Legislator Case Law & Legislation
777/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance compensation for mental anguish, ruling it violated constitutional proportionality.

Case Number 777/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance judgment regarding insurance compensation for mental anguish. The plaintiffs argued the awarded sum was excessive, while the insurance company contended the lower court correctly assessed the damages. The court found the original decision violated the principle of proportionality under Article 25 of the Constitution, as the awarded amount lacked a reasonable relationship to the suffering endured.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) KPolD; Art. 25(1) Constitution: The Supreme Court may overturn a lower court's decision on damages if the awarded amount violates the constitutional principle of proportionality and exceeds the limits of judicial discretion.

Keywords

AI generated
constitutional proportionality mental anguish damages judicial discretion limits insurance compensation Supreme Court review Article 25 Constitution remittitur procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) KPolD
Art. 25(1) Constitution
Art. 580(3) KPolD
Art. 495(3)(e) KPolD
Arts. 176 and 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 777 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 777/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) V. χας A. S., το γένος A. R., κατοίκου ..., 2) V. χας A. S., το γένος A. R., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της P. S. του A., 3) V. χας A. S., το γένος A. R., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου υιού της Ά. S. του A., 4) L. S. του V., κατοίκου ..., 5) S. συζ. L. S., το γένος R. B., κατοίκου ..., 6) B. S. του L., κατοίκου ... και 7) E. S. του L., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1-2-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 30-1-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται για την "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως, της αρχικώς ως άνω αναιρεσίβλητης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της K. συζ. L. S., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 690/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5570/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-1-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚπολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚπολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκείμενη, περίπτωση το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 5570/2015 απόφασή του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 22-9-2008 περί ώρα 21:30 ο πρώτος εναγόμενος Θ. Μ., οδηγώντας την υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας Σ. Π., από τον οποίο είχε προστηθεί στην οδήγηση, η οποία κατ’ εκείνο το χρόνο ήταν ασφαλισμένη για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία της ζημιές και σωματικές βλάβες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "...", εκινείτο στην περιοχή Μ. του Δ.

Λ. Κ. επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση από Κάβο προς ...). Την ίδια χρονική στιγμή ο S. A., οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο εκινείτο επί της ιδίας οδού με αντίρροπη κατεύθυνση από αυτήν του οδηγού της μοτοσικλέτας, ήτοι με κατεύθυνση από .... Η επαρχιακή οδός ... στο ύψος του χωρίου ...

είναι διπλής κατεύθυνσης, καλυμμένη με ασφαλτικό τάπητα, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση χωρίς σήμανση - διαγράμμιση στο οδόστρωμα, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6 μέτρα, είναι ευθεία και οριζόντια, ενώ πέραν του οδοστρώματος στο ρεύμα προς Κάβο υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 1,80 μέτρων. Ήταν νύχτα, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η ορατότητα των οδηγών των οχημάτων δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, το δε όριο της μέγιστης επιτρεπόμενης ταχύτητας των κινουμένων οχημάτων καθορίζεται, ελλείψει σχετικής σήμανσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2696/1999 - K.O.K.

σε 50 χιλιόμετρα ωριαίως λόγω κατοικημένης περιοχής (βλ. έκθεση αυτοψίας). Φθάνοντας ο οδηγός της μοτοσικλέτας στο ύψος του χωριού ... από έλλειψη προσοχής και απερισκεψία του κατά την οδήγηση συνέχισε να οδηγεί στο μέσον της οδού, δεν διατηρούσε την οφειλόμενη για οδηγό μοτοσικλέτας συνεχή επαφή με τις επικρατούσες συνθήκες οδικής κυκλοφορίας, ούτε είχε την εποπτεία του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του ενόψει μάλιστα του ότι ήταν νύχτα με τεχνητό φωτισμό και κινιόταν εντός κατοικημένης περιοχής, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα το κινούμενο αντίθετα με κατεύθυνση από ...

