Legislator Case Law & Legislation
777/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land ownership decision due to procedural defects and lack of evidence.

Case Number 777/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the heirs' appeal against the Regional Court's decision regarding land ownership in the Cyclades. The appellants argued the lower court erred in applying non-local laws, ignored expert reports, and accepted unproven facts. The court rejected these claims as inadmissible or unfounded, noting the lower court correctly considered the land as public property and that the appellants' arguments lacked legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 1108, 974, 1083, 1041 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court dismisses an appeal where the lower court's decision is based on public property status and where appellant arguments fail to meet statutory requirements for annulment.

Keywords

AI generated
annulment appeal public property Cyclades islands expert reports civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Civil Procedure Code
Articles 1108, 974, 1083, 1041 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 777 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 777/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των καλούντων: 1. Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2. Α. Κ. του Σ. και 3. Α. Κ. του Σ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων της αρχικής αποβιώσασας αναιρεσείουσας Ζ. χας Α. Κ., το γένος Δ. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αρτέμιο Νικολακάκη.

Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κων/νο Γεωργιάδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-1985 αγωγή της αρχικής αναιρεσείουσας Ζ. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2005 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 7-5-2007 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα, την 6-8-2008, πέθανε στην Αθήνα η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Ζ. χήρα Α. Κ. Οι εγγύτεροι συγγενείς αυτής και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Δ. Κ., Α. Κ. και Α. Κ., τέκνο της ο πρώτος και μοναδικά τέκνα του προαποβιώσαντος τέκνου της Σ. οι λοιποί, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο, με την από 6-5-2010 κλήση τους για τη δικάσιμο της 12-1-2011, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο (της 8-2-2012), η οποία (κλήση) και επιδόθηκε νόμιμα στο αναιρεσίβλητο με την 5585/6-10-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... γνωστοποίησαν νόμιμα στο τελευταίο το θάνατο της αμέσου δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

ΙΙ. Επειδή με τον πρώτο, υπό στοιχ.Β1, λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 1α και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι α)η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε με την εσφαλμένη εφαρμογή τους τις μη ισχύουσες στην περιφέρεια των Κυκλάδων νήσων, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1 εδ. β' και 74 του Ν. 998/1979, συνάγοντας τεκμήριο κυριότητας του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, και β) το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης δεχόμενο παρανόμως το πιο πάνω τεκμήριο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, κατά μεν την υπό στοιχ. α' αιτίασή του, διότι δεν παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που θεμελίωσαν την κρίση της για την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αρνητικής της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγής της αναιρεσείουσας, ούτε προσδιορίζεται η έννομη συνέπεια του επικαλούμενου σφάλματος, κατά δε την υπό στοιχ. β' αιτίασή του, διότι δεν καθορίζεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εσφαλμένα εφαρμόστηκαν οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης.

ΙΙΙ. Επειδή με τον δεύτερο, υπό στοιχ. Β2, λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 1α και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι α) παραβίασε τις διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας του Αστικού Κώδικα, διότι το αναιρεσίβλητο ώφειλε να αποδείξει, δεδομένου ότι δεν ισχύει υπέρ αυτού το τεκμήριο της κυριότητας, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν νόμιμο τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επί του επίδικου, και β) το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά μεν την υπό στοιχ. α' αιτίασή του, διότι η δι' αυτής αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, κατά δε την υπό στοιχ. β' αιτίασή του ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και ποιο, ειδικότερα το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο ως προς την κατανομή του βάρους της απόδειξης.

IV. Επειδή με τους υπό στοιχ.Β3 λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 11 περ. γ' (και όχι από τον εσφαλμένως αναγραφόμενο αρ. 8) και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες α) της μη λήψεως υπόψη του από 22 Οκτωβρίου 1958 διαγράμματος και του συνοδεύοντος αυτό κτηματολογικού πίνακα του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της κυριότητας της επί του επίδικου ακινήτου και β) της παραμόρφωσης του περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων παρερμηνεύοντας αυτά, με το να δεχθεί ότι το επίδικο αποτελεί "Δημόσιο Κοινόχρηστο κτήμα".

