Supreme Court dismisses appeal for non-exhaustion of grounds and failure to consider new facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the first-instance judgment. The appellants argued that the court failed to consider specific architectural facts regarding the neighboring properties in the Turkish quarter of Limnos, which they claimed would have altered the outcome. The court rejected this, ruling that the proposed facts were merely arguments rather than established facts and that the lower court's decision on the expert report was not subject to review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 KPolD; Art. 176, 183, 191, 495 KPolD: An appeal is inadmissible if it relies on arguments rather than new facts or if it challenges a decision on the expert report without violating substantive law, and the lower court's assessment of evidence is final.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 776 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 776/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Σ. Έ. του Π.-Ε., 2 Α. Β. του Ε., συζύγου Π.-Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παντελή Χατζηχαραλάμπους.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Γ. Κ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αναστάσιο Αποστολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2010 αγωγή των αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λήμνου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2012 μη οριστική27/2017 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 508/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, (Μεταβατικής έδρας Λήμνου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28-11-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ' άρθρ. 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: "Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου" (αρ. 1 εδ.α'). "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς" (αρ. 1 εδ.
β). Περαιτέρω, κατά τον πιο πάνω 1α αρ. του άρθρου αυτού, λόγος αναίρεσης ιδρύεται για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Προσέτι, τα διδάγματα της κοινής, πείρας, δηλαδή, οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.
ΑΠ 8/2005). Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής (του ΚΠολΔ), ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπαγγέλτως, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή προς υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα πιο πάνω διδάγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, κατά τον αρ. 5β του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την εν λόγω έννοια είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν έχει σημασία αν οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων. Αρκεί το ότι προβλήθηκαν εγκαίρως, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά. Εξάλλου, πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν αποδειχθούν αληθινοί, να έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή (της) αίτησης (κύριας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας ή αναφερόμενης στην πορεία της διαδικασίας, το παραδεκτό άσκησης ένδικου μέσου κ.ο.κ.
Ακόμη, υπό τον αρ. 6 του άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ήτοι, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ο παραπάνω λόγος, που αναφέρεται σε πλημμέλειες του αποδεικτικού πορίσματος, δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Οι παραπάνω λόγοι από τους αρ. 1 και 6 είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (561 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
ΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 508/2018, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατικής έδρας Λήμνου), που δίκασε ως εφετείο, επιτρεπτώς επισκοπείται και έχει ως εξής: "Η πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα (εφεξής πρώτη ενάγουσα) Σ. Έ. απέκτησε την ψιλή κυριότητα μίας παλιάς διώροφης οικίας στην συνοικία ..., εμβαδού 143,92 τ.μ., με ισόγειο βοηθητικό κτίσμα εμβαδού 13,26 τ.μ., καθώς και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου κοινής, με τον εκάστοτε κύριο της παρακείμενης οικίας, διόδου διέλευσης εμβαδού 13,23 τ.μ., η οποία αποτελεί το επίδικο ακίνητο.
Το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα περιήλθε στην πρώτη ενάγουσα, δυνάμει του με αριθμό .../5-3-2005 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Λήμνου Φ.- Π. Κ. - Ε., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λήμνου στον τόμο … με α.α. …., από δωρεά εκ της γιαγιάς της, Σ. χήρας Ε. Β., το γένος Δ.
Κ.. Στον εν λόγω τίτλο κτήσης, η δίοδος αυτή περιγράφεται ότι αποτυπώνεται με στοιχεία ... στο από Αύγουστο 1991 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της πολιτικής μηχανικού Ε. Γ., που επισυνάφθηκε στο συμβόλαιο και ότι συνορεύει βορειοανατολικά με πλευρά Μ-Γ μήκους 1 μέτρου με τον κήπο του οικοπέδου της κατοικίας της, βορειοδυτικά με πλευρά Μ-Κ μήκους 10,43 μέτρων με την κατοικία της, νοτιοανατολικά με τεθλασμένη πλευρά ...
μήκους 11,35 μέτρων με ιδιοκτησία της εναγομένης - εφεσίβλητης (εφεξής εναγομένης) και νοτιοδυτικά με πλευρά Κ-η μήκους 1,80 μέτρων με την οδό ... Περαιτέρω, η δεύτερη ενάγουσα - εκκαλούσα (εφεξής ενάγουσα) Α. Β., μητέρα της πρώτης ενάγουσας, απέκτησε την επικαρπία των ίδιων ακινήτων, δυνάμει του με αριθμό .../9-9-2008 συμβολαίου αποδοχής δωρεάς αιτία θανάτου δικαιώματος επικαρπίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, μετά τον θάνατο της μητέρας της, Σ.
Β.. Το συμβόλαιο αυτό μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λήμνου στον τόμο …. με α.α. … και σ' αυτό, η περιγραφή των ακινήτων λαμβάνει χώρα κατά τον αυτό τρόπο με το προαναφερθέν συμβόλαιο του 2005. Η Σ. Β. είχε αποκτήσει την κυριότητα της οικίας από τον πατέρα της Δ. Κ. του Δ., δυνάμει του με αριθμό .../28-2-1951 προικοσύμφωνου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Λήμνου Ε.