δίκυκλο μοτοποδήλατο, αλλά να το αντιληφθεί καθυστερημένα, και κατά την συνάντηση των δύο οχημάτων, τη στιγμή που και το μοτοποδήλατο έφθασε στο ίδιο ύψος της οδού κινούμενο και αυτό στο μέσον της οδού εγγύτατα στον άξονα της τελευταίας, από ανεπιτειδιότητα περί την οδήγηση παρεξέκλινε ελαφρώς προς τα αριστερά με συνέπεια να συγκρουστεί μετωπικά με αυτό, περί το μέσον της οδού, και συγκεκριμένα να προσκρούσει με σφοδρότητα το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας στο εμπρόσθιο μέρος του μοτοποδηλάτου, μάλιστα δε, όπως επισημαίνει και ο πραγματογνώμονας των εναγόντων Α.

Δ., μηχανολόγος μηχανικός, στην έκθεση που συνέταξε με επιμέλειά τους και προσκομίζεται, από τα ευρήματα φαίνεται ότι η μοτοσικλέτα εμβόλισε με τον εμπρόσθιο τροχό της το μοτοποδήλατο στο ύψος του κινητήρα, από όπου φαίνεται ότι η πορεία της μοτοσικλέτας τη στιγμή της σύγκρουσης ήταν ελαφρώς υπό γωνία.

Συνέπεια της σύγκρουσης ήταν να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, ο οποίος υπέστη βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση κεφαλής, που επέφερε ως μοναδική ενεργός αιτία το θάνατό του (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. ....12.2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας -νεκροτομής της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Κέρκυρας υπογραφόμενη από την ιατροδικαστή Χ.

Τ.), ενώ τραυματίσθηκε ελαφρά ο οδηγός της μοτοσικλέτας και υπέστησαν ζημιές τα συγκρουσθέντα οχήματα. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο οδηγός της ασφαλισμένης σ’ αυτήν μοτοσικλέτας κινιόταν στο μέσον του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του με ταχύτητα περί τα 30-40 χιλιόμετρα την ώρα και είδε ξαφνικά μπροστά του και σε απόσταση δύο μέτρων περίπου το μοτοποδήλατο ως "ένα μαύρο αντικείμενο" να έρχεται κατά πάνω του, διατεινόμενη ότι το μοτοποδήλατο δεν είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του με αποτέλεσμα να μην το αντιληφθεί εγκαίρως και να μην έχει τη δυνατότητα χρονικά να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν κρίνεται βάσιμος, διότι το σημείο σύγκρουσης τοποθετείται και από τα αστυνομικά όργανα του Α.Τ. Λευκιμμαίων που επελήφθησαν του τροχαίου στην έκθεση και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα που συνέταξαν περί το κέντρο του οδοστρώματος της οδού και όχι στο ρεύμα του οδηγού της μοτοσικλέτας, δοθέντος ότι θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων καθώς και νερά και λάδια υπήρχαν και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, κηλίδες αίματος υπήρχαν στο ρεύμα κυκλοφορίας από ...

