Legislator Case Law & Legislation
777/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against appeal against appeal, remanding case for retrial with new judge.

Case Number 777/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially accepted the appeal against the appeal against the appeal, rejecting the fourth appellant's claim while allowing the others' request. The court found the lower appellate court incorrectly accepted claims that should have been dismissed as legally unfounded, particularly regarding damages awarded to a non-family member. Consequently, the case was remanded for retrial before a different judge to resolve the remaining issues.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 914, 932 of the Civil Code; Article 559, 580 of the Code of Civil Procedure: An appeal against an appeal is admissible if the lower appellate court failed to dismiss unfounded claims, requiring remand for retrial before a different judge.

Keywords

AI generated
appeal against appeal legal unfoundedness family member damages remand for retrial different judge composition civil procedure code legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 914, 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 178 paragraph 1, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 777 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 777/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Τ. χήρας Β. Μ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ... Αττικής, ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης κόρης της Π. Μ. του Β., 2)Ι. Κ. του Κ., 3)Π. συζ. Ι. Κ., το γένος Α. Ρ., 4)Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., 5)Δ. Η. Μ., κατοίκου ..., 6)Α. Ο. του Β., πρώην συζ. Δ. Μ., 7)Η. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 8)Α. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 9)Φ. Μ. του Δ., κατοίκου ... Ο 5ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσιώτα, και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Κ. Δ. του Ι., ομόρρυθμου εταίρου και διαχειριστή της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, 2)Μ. Δ. του Ι., ομόρρυθμου εταίρου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρο τους Ξανθίππη Μικρού και Δημήτριο Βερβεσό, που κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2011 αγωγή των 1ης, 2ου, 3ης και 4ου των ήδη αναιρεσειόντων και την από 9/5/2011 αγωγή των 5ου, 6ης, 7ου, 8ου και 9ου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1491/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4042/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/12/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 24/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τεσσάρων πρώτων λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του πέμπτου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 15 του ΠΚ , συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. β’ ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει τα ποσά αυτά.

Εξάλλου, όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως υφίσταται μόνο αν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδίως την προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ.Ν ΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Στην περίπτωση αυτή, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος απ’ αυτόν ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ’ αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 2.008/2013, 723/2012, 1840/2011, 814/2011).

Τέτοια γενικά μέτρα ασφάλειας, που πρέπει να τηρούν οι εργοδότες προβλέπουν : Α) οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4, 7 παρ. 1 περ.α’ και β’ , 7 παρ. 2 περ. α’ και β’ , 17 παρ. 1 και 2, 19 παρ. 1 και 2, 23 και 32 του ν. 1.568/1985 ‘ ‘ Υγιεινή και Ασφάλεια εργαζομένων’ ‘ . Με την πρώτη των διατάξεων αυτών ορίζεται ότι ‘ ‘ Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται, εφόσον δεν ορίζεται αλλιώς, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα...(άρθρο 1 παρ. 1).

Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, ως τόπος εργασίας νοείται κάθε χώρος που βρίσκονται ή μεταβαίνουν οι εργαζόμενοι εξαιτίας της εργασίας τους και που είναι κάτω από τον έλεγχο του εργοδότη’ ‘ (άρθρο 1 παρ. 4). Με τη δεύτερη (άρθρο 7 παρ. 1 περ. α’ και β’ ) προβλέπεται ότι ‘ ‘ 1. Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας ο τεχνικός ασφαλείας έχει υποχρέωση:

α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να αναφέρει στον εργοδότη oποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, β) να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέτρων προστασίας... 2.

για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση ο τεχνικός ασφαλείας έχει υποχρέωση: α) να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους, β) να συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας...Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω νόμου, προβλέπεται ότι ‘ ‘ 1.

Η μελέτη των χώρων εργασίας πρέπει να αποβλέπει στη δημιουργία ασφαλούς και υγιεινού περιβάλλοντος και ακώλυτης ροής της εργασίας. Οι διαστάσεις των χώρων εργασίας πρέπει να είναι ανάλογες με το είδος της παραγωγικής διαδικασίας και τον αριθμό των εργαζομένων. 2. Σε κάθε θέση εργασίας πρέπει να υπολογίζεται ελεύθερη επιφάνεια ώστε ο εργαζόμενος να μπορεί να κινείται ανεμπόδιστα κατά την εκτέλεση της εργασίας του..’ ‘ , ενώ με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 προβλέπεται ότι ‘ ‘ 1.

Ο εργοδότης οφείλει να συντηρεί τους τόπους εργασίας και να μεριμνά για την κατά το δυνατό άμεση αποκατάσταση των ελλείψεων, που έχουν σχέση με την υγιεινή και της ασφάλεια των εργαζομένων. Αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η εργασία στο σημείο που εμφανίζονται οι ελλείψεις, μέχρι την αποκατάστασή τους. 2.

Τα συστήματα ασφαλείας για την πρόληψη και την άρση του επαγγελματικού κινδύνου πρέπει να συντηρούνται τακτικά και να ελέγχονται για την ικανότητα λειτουργίας τους τουλάχιστον μία φορά το εξάμηνο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τις ισχύουσες διατάξεις...’ ‘ .Με τη διάταξη του άρθρου 23 ορίζονται τα ακόλουθα :

‘ ‘ 1. Μηχανές, συσκευές και εργαλεία με την έννοια του νόμου αυτού είναι τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται στους τόπους εργασίας και που κινούνται με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, εκτός από την ανθρώπινη. 2. Οι μηχανές, συσκευές και εργαλεία πρέπει να είναι κατασκευασμένα έτσι, ώστε με την ορθή τοποθέτηση και χρήση τους να μη δημιουργούν κινδύνους για τους εργαζόμενους. 3.

