Legislator Case Law & Legislation
776/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where lower court correctly ruled defendant lacked legal capacity and was inadmissible as a party.

Case Number 776/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the first and second instance judgments. The appellant argued the defendant lacked legal capacity and failed to consider expert opinions and witness testimony. The court rejected these claims because the lower courts properly determined the defendant was inadmissible as a party due to lack of legal capacity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a), 559(1)(b), 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the lower court's failure to consider expert opinions or evidence is inadmissible when the lower court has already ruled the defendant inadmissible as a party due to lack of legal capacity.

Keywords

AI generated
legal capacity inadmissible party cassation appeal expert opinions witness testimony Code of Civil Procedure legal standing

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1(c) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 776 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 776/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Π., συζ. Ι., το γένος Φ. Φ., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μαυρουλάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου:1) Ειδικού Λ. Κ. Έ. του Ο. Π. Α., με την επωνυμία "Ε./Ο.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Κατερίνας Λαϊνά, η οποία κατέθεσε προτάσεις και δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Γαβρίλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου- Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, Οικονομικό Πανεπιστήμιο, εφεξής ΟΠΑ, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Γαβρίλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2037/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3490/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-2-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, 1357/2021, 110/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 992/2022, 306/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1308/2022, 536/2020, 306/2020). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της ένδικης από …2023 με αριθμ. κατάθεσης …….2023 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας από το πινάκιο στη σειρά της, ο πρώτος αναιρεσίβλητος "Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών" (Ε./Ο.) εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Αικατερίνη Λαϊνά που κατέθεσε προτάσεις και το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. "Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών" (Ο.Π.Α.) εκπροσωπήθηκε, με δήλωση του άρθρου 242 του ΚΠολΔ, από το δικηγόρο Βασίλη Γαβρίλη, που κατέθεσε προτάσεις.

Προς απόδειξη της παρασχεθείσας εντολής και πληρεξουσιότητας για την παρούσα αναιρετική δίκη προσκομίζονται α) από το πρώτο αναιρεσίβλητο το υπ'αριθμ πρωτ. …2024 έγγραφο του Γ. Λ., Προέδρου αυτού (Ε./Ο.), στο οποίο αναγράφεται ότι αποφασίσθηκε να διορισθεί η δικηγόρος Αικατερίνη Λαϊνά για την εκπροσώπησή του και β) από το δεύτερο αναιρεσίβλητο το υπ'αριθμ πρωτ.

…2024 έγγραφο του Δ. Μ., Π. αυτού (Ο.Π.Α.), στο οποίο αναγράφεται ότι αποφασίσθηκε να διορισθεί ο δικηγόρος Βασίλης Γαβρίλης για την εκπροσώπησή του. Δεν προσκομίζεται, όμως συμβολαιογραφικό έγγραφο ή, άλλως, έγγραφο που να φέρει απαραιτήτως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου εκάστου αναιρεσίβλητου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών ή από άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, με το οποίο, να παρέχεται πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο που παρέστη για λογαριασμό του κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που συνιστούν κατά νόμο τον αναγκαίο τύπο παροχής πληρεξουσιότητας του διαδίκου προς τον δικηγόρο του ενώπιον του Αρείου Πάγου επί εργατικών διαφορών (άρθρο 96 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Ούτε, εξάλλου, ο νόμιμος εκπρόσωπος εκάστου των αναιρεσίβλητων εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης προκειμένου με προφορική του δήλωση καταχωρουμένη στα πρακτικά να διορίσει ως πληρεξούσιο το δικηγόρο που το εκπροσώπησε. Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο Αικατερίνη Λαϊνά από τον πρώτο αναιρεσίβλητο (Ε./Ο.) και στο δικηγόρο Βασίλειο Γαβρίλη από το δεύτερο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (Ο.Π.Α.), σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι δεν μετέχουν κανονικά στην αναιρετική δίκη και θεωρούνται δικονομικά απόντες.

Από δε τις προσκομιζόμενες μετ'επικλήσεως από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ….2023 και …2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Η. Γ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 22.2.2023 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6.2.2024), επιδόθηκε, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας , νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο και στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, αντίστοιχα.

Συνεπώς το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1469/2022, 406/2022, 129/2022, 77/2022).

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 129/2022, 183/2020). Μόνο αν η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τυπικούς λόγους, όπως στην περίπτωση που κρίθηκε απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση, για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία με την απόρριψη της έφεσης καθίσταται τελεσίδικη, ως προς την ουσία της διαφοράς (ΑΠ 572/2023, ΑΠ 129/2022, 995/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 77/2022, 899/2021, 891/2019).