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ο πρώτος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα τα σ' αυτή διαλαμβανόμενα πραγματικά περιστατικά, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από τη σχετική δε βεβαίωση περί λήψεως υπόψη όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται αδίστακτα βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα προαναφερόμενα έγγραφα, παρόλο που δεν γίνεται ρητή μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών, ο δεύτερος δε ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

V. Επειδή με τους υπό στοιχ. Β4 λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 1α, 11 περ. α' και γ', 8 και 19 (και όχι από τον εσφαλμένως αναγραφόμενο αρ. 17) πλημμέλειες, που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι το Εφετείο: 1)παραβίασε δια της παραλείψεως εφαρμογής τους το άρθρο 3 παρ. 1 του Α.Ν. 2344/1940 και τη πάγια σχετική νομολογία του ΣτΕ, 2) έλαβε υπόψη την 5509/1985 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων, την οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ δεν έλαβε υπόψη τις 97/2004 και 31/1992 αποφάσεις του ΣτΕ και του Ειρηνοδικείου Πάρου, αντίστοιχα, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, προς απόδειξη της κυριότητας της επί του επίδικου, 3) έλαβε υπόψη το γεγονός ότι "η δε άνω δημόσια έκταση των 17.650 τ.μ.

συμπεριλήφθηκε στον παλαιό αιγιαλό" χωρίς τούτο να έχει προταθεί από το αναιρεσίβλητο, και 4) έχει αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του αναιρεσίβλητου, που δέχθηκε και εφάρμοσε. Όλοι οι παραπάνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν και, ειδικότερα, ο πρώτος ως απαράδεκτος, κατά μεν την προσβαλλόμενη αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 3 παρ.1 του Α.Ν. 2344/1940 λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης και η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε βάσει αυτών καθώς και το νομικό σφάλμα, κατά δε την προσβαλλόμενη αιτίαση της παραβίασης της νομολογίας του ΣτΕ, διότι η εν λόγω πλημμέλεια δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, ο δεύτερος, το μεν, ως αόριστος, ως προς την επικαλούμενη από τον αρ. 11 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθεί η προαναφερόμενη απόφαση, ούτε αναφέρεται ότι ο περί απαραδέκτου λήψεως υπόψη αυτής ισχυρισμός προβλήθηκε στο Εφετείο κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δε, ως αβάσιμος, ως προς την επικαλούμενη από τον αρ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολ πλημμέλεια, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε, ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα με αυτή δεκτά πραγματικά περιστατικά, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, οι διάδικοι, από την περιεχόμενη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετική βεβαίωση και το όλο περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης γίνεται αδίστακτα βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις προαναφερόμενες αποφάσεις, παρά το ότι δεν γίνεται χωριστή μνεία ή αξιολόγηση για κάθε μία απ' αυτές, ο τρίτος ως απαράδεκτος, διότι το προαναφερόμενο γεγονός δεν συνιστά "πράγμα", δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποτελεί επιχείρημα αντλούμενο από τις αποδείξεις και ο τέταρτος ως απαράδεκτος, διότι οι αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του αναιρεσίβλητου δεν αφορούν ζήτημα, δηλαδή ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

VI. Επειδή με τους υπό στοιχ.Β5 λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ.1α, 11 περ.γ, 20, και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι το Εφετείο 1)παραβίασε τις περί χρησικτησίας διατάξεις του Α.Κ., 2) δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο συμβόλαια δηλαδή τα 5558/1900, 13004/1900 και 4529/1899 συμβόλαια εμφυτεύσεως και οριοθετήσεως τα οποία αποδεικνύουν την κυριότητα του δικαιοπαρόχου πατρός της αναιρεσείουσας σε όλο το κτήμα, αλλά και το σύνορο του με την θάλασσα, το οποίο μνημονεύεται ρητώς, καθώς και τα υπ' αριθμόν .../1968, .../1917, .../1919, ...1966 και .../1989 συμβόλαια όμορων συνοριτών μου, τα οποία φτάνουν μέχρι την θάλασσα και όπου αναφέρεται σαφώς, ότι γειτνιάζουν με την δική της ιδιοκτησία και όχι με δημόσιο κτήμα το από του έτους 1958 σχεδιάγραμμα του Υπουργείου συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων, τις .../1971 και .../2002 πράξεις αποδοχής της κληρονομιάς του αδελφού της αναιρεσείουσας, την από 27-8-1991 τεχνική έκθεση και το από 23-10-1996 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Σ.

Β., τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της κυριότητάς της επί του επίδικου, και 3) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προαναφερθέντος σχεδιαγράμματος του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων καθώς και της προαναφερθείσας .../1971 πράξης αποδοχής κληρονομίας. Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και ειδικότερα, ο πρώτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται οι φερόμενοι ότι παραβιάσθηκαν κανόνες του Α.Κ., οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε βάσει αυτών, καθώς και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων, ο δεύτερος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα με αυτή δεκτά πραγματικά περιστατικά, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από την περιεχόμενη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται αδίστακτα βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα προαναφερόμενα έγγραφα, παρά το ότι δεν γίνεται μνεία για καθένα απ' αυτά, ο τρίτος ως απαράδεκτος, διότι τα εκτιθέμενα προς θεμελίωση του περιστατικά (ήτοι ότι μολονότι στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα περιγραφόταν με σαφήνεια ολόκληρη η ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας και στην προαναφερόμενη πράξη αποδοχής αναφέρονταν οι όμοροι ιδιοκτήτες της ιδιοκτησίας του αδελφού της, το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι το επίδικο δεν ταυτίζεται με την ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας) δεν αποτελούν διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, που εκφεύγει, από τον αναιρετικό έλεγχο (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), και ο τέταρτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός, που παρά το νόμο λήφθηκε ή δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.