Οι μηχανές, συσκευές και εργαλεία πρέπει να είναι κατασκευασμένα έτσι, ώστε τα κινούμενα στοιχεία τους, που είναι δυνατό να δημιουργήσουν κινδύνους για τους εργαζόμενους, να μην είναι προσιτά ή να αποκλείεται τυχαία επαφή μαζί τους στο μέτρο που αυτό δεν παρακωλύει τη λειτουργία και χρήση τους. 4 Αν δεν είναι δυνατό να αποτραπεί η ύπαρξη εξωτερικών και προσιτών στους εργαζόμενους περιστρεφόμενων στοιχείων ή στοιχείων μετάδοσης κίνησης, πρέπει να λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα προστασίας των εργαζομένων από αυτά....6.

Αν κατά τη λειτουργία των μηχανών, συσκευών και εργαλείων είναι δυνατό να εκσφενδονισθούν στοιχεία ή τεμάχιά τους ή υποπαράγωγα της λειτουργίας τους (ρινίσματα, σκόνες ή άλλα) και στο μέτρο που δημιουργούνται κίνδυνοι για τους εργαζόμενους, πρέπει να λαμβάνονται ιδιαίτερα προστατευτικά μέτρα, όπως προστατευτικές καλύπτρες, εγκαταστάσεις αναρρόφησης και άλλα..’ ‘ , ενώ με τη διάταξη του άρθρου 32 του ν. 1586/1985 ορίζεται ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρευρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα ( εδ. 1), να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (εδ.3) και να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους ( εδ.5).

Β) Το β.δ. της 15/21-10-1922, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται ότι ‘ ‘ η εν τω άρθρω 1 απαιτουμένη άδεια ιδρύσεως σκοπόν έχει την λεπτομερή εξέτασιν των συνθηκών ιδρύσεως πάσης μηχανολογικής εγκαταστάσεως και τον καταρτισμόν αντιστοίχων τεχνικών όρων ασφαλείας, οίτινες δέον να τηρηθώσι κατά την ίδρυσιν εκάστης τούτων, προς προστασίαν του εργαζομένου προσωπικού, των περιοίκων και του κοινού, από παντός κινδύνου, βλάβης υγείας ή ενοχλήσεως, προκληθησομένων υπό της ιδρυθησομένης εγκαταστάσεως...’ ‘ .και στο άρθρο 14 του οποίου ορίζεται ότι ‘ ‘ Ο σφόνδυλος, αι τροχαλίαι, οι οδοντωτοί τροχοί, οι ιμάντες, οι διωστήρες, τα στρόφαλα, αι προεκτάσεις των αξόνων, τα διαμπερή βάκτρα εμβόλων και τα λοιπά επικινδύνως κινούμενα στοιχεία των μηχανισμών δέον να παρεμβάλλωνται δια κιγκλιδωμάτων ή να καλύπτωνται δια προφυλακτήρων, κατά τρόπον αποτρέποντα πάντα κίνδυνον δια το περί αυτά ασχολούμενον προσωπικόν’ ‘ .

Γ) Το π.δ. 17/1996 ‘ ‘ Μέτρα ασφάλειας-υγείας εργαζομένων για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί της ασφαλείας και υγιεινής των εργαζομένων προς τις διατάξεις των Οδηγιών 89/391/ΕΟΚ της 12-6-1989 και 91/383/ΕΟΚ της 25-6-1991’ ‘ , το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

Στο άρθρο 7 του εν λόγω π.δ. ορίζονται, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα: 1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των τρίτων... 6. Ο εργοδότης υποχρεούται α) ...γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, δ) να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους ... 7.

Ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης: α) αποφυγή των κινδύνων..., γ) προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας..., θ) παροχή των κατάλληλων οδηγιών στους εργαζόμενους.

Δ) Το π.δ. 395/1994 ‘ ‘ Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση προς την Οδηγία του Συμβουλίου 89/656/ΕΟΚ’ ‘ , το οποίο ορίζει ότι εξοπλισμός εργασίας είναι κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία (άρθρο 2 παρ 1), ότι ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση του εργαζόμενου μέσα στην επιχείρηση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του.

Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας, καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφαλείας.

Όταν δεν είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο (άρθρο 3) και στο άρθρο 6 παρ. 1 ορίζει το ίδιο π.δ. ότι, στα πλαίσια της ενημέρωσης των εργαζομένων, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν στη διάθεσή τους τις επαρκείς πληροφορίες και, όταν απαιτείται, γραπτές οδηγίες χρήσης σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας που χρησιμοποιείται κατά την εργασία και Ε) Το π.δ.

της 13/14-3-1934’ ‘ Περί υγιεινής και ασφαλείας των εργασιών και υπαλλήλων των πάσης φύσεως βιομηχανικών και βιοτεχνικών εργοστασίων, εργαστηρίων κλπ", το Κεφάλαιο ΙΒ’ του οποίου, με τίτλο ‘ ‘ Μηχαναί κατεργασίας, μηχανικά εργαλεία και συσκευαί’ ‘ , διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το π.δ. 16/1996, το οποίο κατάργησε τα περισσότερα κεφάλαια του ως άνω π.δ., στο οποίο ορίζεται ότι :

‘ ‘ Η χρησιµοποίησις µηχανών κατεργασίας δέον να ανατίθεται µόνον εις ειδικά πρόσωπα’ ‘ (άρθρο 74). ‘ ‘ Εκάστη µηχανή κατεργασίας ή µηχανικόν εργαλείον δέον να εφοδιάζηται µε ασφαλή µηχανισµόν εκκινήσεως, όστις να δύναται ευκόλως να χρησιµοποιήται εκ της θέσεως του εργάτου. Εξαίρεσις επιτρέπεται εκεί όπου πολλαί µηχαναί ευρίσκονται εις συνεχή εργασίαν, ενούµενοι διά κοινής λειτουργίας εις µίαν οµάδα εργαζοµένην ταυτοχρόνως, οπότε αρκεί εις κοινός µηχανισµός εκκινήσεως.