προς το κέντρο του οδοστρώματος, ενώ δεν ανευρέθησαν χαραγιές, ίχνη τροχοπέδησης, ούτε ίχνη πλάγιας ολίσθησης στο οδόστρωμα. Επίσης το μέγεθος των ζημιών των οχημάτων (βλ. σχετικό πρακτικό επιθεώρησης οχήματος, φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των οχημάτων και καταθέσεις μαρτύρων κατά την ποινική διαδικασία και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) καταδεικνύει τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και από αυτό συνάγεται σαφώς η αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα με την οποία κινιόταν τα συγκρουσθέντα οχήματα, οι τελικές θέσεις των οποίων όπως απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα βρίσκονται στο ρεύμα πορείας κάθε οδηγού αντίστοιχα.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο θανών δεν είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του και μάλιστα ότι επρόκειτο για ένα δίκυκλο ιδιοκατασκευής το οποίο εστερείτο παντελώς γενικού φωτισμού (φώτα πορείας, προβολείς και ανακλαστήρες φρένων) δεν αποδείχθηκε βάσιμος από τα αποδεικτικά στοιχεία. Στο πρακτικό επιθεώρησης του μοτοποδηλάτου αναφέρεται ότι πρόκειται για όχημα δίκυκλο μοτοποδήλατο εργοστασίου κατασκευής Suzuki τύπου birlie με τύπο κινητήρα Suzuki βενζινοκίνητο και αριθμό κινητήρα τον αναφερόμενο, το οποίο, μετά από μακροσκοπικό έλεγχο, έχει υποστεί στρέβλωση στο διαμήκη άξονα του πλαισίου στο σημείο σύγκρουσης στο ύψος του κινητήρα, σημειώνεται ότι είναι συναρμολόγηση διαφόρων τμημάτων από διαφορετικές μηχανές, έχει διαφορετικό αριθμό κινητήρα από τον αναφερόμενο στην άδεια κυκλοφορίας και δεν ανευρίσκεται ο αριθμός πλαισίου, χωρίς όμως να αναφέρεται ότι τα παραπάνω επηρεάζουν την κυκλοφοριακή του συμπεριφορά και το καθιστούν επικίνδυνο ή ακατάλληλο ως όχημα προς κυκλοφορία, ούτε δε ότι το καθιστούν ιδιοκατασκευή και δεν πληρούσε τους κανόνες και τις προδιαγραφές ασφαλείας οχήματος, όπως αβασίμως διατείνεται η εναγομένη.

Η σημείωση στο ίδιο πρακτικό ότι, προφανώς, από την κατάσταση των καλωδίων δεν υπάρχει (εμπρόσθιος) φανός δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν διέθετε φανό το μοτοποδήλατο, διότι όπως σημειώνεται στο ίδιο πρακτικό από τη σύγκρουση και την στρέβλωση του πλαισίου έχει καταστραφεί μερικώς ο κινητήρας, η πλαϊνή πλευρά και τα όργανα του τιμονιού και έτσι ο εμπρόσθιος φανός προφανώς διαλύθηκε κατά τη σύγκρουση αφού έχει διαλυθεί το τιμόνι, όπως επισημαίνει και ο προαναφερθείς πραγματογνώμονας Α.

Δ. στην ίδια ως άνω έκθεσή του. Επίσης, ούτε στο πρακτικό επιθεώρησης οχήματος ούτε από άλλο στοιχείο προκύπτει ότι το μοτοποδήλατο εστερείτο φωτισμού στο οπίσθιο μέρος του, ενδεικτών πορείας και ανακλαστήρων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Εξάλλου ανεξαρτήτως τούτων στο σημείο του ατυχήματος υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, όπως σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας και φαίνεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες από την επισκόπηση των οποίων προκύπτει ότι στο σημείο, που είναι κατοικημένη περιοχή με κατοικίες εκατέρωθεν της οδού, υπήρχε κολώνα τεχνητού φωτισμού, όπως όμοιες κολώνες υπήρχαν εκατέρωθεν του οδοστρώματος σε πυκνή σχετικά σειρά κατά μήκος της οδού εντός του χωριού και ο οδηγός της μοτοσικλέτας όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί το μοτοποδήλατο διότι ήταν ευχερής η αντίληψη της θέσης του επί της οδού.

Επίσης, από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, οδηγούσε το όχημά του υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αφού στις τοξικολογικές εξετάσεις ανιχνεύθηκε αιθυλική αλκοόλη στο αίμα του σε συγκέντρωση 0,39 g/Ι αίματος (βλ.