Ακόμη, κατά το άρθρο 556 παρ. 2 του ιδίου κώδικα, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ` άρθρο 73 του ιδίου κώδικα, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης.

Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης και να είναι άμεσο και ατομικό του διαδίκου, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης (ΑΠ 357/2023, 39/2020, 744/2019).

Τέλος, με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως".

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ως προς το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 15.7.2018 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι εργαζόταν ως υπάλληλος του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου με την επωνυμία "Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών ΕΛΚΕ-ΟΠΑ" από το έτος 1985 μέχρι το Μάρτιο του έτους 2005, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, ότι κατόπιν ελέγχου στα οικονομικά του εναγομένου από ελεγκτές του Υπουργείου Οικονομικών καταλογίσθηκε σε βάρος της ποσό 17.816,87 ευρώ, που φέρεται ότι της είχε καταβληθεί από το εναγόμενο για παράνομες υπερωρίες τα έτη 1998 έως 2003 και ότι από παράνομη και υπαίτια παράλειψη του εναγομένου, ως προς τον καταλογισμό των υπερωριών, ζημιώθηκε αυτή με το ως άνω ποσό.

Ζητούσε, δε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση το συνολικό ποσό των 28.707,72 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθμ. 2037/10.10.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι ο εναγόμενος (ΕΛΚΕ-ΟΠΑ) δεν έχει νομική προσωπικότητα και δεν έχει ικανότητα να είναι διάδικος.

Επί της από 15.6.2020 έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου-δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου (Ε./Ο.) και κατά του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (Ο.Π.Α.), ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η, επίσης, αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθμ. 3490/2.8.2021 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση καθό μέρος στρεφόταν κατά του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών) με την αιτιολογία ότι το πρώτο εφεσίβλητο δεν ήταν αντίδικος της ενάγουσας-εκκαλούσας στην πρωτόδικη δίκη και β) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση ως προς το εναγόμενο-δεύτερο εφεσίβλητο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο (Ε./Ο.) με την αιτιολογία ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι το εναγόμενο δεν είχε την ικανότητα διαδίκου και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.

Ακολούθως, η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την ένδικη από …2023, με αριθμ. καταθ. …2023 ενώπιον της Γραμματείας του Εφετείου Αθηνών, αίτηση αναίρεσης κατά του εναγομένου-δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου (Ε./Ο.) και κατά του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (Ο.Π.Α.), η οποία στρέφεται τόσον κατά της υπ'αριθμ. 2037/10.10.2019 απόφασης του, σε πρώτο βαθμό, δικάσαντος την ένδικη υπόθεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και κατά της με αριθ. 3490/2.8.2021 απόφασης του, σε δεύτερο βαθμό, δικάσαντος Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που, αυτοτελώς, στρέφεται κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου αυτής (αίτησης αναίρεσης), με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στην Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών) και δεν κατατέθηκε και στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πρωτοδικείου Αθηνών), που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση.

Σε κάθε, δε, περίπτωση και κατά το μέρος που η ένδικη αίτηση στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου (Ε./Ο.), απαραδέκτως προσβάλλεται αυτοτελώς με αναίρεση η πρωτόδικη απόφαση, καθότι ως προς τον αυτόν (πρώτο αναιρεσίβλητο) η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, εφόσον το τελευταίο δέχθηκε τυπικά την έφεση της αναιρεσείουσας και την απέρριψε κατ'ουσία, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Εξάλλου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (Ο.Π.Α.), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη καθότι στους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο λόγους δεν προβάλλονται αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατά το μέρος που, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο (ως πρώτο εφεσίβλητο) με την αιτιολογία ότι δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση και, συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι λόγοι που στρέφονται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου (Ε./Ο.), δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (Ο.Π.Α).

Τέλος, κατά το μέρος, που η ένδικη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου (ΕΛΚΕ-ΟΠΑ) και κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, υπ'αριθ. 3490/2.8.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το άρθρο 62 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος για την έγκυρη διεξαγωγή της δίκης. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες, που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι. Με τη διάταξη αυτή η ικανότητα του διαδίκου ρυθμίζεται σε άμεση συσχέτιση με το ουσιαστικό δίκαιο και επομένως, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34, 35, 61, 72 και 748 του ΑΚ, ανήκει σε οποιονδήποτε έχει κατά το ουσιαστικό δίκαιο την ικανότητα δικαίου, δηλαδή την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Συνεπώς, διάδικος μπορεί να είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό χωρίς να είναι σωματεία ή εταιρείες, που δεν έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ή σύνολο περιουσίας, η οποία έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, εφόσον όμως έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, κατά τους όρους του νόμου (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1469/2021, 1353/2018, 286/2012).