Μηχαναί εξαιρετικώς κινδυνώδεις (ως κύλινδροι π.χ.), εις τας οποίας η ύλη ωρείται απ’ ευθείας διά των χειρών εις το επικίνδυνον µέρος και εις ας δεν δύναται ν’ αποφευχθή τελείως ο κίνδυνος διά προφυλακτικών συστηµάτων, δέον να εφοδιάζωνται δι’ ευκόλως προσιτών διακοπών, αµέσως επενεργούντων ή διά συστηµάτων πεδήσεως’ ‘ (άρθρο 76).’ ‘ Εις όλας τας µηχανάς κατεργασίας και τα µηχανικά εργαλεία και εις αυτάς τας χειροκινήτους, δέον οι οδοντωτοί τροχοί, δίσκοι τριβής, ατέρµονες, κοχλίαι κλπ.

να προφυλαχθούν ώστε να µη δύναται να επέλθη τραυµατισµός των εις τας µηχανάς ταύτας απασχολουµένων ή των παρ’ αυτάς διερχοµένων εργατών... Επίσης δέον να λαµβάνωνται κατά το δυνατόν τοιαύται προφυλάξεις ώστε ουδείς εργάτης να ευρίσκεται συνήθως απησχοληµένος εις εργασίαν εν τω επιπέδω περιστροφής του σφονδύλου (βολάν), µύλου ή οιουδήποτε άλλου µηχανήµατος στρεφοµένου µετά ταχύτητος. ?ιά τους ιµάντας, τροχαλίας, σφονδύλους, ισχύουν αι σχετικαί διατάξεις του κεφαλαίου των κινητηρίων µηχανών και της µεταδόσεως κινήσεως.

Ανοίγµατα πληρώσεως ή εκκενώσεως µηχανών εις άτινα η χρησιµοποίησις των χειρών παρουσιάζει κινδύνους από πτερά, κοχλίας, κυλίνδρους κλπ. δέον να εξασφαλίζωνται διά χοανών, προφυλακτικών εσχαρών, καλυµµάτων, συνδεδεµένων µετά του διακόπτου της κινήσεως ώστε κατά την λειτουργίαν ν’ αποκλείηται επαφή των χειρών µετά των επικινδύνων στοιχείων’ ‘ (άρθρο 77).

‘ ‘ Οι οδοντωτοί τροχοί των τόρνων πρέπει να καλύπτωνται. Οι κοχλίαι προσηλώσεως των κατεργαζοµένων αντικειµένων πρέπει να µη εξέχουσι. Προς τούτο καλύπτονται ή βυθίζονται (χωνευτοί) εντός του σώµατος του µηχανικού εργαλείου. Εις τους τόρνους αυτοµάτου λειτουργίας πρέπει να λαµβάνωνται µέτρα αποκλείοντα τον τραυµατισµόν του εργάτου υπό των περιστρεφοµένων κοχλιών.

Ούτοι καλύπτονται κατά το δυνατόν διά προφυλακτικών δακτυλίων’ ‘ (άρθρο 88).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός1 εδ. α’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. (Ολ ΑΠ 1/2016, 7/2014, 2/2013).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση ( ΑΠ 319/2017, 130/2016 ).

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα ( ΟλΑΠ 15/2006).

2. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση των μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ότι η πρώτη των εναγομένων εταιρεία, που εκπροσωπείται από το δεύτερο εναγόμενο και διαχειριστή της, ο οποίος επιπλέον τυγχάνει ομόρρυθμος εταίρος της, όπως και η τρίτη εναγομένη, ασχολείται με την κατασκευή, επισκευή και συντήρηση μηχανημάτων αρτοποιίας και διαθέτει τις απαραίτητες εγκαταστάσεις και.

μηχανήματα στο επί της οδού ... της ... οίκημα. Ότι, στις 2-9-2002 προσέλαβε, δια του τότε νομίμου εκπροσώπου της Ι. Δ., πατέρα των παραπάνω εναγομένων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας το Β. Μ., σύζυγο της πρώτης ενάγουσας και πατέρα της ανήλικης Π. (7 ετών περίπου κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος), γαμβρό των δευτέρου και τρίτης από τους ενάγοντες της ίδιας αγωγής, γυιό των δύο πρώτων από τους ενάγοντες της δεύτερης από τις κρινόμενες αγωγές και αδελφό των υπολοίπων τριών της ίδιας αγωγής, προκειμένου να παρέχει σ’ αυτήν την εργασία του με την ειδικότητα του εργάτη μετάλλων.

Ότι ο παραπάνω συγγενής των εναγόντων, ο οποίος παρείχε έκτοτε ανελλιπώς την προαναφερόμενη εργασία του, προέβαινε αρκετές φορές και στην εκτέλεση βοηθητικών εργασιών στην εργαλειομηχανή του τόρνου, έχοντας εκπαιδευθεί προς τούτο από το δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος κατά βάση τον χειριζόταν, υποβοηθούμενος ορισμένες φορές από τον εργαζόμενο Β.

Μ., χωρίς, ωστόσο, να έχει εφοδιαστεί κανείς τους με πιστοποίηση χειρισμού σύνθετων εργαλειομηχανών, στις οποίες περιλαμβάνεται ο τόρνος. Ότι, στις 30-4-2010, ημέρα Π., εργάζονταν από τις πρωινές ώρες στον παραπάνω εργοστασιακό χώρο ο Β. Μ. μαζί με τον Ε. Α.Ι. G., που εξετάστηκε ως μάρτυρας, στην τοποθέτηση μονωτικού υλικού σε αρτοκλίβανο και παράλληλα, σε απόσταση 5-6 μέτρων, ο δεύτερος εναγόμενος στον τόρνο, επισκευάζοντας ένα μεταλλικό κύλινδρο ζυμώματος.