την υπ’ αριθ. πρωτ. .../08 έκθεση του Εργαστηρίου τοξικολογίας του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "..." και την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής), ποσότητα που είναι πάνω από το όριο των 0,20 γραμ/λίτρο αίματος το οποίο όταν υπερέβαινε τότε ο ελεγχόμενος εθεωρείτο ότι βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος (άρθρο 42 παρ. 1 του ΚΟΚ), δεδομένου ότι ο θανών οδηγούσε μοτοποδήλατο και έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 της υπ’ αριθ. 43500/5691 Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας - Μεταφορών και Επικοινωνιών - Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 105/Β/12.8.2002, που ίσχυε κατ’ εκείνο το χρόνο και καθόριζαν τα όρια οινοπνεύματος για αυτή την κατηγορία οδηγών.

Το τελευταίο αυτό γεγονός συνετέλεσε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, αφού, λόγω της διαπιστωθείσας κατάστασής του, αυτός είχε μειωμένη αντίληψη του κινδύνου, μειωμένη ικανότητα αντίδρασης (έγκαιρη αντίληψη του εμποδίου, μείωση ταχύτητας και διενέργεια αποφευκτικών ελιγμών) καθώς και υπερεκτίμηση των οδηγικών του ικανοτήτων (κίνηση στο μέσον του οδοστρώματος), όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι ενάγοντες περί νηφαλιότητας αυτού και μη επίδρασης της πιο πάνω ποσότητας οινοπνεύματος στην οδηγική του συμπεριφορά κρίνονται αβάσιμα.

Επίσης προέκυψε από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ότι ο θανών οδηγούσε το μοτοποδήλατο στερούμενος άδειας ικανότητας οδήγησης (βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. .../ε’ έγγραφο του Α.Τ. Λευκιμμαίων Κέρκυρας στην ποινική δικογραφία και από 8.10.2008 απόσπασμα βιβλίου συμβάντων της 23.9.2008 του ιδίου Α.Τ.) με συνέπεια την αδεξιότητά του περί την οδήγηση του μοτοποδηλάτου, η οποία κρίνεται ότι επηρέασε την οδηγική του συμπεριφορά και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης και τον θανάσιμο τραυματισμό του.

Τέλος, με την υπ’ αριθμ. 12/2013 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Ιωαννίνων (ο οδηγός της μοτοσικλέτας υπηρετούσε ως Ναύτης (ΘΑΛ) της δυνάμεως του ..., κατά το χρόνο του ατυχήματος), η οποία δεν αποτελεί δεδικασμένο αλλά συνεκτιμάται μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία ως δικαστικό τεκμήριο (βλ. Α.Π. 215/2013, Α.Π. 1716/2012, Α.Π. 410/2010, Α.Π. 1349/2008, Α.Π. 987/2008), ο οδηγός της μοτοσικλέτας Θ.

Μ. κρίθηκε ένοχος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια μη οικείου του, του ως άνω αλλοδαπού αλβανικής υπηκοότητας S. A. θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου, κατοίκου εν ζωή ..., και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών. Υπό αυτά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τις συνθήκες του ατυχήματος και προκύπτουν από το σύνολο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού θανατηφόρος τραυματισμός του ως άνω S. A.

οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια (συνυπαιτιότητα) τόσο του οδηγού της ασφαλισμένης στην εναγομένη μοτοσικλέτας όσο και του θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου, οι οποίοι δεν προείδαν το ατύχημα, διότι αμφότεροι δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία, κατ’ αντικειμενική κρίση, μπορούσαν, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων τους, και όφειλαν κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλουν, όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις κάθε λογικός και ευσυνείδητος άνθρωπος, και την οποία αν επεδείκνυαν θα μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.