VII. Επειδή με τους υπό στοιχ. Β6 λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 11 περ. γ', 20, 12, 10, 19, 13 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1952, 1960, 1979, 1983, 1988 και 1997 μετά των αντίστοιχων φωτοερμηνειών, τις οποίες η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη της κυριότητας της επί του επίδικου ακινήτου, 2) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πιο αεροφωτογραφιών, διότι μολονότι σ' αυτές εμφανίζονται μονοπάτια, μέσω των οποίων και μόνο γινόταν μέχρι το 1980 η επικοινωνία με την ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, καθώς και η συνολική μορφολογία του επίδικου, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα και οι δικαιοπάροχοί της ουδεμία πράξη νομής άσκησαν επί του επίδικου από το έτος 1880 μέχρι την άσκηση της αγωγής και απέρριψε την επί χρησικτησίας στηριζόμενη βάση της αγωγής της, 3)παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι "χωρίς να αιτιολογεί δεν λαμβάνει υπόψη της, καίτοι προτάθηκαν, εκτός των παραπάνω συμβολαιογραφικών εγγράφων, ούτε τις πραγματογνωμοσύνες, ούτε άλλες αεροφωτογραφίες, ούτε τις μαρτυρικές καταθέσεις που συμφωνούν απολύτως με όλα τα παραπάνω έγγραφα", 4) δέχθηκε εσφαλμένα και χωρίς απόδειξη ως αληθινή την φωτοερμηνεία της δασολόγου Α.

Α., που έχει ουσιώδη επίδραση στη δίκη, παρά το γεγονός ότι είναι αντίθετη προς άλλα στοιχεία, τα οποία προτάθηκαν και περιέχονται στη δικογραφία, 5) δεν αιτιολογεί για ποιους λόγους δέχεται το συμπέρασμα της φωτοερμηνείας της πιο πάνω δασολόγου, δεδομένου ότι αυτό είναι αντίθετο προς τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ούτε για ποιο λόγο υπερισχύει η εν λόγω φωτοερμηνεία των λοιπών αποδεικτικών μέσων, 6) εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, διότι το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) προέβη στη διατάραξη της κυριότητας της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) επί του επίδικου και κατά συνέπεια αυτό, δηλαδή το αναιρεσίβλητο, φέρει το βάρος της απόδειξης της κυριότητας, και 7) δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας α) περί της συστάσεως του εδάφους του επίδικου και β) περί ενεργειών διακατοχικών πράξεων επί του επίδικου από την αναιρεσείουσα και τους δικαιοπαρόχους αυτής.

Όλοι οι παραπάνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν και, ειδικότερα, ο πρώτος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα με αυτή δεκτά πραγματικά περιστατικά, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από την περιεχόμενη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση Και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται αδίστακτα βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα προαναφερόμενα έγγραφα, παρά το ότι δεν γίνεται μνεία για καθένα απ' αυτά, ο δεύτερος ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω εκτιθέμενα προς θεμελίωση του περιστατικά αναφέρονται στην εκτίμηση του περιεχομένου των αεροφωτογραφιών, που εκφεύγει, από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), ο τρίτος ως απαράδεκτος, διότι τα εκτιθέμενα περιστατικά, αναφερόμενα αποκλειστικά στην αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, δεν ιδρύουν τον από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο τέταρτος ως απαράδεκτος, διότι η ίδρυση του λόγου αυτού προϋποθέτει παραδοχή πράγματος, δηλαδή αυτοτελούς ισχυρισμού, ως αληθινού χωρίς απόδειξη και όχι του περιεχομένου αποδεικτικού μέσου, ο πέμπτος ως απαράδεκτος, διότι ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς "ζήτημα", δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο έκτος ως αβάσιμος, διότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1108 του ΑΚ και 216 παρ. 1 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι επί αρνητικής της κυριότητας αγωγής, όπως εν προκειμένω, ο ενάγων οφείλει να αποδείξει την κυριότητα του επί του επίδικου και όχι ο διαταράσσων την κυριότητα εναγόμενος, και ο έβδομος, το μεν, ως απαράδεκτος ως προς την υπό στοιχ.