Αντίθετα, ικανότητα διαδίκου, ως ανύπαρκτο πρόσωπο, δεν έχει οποιαδήποτε υπηρεσία ή οποιαδήποτε ομάδα περιουσίας νομικού προσώπου, αλλά το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο η υπηρεσία ή η περιουσία ανήκει, εκτός αν με διάταξη νόμου ειδικώς της απονέμεται ικανότητα διαδίκου. Κατ' ακολουθία τούτων, η άσκηση ένδικου βοηθήματος για παροχή έννομης προστασίας από ή κατά νομικού μορφώματος, όπως η ομάδα περιουσίας, που είναι ανίκανη να έχει την ιδιότητα του διαδίκου, καθιστά το ένδικο βοήθημα άκυρο και, συνεπώς, απορριπτέο ως απαράδεκτο για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης (ΑΠ 1469/2021, 513/2020, 1353/2018, 1022/2015, 1595/2012).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το π.δ. 432/1981 "Περί συστάσεως Ειδικών Λογαριασμών αξιοποιήσεως κονδυλίων για την εκτέλεση ερευνητικών έργων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Χώρας", σε καθένα από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) της Χώρας, συνεστήθη Ειδικός Λογαριασμός με σκοπό, προς όφελος του οικείου Ιδρύματος και του επιστημονικού τους προσωπικού, τη διάθεση και διαχείριση κονδυλίων επιστημονικής έρευνας, εκπαίδευσης, κατάρτισης, τεχνολογικής ανάπτυξης και παροχής σχετικών υπηρεσιών που προέρχονται από οποιαδήποτε πηγή και προορίζονται για την κάλυψη δαπανών, οποιουδήποτε είδους, που είναι απαραίτητες για τους σκοπούς αυτούς (άρθρο 1).

Kατ' εξουσιοδότηση δε του άρθρου 6 του ν. 1514/1985 " Ανάπτυξη της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας" (Α 13), εκδόθηκε η υπ'αριθμ. …1988 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας "Σύσταση Ειδικών Λογαριασμών για τη χρηματοδότηση Ερευνητικών Έργων και σχετικών Υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που εκτελούνται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Χώρας" (Β 920), που τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ 679/22.8.1996 (Β 896) και στο άρθρο 3 ορίστηκε ότι "Η διοίκηση και διαχείριση του Λογαριασμού πραγματοποιείται από τα όργανά του και είναι ανεξάρτητη από τη διοίκηση και διαχείριση των ΑΕΙ ή ΤΕΙ".

Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 12 του ν. 3577/2007 (Α 130) ορίζεται ότι "Η αληθής έννοια των εξουσιοδοτικών διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του ν. 1514/1985 και του άρθρου 18 του ν. 706/1977 είναι ότι με την εκδιδόμενη σχετικώς κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών (ήδη Οικονομίας και Οικονομικών), Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Έρευνας και Τεχνολογίας (ήδη Ανάπτυξης) ρυθμίζονται και ζητήματα που αφορούν τη νόμιμη εκπροσώπηση και τη διαδικασία διάθεσης, διαχείρισης και αιτιολόγησης των κονδυλίων των Ειδικών Λογαριασμών".

Ακόμη, με την παρ.1 του άρθρου 58 του ν. 4485/2017 (Α 114), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο άσκησης της από 15.7.2018 αγωγής της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και πριν την κατάργησή του με την περ.β του άρθρου 485 του ν. 4957/2022, ορίζεται ότι "Η Μονάδα Οικονομικής και Διοικητικής Υποστήριξης του Ε.Λ.Κ.Ε. (Μονάδα) αποτελεί οργανική μονάδα του Α.Ε.Ι..

Με τον Οργανισμό του οικείου Α.Ε.Ι. καθορίζεται η δομή, το επίπεδο λειτουργίας της και η οργανωτική της διάρθρωση. Στη Μονάδα αυτήν ανήκουν όλες οι αρμοδιότητες οικονομικού αντικειμένου που αφορούν τον Ε.Λ.Κ.Ε., συμπεριλαμβανομένης και της αρμοδιότητας που αφορά τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, παροχής υπηρεσιών και έργων του Ε.Λ.Κ.Ε.".

Σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) συστήθηκαν ειδικοί λογαριασμοί κονδυλίων έρευνας (ΕΛΚΕ) προκειμένου να αξιοποιηθούν μέσω αυτών κονδύλια για την υποστήριξη των ερευνητικών προγραμμάτων των ΑΕΙ. Οι λογαριασμοί αυτοί συνιστούν χρηματικές διαχειρίσεις νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας (σύνολο πραγμάτων και/ή δικαιωμάτων, τα οποία το δίκαιο αποχωρίζει από τη λοιπή περιουσία του προσώπου και τα υποβάλλει σε ιδιαίτερη νομική ρύθμιση), εντός της περιουσίας των ΑΕΙ, με ευρεία αυτοτέλεια δημοσιονομική και διαχειριστική.

Η διοίκηση και διαχείρισή τους είναι ανεξάρτητη από τη διοίκηση και διαχείριση του ΑΕΙ και γίνεται από τα όργανά τους που είναι οι Επιτροπές, πλην όμως, οι ΕΛΚΕ κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχαν αυτοτελή νομική προσωπικότητα και δεν αποτελούσαν αυτοτελή υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αφού τούτο δεν οριζόταν στις προαναφερόμενες διατάξεις, αλλά αποτελούσαν απλώς αυτόνομη, λογιστικά και διαχειριστικά υπηρεσία του ΑΕΙ.

Συνακόλουθα και ο συσταθείς δυνάμει των ως άνω διατάξεων "Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων και Έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών" (πρώτος αναιρεσίβλητος) κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής αλλά και της συζήτησής της στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στερούταν αυτοτελούς νομικής προσωπικότητας, δεν αποτελούσε υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αλλά αποτελούσε απλώς υπηρεσία του ως άνω Πανεπιστημίου και συνεπώς δεν είχε την ικανότητα διαδίκου, αφού δεν του είχε απονεμηθεί ειδικώς με διάταξη νόμου (πρβλ.

ΑΠ 1469/2021). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι την ικανότητα διαδίκου στους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Έρευνας των Πανεπιστημίων απένειμε για πρώτη φορά ο νομοθέτης με την παρ. 3 του άρθρου 229 του ν. 4957/2022, με την οποία ορίζεται ότι "Ο Ε.Λ.Κ.Ε. είναι διακριτή οικονομική οντότητα από αυτή του Α.Ε.Ι., χωρίς νομική προσωπικότητα, έχει ικανότητα διαδίκου, και αποδίδεται σε αυτόν διαφορετικός

Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.).", όπως η φράση "έχει ικανότητα διαδίκου" προστέθηκε με το άρθρο 94 του ν.5094/2024 ( Α'39).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "...Ο Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (Ε./Ο.) δεν συνιστά υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δεν κέκτηται αυτοτελή νομική προσωπικότητα, αποτελεί αυτόνομη, λογιστικώς και διαχειριστικώς, υπηρεσία του εκπαιδευτικού ιδρύματος και ΝΠΔΔ υπό την επωνυμία Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ), στο οποίο ανήκει, ουδεμία δε διάταξη νόμου προσδίδει στον ειδικό αυτό λογαριασμό νομική προσωπικότητα, ανεξάρτητη του προαναφερόμενου νομικού προσώπου (ΟΠΑ), ούτε εξ οιασδήποτε διατάξεως, κατά πλάσμα δικαίου εξομοιώνεται προς νομικό πρόσωπο.

Επομένως δεν έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, κρίνασα ότι ο εναγόμενος -δεύτερος εφεσίβλητος δεν έχει την ικανότητα διαδίκου και απορρίψασα την ένδικο αγωγή ως απαράδεκτο ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, ορθά έκρινε ότι ο εναγόμενος-δεύτερος εφεσίβλητος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων και Έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (Ε./Ο.) δεν είχε την ικανότητα διαδίκου και απέρριψε το λόγο έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως εκκαλούσας, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, και δεν παραβίασε τις εκτεθείσες στο μείζονα σκέψη που προηγήθηκε διατάξεις του π.δ. 432/1981, της υπ'αριθμ.