β’ του Α.Κ.). Ειδικότερα, ο οδηγός της ασφαλισμένης στην εναγομένη δίκυκλης μοτοσικλέτας, διότι από έλλειψη προσοχής και απερισκεψία κατά την οδήγηση δεν διατηρούσε την οφειλόμενη για οδηγό μοτοσικλέτας επαφή με τις επικρατούσες συνθήκες οδικής κυκλοφορίας (νύχτα, κατοικημένη περιοχή) ούτε είχε την εποπτεία του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του ενόψει μάλιστα των πιο πάνω συνθηκών και συνέχισε να κινείται στο μέσον της οδού, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα το κινούμενο αντίθετα δίκυκλο μοτοποδήλατο και να συγκρουστεί μετωπικά με αυτό και να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός του μοτοποδηλάτου.

Η πιο πάνω συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσικλέτας, η οποία όντας ικανή να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, το προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι η αμέλεια αυτή του εν λόγω οδηγού και η εκ μέρους του παράβαση των επιτακτικών διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2696/1999 "Περί κυρώσεως του Κ.Ο.Κ." συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του πιο πάνω ατυχήματος.

Ο δε θανών οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου διότι και αυτός δεν οδηγούσε με την αναγκαία σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, όπως προπεριγράφηκαν, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του πριν από κάθε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και βρισκόταν σε ορατό για αυτόν σημείο της οδού, ή να το αποφύγει με τους κατάλληλους ελιγμούς, όπως όφειλε και μπορούσε, αλλά οδηγώντας το δίκυκλο μοτοποδήλατο στερούμενος άδειας ικανότητας οδήγησης και υπό την επήρεια οινοπνεύματος στο μέσον της οδού, όταν αντιλήφθηκε την αντιθέτως κινούμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα να εμποδίζει την πορεία του, κινούμενη στο μέσον της οδού, δεν μπόρεσε να αντιδράσει με την πραγματοποίηση των κατάλληλων χειρισμών και του επιβαλλομένου να ενεργήσει ελιγμού προς τα δεξιά, μολονότι υπήρχε ελεύθερος χώρος, ώστε να βρεθεί εκτός της πορείας της, στην πραγματοποίηση δε του ελιγμού δεν προήλθε από την οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε βαθμό που περιόριζε την δυνατότητα αντίδρασης και εκτέλεσης των απαιτούμενων χειρισμών και αποφευκτικών ελιγμών, με συνέπεια να συγκρουστούν τα δύο οχήματα.

Η πιο πάνω συμπεριφορά του θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου, η οποία όντας ικανή να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, το προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι η αμέλεια αυτή του εν λόγω οδηγού και η εκ μέρους του παράβαση των επιτακτικών διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 42 και 96 του ν. 2696/1999 "Περί κυρώσεως του Κ.Ο.Κ." συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του πιο πάνω ατυχήματος.

Ενόψει τούτων, εκτιμώντας το Δικαστήριο, κατά τα άνω εκτεθέντα, τη βαρύτητα υπαιτιότητας καθενός των εμπλακέντων, οδηγείται στην κρίση ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια κατά ποσοστό 60% του ασφαλισμένου οδηγού της μοτοσικλέτας και 40% του θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου, κατά τη νόμιμη και εν μέρει βάσιμη και κατ’ ουσίαν ένσταση εκ της διατάξεως του άρθρου 300 του Α.Κ.

περί συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού στην επέλευση του ατυχήματος, την οποία προέβαλε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας δεν έφερε στην κεφαλή του (φορούσε) προστατευτικό κράνος μοτοσικλετιστή κατά το χρόνο του ατυχήματος (βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. .../ε’ έγγραφο του Α.Τ.

Λευκιμμαίων Κέρκυρας στην ποινική δικογραφία και από 8.10.2008 απόσπασμα βιβλίου συμβάντων της 23.9.2008 του ιδίου Α.Τ.), κρίση που επιρρωνύεται και συνεπικουρείται από την βαρύτητα των τραυμάτων-καταγμάτων που υπέστη στο κεφάλι ο θανών, κατά παράβαση της σχετικής υποχρέωσής του που επιβαλλόταν από τα άρθρα 12 παρ. 6 και 101 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).

