Supreme Court reverses appeal court ruling on employment contract classification due to insufficient reasoning regarding subordination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding the classification of an employment contract as independent services. The appellant argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning on whether the worker was legally subordinated to the employer, despite daily attendance and specific instructions. The court found the appellate judgment's reasoning inadequate and contradictory, necessitating a remand for further examination by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 and 652 of the Civil Code; Article 6 of Law 765/1943: The characterization of a contract as employment or independent services depends on the overall picture of the activity, specifically the existence of legal subordination; a judgment lacking sufficient and non-contradictory reasoning on these facts is subject to annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 777 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 777/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Α. Τ. του Ν., κατοίκου…, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Κατσαμπάνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΠΗΓΑΣΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαϊου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2453/1999 μη οριστική και 2268/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6312/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Ιανουαρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20-12-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 Α.Κ., και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 32 του Εισ.Ν.Α.Κ., προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος αμείβεται με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και επί πλέον υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του.
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν ο παρέχων την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Αποφασιστική, πάντως, σημασία έχει η συνολική εικόνα της δραστηριότητας, από την εκτίμηση της οποίας και εξαρτάται η κρίση για το ποια στοιχεία υπερέχουν, αυτά της σύμβασης εργασίας ή εκείνα της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης παροχής υπηρεσιών ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό, που τυχόν έχουν προσδώσει σ' αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 1082/1980, 1 της Α.Υ. Οικ. Και Εργ. 19040/1981 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ. 1, 2 του Α.Ν. 539/1945, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του δια του άρθρου 1 του Ν. 1346/1983, προκύπτει ότι τα "επιδόματα εορτών" Χριστουγέννων και Πάσχα, ως και τα επιδόματα ετήσιων αδειών αναπαύσεως, προϋποθέτουν ύπαρξη σχέσης εργασίας, οι αντίστοιχες δε αξιώσεις στηρίζονται ευθέως στο νόμο από μόνο το γεγονός της εργασιακής απασχόλησης, δηλαδή ασχέτως προς το κύρος της εργασιακής σύμβασης.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ Πολ Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα : Με σύμβαση που καταρτίστηκε ατύπως την 1-5-1996 μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, πτυχιούχος του Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής του οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ) από το έτος 1994, προσελήφθη από την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη εκδοτική εταιρία, ως εξωτερικός συντάκτης σε οικονομικά θέματα;
της εφημερίδας "Έθνος της Κυριακής", ιδιοκτησίας της τελευταίας. Εργαζόταν καθημερινά, πλην Κυριακής και Δευτέρας, κάνοντας τραπεζικό ρεπορτάζ και ρεπορτάζ αγοράς. Επίσης κάλυπτε θέματα Ευρωπαϊκής Ένωσης, όποτε υπήρχαν. Εργαζόταν τις πρωινές ώρες, συγκεντρώνοντας το υλικό για το ρεπορτάζ που θα έκανε, χωρίς να έχει συγκεκριμένο ωράριο και χωρίς να ελέγχεται από την αναιρεσίβλητη σχετικά με το χρόνο που αφιέρωνε για το σκοπό αυτό (συγκέντρωση ύλης ρεπορτάζ) και στη συνέχεια πήγαινε στα γραφεία της εφημερίδες όπου μελετούσε εφημερίδες και περιοδικά που την ενδιέφεραν, έκανε χρήση των μηχανημάτων και των εγκαταστάσεων που υπάρχουν εκεί και ιδιαίτερα του διαδικτύου (INTERNET), από το οποίο και αντλούσε διάφορες χρήσιμες πληροφορίες για τα θέματα που την απασχολούσαν και όπου στο τέλος συνέτασσε τα κείμενα, παραμένοντας εκεί όσο χρόνο της χρειαζόταν για το σκοπό αυτό.
Τα θέματα των κειμένων της τα επέλεγε η ίδια κινούμενη μέσα στα πλαίσια τα οποία καθορίζονταν από την ιδεολογική, κοινωνική και πολιτική γραμμή της εφημερίδας και τα έθετε υπόψη του αρχισυντάκτη Δ. Δ., ο οποίος στη συνέχεια της έδινε εντολή να αναπτύξει ένα ή περισσότερα από αυτά και πάντοτε μέσα στα παραπάνω πλαίσια στα οποία εκινείτο η παραπάνω εφημερίδα.