Π., που είχε μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λήμνου στον τόμο … με α.α. …. Στον εν λόγω τίτλο, το ακίνητο περιγράφεται ως διώροφη οικία, κεραμοσκεπής και πλινθόκτιστη, εμβαδού 157,40 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με κήπο, δυτικά με ιδιοκτησία Κ. Γ., βόρεια με ιδιοκτησία ιδίου και νότια με τον δρόμο.
Τέλος, στον Δ. Κ. το ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμό .../24-5-1940 πωλητήριου συμβολαίου ανταλλάξιμου του άλλοτε συμβολαιογράφου Λήμνου Χ. Κ. από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λήμνου στον τόμο … με α.α. ….. Και στον τίτλο αυτό, το ακίνητο που μεταβιβαζόταν περιγραφόταν ως οικία, αναφερόταν ότι είχε έκταση 157,40 τ.μ.
και ότι συνόρευε δυτικά με οικία με αρ. … ιδιοκτησία της Α. Π., δυτικά με οικία με αρ. … ιδιοκτησίας Μ. Σ., βόρεια με οικία με αρ. … ιδιοκτησίας τέκνων Χ. Α. και νότια με δρόμο και ότι ανήκε προηγουμένως στην ανταλλαγείσα περιουσία της Οθωμανής Σ. συζύγου Χ. Σ., παραπέμποντας στο από 30-1-1926 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής που είχε συνταχθεί στα πλαίσια της ανταλλαγής περιουσιών.
Παρατηρείται δηλαδή, ότι στους τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων των εναγουσών (Δ. Κ. και Φ. Β.) γίνεται λόγος για μεταβίβαση μόνον της διώροφης πεπαλαιωμένης οικίας, με το ίδιο ακριβώς εμβαδόν των 157,40 τ.μ., χωρίς να γίνεται λόγος για ύπαρξη διόδου, η οποία εμφανίστηκε το πρώτον στο συμβόλαιο του 2005 και επαναλήφθηκε σε εκείνο του 2008, όταν είχε ήδη αναφυεί η κατωτέρω αναφερόμενη αντιδικία μεταξύ της Φ.
Β. και της αδελφής της, Ε. Κ., το γένος Δ. Κ. (εναγομένης), στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η τελευταία με την σειρά της απέκτησε την κυριότητα μίας όμορης οικίας, που συνόρευε με δρόμο, ιδιοκτησία Σ. Β. (δικαιοπαρόχου των εναγουσών), κληρονόμων Τ. και κοινούς κληρονόμους Μ., την οποία απέκτησε πρώτα κατά ψιλή κυριότητα, μετά την σύνταξη της με αρ. .../27-3-1968 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Λήμνου Χ.
Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λήμνου στον τόμο … με α.α. …., εκ της με αρ. .../1963 δημόσιας διαθήκης του θανόντος το έτος 1967 πατέρα της, Δ. Κ. και ακολούθως, κατά πλήρη κυριότητα μετά τον θάνατο της επικαρπώτριας μητέρας της, Μ. Κ., το έτος 1988. Με την σειρά του, ο Δ. Κ. είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό κατά παρεμφερή με το προηγούμενο ακίνητο τρόπο, δυνάμει του με αριθμό ...-7-1940 πωλητήριου συμβολαίου ανταλλάξιμου του άλλοτε συμβολαιογράφου Λήμνου Ι.
Π. από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λήμνου στον τόμο … με α.α. …. Στον τίτλο αυτό, το ακίνητο που μεταβιβαζόταν αναφερόταν ότι είχε έκταση 139,28 τ.μ. και ότι συνόρευε ανατολικά με την με αρ. 216 οικία της Ν. Μ. Π., δυτικά με οικία Χ., βόρεια με περιοχή Χ.
Χ. Χ. με αρ. … και νότια με δρόμο, το οποίο ανήκε προηγουμένως στην Οθωμανή Α. Μ. Ε. Π.. Επομένως, από την αντιπαραβολή των δύο αρχικών συμβολαίων του 1940, καθώς και των μεταγενεστέρων του 1951, που αφορά στην δικαιοπάροχο των εναγουσών και του 1968, που αφορά στην εναγομένη, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της αγωγής ότι ο Δ.
Κ. ήταν κοινός δικαιοπάροχος, αφού τα δύο ακίνητα ήταν αυτοτελή, αν και όμορα. Δεν αποδείχθηκε ακόμη ούτε ότι η επίδικη δίοδος ανήκε στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου των εναγουσών, ώστε να συμπεριληφθεί εν συνεχεία στα συμβόλαια δωρεάς και δωρεάς αιτία θανάτου που συνέταξε, μεταβιβάζοντας αυτό το δικαίωμα στην εγγονή και την θυγατέρα της αντιστοίχως, διότι ο Δ.
Κ. μεταβίβασε σε κάθε θυγατέρα του μόνον την κατοικία επί των οικοπέδων που είχε αποκτήσει το 1940 στα πλαίσια της ανταλλαγής, καθώς σε κανένα συμβόλαιο δεν γίνεται αναφορά σε δίοδο. Στο αυτό συμπέρασμα κατέληξε ο διορισθείς πραγματογνώμονας I. Σ., απαντώντας στο πρώτο υποερώτημα του πρώτου ζητήματος που έθεσε η προρρηθείσα μη οριστική απόφαση, αναφέροντας, ότι η μεν ιδιοκτησία των εναγουσών είναι ελάχιστα μικρότερη των 157,40 τ.μ.