Η χρήση του προστατευτικού κράνους ήταν δυνατόν να αποτρέψει τις βαρειές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη ο θανών από την σύγκρουση. Εκτιμάται υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες και περιστάσεις ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράλειψη του παθόντος ενάγοντος να φέρει - χρησιμοποιήσει προστατευτικό κράνος μοτοσικλετιστή κανονικά προσδεμένο σε σχέση με το επελθόν αποτέλεσμα και ειδικότερα την έκταση των σωματικών βλαβών που ο θανών υπέστη από τον τραυματισμό του που εντοπίζονται όλες στο κεφάλι και συγκεκριμένα αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων της μετωπιαίας χώρας αριστερά, κάταγμα του μετωπιαίου οστού αριστερά, που εκτείνεται έως και στο υπερκόγχιο χείλος του αριστερού οφθαλμού, συντριπτικό κάταγμα ρινικού οστού, καθολική υπαραχνοειδής αιμορραγία, κάταγμα βάσεως κρανίου στον πρόσθιο κρανιακό βόθρο και διάσπαρτες θλάσεις της εγκεφαλικής ουσίας, συνεπεία των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο ακαριαίος θάνατός του (βλ.

ιατροδικαστική έκθεση), κατέστησε αυτόν συνυπαίτιο στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του κατά ποσοστό 30%. Τούτο, διότι η χρήση του προστατευτικού κράνους θα μείωνε σημαντικά τη βαρύτητα των σωματικών κακώσεων που υπέστη στο κρανίο και θα ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου του, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας που φορούσε προστατευτικό κράνος υπέστη στο κεφάλι μόνο εκδορές στο μέτωπο και θλαστικό τραύμα όπισθεν του αριστερού ωτός, και στο υπόλοιπο σώμα του υπέστη μόνο εκδορές και κακώσεις δεξιού γόνατος και κνήμης (βλ.

έγγραφο των εξωτερικών ιατρείων του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας), και εντεύθεν η παράλειψη χρήσεως αυτού θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του θανόντος καθώς υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες είναι αβάσιμα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που προσδιόρισε το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στην επέλευση της σύγκρουσης και στην έκταση του τραυματισμού του με συνέπεια το θάνατό του στο συνολικό ποσοστό 60% και του οδηγού της μοτοσικλέτας σε 40%, κατά μερική παραδοχή της από το άρθρο 300 Α.Κ. υποβληθείσας από την εναγομένη ένστασης περί συνυπαιτιότητας του παθόντος -ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και την έκταση του εν λόγω τραυματισμού του με συνέπεια το θάνατό του, την οποία προέβαλε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω νομικών διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι συναφείς τρεις πρώτοι λόγοι της έφεσης της εναγομένης πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι, ενώ οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης των εναγόντων με τους οποίους υποστηρίζουν τα αντίθετα και ζητούν να κριθεί αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης και του αποτελέσματός της ο οδηγός της μοτοσικλέτας πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ, αλλά και των άρθρων 19 και 20 του Κώδικα οδικής κυκλοφορίας σχετικά με την υπαιτιότητα των δύο οδηγών στο επελθόν ατύχημα και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των δύο οδηγών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και τη συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας καθενός περιστατικά. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ότι δεν αναφέρει η απόφαση ποιά ήταν η ταχύτητα του οχήματος του θανόντος οδηγού και αν αυτή υπερέβαινε το ανώτατο όριο των 50 χιλιομέτρων την ώρα, ποιός ο χρόνος και η απόσταση που διέθετε ο ίδιος οδηγός να αντιδράσει και αν αυτός ήταν επαρκής, ώστε να αποφύγει το ατύχημα με τροχοπέδηση ή δεξιό ελιγμό, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην πληρέστερη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του σαφώς διατυπουμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚπολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την έννοια του άρθρου 932 AK το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο, δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση, και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το. άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (καταρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚπολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 και 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, σχετικά με το αίτημα της επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων - αναιρεσειόντων, λόγω του θανάτου του ανωτέρω συγγενούς τους, το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο θανών, ο οποίος γεννήθηκε στην Αλβανία, αλβανικής υπηκοότητας, και διένυε κατά το χρόνο του ατυχήματος το 28° έτος της ηλικίας του (γεν. 5.5.1980), κατοικούσε στην Λευκίμμη Κέρκυρας, μαζί με τη σύζυγο του Β.