Β1/819/1988 ΚΥΑ, όπως τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ 679/22.8.1996 και τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1 του ν. 3577/2007, 58 παρ.1 του ν.4485/2017, 62, 63, 64 του ΚΠολΔ. Και τούτο διότι ο ως άνω Ειδικός Λογαριασμός (Ε./Ο.) στερούταν κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της από 15.7.2018 αγωγής της ενάγουσας (αλλά και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) αυτοτελούς νομικής προσωπικότητας, δεν αποτελούσε υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δεν του είχε απονεμηθεί κατά τον ως άνω χρόνο η ικανότητα δικαίου ειδικά με διάταξη νόμου και συνεπώς δεν είχε την ικανότητα διαδίκου, αλλά αποτελούσε απλώς υπηρεσία του δεύτερου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (Ο.Π.Α.) και ειδικότερα σύμφωνα με την ισχύουσα, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, διάταξη του άρθρου 58 παρ.1 του ν. 4485/2017, οργανική μονάδα του.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης (υπό στοιχείο Α), με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ'ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η αγωγή της είναι απαράδεκτη λόγω έλλειψης ικανότητας διαδίκου του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, εκτιμώμενος ως λόγος εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγω του αποδιδόμενου σ'αυτή νομικού σφάλματος (ΑΠ 2108/2022, 236/2020, 1243/2019), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1285/2021, 79/2018, 1333/2018).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 582/2023, 1285/2021, 860/2018, 208/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο, εκ του αριθμού 1β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο Β) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την αιτίαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ του απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει ποια διδάγματα της κοινής πείρας παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε επικαλείται τον κανόνα δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε από το Εφετείο χρήση των διδαγμάτων κοινής πείρας.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 16/2023, 308/2020).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 9/2023, 409/2022, 268/2020, 517/2019), ούτε το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 409/2022), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 9/2023, 308/2020) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 9/2023, 179/2019).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 1148/2022, 990/2022), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 954/2023, 990/2022, 85/2020), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 954/2023, 990/2022, 1108/2020).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 933/2022, 640/2022).

Ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη του δικαστικές αποφάσεις που επιλύουν νομικά ζητήματα (ΑΠ 933/2022, 640/2022), ούτε όταν το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη την αγωγή (ΑΠ 477/2022, 220/2020, 598/2019, 538/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, εκ των αριθμών 8 και 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο Γ) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τις αιτιάσεις α) ότι δεν έλαβε υπόψη της τον αυτοτελή ισχυρισμό της ότι το εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο δεν είναι υπηρεσία του δεύτερου εναγομένου αλλά ότι πρόκειται για εταιρεία "εν τοις πράγμασι" και ότι είναι ξεχωριστός και ανεξάρτητος φορέας από το Πανεπιστήμιο, που διοικείται από "Επιτροπή Διοίκησης και Διαχείρισης" με δικό του προσωπικό και με ξεχωριστούς πόρους και επομένως νομιμοποιείται παθητικά ως εναγόμενος οφειλέτης της, β) ότι δεν έλαβε υπόψη της τις γνωμοδοτήσεις πανεπιστημιακών καθηγητών και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, από τις οποίες προκύπτει ότι το εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη αγωγή του ως εν τοις "πράγμασι" εταιρεία και γ) ότι δεν έλαβε υπόψη της την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της κατά τη συζήτηση της αγωγής της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την υπ'αριθμ.

…..2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρός της ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Δρόγιου, τα έγγραφα, τις δικαστικές αποφάσεις και τις γνωμοδοτήσεις που είχε προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της ότι το πρώτο αναιρεσίβλητο είχε την ικανότητα δικαίου και ότι νομιμοποιείται παθητικά ως εναγόμενο στην ένδικη αγωγή της.

Ο ως άνω τρίτος λόγος αυτός, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον αυτοτελή ισχυρισμό της ότι το πρώτο αναιρεσίβλητο είχε την ικανότητα δικαίου και ότι νομιμοποιείται παθητικά ως εναγόμενο στην ένδικη αγωγή της "ως εν τοις πράγμασι εταιρεία", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι το Δικαστήριο της ουσίας εξέτασε τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό και αποφάνθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος δεν είχε την ικανότητα διαδίκου και ότι ως εκ τούτου η αγωγή απαράδεκτα ασκήθηκε κατ'αυτού, δηλαδή κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Κατά το μέρος δε που η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προαναφερθείσες γνωμοδοτήσεις καθηγητών και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθότι οι ως άνω γνωμοδοτήσεις δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια του προεκτέθηκε.

Τέλος κατά το μέρος που με τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή και δεν υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης και ο οποίος, επίσης, δεν ιδρύεται στην περίπτωση που το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του δικαστικές αποφάσεις που επιλύουν νομικά θέματα.

Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Τέλος δεν επιδικάζονται έξοδα σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, λόγω της δικονομικής απουσίας των αναιρεσίβλητων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.2.2023 με αριθμ. κατάθ.1665/150/22.2.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2037/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ'αριθμ. 3490/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