Ότι, συγκεκριμένα, όπως προκύπτει ιδίως από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διενήργησε ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Γ. Κ., και η οποία κατατέθηκε από αυτόν στις 5-7-2010 ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Α.Τ. Αιγάλεω στα πλαίσια της προανακριτικής διαδικασίας που διεξήχθη, σε συνδυασμό με τις από 11-5-2010 και 30-4-2010 προανακριτικές καταθέσεις, που δόθηκαν από το δεύτερο εναγόμενο και τον παραπάνω μάρτυρα αντίστοιχα, αλλά και την κατάθεση του τελευταίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εργασία που έκανε ο δεύτερος εναγόμενος ήταν η μείωση της διαμέτρου Φ20 mm των δύο ακραίων τμημάτων του υπό επισκευή κυλίνδρου, συνολικού μήκους 618 mm, και ακολούθως το γυάλισμά τους και η τοποθέτηση στις δύο αυτές άκρες ρουλεμάν αντίστοιχης διαμέτρου και, τέλος, η απομάκρυνση τυχόν σκουριών από το κυρίως σώμα του κυλίνδρου, διαμέτρου Φ 100 mm, με τη βοήθεια επιπρόσθετου ηλεκτρικού τριβείου.

Ότι η φάση, που είχε ολοκληρωθεί στον επίμαχο κύλινδρο από το δεύτερο εναγόμενο, ήταν η πρώτη, ο καθαρισμός, δηλαδή, των ακραίων τμημάτων, δεδομένου ότι τα ρινίσματα από το μαχαίρι του τόρνου σ’ αυτά ήταν εμφανή. Ότι προς τούτο είχε στηριχθεί ο κύλινδρος στη μία άκρη του στον κεντροφορέα (πόντα-κουκουβάγια) του τόρνου και στην άλλη στον σφικτήρα (choke) αυτού, και είχε χρησιμοποιηθεί από τις δύο υπάρχουσες ταχύτητες περιστροφής -υψηλή και χαμηλή- η δεύτερη των 125 στροφών, που ενδείκνυται για την παραπάνω εργασία.

Ότι στο σημείο αυτό ο εναγόμενος διέκοψε τη λειτουργία του τόρνου για να μεταβεί σε εξωτερικές εργασίες και στη συνέχεια, αφού ο εναγόμενος είχε πλέον αποχωρήσει από τον παραπάνω χώρο, ο Β. Μ. κατευθύνθηκε στον τόρνο, αλλά αμέσως μόλις τον έθεσε σε λειτουργία το ένα άκρο του ζυμωτικού κυλίνδρου, που προηγουμένως ήταν προσαρμοσμένο στην πόντα του τόρνου, αλλά ακολούθως λύθηκε, προκειμένου να ελεγχθεί η δυνατότητα τοποθέτησης του ρουλεμάν, κινούμενο ελεύθερα τον έπληξε με σφοδρότητα στο κεφάλι, ενώ παράλληλα το άλλο άκρο, που παρέμεινε προσαρμοσμένο στο choke, είχε λυγίσει λόγω της αυξημένης φυγόκεντρης δύναμης, που αναπτύχθηκε σε κλάσματα του δευτερολέπτου, δεδομένου ότι είχε επιλεγεί η λειτουργία του τόρνου στην υψηλή ταχύτητα περιστροφής των 1.000 στροφών.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν να υποστεί ο Β. Μ. βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας απεβίωσε στις 11.52 της ίδιας ημέρας στο νοσοκομείο Γ.Ν. ΝΙΚΑΙΑΣ, όπου μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο αμέσως μετά το παραπάνω ατύχημα. Ότι για το αποτέλεσμα αυτό, που οφείλεται σε βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας και αποτελεί εργατικό ατύχημα, ευθύνεται καταρχήν ο ίδιος ο θανών.

Ότι συγκεκριμένα, έχοντας σχετική εμπειρία της χρήσης του τόρνου, δεδομένου ότι λόγω της επτάχρονης και πλέον εργασίας του στην επιχείρηση των εναγομένων είχε ασχοληθεί αρκετές φορές σ’ αυτόν, και ενώ η εργασία γυαλίσματος του κυλίνδρου, που ακολουθούσε την εργασία μείωσης της διαμέτρου, που είχε ήδη τελειώσει ο δεύτερος εναγόμενος, επέβαλε την προσαρμογή και των δύο άκρων του υπό επεξεργασία κυλίνδρου στις αντίστοιχες θέσεις του τόρνου (choke και πόντα), καθώς η εργασία αυτή μπορούσε να γίνει μόνο στην υψηλή ταχύτητα των 1.000 στροφών, ο θανών επιχείρησε να την εκτελέσει με ελεύθερο το ένα άκρο του κυλίνδρου, με αποτέλεσμα το θανατηφόρο τραυματισμό του υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες.

Ότι ανεξαρτήτως: 1) της φάσης κατά την οποία διεκόπη η επεξεργασία του κυλίνδρου από το δεύτερο εναγόμενο και η οποία (διακοπή), όπως αποφάνθηκε ο παραπάνω πραγματογνώμονας, μπορεί να έλαβε χώρα μετά τον καθαρισμό της άκρης του τόρνου, που έγινε από τον εναγόμενο, και εναλλακτικά πριν ή μετά το λύσιμο της πόντας, ώστε να ελεγχθεί αν το ρουλεμάν μπορούσε πλέον να προσαρμοστεί στην άκρη του κυλίνδρου και 2) του από ποιον λύθηκε η πόντα, δηλαδή το θανόντα ή τον εναγόμενο, για λόγους στοιχειώδους προφύλαξής του ο θανών επιβαλλόταν να ακολουθήσει την παραπάνω διαδικασία προσαρμογής και των δύο άκρων του κυλίνδρου στον τόρνο, δεδομένου ότι είχε ήδη επιλεγεί η υψηλή ταχύτητα περιστροφής του τόρνου, αφού ο μοχλός περιστροφής ήταν πριν την εκκίνηση του τόρνου από το θανόντα γυρισμένος σ’ αυτήν.