κατά την εμβαδομέτρηση στην οποία προέβη και δη, 155,43 τ.μ., ενώ εκείνη της εναγομένης ανέρχεται σε 180,42 τ.μ., ήτοι 41,14 τ.μ. περισσότερο του αρχικού τίτλου. Περαιτέρω, στο δεύτερο υποερώτημα γνωμοδότησε σαφώς ότι η επίδικη δίοδος δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγουσών αλλά της εναγομένης, παραπέμποντας στα σκαριφήματα της περιγραφής των ακινήτων, βάσει των πρωτοκόλλων παράδοσης και παραλαβής που είχαν συνταχθεί το 1926, τα οποία επισύναψε στην γνωμοδότησή του.
Προσπαθώντας να αποδομήσει το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης, ο τεχνικός σύμβουλος των εναγουσών πολιτικός μηχανικός Μ. Ξ. διατείνεται στην από Δεκέμβριο 2015 τεχνική του έκθεση, ότι το εμβαδόν του ακινήτου των εναγουσών είναι 149,67 τ.μ., εκείνο του ακινήτου της εναγομένης 166,84 τ.μ. και της επίδικης διόδου 14,27 τ.μ.
και ότι αν προστεθεί αυτό το τελευταίο εμβαδόν σε εκείνο της οικίας των εναγουσών, καταλήγει σε συνολικό εμβαδόν 163,54 τ.μ., ήτοι κατ' απόκλιση 6,14 τ.μ., που δικαιολογείται στα εντός σχεδίου ακίνητα (5%). Αντίθετα, αν προστεθούν τα 14,27 τ.μ. στα 166,84 τ.μ. της οικίας της εναγομένης, το εμβαδόν θα φτάσει σε 181,11 τ.μ., ήτοι απόκλιση 41,83 τ.μ., που δεν δικαιολογείται στα ενός σχεδίου ακίνητα.
Έτσι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "τεκμαίρεται από τους παλιούς τίτλους ιδιοκτησίας και την τωρινή εμβαδομέτρηση ότι η επίδικη δίοδος Π3 περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία Ε. - Β...". Το συμπέρασμα όμως αυτής της τεχνικής έκθεσης δεν είναι πειστικό, καθώς η εμβαδομέτρηση του ακινήτου των εναγουσών που περιέχεται σ' αυτήν, υπολείπεται μεν της εμβαδομέτρησης του πραγματογνώμονα κατ' ελάχιστο (149,67 έναντι 155,43 τ.μ.), ωστόσο η διαφορά αυτή είναι αρκετή, ώστε να είναι σε θέση να διατυπώσει κατόπιν ο τεχνικός σύμβουλος τον αυθαίρετο ισχυρισμό, ότι προστιθέμενου του εμβαδού της διόδου στα 149,67 τ.μ., καταλήγει σε δικαιολογημένη απόκλιση της τάξεως του 5%.
Όμως, η διαφορά αυτή δεν είναι δικαιολογημένη, αφού δεν συμπίπτει με την εμβαδομέτρηση που είχε γίνει σε ανύποπτο χρόνο και αποτυπώθηκε στα συμβόλαια του 1940 και του 1951 ούτε με εκείνη του πραγματογνώμονα, που αποκλίνει κατ' ελάχιστο της αρχικής εμβαδομέτρησης. Επιπλέον, το συμπέρασμα του τεχνικού συμβούλου δεν εδράζεται στον τρόπο περιγραφής του ακινήτου στους τίτλους κτήσης των εναγουσών, στους οποίους δεν γίνεται κανένας λόγος για δίοδο αλλά μόνον για οικία, γεγονός που άγει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί αυθαίρετης κρίσης προς προστασία των συμφερόντων των εντολέων του, όπως άλλωστε χαρακτηριστικά προκύπτει από την χρήση της λέξης "τεκμαίρεται" για την θεμελίωση του συμπεράσματός του (σελ. 2, παραγρ. 3 της τεχνικής έκθεσης).
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει κανείς άλλωστε και από την ανάγνωση της με αρ. κατ. 19/1991 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής που είχε ασκήσει στο Ειρηνοδικείο Λήμνου η Φ. Β. κατά της εναγομένης, μετά την ανέγερση του επίμαχου τοίχου από την τελευταία περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Στην αίτηση αυτή, η επίμαχη δίοδος χαρακτηρίζεται ως ιδιωτικός δρόμος μήκους 10 μέτρων και πλάτους 1,5 μέτρου, τον οποίον χρησιμοποιούσαν διανοία κυρίου ο σύζυγός της, τα μέλη της οικογενείας της, οι επισκέπτες και οι εργάτες που καλλιεργούσαν τον κήπο, καθώς επίσης γινόταν η μεταφορά γεωργικών μηχανημάτων, λιπασμάτων και άλλων συναφών εργαλείων για την καλλιέργεια του κήπου, για την εκτέλεση εργασιών επισκευής της οικίας, για την είσοδο των υπαλλήλων της Δ.Ε.Η.
και της ύδρευσης και για την εκκένωση του υφιστάμενου βόθρου. Αναφερόταν επίσης, ότι ήταν η μόνη δίοδος προς τον κήπο, διότι η θύρα εισόδου στην οικία της ήταν πολύ χαμηλή και δεν χωρούσαν τα παραπάνω μηχανήματα να εισέλθουν από αυτήν και ότι πλέον είχε αποκοπεί από αυτήν, λόγω της ανέγερσης του επίμαχου τοίχου.
