προκειμένω, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την με χρονολογία 31/7/ 2019 κλήση της τελευταίας κατά των αναιρεσιβλήτων, κατά δε τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δεν εμφανίστηκε ο τρίτος αναιρεσίβλητος και δεν προκύπτει ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται κλήτευσή του. Δεδομένου, δε, ότι η υπόθεση αφορά την από 2/12/1997 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή ,που στρέφεται κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως από κοινού αμφισβητούντων την επί του ακινήτου κυριότητα της ενάγουσας, υφίσταται μεταξύ αυτών απλή ομοδικία και πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και να χωρίσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ενώ πρέπει η συζήτηση αυτής να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τον απολιπόμενο τρίτο αναιρεσίβλητο.

2. Η κρινόμενη από 10/4/2017 (με αριθμό κατάθεσης 29/ 2017) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 425/2016 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της (άρθρο 564 παράγραφος 3ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παράγραφος 2 του νόμου 4446/ 2016.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 παράγραφος 1β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ'ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚπολΔ (Ολ ΑΠ 2/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι για το σχηματισμό της κρίσης του επί της ουσίας έλαβε υπόψη "την μη ολοκληρωθείσα κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων, η οποία εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, τις υπ'αριθμ .1091 και 1092/ 1998 ένορκες βεβαιώσεις των εναγομένων, οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια άλλης δίκης και αποτελούν επίσης δικαστικά τεκμήρια και τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται".

Από τη βεβαίωση αυτή (στην οποία παραλείπεται η μνεία της λήψεως υπόψη των εγγράφων, που νομίμως, επικαλέστηκε και προσκόμισε η εφεσίβλητη-ενάγουσα), σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως και ειδικότερα:

α) την από 28/6/1996 αίτηση της αρχικής ενάγουσας κατά των αναιρεσιβλήτων- εναγομένων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπετσών, περί νομής του επίδικου ακινήτου, την από 28/6/1996 προσωρινή διαταγή και την επί της αιτήσεως αυτής εκδοθείσα με αριθμό 7/1996 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, β) τα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου, γ) την από 5/12/1996 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί νομής του επίδικου ακινήτου της αρχικής ενάγουσας κατά των Ε.

Κ., Θ. Δ. Σ., Μ. Δ. Σ. και Α. Ι. Σ. και τα σχετικά με αυτήν υπ' αριθμ. 1/1997 πρακτικά συμβιβασμού, και δ) τα υπ'αρίθμ. 3082/1998 πρακτικά δίκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, τα οποία συντάχθηκαν επί αντίστοιχης αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά της αρχικής ενάγουσας, που αφορούσε το επίδικο ακίνητο. Και τούτο διότι, ενώ η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ρητά επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα παραπάνω έγγραφα (αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, αποφάσεις και πρακτικά συνεδρίασης αυτών) ισχυριζόμενη :1) ότι με την πρώτη των ως άνω αποφάσεων (7/1996) έγινε δεκτό ότι η αρχική ενάγουσα νεμόταν το επίδικο ακίνητο τουλάχιστον από το έτος 1983, αναγνωρίσθηκε προσωρινή νομέας αυτού και απαγορεύθηκε στους αναιρεσίβλητους κάθε πράξη διατάραξης της νομής της, 2) ότι στα ταυτάριθμα με την ως άνω απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του ως άνω δικαστηρίου περιέχονταν οι καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι επιβεβαίωναν την άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου από την αρχική ενάγουσα, 3) ότι οι καθών στην προαναφερόμενη από 5/12/1996 αίτηση της αρχικής ενάγουσας ήταν ιδιοκτήτες όμορων με το επίδικο ακινήτων, οι οποίοι την αναγνώρισαν ως νομέα του επίδικου, συνταχθέντος σχετικώς του προαναφερόμενου πρακτικού συμβιβασμού, και 4) ότι στα προαναφερθέντα πρακτικά δίκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά περιλαμβανόταν και η κατάθεση του μάρτυρα Ν.

Ρ., ο οποίος επιβεβαίωσε ότι στο επίδικο πράξεις νομής ασκούσε μόνο η αρχική ενάγουσα και όχι οι αναιρεσίβλητοι, όλα δε τα παραπάνω έγγραφα (αποφάσεις και πρακτικά συνεδρίασης δικαστηρίου), με το περιεχόμενο που τους αποδίδεται από την αναιρεσείουσα, αποτελούν ισχυρά δικαστικά τεκμήρια προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου ακινήτου αγωγής, που στηρίζεται στην με έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας δια της, πέραν της εικοσαετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής, άσκησης πράξεων νομής επί του επιδίκου, το Εφετείο δεν κάνει καμία αναφορά στα παραπάνω έγγραφα με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως αναπόδεικτη την ένδικη αγωγή.

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση ( άρθρο 580 παράγραφος 3ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα, λόγω της νίκης της (άρθρο 495 παράγραφος 3ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι παραστάντες αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183, 191 παράγραφος 2ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10/4/2017 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο.

Αναιρεί την 425/ 2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, και

Καταδικάζει τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