Σ. πρώτη ενάγουσα (ηλικίας τότε 21 ετών γεν. 17.10.1987), με την οποία συμβίωναν αρμονικά από 16.6.2006 που παντρεύτηκαν, και με τα δύο τέκνα του την θυγατέρα τους Π. (P.) Σ. - δεύτερη ενάγουσα όπως εκπροσωπείαι (ηλικίας τότε 2,5 ετών γεν. 26.6.2006) και τον υιό τους Α. Σ. - τρίτο ενάγοντα όπως εκπροσωπείται (ηλικίας τότε 5 μηνών γεν. 18.4.2008), ήταν υγιής, αρτιμελής και διέθετε άριστη σωματική και ψυχική υγεία, διατηρούσε δε στενούς συγγενικούς δεσμούς αγάπης πλην της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων του και με τους γονείς του, τα αδέλφια του και τη γιαγιά του από την πατρική γραμμή.

Οι γονείς του, τα αδέλφια του και η γιαγιά του, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος ο πατέρας του Λ. Σ. - τέταρτος ενάγων 60 ετών (γεν. 15.3.1948), η μητέρα του Σ. Σ. - πέμπτη ενάγουσα 59 ετών (γεν. 10.12.1949), ο αδελφός του Μ. Σ. - έκτος ενάγων 36 ετών (γεν. 11.2.1972), η αδελφή του Έ. Σ. - έβδομη ενάγουσα 32 ετών (γεν. 31.1.1976) και η γιαγιά του από την πατρική γραμμή Κ.

Σ. του Μ. και Μ. (χήρα) - όγδοη ενάγουσα 88 ετών (γεν.7.5.1920), είναι αλβανικής υπηκοότητας και διαμένουν όλοι μόνιμα στην Αλβανία, πλην του έκτου ενάγοντος, ο οποίος είχε έλθει μαζί με τον θανόντα στην Ελλάδα ως οικονομικός μετανάστης και διαμένει μόνιμα στη .... Όλοι οι ενάγοντες συνδέονταν μαζί του με αμοιβαίους και στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης, άρρηκτη στενή συγγένεια, ακατάλυτους οικογενειακούς δεσμούς και στενό ψυχικό δεσμό.

Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατός του, ο οποίος επήλθε εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, προξένησε στους προαναφερθέντες βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοητεύσεως, που έχασαν τον σύζυγο, πατέρα, τέκνο, αδελφό και εγγονό, αντίστοιχα, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον, οι οποίοι στερήθηκαν τη συντροφιά, τις συμβουλές και την αγάπη που τους χάριζε.

Ενόψει τούτων, ο θάνατός του προξένησε σε όλους τους πιο πάνω ενάγοντες και μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται, για την αιτία αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση.

Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθεισών περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η βίαιη και αιφνίδια θανάτωση του συγγενούς τους, ο βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, αλλά και του συντρέξαντος πταίσματος του ίδιου του θανατωθέντος στην επέλευση του ατυχήματος και του θανατηφόρου τραυματισμού του, η ηλικία αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του (28 ετών) και η ηλικία και η ευαισθησία των άνω δικαιούχων, σε συνδυασμό με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου καθενός με το θανατωθέντα που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς, η μέχρι το ατύχημα άριστη κατάσταση της υγείας του και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (η πρώτη ενάγουσα σύζυγος του θανόντος είναι οικονομική μετανάστρια και δεν προκύπτει αν εργάζεται, ο έκτος ενάγων αδελφός του εργάζεται σε αγροτικές εργασίες ως οικονομικός μετανάστης, ενώ δεν προκύπτει η επαγγελματική απασχόληση των λοιπών εναγόντων, χωρίς ωστόσο όλοι οι ενάγοντες να έχουν ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία, αφού ούτε σχετική επίκληση γίνεται από τους διαδίκους, σε συνδυασμό και με την εμφανισθείσα κατά τα τελευταία έτη οικονομική ύφεση), ενώ η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι μόνον εγγυητική, πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής σε 10.000 ευρώ για τη σύζυγο του θανόντος - πρώτη ενάγουσα, 7.000 ευρώ για καθένα από τα δύο ανήλικα τέκνα του - δεύτερη και τρίτο των εναγόντων, όπως νόμιμα εκπροσωπούνται, 6.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς του θανόντος - τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, 3.000 ευρώ για καθένα από τα αδέλφια του θανόντος -έκτο και έβδομη των εναγόντων και 2.000 ευρώ για την γιαγιά του θανόντος - όγδοη ενάγουσα.

Τα ανωτέρω ποσά είναι εύλογα (άρθρο 932 του Α.Κ.), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, καθόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης σε 20.000 για καθένα από τους σύζυγο - πρώτη ενάγουσα και ανήλικα τέκνα - δεύτερη ενάγουσα και τρίτο ενάγοντα, όπως εκπροσωπούνται, σε 15.000 ευρώ) για καθένα από τους γονείς - τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, σε 10.000 ευρώ για καθένα αδελφό - έκτο και έβδομη των εναγόντων και σε 5.000 ευρώ για τη γιαγιά - όγδοη ενάγουσα και ακολούθως τα επιδίκασε σε αυτούς για την προαναφερθείσα αιτία, αντί των ως άνω ορθών ποσών των 10.000 ευρώ για τη σύζυγο του θανόντος - πρώτη ενάγουσα, 7.000 ευρώ για καθένα από τα δύο ανήλικα τέκνα του - δεύτερη και τρίτο των εναγόντων, όπως νόμιμα εκπροσωπούνται, 6.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς του θανόντος - τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, 3.000 ευρώ για καθένα από τα αδέλφια του θανόντος - έκτο και έβδομη των εναγόντων και 2.000 ευρώ για την γιαγιά του θανόντος - όγδοη ενάγουσα, τα οποία πρέπει να τους επιδικασθούν, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ιδία δε περί την εκτίμηση των προσδιοριστικών της ψυχικής οδύνης στοιχείων και επομένως ο συναφής έβδομος λόγος της έφεσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως και κατ’ ουσίαν βάσιμος, ενώ ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης των εναγόντων με τον οποίο ζητείται η επιδίκαση σε καθένα μεγαλύτερου ποσού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων, λόγω ψυχικής οδύνης τους, στα προαναφερθέντα ποσά, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον, τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ψυχική οδύνη, που δέχθηκε ότι υπέστησαν αυτοί, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί του δικαίου συνείδηση, υπολείπονται δε καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσών.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καλύπτει και το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το ίδιο δικαστήριο, κατά τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως του υπαιτίου οδηγού Θ.

Μ. και του ιδιοκτήτη της μοτοσυκλέτας πατέρα του, άλλως της υπάρξεως ασάφειας, ως προς τους προσδιοριστικούς παράγοντες που έλαβε υπόψη του το ως άνω δικαστήριο, ανεξάρτητα από το ότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ως προς τους προαναφερόμενους, εχώρησε παραίτηση, εκ μέρους των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεώς τους ως προς αυτούς.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαιά της, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚπολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες των κατατεθέντων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παραβόλων (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚπολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 5570/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσει την επιστροφή, στους αναιρεσείοντες, των κατατεθέντων παραβόλων.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