Η αμοιβή της κυμαίνονταν μεταξύ 20.000 και 30.000 δραχμών για κάθε κείμενο που θα δημοσιευόταν στο "Έθνος της Κυριακής", δηλαδή αμειβόταν κατά μονάδα εργασίας και χορηγούσε προς τούτο σχετική απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της εργασίας στην αναιρεσίβλητη, τους διαδίκους απασχόλησε το θέμα της παροχής των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας με τη μορφή έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλην λόγω μη ευοδώσεως του θέματος αυτού, τελικά κατάρτισαν και υπέγραψαν την από 8-3-1998 σύμβαση (με έναρξη ισχύος της από 1-1-19980, η οποία χαρακτηρίζεται από αυτούς ως μίσθωση έργου, με την οποία συμφωνήθηκε όπως η αναιρεσείουσα προσφέρει τις υπηρεσίες της στην αναιρεσίβλητη ως δημοσιογράφος επί οικονομικών θεμάτων, συνεργαζόμενη με το "Έθνος της Κυριακής", αντί αμοιβής 20.000 έως 30.000 δραχμών "για κάθε εβδομάδα για όποια συνεργασία στα οικονομικά θέματα στο ΈΘΝΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ" (4ος όρος).
Με τον 3ο δε όρο της σύμβασης αυτής συμφωνήθηκε και έγινε αποδεκτό ότι "Το αναληφθέν υπό του δευτέρου των συμβαλλομένων (αναιρεσείουσας) έργο, θα παρέχεται στα πλαίσια των διδομένων προς αυτόν από την εργοδότιδα εντολών, οδηγιών και συμβουλών σε όλα τα θέματα που ανάγονται στην εκπλήρωση των καθηκόντων του και επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα το κύρος, τη σοβαρότητα και την καλή εμφάνιση των εν γένει εντύπων της".
Η σύμβαση αυτή κατατέθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. στις 11-3-1998. Η αναιρεσίβλητη, κινούμενη στα πλαίσια του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 2639/1998, του οποίου η ισχύς άρχισε από τις 2-9-1998, υπέβαλε στις 26-1-1999 στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτής και απασχολουμένων για παροχή υπηρεσιών ή έργου στην οποία περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα, εμπρόθεσμα (άρθρο 1 παρ. 2), ήτοι εντός εννέα μηνών από τη δημοσίευση του άνω νόμου, δεδομένου ότι αφορούσε (η κατάσταση)ήδη εργαζόμενους σ' αυτήν κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου.
Ενώ αντίθετα η δεκαπενθήμερη προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου και νόμου αφορά προσλαμβανόμενους το πρώτον μετά την έναρξη ισχύος αυτού. Εφόσον λοιπόν υποβλήθηκε η κατάσταση αυτή- συνεχίζει το Εφετείο - το τεκμήριο του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 2 του παραπάνω νόμου, κατά το οποίο (εδάφιο)"σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας" δεν δύναται να λειτουργήσει υπέρ της αναιρεσείουσας και εις βάρος της αναιρεσίβλητης.
Μετά δε την κατάρτιση της έγγραφης αυτής σύμβασης, η οποία ουσιαστικά επιβεβαίωνε τους υφιστάμενους όρους αμοιβής και εργασίας της αναιρεσείουσας, η τελευταία εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην αναιρεσίβλητη μέχρι και τις 4-2-1999, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς, αφού προηγουμένως γνωστοποίησε την περί αποχώρησης πρόθεσή της στον αρχισυντάκτη Δ.
Δ.. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν προσέφερε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο τις υπηρεσίες της στην αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι αυτή, τουλάχιστον από το μήνα Νοέμβριο 1998 εργαζόταν παράλληλα και στο περιοδικό "ΑΓΟΡΑ" ιδιοκτησίας της εταιρίας "ΚΕΡΔΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.", έχουσα την επιμέλεια της ύλης.
Από τα προαναφερθέντα - καταλήγει το Εφετείο - προκύπτει ότι αναιρεσείουσα δεν υποβαλλόταν στον έλεγχο και την εποπτεία της αναιρεσίβλητης αλλά διατηρούσε πλήρη ανεξαρτησία ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας της, απέρριψε δε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό της ότι κάθε πέμπτο Σάββατο εκτελούσε χρέη συντάκτη "υπηρεσίας".
Βάσει αυτών των παραδοχών έκρινε ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους φέρει χαρακτήρα σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, και όχι σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επισημαίνει δε ότι η ως άνω κρίση του για το χαρακτήρα της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης, δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη χορηγούσε στην αναιρεσείουσα επιδόματα (δώρα) Χριστουγέννων και Πάσχα και άδεια, δεδομένου ότι τα μεν πρώτα τα εδικαιούτο (Α.Υ.Οικ.