Αναφορικά με την εξέλιξη της δικαστικής πορείας αυτής της υπόθεσης να αναφερθεί ότι εκδόθηκε η με αρ. 31/1992 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λήμνου, που αναγνώρισε το δικαίωμα συννομής στην Σ. Β. και διέταξε την καθαίρεση του τοίχου, η εκτέλεση της οποίας όμως ανεστάλη και τελικώς, εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η με αρ. 78/1993 απόφαση της μεταβατικής έδρας Λήμνου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που εξαφάνισε την πιο πάνω απόφαση και απέρριψε την αίτηση τελεσιδίκως, μετά από αποδοχή πρόσθετου λόγου έφεσης περί συμπλήρωσης της ενιαύσιας παραγραφής των αξιώσεων νομής.
Έκτοτε, ούτε η Σ. Β. ούτε οι διάδοχοί της άσκησαν οιοδήποτε ένδικο βοήθημα, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής το 2010. Ασχέτως αυτού όμως, από τον τρόπο με τον οποίον είναι διατυπωμένη η εν λόγω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, σαφώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι η δίοδος αυτή δεν είχε καμία σχέση με την ιδιοκτησία που είχε αποκτήσει η Φ.
Β. από τον πατέρα της και εκείνος από το Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να δικαιολογείται η μεταγενέστερη μεταβίβασή του από την ίδια στις διαδόχους της, στους τίτλους κτήσης των ετών 2005 και 2008. Επομένως, πρέπει να διερευνηθεί αν η Φ. Β. και εν συνεχεία, οι ενάγουσες άσκησαν στην επίμαχη δίοδο τις ιστορούμενες πράξεις νομής (ή οιονεί νομής κατά την επικουρική βάση), στις οποίες θεμελιώνουν την κτήση κυριότητας βάσει τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας.
Επί των ζητημάτων αυτών, εντός της δικογραφίας υφίσταται πληθώρα καταθέσεων μαρτύρων και αρχικά εξετάστηκαν η Μ. Β., κόρη της Σ. Β. και ο Δ. Κ., υιός του Δ. Κ. και αδελφός της Σ. Β. και της Ε. Κ., οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα ταυτάριθμα με την με αρ. 31/1992 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λήμνου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης.
Στις καταθέσεις αυτές, η Μ. Β. ανέφερε ότι η δίοδος χρησιμοποιούνταν επί έναν αιώνα, ήδη από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες, ανατρέχοντας δηλαδή σε γεγονότα που έλαβαν χώρα σε χρόνο κατά τον οποίον η ίδια δεν είχε γεννηθεί, ότι η μητέρα της ήταν συγκυρία στον δρόμο, ότι η οικογένειά της είχε μετακομίσει στην Αθήνα από εικοσιπενταετίας, ότι η οικία τους εκμισθωνόταν, χωρίς όμως να αναφέρει έστω ένα όνομα μισθωτή και ότι οι μισθωτές είχαν κλειδί της πόρτας που ευρισκόταν μεταξύ των δύο ακινήτων.
Ανέφερε ακόμη αορίστως ότι η αυλή καλλιεργούνταν παλιότερα, χωρίς να προσδιορίσει πότε και με τι είδη και ότι κατά τον χρόνο εκείνο, υφίσταντο γλάστρες με τριανταφυλλιές. Τέλος, κατέθεσε ότι εντός της αυλής ευρίσκονταν τα υδρόμετρα και ο βόθρος και ότι η μόνη πρόσβαση σ' αυτήν ήταν μέσω της διόδου, με αποτέλεσμα να μην μπορούν πια να εισέρχονται στον κήπο οι ίδιοι αλλά και οι μετρητές των υδρομέτρων και οι εργάτες εκκένωσης του βόθρου, αφότου ανεγέρθηκε ο επίμαχος τοίχος.
Από την άλλη πλευρά, ο Δ. Κ., που σημειωτέον ήταν ο μόνος των τριών αδελφών που παρέμεινε στην ..., διότι εκτός από την Σ. Β. είχε μετακομίσει στην Αθήνα και η εναγομένη, κατέθεσε ότι οι δύο οικίες ήταν ανεξάρτητες, ότι ο δρόμος ήταν κλειστός, ότι υπήρχε παλιά τουαλέτα που γκρεμίστηκε για να εξυπηρετηθεί η δίοδος προς την αυλή, ότι αυτή ουδέποτε καλλιεργήθηκε και ότι η Σ.
Β. εισερχόταν σ' αυτήν και από την είσοδο της οικίας της αλλά και την κουζίνα της. Τέλος, παραδέχθηκε ότι τα υδρόμετρα και ο βόθρος ευρίσκονταν εντός της αυλής, κάτι που άλλωστε επιβεβαίωσε και ο πραγματογνώμονας απαντώντας στο δεύτερο ερώτημα της με αρ. 100/2012 απόφασης. Το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο είχε η με αρ. .../2011 ένορκη βεβαίωση του ιδίου στην συμβολαιογράφο Ε.