Ότι η συνυπαιτιότητα του θανόντος, ο οποίος αδικαιολόγητα και κατά παράβαση των μέτρων, που ο ίδιος όφειλε να λαμβάνει, κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, κατά την εργασία του, για την προστασία της υγείας και της σωματικής του ακεραιότητας και μπορούσε, δεδομένου ότι λόγω της πολύχρονης ενασχόλησής του στην εταιρεία των εναγομένων και κατ’ επέκταση στον τόρνο που λειτουργούσε σ’ αυτήν, γνώριζε το χειρισμό του και τους κινδύνους, που συνεπαγόταν, έγκειται στο ότι παρέλειψε να προσαρμόσει τον κύλινδρο στον τόρνο με τον προαναφερόμενο τρόπο, που ήταν μονόδρομος λόγω της επιλεγείσας υψηλής ταχύτητας.

Ότι στην έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής συνετέλεσε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και το γεγονός ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο θανών είχε συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα σε ποσοστό 0,5 G/L, το οποίο προκαλεί άρση των φυσιολογικών αναστολών, ευφορία, φλυαρία και υπερεμπιστοσύνη (βλ. το .../7-6-2012 έγγραφο της Iατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών).

Ότι, ενόψει των όσων αποδείχθηκαν παραπάνω, το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του θανόντος ανέρχεται σε ποσοστό 60%. Ότι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνυπαίτιοι κατά το υπόλοιπο ποσοστό (40%) στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος τυγχάνουν η εναγομένη εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρεία, όσο και οι συνεναγόμενοι εταίροι, εκ των οποίων ο δεύτερος είχε και τις ιδιότητες του νομίμου εκπροσώπου, διαχειριστή και τεχνικού ασφάλειας της εταιρείας, δεδομένου ότι, ενώ γνώριζαν ότι ο θανών δεν είχε επαρκείς γνώσεις για το χειρισμό του τόρνου, του επέτρεψαν, μετά από οδηγίες του δευτέρου εναγομένου, που, όμως, ούτε αυτός είχε σχετική άδεια και συνακόλουθα επαρκείς γνώσεις να τον χειρίζεται, χωρίς μάλιστα την παρουσία και τον έλεγχο του ίδιου.

Ότι η τρίτη εναγομένη, ως ομόρρυθμη εταίρος της συνεναγομένης εταιρείας, ευθύνεται σε κάθε περίπτωση σε ολόκληρο με αυτήν και το δεύτερο εναγόμενο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης λόγω της ψυχικής οδύνης των εναγόντων, στην πρόκληση της οποίας συνέβαλε η παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου, που αντιπροσώπευε την ομόρρυθμη εταιρεία, απορριπτόμενου του ισχυρισμού της περί έλλειψης ευθύνης της λόγω μη συμμετοχής της στις υποθέσεις της εταιρείας.

Ότι οι άνω νομικές υποχρεώσεις των οργάνων της εναγομένης, προς θετική πράξη ή παράλειψη, πηγάζουν: α) από το άρθρο 6 παρ. 1 π.δ.. 395/1994, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 89/1999, κατά το οποίο στα πλαίσια της ενημέρωσης των εργαζομένων, ο εργοδότης λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν στη διάθεσή τους τις επαρκείς πληροφορίες, σχετικά με τις συνθήκες χρήσης του εξοπλισμού εργασίας και β) από το άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 17/1996, κατά το οποίο οι εργαζόμενοι, στους οποίους ανατίθεται η χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας, εκπαιδεύονται επαρκώς, ιδιαίτερα για τους κινδύνους που, ενδεχομένως, δημιουργούνται κατά τη χρησιμοποίηση του.

Ότι η μη ανανέωση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης των εναγομένων κατά παράβαση του άρθρου 2 του β. δ. της 15/21-10- 1922, με την οποία εφοδιάστηκαν στη συνέχεια, δεν επέδρασε αιτιωδώς στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ειδική αμέλεια των εναγομένων. Ότι η κατάσταση του επίμαχου τόρνου ήταν καλή και τα κρίσιμα εξαρτήματά του (choke και πόντα) λειτουργούσαν άψογα, όπως διαπίστωσε ο προαναφερόμενος πραγματογνώμονας.

Ότι η παράλειψη εφοδιασμού του θανόντος στον τόρνο με κράνος, ως ατομικό μέτρο προστασίας, δεν αποδείχθηκε ότι θα μπορούσε να επηρεάσει το θανατηφόρο τραυματισμό του, δεδομένου ότι λόγω της σφοδρότητας του κτυπήματος και του μέσου που το προκάλεσε, η χρήση του κράνους δεν θα μπορούσε να αποτρέψει ή έστω να μειώσει τη σωματική βλάβη που υπέστη ο θανών.

Ότι το ίδιο ισχύει και για την απόσταση του ζημιογόνου τόρνου από τον όπισθεν αυτού τοίχο, που, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε τοποθετηθεί κατά παράβαση της επικαλούμενης από τους εναγομένους διάταξης του άρθρου 16 π.δ. 16/1996, δεν προέκυψε ότι είχε την οποιαδήποτε επιρροή στην επέλευση του ατυχήματος, αφού λόγω της άμεσης πλήξης του θανόντος δεν υπήρχε περιθώριο διενέργειας αποφευκτικού ελιγμού του.