και Εργ. 19040/1981, άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. τελ.)η αναιρεσείουσα, την δε άδεια η αναιρεσίβλητη χορηγούσε τόσο στην τελευταία όσο και στο υπόλοιπο προσωπικό της που απασχολείτο με την ίδια σχέση εργασίας με αυτήν, στα πλαίσια μια ς τακτικής πρόνοιας που ακολουθούσε η αναιρεσίβλητη έναντι του προσωπικού. Ούτε δε και το γεγονός ότι έθετε τα κείμενά της υπόψη του αρχισυντάκτη της αναιρεσίβλητης Δ.
Δ. μεταβάλλει την ως άνω κρίση για το χαρακτήρα της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, διότι τα κείμενα τα επέλεγε η ίδια η αναιρεσείουσα και ο έλεγχος περιοριζόταν στο αν αυτά ανταποκρίνονται στο πνεύμα της ιδεολογικής, κοινωνικής και πολιτικής γραμμής που ακολουθούσε η εφημερίδα, δηλαδή ήταν χαλαρός, πράγμα αποδεκτό και στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Συνακόλουθα το Εφετείο, μετ' απόρριψη της έφεσης της ενάγουσας, παραδοχή δε της έφεσης της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε αντίθετα, και απέρριψε στην ουσία την ένδικη αγωγή. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε, καταρχήν, τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 1082/1980 και 4 παρ. 1 και 19040/1981 αποφάσεως των Υπ.
Οικονομικών και Εργασίας για τα επιδόματα εορτών, τις οποίες εφήρμοσε και στους αμειβόμενους κατά μονάδα εργασίας δημοσιογράφους, που δέχθηκε ότι απασχολούνται με σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, ενώ οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, όπως εκτέθηκε, μόνο στους μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Εξάλλου, με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 648, 652 Α.Κ.
και 6 του Ν. 765/1943. Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα εργαζόταν καθημερινά, πλην Κυριακής και Δευτέρας, συγκεντρώνοντας τις πρωινές ώρες το υλικό του ρεπορτάζ, χωρίς συγκεκριμένο ωράριο και έλεγχο αυτού από την αναιρεσίβλητη, και πήγαινε - στη συνέχεια στα γραφεία της εφημερίδας όπου μελετούσε άλλες εφημερίδες και περιοδικά, έκανε χρήση του διαδικτύου και συνέτασσε τελικά τα κείμενα, παραμένοντας εκεί όσο χρειαζόταν, δεν διευκρινίζει αν είχε την δυνατότητα να μην ακολουθεί καθημερινά το ως άνω πρόγραμμα εργασίας και μάλιστα αν μπορούσε να επιλέγει αυτή τις ώρες και τις ημέρες της απασχολήσεώς της, χωρίς να ελέγχεται γι' αυτό από την αναιρεσίβλητη.
Επίσης, ενώ δέχεται αρχικά ότι η αναιρεσείουσα επέλεγε η ίδια τα θέματα των κειμένων που θα συνέτασσε, δέχεται στη συνέχεια ότι τα θέματα αυτά έθετε υπόψη του αρχισυντάκτη, ο οποίος της έδινε εντολή να αναπτύξει ένα ή περισσότερα από αυτά και συνεπώς δεν ήλεγχε απλώς τα κείμενα που είχε συντάξει για να διαπιστώσει αν ήταν σύμφωνα με την ιδεολογική, κοινωνική και πολιτική γραμμή της εφημερίδας.
Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι τους διαδίκους απασχόλησε το θέμα της παροχής των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας με την μορφή της συμβάσεως εργασίας και ότι τελικά κατήρτισαν (για την παροχή των υπηρεσιών αυτών) σύμβαση, την οποία χαρακτήρισαν μίσθωση έργου, για την οποία η αναιρεσίβλητη υπέβαλε εμπρόθεσμα στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας σχετική κατάσταση, ώστε να μην θεωρείται ότι καλύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με το τεκμήριο του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 2639/1998.
Δεν διευκρινίζεται όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση αν η μορφή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που σχεδίαζαν να υπογράψουν οι διάδικοι και εκείνη της συμβάσεως μισθώσεως έργου που υπόγραψαν αφορούσαν τις ίδιες υπηρεσίες που παρείχε η αναιρεσείουσα καθ' όλη τη διάρκεια της απασχολήσεώς της στην αναιρεσίβλητη και χαρακτηρίζει ως ανεξάρτητες υπηρεσίες το Εφετείο, ενόψει και του παρατιθέμενου στην απόφαση όρου της συμβάσεως μισθώσεως έργου για την παροχή του αναληφθέντος από την αναιρεσείουσα έργου στα πλαίσια των εντολών, οδηγιών και συμβουλών που θα της δίδονται από την αναιρεσίβλητη.
Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πρώτος (κατά το μέρος που αφορά στην χορήγηση αποδοχών άδειας και επιδομάτων εορτών και άδειας) και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως αντίστοιχα είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6312/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