Π., στην οποία επιβεβαίωσε ότι τα ακίνητα ήταν δύο και ότι η πρόσβαση στην αυλή από την αδερφή του Σ. Β. γινόταν και μέσω της εισόδου και μέσω της κουζίνας. Το περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής επιβεβαιώθηκε εξάλλου από τον πραγματογνώμονα, που απάντησε θετικά στο τρίτο υποερώτημα του πρώτου ζητήματος που του έθεσε η παραπάνω μη οριστική απόφαση.
Βεβαίωσε ακόμη ο ίδιος Δ. Κ., ότι η αυλή ουδέποτε καλλιεργήθηκε και ότι υπήρχαν μόνο κάποιες γλάστρες. Ανέφερε ακόμη, ότι υφίστατο πόρτα (που μνημονεύεται στην αγωγή) τα κλειδιά της οποίας κρατούσε ο ίδιος, ότι οι αυλές ήταν διαχωρισμένες με συρματόπλεγμα, που είχε τοποθετήσει ο πατέρας του, καθώς χρησιμοποιούσε την μία από τις δύο οικίες ως αποθήκη της επιχείρησης παντοπωλείου που διατηρούσε, πριν το προικίσει στην θυγατέρα του, Ε..
Επανέλαβε ακόμη την ύπαρξη προγενέστερης τουαλέτας που καθαιρέθηκε και τέλος, ανέφερε ότι περί το 1988-1989 η αδελφή του Ε. ανήγειρε τον επίμαχο τοίχο σε αντικατάσταση του συρματοπλέγματος. Τέλος, βεβαίωσε ότι στις σπάνιες περιπτώσεις που χρειάστηκε να εισέλθουν κάποιοι στην αυλή, εξειδικεύοντας για παράδειγμα τις εργασίες επισκευής του ανατολικού τοίχου ή της μεταφοράς του υδρομέτρου, ήταν ο ίδιος που επέτρεπε την πρόσβαση στην Σ.
Β. με την άδεια της Ε. Κ.. Παρόμοιο περιεχόμενο έχει εξάλλου η κατάθεση του Ι. Τ., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την με αρ. 100/2012 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λήμνου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, έχοντας εξεταστεί ως μάρτυρας της εναγομένης. Γεννηθείς το 1945, ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι εργαζόταν στο παντοπωλείο του Δ.
Κ. από τα τέλη της δεκαετίας του 50, ότι η μία οικία χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικός χώρος του καταστήματος αυτού, ότι οι δύο αυλές διαχωρίζονταν με συρματόπλεγμα ως το 1986, ότι ο τοίχος ανεγέρθηκε περί το 1988 και ότι τέλος, η αυλή ουδέποτε καλλιεργήθηκε. Το αυτό περιεχόμενο έχουν και η με αριθμό .../2016 ένορκη βεβαίωση του γεννηθέντος το 1929 Α. - Χ.
Β., μόνιμου κατοίκου ..., που ήταν φίλος της οικογένειας του Δ. Κ., αλλά και η με αρ. .../2016 ένορκη βεβαίωση της γεννηθείσας το 1933 Μ. Λ. - Π., φίλης της Ε. Κ., που πάντως διευκρίνισε ότι μετακόμισε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Παρόμοιο περιεχόμενο τέλος, έχουν και οι προσκομιζόμενες το πρώτον με αρ. ...2017 ένορκες βεβαιώσεις των ηλικιωμένων Γ.
Κ. (γεννηθέντος το 1933) και Β. Π. (γεννηθείσας το 1933), που υπήρξαν μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των μαρτυριών - βεβαιώσεων είναι η ύπαρξη συρμάτινης περίφραξης, η αυτοτέλεια των δύο ακινήτων και η μη καλλιέργεια της αυλής της οικίας της Σ. Β.. Είναι δε άξιο λόγου, ότι την ύπαρξη συρμάτινης περίφραξης αναφέρουν και δύο ενόρκως βεβαιούσες της πλευράς των εναγουσών, ήτοι η Ε.
Ε., γεννηθείσα το 1929 και η Φ. Κ., γεννηθείσα το 1952, στις με αριθμούς ... και .../2011 αντιστοίχως ένορκες βεβαιώσεις τους. Την ύπαρξη, αντίθετα, της περίφραξης αρνήθηκε η μάρτυρας Σ. Ν., γεννηθείσα το 1931, στην κατάθεση που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την με αρ. 100/2012 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λήμνου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και η θυγατέρα αυτής, Β.
Ν., γεννηθείσα το 1968, στις με αρ. ...2015 και …./2018 ταυτόσημες ένορκες βεβαιώσεις της. Αναφορικά με την τελευταία, το Δικαστήριο κρίνει ότι στερείται αξιοπιστίας, καθώς επανειλημμένως προέβη όχι στην παράθεση γεγονότων, αλλά στην χρήση αξιολογικών κρίσεων και χαρακτηρισμών ("είναι προφανές", "θεωρώ", "είναι φανερό", "είναι παράλογο").
Πέραν αυτών όμως και πέραν του ότι οι παραπάνω ενόρκως βεβαιούσες επιβεβαίωσαν την ύπαρξη συρματοπλέγματος με το οποίο διαχωρίζονταν οι δύο αυλές, ουδείς μάρτυρας ή ενόρκως βεβαιών εκ μέρους των εναγουσών, δεν κατέθεσε με πειστικό τρόπο περί των πράξεων νομής της Σ. Β. και των διαδόχων της, όπως αυτές αναφέρονται στην αγωγή.