Ότι δεν αποδείχθηκε ότι προβλέπεται η τοποθέτηση προστατευτικού καλύμματος στον συγκεκριμένο συμβατικό τόρνο, την έλλειψη του οποίου προβάλλουν οι ενάγοντες ως παράγοντα που συνετέλεσε στο επίδικο ατύχημα. Ότι οι διενεργήσαντες αυτοψία επιθεωρητές και ο πραγματογνώμονας δεν προβάλλουν υποχρέωση τοποθέτησης προστατευτικού καλύμματος, το οποίο, άλλωστε, θα καθιστούσε αδύνατη την εκτέλεση των προπεριγραφόμενων εργασιών που γίνονται στον τόρνο.

Ότι ο ν. 6422/1934 δεν τυγχάνει εφαρμογής, αναφορικά με την άδεια χειρισμού τόρνου, διότι αφορά την άδεια επαγγέλματος μηχανολόγων- ηλεκτρολόγων - μηχανικών - ναυπηγών, για την οποία δεν πρόκειται εδώ. Ότι ο ενάγων, κατόπιν σχετικής εντολής του δευτέρου εναγομένου, κατευθύνθηκε στον τόρνο λίγα λεπτά μετά την αποχώρησή του, ώστε να εκτελέσει τη δεύτερη φάση της προπεριγραφόμενης εργασίας, διότι διαφορετικά δεν υπήρχε προς τούτο λόγος, δεδομένου ότι ήταν ήδη απασχολημένος στην εργασία της μόνωσης κάποιου αρτοκλιβάνου, την οποία διέκοψε για να μεταβεί στον τόρνο.

Ότι στο συμπέρασμα αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι η προηγηθείσα στοιχειώδης εκπαίδευση του θανόντος στον τόρνο από το δεύτερο εναγόμενο απέβλεπε ακριβώς στη δυνατότητα εκτέλεσης εργασιών σ’ αυτόν και από το θανόντα σε περιπτώσεις απασχόλησης του ίδιου σε άλλο αντικείμενο. Ότι η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς E. A.

G. καταθέτει ότι δεν άκουσε το δεύτερο εναγόμενο να απευθύνει εντολή με το παραπάνω περιεχόμενο στο θανόντα, διότι εύλογο είναι να επιθυμεί να τον στηρίξει λόγω της υπάρχουσας εργασιακής εξάρτησής του. Συνεχίζοντας το Εφετείο δέχεται ότι οι εναγόμενοι όφειλαν και μπορούσαν να προβλέψουν ότι εκ των άνω παραλείψεών τους, σε συνδυασμό με την ανεπιτηδειότητα του θανόντος, αφού εστερείτο άδειας χειριστού για το συγκεκριμένης κατηγορίας μηχάνημα, ήταν δυνατόν να επέλθει ως αποτέλεσμα ο τραυματισμός του, όπως και έγινε τελικά με το επίδικο θανατηφόρο εργατικό ατύχημα.

Ότι, με βάση τα προεκτεθέντα, η νόμιμα προταθείσα στην πρωτόδικη δίκη από τους εναγομένους σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας και του θανόντος στην πρόκληση του, κατά τα άνω, επισυμβάντος θανάτου του, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., που την επαναφέρουν ως λόγο έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη κατά το παραπάνω ποσοστό.

Ότι, κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών επελεύσεως του ως άνω ατυχήματος, της συγκλίνουσας υπαιτιότητας των εναγομένων φυσικών προσώπων στην πρόκληση αυτού, του παραπάνω ποσοστού της συντρέχουσας υπαιτιότητας του παθόντος, της ηλικίας του, ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν 36 ετών, σύζυγος της ενάγουσας Τ.

Κ., που τότε βρισκόταν στον πέμπτο μήνα κύησής της, στην ηλικίας τώρα τεσσάρων (4) ετών, Β. Μ., και πατέρας της ηλικίας τότε επτά (7) ετών Π., του βαθμού συγγένειας με τους ενάγοντες, της μέσης οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του ως άνω παθόντος, της καλής οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των εναγομένων, από τους οποίους ο δεύτερος και η τρίτη τυγχάνουν αδελφοί και συνεχίζουν την εκμετάλλευση της οικογενειακής επιχείρησης, που ο πατέρας τους Ι.

ασκούσε προηγουμένως, η οποία, όμως, έχει περιορισμένο κύκλο εργασιών, όπως συνάγεται από 1) τη σταθερή μείωση κατ’ έτος των εισοδημάτων των εναγομένων, που αναφέρονται στις φορολογικές τους δηλώσεις των ετών 2007 και εφεξής, 2) το ότι σ’ αυτήν απασχολούνταν, εκτός από τον εναγόμενο, ο θανών και ο προαναφερόμενος εξετασθείς ως μάρτυρας και 3) ότι λειτουργούσε σε μέρος του αρχικού χώρου, συστεγαζόμενη με άλλη επιχείρηση συντήρησης ανελκυστήρων, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, έπρεπε να επιδικαστεί στους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση αυτών, λόγω ψυχικής οδύνης τους, η ακόλουθη εύλογη χρηματική ικανοποίηση, στην οποία δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 50 ευρώ για καθένα από τους ενάγοντες, που επιφυλάχθηκαν να διεκδικήσουν στα αρμόδια ποινικά δικαστήρια:

για μεν την πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του θανόντος, το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000) ευρώ, για την ανήλικη θυγατέρα τους Π. το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, για καθένα από τους γονείς του το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, για καθένα από τους αδελφούς του το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και για καθένα από τους γονείς της συζύγου του το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Στη συνέχεια των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, καθώς και την αντέφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει τις από 15-3-2011 και 9-5-2011 ένδικες αγωγές, εκτός από την πρώτη, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη ως προς τον ενάγοντα Κ. Κ., και επιδίκασε στους λοιπούς ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα παραπάνω αναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,300,330, 914 και 932 ΑΚ, 2 και 14του β.δ. της 15/21-10-1922, 7 παρ. 1 περ. α’ και β’ , 17 παρ. 1 και 2, 23, 26 και 32 του ν. 1.568/1985, 7 του π.δ. 17/1996 , 2 παρ. 1, 3 και 6 παρ. 1 του π.δ. 395/1996 και 74, 76 και 88 του π.δ. 13/1934, αφού αφενός μεν διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της από αδικοπραξία (αμέλεια) του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου επέλευσης του εργατικού ατυχήματος, εξαιτίας της μη λήψης των αναγκαίων και επιβαλλόμενων από το νόμο μέτρων ασφαλείας, της ύπαρξης συνυπαιτιότητας του εργαζόμενου στο θανάσιμο τραυµατισµό του και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του δευτέρου εναγομένου και του ένδικου εργατικού ατυχήματος, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, που καθιστούσαν τους αναιρεσίβλητους υπόχρεους προς αποκατάσταση, με χρηματική ικανοποίηση, της ψυχικής οδύνης των εναγόντων και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφετέρου δε προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω αναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ειδικότερα το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που αφορούν στην προμήθεια και λήψη των αναγκαίων ατομικών μέτρων ασφάλειας (κράνος), στην καθοδήγηση του θανόντος εργαζομένου για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπαγόταν η χρήση του τόρνου, στην ενημέρωση του τελευταίου και τη χορήγηση οδηγιών σχετικά με τη χρήση του συγκεκριμένου μηχανήματος, στην υποχρέωση προσηλώσεως των επί του τόρνου κατεργαζόμενων αντικειμένων με χωνευτούς κοχλίες, στην κάλυψη του τόρνου με προφυλακτικό δακτύλιο, ο οποίος αγκιστρώνει το προς επεξεργασία αντικείμενο και επιτρέπει έτσι την εκτέλεση εργασιών επ’ αυτού με ασφάλεια, στην τοποθέτηση του τόρνου σε ορισμένη απόσταση από τον όπισθεν αυτού τοίχο και στη μη ανανέωση της άδειας λειτουργίας της επιχειρήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, πράγμα το οποίο συνδέεται με το ότι δεν είχε προηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές ο έλεγχος και η έγκριση της ορθής και σύννομης λειτουργίας των εγκαταστάσεων και μηχανημάτων της.

Περαιτέρω: α) ενώ δέχεται το Εφετείο ότι ο Β. Μ. αρκετές φορές προέβαινε στην εκτέλεση βοηθητικών εργασιών στην εργαλειομηχανή του τόρνου, ότι είχε σχετική εμπειρία στη χρήση του, ότι δεν είχε επαρκείς γνώσεις στο χειρισμό του επίμαχου μηχανήματος, ότι κάποια στοιχειώδη εκπαίδευση στον τόρνο είχε λάβει από το δεύτερο εναγόμενο και ότι αμφότεροι εστερούντο άδειας χειρισμού αυτού, με αντιφατικές αιτιολογίες στη συνέχεια δέχεται ότι ο θανών συγγενής των εναγόντων-αναιρεσειόντων είχε πολύχρονη ενασχόληση στον τόρνο και γνώριζε το χειρισμό του και τους κινδύνους από τη χρήση του, β) ενώ δέχεται ότι ο θανών κατευθύνθηκε προς τον τόρνο αμέσως μόλις αποχώρησε ο δεύτερος εναγόμενος και κατ’ εντολή του τελευταίου, προκειμένου να εκτελέσει την περιγραφόμενη δεύτερη φάση (το γυάλισμα του ζυμωτικού κυλίνδρου), δέχεται στη συνέχεια, αντιφατικά προς τα ανωτέρω, ότι ο θανών ανέπτυξε πρωτοβουλία και επιχείρησε να εκτελέσει την ως άνω εργασία με ελεύθερο το ένα άκρο του κυλίνδρου και μάλιστα στην υψηλή ταχύτητα των χιλίων (1.000) στροφών, γ) δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση αν η ως άνω ταχύτητα ήταν ανά λεπτό ή περισσότερα λεπτά, αν ο δεύτερος εναγόμενος, που είχε και την ιδιότητα του τεχνικού ασφαλείας, ενημέρωσε, όπως είχε νομική υποχρέωση, το θανόντα για τους κινδύνους σχετικά με τη χρησιμοποίηση του τόρνου και αν είχε λάβει κάποια προστατευτικά μέτρα, τα οποία θα ελαχιστοποιούσαν τον κίνδυνο για την υγεία και τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης από τη χρήση αυτού, δ) δεν διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αν η εναγομένη εργοδότρια είχε εφοδιάσει το θανόντα εργαζόμενό της με ατομικά μέτρα προστασίας, όπως το κράνος, για να αποτρέψει ή να ελαχιστοποιήσει την επιβλαβή έκθεσή του στη χρησιμοποίηση του τόρνου, καθώς και αν ο νόμιμος εκπρόσωπός της είχε δώσει εντολή στο θανόντα να χρησιμοποιεί το κράνος κατά τη λειτουργία του τόρνου, ε) δεν διευκρινίζεται ειδικά πως το ατύχημα δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τη μη χρήση κράνους από τον εργαζόμενο και γιατί η χρήση του δεν θα απέτρεπε το θανάσιμο τραυματισμό του, στ) στην ίδια απόφαση δεν διευκρινίζεται πότε και από ποιον λύθηκε ο ζυμωτικός κύλινδρος από το ένα άκρο του και αν γνώριζε ο θανών ότι ήταν ελεύθερο το ένα άκρο του κυλίνδρου, που είχε λυθεί από την πόντα, πριν προχωρήσει στην εκτέλεση της εργασίας που του ανατέθηκε, στ) δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν, λόγω του σχήματος του κυλίνδρου που περιγράφεται σ’ αυτή, η επεξεργασία που επιχειρήθηκε από το θανόντα απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις και επιδεξιότητα από το χειριστή του τόρνου, ζ) δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν ο δεύτερος εναγόμενος είχε δώσει πριν την αναχώρησή του κάποιες εντολές στο θανόντα για την εκτέλεση της δεύτερης φάσης της εργασίας, που δεν αποπεράτωσε αυτός, αν τον πληροφόρησε πως θα εκτελέσει το έργο που του ανέθεσε, ποια ταχύτητα έπρεπε να επιλέξει στον τόρνο για το γυάλισμα του κυλίνδρου, αν ήταν τεχνικά ορθό να γυρίσει τον επιλογέα στροφών στην ταχύτητα των χιλίων (1.000) στροφών και αν θα έπρεπε ή όχι να λύσει την πόντα (κεντροφορέα), που στήριζε και μείωνε τις ταλαντώσεις του εξαρτήματος και η) δεν αναφέρεται στην απόφαση ποια ήταν η απόσταση του τόρνου από τον όπισθεν αυτού τοίχο και ποια ήταν η επιβαλλόμενη από το νόμο απόσταση, για να κριθεί αν ο θανών για να χρησιμοποιήσει τον τόρνο έπρεπε να πλησιάσει πολύ κοντά σ’ αυτόν και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε περιθώριο αποφευκτικού ελιγμού, ώστε να αποφύγει το θανάσιμο τραυματισμό του.

Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19, με τους οποίους επισημαίνεται η ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα παραπάνω ζητήματα της υπαιτιότητας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, της συνυπαιτιότητας του θανόντος και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτών και του επελθόντος ατυχήματος, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.

3. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη ακυρότητας ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 145/2014).Περαιτέρω, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 523 ΚΠολΔ αντέφεση, η οποία στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών μπορεί να ασκηθεί και με τις προτάσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 674 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησής της, για να είναι παραδεκτή πρέπει να περιέχει όλα τα κατά τα άρθρα 118-120 ΚΠολΔ στοιχεία κάθε δικογράφου, καθώς και τους λόγους αντέφεσης.

Για την ισχύ του δικογράφου της αντέφεσης απαιτείται να περιέχεται σ’ αυτή αίτημα, το οποίο συνίσταται στην απόρριψη της έφεσης, την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης έναντι του εκκαλούντος- αντεφεσιβλήτου και τη νέα συζήτηση της διαφοράς και την απόρριψη της αγωγής, εφόσον προέρχεται από τον εναγόμενο ή την παραδοχή αυτής, εφόσον προέρχεται από τον ενάγοντα, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Το αίτημα της αντέφεσης, όπως και τα λοιπά στοιχεία αυτής, δεν είναι ανάγκη να διατυπώνονται με πανηγυρικό τρόπο και τυποποιημένες εκφράσεις, αλλά είναι δυνατόν να περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο, ακόμη και στο ιστορικό αυτής, διατυπούμενο συνήθως με τις λέξεις ‘ ‘ εκκαλώ την απόφαση’ ‘ , ‘ ‘ αιτούμαι την εξαφάνιση της απόφασης’ ‘ ή ‘ ‘ όχι ορθά και παρά το νόμο απέρριψε ή δέχθηκε την αγωγή κλπ’ ‘ .

Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων Κ. Κ. επικαλείται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αντέφεση που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι εναντίον αυτού με τις έγγραφες προτάσεις τους, με την οποία (αντέφεση) παραπονούντο για την εν μέρει παραδοχή της από 15-3-2011 αγωγής του, παρότι στο αιτητικό του ως άνω δικογράφου δεν διέλαβαν αίτημα για την εξαφάνιση της απόφασης ως προς αυτόν και παρά το γεγονός ότι αυτός είχε παραδεκτά προβάλλει στο Εφετείο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εν λόγω αντέφεσης για τον προαναφερόμενο λόγο.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 6-5-2014 προτάσεων- αντέφεσης, που κατέθεσαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτοί επικαλέσθηκαν στο ιστορικό του δικογράφου αυτού, μεταξύ άλλων, και τα εξής:’ Οτι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μη νόμιμα και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τις ένδικες αγωγές, αντί να της απορρίψει στο σύνολό τους ως μη νόμιμες και κατ’ ουσία αβάσιμες, ότι πρέπει να απορριφθούν οι εφέσεις των εναγόντων κατ’ αυτών και ότι παρά το νόμο η εκκαλούμενη απόφαση επιδίκασε στον Κ.

Κ., αδελφό της συζύγου του θανόντος, το αναφερόμενο ποσό για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αφού αυτός δεν ανήκει στην οικογένεια του θανόντος και έπρεπε η αγωγή του ν’ απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη. Ακολούθως, στο αιτητικό των προτάσεων - αντέφεσης οι ήδη αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να γίνει δεκτή η έφεσή τους και οι προτάσεις τους και να απορριφθούν στο σύνολό τους αμφότερες οι σε βάρος τους αγωγές, να γίνουν δεκτές οι προτάσεις τους και η αντέφεσή τους και να απορριφθεί η έφεση των αντιδίκων τους.

Προκύπτει, δηλαδή, από την αντιπαραβολή του ιστορικού και του αιτητικού της ένδικης αντέφεσης ότι αυτή περιέχει σαφές αίτημα , σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

4. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς όλους τους αναιρεσείοντες, πλην του τετάρτου εξ αυτών (Κ. Κ.), και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται εδώ, ότι λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης, που έγιναν δεκτοί ως βάσιμοι, παρέλκει η έρευνα των τρίτου και τέταρτου των λόγων αυτής από το άρθρο 559 και από τους αριθμούς 1 (σχετικά με την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιδίκαση των προαναφερόμενων ποσών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης) και 20 (σχετικά με την παραμόρφωση του περιεχομένου του αναφερόμενου εγγράφου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών). Τέλος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 4042/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον αναιρεσείοντα Κ. Κ..

Αναιρεί την 4042/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