α' αυτού πλημμέλεια, διότι "η σύσταση του εδάφους του επίδικου" δεν συνιστά πράγμα, δηλ. αυτοτελή ισχυρισμό, το δε, ως αβάσιμος, ως προς την υπό στοιχ. β' αυτού πλημμέλεια, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον δια χρησικτησίας κτήση της κυριότητας της αναιρεσείουσας ισχυρισμό (που περιλαμβάνει και την άσκηση διακατοχικών πράξεων επί του επίδικου) και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία.

VIII. Επειδή με τους υπό στοιχ. Β7, Β8, Β9 και Β10 λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 20, 1β, 11 περ. α' και γ', 8, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι το Εφετείο: 1)παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 11-9-1964 πρακτικού της επιτροπής καθορισμού της χερσαίας ζώνης του λιμένος της Παροικίας Πάρου, διότι δέχθηκε ότι "η ίδια αυτή ευρύτερη περιοχή αναφέρεται ως δημόσιο κτήμα και στο από 11-9-1964 πρακτικό της Επιτροπής καθορισμού της χερσαίας ζώνης του λιμένος της Παροικίας Πάρου", ενώ στο εν λόγω έγγραφο αναγράφεται μεν πράγματι ως δημόσιο κτήμα και η επίδικη έκταση, αλλά επιπλέον αναγράφεται στο ίδιο έγγραφο ότι στην περιοχή αυτή υπάρχουν και τμήματα αγρών ή βοσκοτόπων, τα οποία προτίθενται οι ιδιοκτήτες να τα παραχωρήσουν δωρεάν στο Λιμενικό Ταμείο", 2) παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και συγκεκριμένα την έννοια της "ζευγαριάς", βάσει της οποίας προσμετράται η επιφάνεια του επίδικου και αποδεικνύεται η κυριότητα της αναιρεσείουσας και των προκατόχων της επ' αυτού, 3) δεν έλαβε υπόψη τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των Ζ.

Μ. και Ε. Φ. καθώς και την από 27-8-1991 τεχνική έκθεση του Σ. Β., τις οποίες προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της αγωγής της, ενώ έλαβε υπόψη το από Απριλίου 1967 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα Ρ., που ο νόμος δεν επιτρέπει, 4) δεν έλαβε υπόψη τοπικό έθιμο, που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με το οποίο είχε επικρατήσει η ζευγάρια να ισούται από 2 έως 8 στρέμματα, ανάλογα με τη μεσολαβούσα βραχώδη ή θαμνώδη έκταση, την οποία μπορούσε και καλλιεργούσε ο ζευγάς από το πρωί μέχρι το βράδυ, 5) δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και 6) δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ή περιέχει ανεπαρκείς τοιαύτες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όλοι οι παραπάνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν και, ειδικότερα, ο πρώτος ως αβάσιμος, διότι δεν δέχθηκε (η προσβαλλόμενη) πραγματικό γεγονός διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο παραπάνω πρακτικό, δηλαδή ότι η επίδικη έκταση είναι δημόσιο κτήμα, όπως αναγράφεται και στο πρακτικό, ο δεύτερος ως απαράδεκτος, διότι η έννοια της "ζευγαριάς" δεν συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας, ο τέταρτος ως απαράδεκτος, διότι δεν συνιστά "πράγμα" το περιεχόμενο εθιμικού κανόνα δικαίου, ο πέμπτος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται ποιοι ισχυρισμοί έγιναν δεκτοί ως αληθινοί χωρίς απόδειξη, ο έκτος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται οι ισχυρισμοί, ως προς τους οποίους η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ο τρίτος, το μεν, ως αβάσιμος, διότι ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτόν έγγραφα, το δε ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη το μνημονευόμενο έγγραφο.

IX. Επειδή, με τους υπό στοιχ. Β11 λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 9, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι το Εφετείο: α) όφειλε να προσδιορίσει την πρόσοψη του επίδικου και να δεχθεί την αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς όλα τα αιτήματα της επί του τμήματος του επίδικου που αντιστοιχούσε στην συρματόφραξη 86 μέτρων και β) ουδόλως αποφάνθηκε περί του αν το αναιρεσίβλητο είχε δικαίωμα για διατάραξη της κυριότητας της αναιρεσείουσας και έτσι αφενός μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1108, 974 επ. 1083 επ. και 1041 ΑΚ, αφετέρου δε στερείται κάθε αιτιολογίας για την παράλειψη της επ' αυτών. Όλοι οι παραπάνω λόγοι είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι τα εκτιθέμενα προς θεμελίωσή τους περιστατικά, δεν θεμελιώνουν τους λόγους αυτούς, ούτε κάποιον άλλο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-4-2006 αίτηση της Ζ. χήρας Α.Κ. για αναίρεση της 159/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τους ήδη αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