Κανένας εξ αυτών δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο όνομα μισθωτή που μίσθωσε την οικία από την Σ. Β., ο οποίος διερχόταν από την επίμαχη δίοδο για την είσοδο στην αυλή. Επίσης, κανείς δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην καλλιέργεια συγκεκριμένων κηπευτικών προϊόντων, η οποία μάλιστα γινόταν, σύμφωνα με την αγωγή, με την χρήση γεωργικών μηχανημάτων.
Από απλή επισκόπηση όμως των εκατέρωθεν μετ' επίκλησης προσκομιζόμενων φωτογραφιών καθίσταται εύληπτο ότι η δίοδος αυτή ήταν εντελώς στενή και ότι η διέλευση γεωργικών μηχανημάτων ήταν αδύνατη, όθεν συνάγεται ότι η αυλή δεν καλλιεργήθηκε ποτέ, όπως κατέθεσαν όχι ευάριθμοι μάρτυρες της πλευράς της εναγομένης.
Τέλος, ως προς την πρόσβαση των μετρητών των υδρομέτρων και των εργατών εκκαθάρισης του βόθρου, υπενθυμίζεται ότι ο Δ. Κ. βεβαίωσε ότι οι περιπτώσεις αυτές ήταν σπάνιες και ότι ο ίδιος επέτρεπε την πρόσβαση με άδεια της εναγομένης αδερφής του, κάτι που συνάδει α. με την αποχώρηση της οικογένειας της Σ. Β.
από την δεκαετία του 1960 στην Αθήνα και β. με το γεγονός ότι ανεξαρτήτως των προβλημάτων υγείας που η τελευταία αντιμετώπισε στο τέλος του βίου της, δεν προέβη σε καμία περαιτέρω δικαστική ενέργεια από το 1993 και μετά, για την ικανοποίηση των αξιώσεών της. Από όλα τα παραπάνω επομένως, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το ιστορικό τόσο της κύριας βάσης της αγωγής, όσο και της επικουρικής βάσης της αγωγής, αφού η Σ.
Β. και εν συνεχεία, οι ενάγουσες δεν ασκούσαν πράξεις νομής, ήτοι με διάνοια κυρίου (αναφορικά με την κύρια βάση), αλλά ούτε οιονεί νομής, ήτοι με διάνοια δικαιούχου (αναφορικά με την επικουρική βάση) στην επίμαχη δίοδο και κατά συνέπεια, δεν απέκτησαν κανένα εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτήν, ούτως ώστε να αξιώνουν την απόδοσή της ή την άρση της προσβολής, με την καθαίρεση του ως άνω τοίχου.
Έχοντας αποδεχθεί τα παραπάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε σωστά το αποδεικτικό υλικό και απέρριψε την αγωγή, κατ' αμφότερες τις βάσεις της, άρα ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία. Περαιτέρω, εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν υφίστατο έννομη αξίωση των εναγουσών, ούτε κατά την κύρια ούτε κατά την επικουρική βάση της αγωγής, δεν έπρεπε να ασχοληθεί επαλλήλως με τις προταθείσες ενστάσεις παραγραφής (ως προς την κύρια βάση) και αχρησίας (ως προς την επικουρική βάση), η διερεύνηση των οποίων θα ήταν σκόπιμη και νοητή, μόνον αν γινόταν δεκτό ότι οι ενάγουσες είχαν έννομη αξίωση επί της επίμαχης διόδου.
Περαιτέρω, επειδή αποτελεί κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι οι ενάγουσες δεν είχαν τέτοια αξίωση, κατ' ουδεμία εκ των βάσεων της αγωγής τους, παρέλκει η περαιτέρω έρευνα των δεύτερου και τρίτου λόγων της έφεσης, που αφορούν στην εσφαλμένη αποδοχή της ένστασης παραγραφής και αχρησίας της δουλείας, που ως εκ τούτου κρίνονται απορριπτέοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε στην ουσία την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της 27/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λήμνου, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή τους για αναγνώριση της ψιλής συγκυριότητας (παραγώγως, άλλως πρωτοτύπως και δη με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία) σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου για την δεύτερη ενάγουσα και της επικαρπίας (κατά το ίδιο ποσοστό) για την πρώτη ενάγουσα επί της επίδικης εδαφικής διόδου στη ...
Λήμνου, άλλως να αναγνωρισθεί υπέρ του ακινήτου τους και σε βάρος του ακινήτου της αναιρεσίβλητης δικαίωμα δουλείας διόδου.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, μέρος α' (της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ασκηθείσας παραδεκτά, κατ' άρθρ. 111 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώπιον του Μ.Πρ.Μυτιλήνης, στη μεταβατική του έδρα της Λήμνου), οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, ότι "εφόσον η προσβαλλομένη δέχεται τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητάς τους επί της επίδικης λωρίδας, έστω κατά το ιδανικό ποσοστό του 1/2, η κρίση της ότι δεν αποδείχτηκε η αγωγή τους, ως προς την κυριότητά τους επί του επιδίκου παραβιάζει ευθέως την διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ (που αφορά στη μεταβίβαση από κύριο για κάποια νόμιμη αιτία ακινήτου και στην κτήση της κυριότητάς του παραγώγως).
Κατά το μέρος αυτό ο λόγος, με τον οποίο, αποδίδεται η κατ' άρθρ. 560 αρ. 1α ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεν αποδείχτηκε ότι οι αναιρεσείουσες απέκτησαν κυριότητα στην επίδικη δίοδο, τόσο με παράγωγο τρόπο, αφού έγινε δεκτό ότι αυτή ούτε περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης των εναγουσών ούτε ανήκει στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου τους, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), αφού έγινε επίσης δεκτό ότι ούτε οι ενάγουσες ούτε η δικαιοπάροχός τους Σ.
Β. άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στην παραπάνω δίοδο. Περαιτέρω, στη συνέχεια οι αναιρεσείουσες, στον ίδιο λόγο (και ίδιο μέρος) ισχυρίζονται, ότι "η προσβαλλομένη, αποδεχόμενη, ότι τα ίδια δικαιώματα είχε αποκτήσει και η προκάτοχος και δικαιοπάροχός τους Σ. Β. από τον δικαιοπάροχο και πατέρα της Δ.
Κ. καταφάσκει τον ισχυρισμό τους ότι την επίδικη λωρίδα απέκτησαν με τα προσόντα τόσο της τακτικής όσο και της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής τους και αυτόν των δικαιοπαρόχων τους". Επομένως, κατά τις αναιρεσείουσες, "αποφαινόμενη η προσβαλλομένη ότι δεν είναι κυρίες του επιδίκου παραβιάζει ευθέως και εκ πλαγίου και τις περί χρησικτησίας διατάξεις (τακτικής που προβλέπεται στο άρθρο 1041 ΑΚ, αλλά και έκτακτης που αναφέρεται στο άρθρο 1045 ΑΚ)".
Ο λόγος αυτός και, κατά τούτο, είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην προαναφερόμενη εσφαλμένη προϋπόθεση. Προσέτι, με τον ίδιο λόγο, μέρος β', οι αναιρεσείουσες αιτιώνται, ότι η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι δεν αποδείχτηκε ότι η επίδικη δίοδος ανήκε στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου τους, ώστε να συμπεριληφθεί κατόπιν στα δωρητήρια συμβόλαια (εν ζωή και αιτία θανάτου) που συνέταξε, για τις αντίστοιχες προς αυτές (αναιρεσείουσες) μεταβιβάσεις, διότι "ο Δ.
Κ. μεταβίβασε σε κάθε θυγατέρα του μόνο την κατοικία επί των οικοπέδων που είχε αποκτήσει το 1940 στα πλαίσια της ανταλλαγής, καθώς σε κανένα συμβόλαιο, δεν γίνεται αναφορά σε δίοδο", παραβιάζει (κατ' εκτίμηση) τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού, σύμφωνα με αυτά, η παραδοχή αυτή δεν μπορεί να λειτουργήσει μονομερώς.
Ακόμη, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι "η υιοθέτηση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του συμπεράσματος του διορισθέντος πραγματογνώμονος, ότι το δικό τους (αναιρεσειουσών) ακίνητο (δικαίως και λογικώς) μειώθηκε κατά περίπου έξι (6) μέτρα, ενώ το ακίνητο της αναιρεσίβλητης (δικαίως και λογικώς) αυξήθηκε κατά 41,14 τ.μ., αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού, κατ' αυτά, τα ακίνητα ούτε μικραίνουν ούτε μεγαλώνουν αν δεν γίνει αντίστοιχη "απόσπαση" ή "προσάρτηση" τμημάτων".
Επίσης, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι "αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας η κρίση της προσβαλλομένης ότι είναι αυθαίρετη η αναφορά του τεχνικού τους συμβούλου, ότι με τον συνυπολογισμό στο ακίνητό τους (αναιρεσειουσών) και της επιφάνειας της επίδικης διόδου, η κατά 6 περίπου μέτρα αύξησή του, είναι δικαιολογημένη ως απόκλιση, αφού είναι της τάξης του 5%, ενώ είναι δικαιολογημένη η απόκλιση του εμβαδού της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης κατά 30%".
Ακόμη, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν "ότι η κρίση του Πρωτοδικείου, που θεωρεί αναξιόπιστη την ανωτέρω τεχνική έκθεση επειδή σε αυτήν διατυπώνεται το ρήμα "τεκμαίρεται", αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας". Τέλος, με τον ίδιο λόγο και ίδιο μέρος οι αναιρεσείουσες αιτιώνται ότι "αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας η κρίση της προσβαλλομένης ότι η μάρτυράς τους Μ.
Β. είναι αναξιόπιστη, με την αιτιολογία, ότι η μάρτυρας αναφέρεται σε γεγονότα του απωτέρου παρελθόντος, τα οποία δεν έζησε η ίδια". Ο λόγος, με τον οποίο καταλογίζεται η πλημμέλεια του αρ. 1β του άνω άρθρου, είναι απαράδεκτος, διότι, τα υπό το περιεχόμενό του άνω εκτιθέμενα, δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που αναφέρθηκε στην αρχή.
Ωσαύτως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, ότι "στερείται αιτιολογίας η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι η μάρτυράς τους Μ. Β. κατέθεσε ότι η δίοδος χρησιμοποιείτο επί έναν αιώνα, ήδη από τους οθωμανούς ιδιοκτήτες, ανατρέχοντας σε γεγονότα πριν από τη γέννησή της, ότι η μητέρα της ήταν συγκυρία στο δρόμο, ότι η οικογένειά της είχε μετακομίσει στην Αθήνα από εικοσιπενταετίας, ότι η οικία τους εκμισθωνόταν, χωρίς να αναφέρει έστω ένα όνομα μισθωτή και ότι οι μισθωτές, είχαν κλειδί της πόρτας που βρισκόταν μεταξύ των δύο ακινήτων".
Ο λόγος, με τον οποίο ψέγεται ως ανεπαρκής η προαναφερθείσα αιτιολογία της προσβαλλομένης και αποδίδεται η πλημμέλεια του αρ. (κατ' εκτίμηση) 6 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της προειπωθείσας πλημμέλειας, πλήττεται η περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέρος α', οι αναιρεσείουσες αιτιώνται ότι το (δευτεροβάθμιο δικάσαν) Πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 6 του άνω άρθρου λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, γιατί ειδικότερα: "Η προσβαλλομένη δέχεται ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι αμφότερες αυτές (αναιρεσείουσες), κατά ψιλή κυριότητα η πρώτη και κατ' επικαρπία η δεύτερη, απέκτησαν με νόμιμους μεταγεγραμμένους τίτλους το προαναφερόμενο διώροφο κτίσμα, καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου κοινής με τον εκάστοτε κύριο της παρακείμενης οικίας (της αναιρεσίβλητης ήδη) διόδου διέλευσης, που αποτελεί το επίδικο.
Εν τούτοις καταλήγει, ότι η επίδικη δίοδος δεν αποδείχθηκε ότι ανήκε στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών ώστε να συμπεριληφθεί στα πιο πάνω δωρητήρια συμβόλαια". Η αντίφαση, κατά τις αναιρεσείουσες συνίσταται στο ότι "αν απέκτησαν έστω το ιδανικό 1/2 της διόδου, όπως δέχεται με την πρώτη αιτιολογία η προσβαλλομένη, τούτο προϋποθέτει ότι η δίοδος αυτή και ανήκε στην δικαιοπάροχό τους και καλώς μεταβιβάστηκε σε αυτές (αναιρεσείουσες).
Αν δεν ανήκε, όπως αναφέρεται στη δεύτερη αιτιολογία της προσβαλλομένης, τότε δεν απέκτησαν". Σε κάθε περίπτωση, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι οι δύο αιτιολογίες αντιφάσκουν και αλληλοαναιρούνται. "Γι'αυτό, όπως ισχυρίζονται, το Πρωτοδικείο με αφετηρία την παραδοχή ότι απέκτησαν, επιχειρεί αιτιολόγηση του αντιθέτου".
Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, ερείδεται σε λανθασμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλομένη διαλαμβάνει την παραδοχή ότι οι αναιρεσείουσες εμφαίνονται να αποκτούν με τα παραπάνω συμβόλαια, κατά τις ως άνω διακρίσεις, το κτίσμα και το ιδανικό μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου της διαφιλονικούμενης διόδου, αλλά, (όπως περαιτέρω δέχεται το δικαστήριο), στη δικαιοπάροχό τους, (γιαγιά της πρώτης και μητέρα της δεύτερης), δεν αποδείχτηκε ότι ανήκε προηγουμένως η επίδικη δίοδος.
Ήτοι έγινε δεκτό ότι σε αυτές (αναιρεσείουσες) με τα προμνησθέντα συμβόλαια μεταβιβάστηκε η πιο πάνω δίοδος, κατά το άνω αδιαίρετο ποσοστό (και τις προαναφερόμενες διακρίσεις), από μη κύριο και γιαυτό το (δευτεροβάθμιο) δικαστήριο δέχεται, στη συνέχεια, με σαφή αιτιολογία που δεν αντιφάσκει με την αμέσως προηγούμενη ότι οι αναιρεσείουσες δεν απέκτησαν επ' αυτής (διόδου) τα επικαλούμενα εμπράγματα δικαιώματα με παράγωγο τρόπο.
Με τον ίδιο λόγο, μέρος β', οι αναιρεσείουσες καταλογίζουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην υπ' αρ. 6 πλημμέλεια, διότι "ενώ από τις παραδοχές της καθίσταται σαφές ότι κοινός δικαιοπάροχος των δύο ομόρων ακινήτων ήταν ο Δ. Κ., στη συνέχεια αντιφατικά, δέχεται ότι από την αντιπαραβολή των δύο αρχικών συμβολαίων του 1940, καθώς και των μεταγενεστέρων του 1951, που αφορά στη δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών και του 1968 που αφορά στην αναιρεσίβλητη, δεν αποδεικνύεται ο αγωγικός ισχυρισμός ότι ο Δ.
Κ. ήταν κοινός δικαιοπάροχος, αφού τα δύο ακίνητα ήταν αυτοτελή, αν και όμορα. Αυτή η αντιφατική αιτιολογία, κατά τις αναιρεσείουσες, είναι για κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αυτό δε, (όπως ακόμη επικαλούνται οι αναιρεσείουσες), εξηγεί το ότι: α) Ο ίδιος χρησιμοποιούσε και τα δύο ακίνητα (των αναιρεσειουσών ως κατοικία και της αναιρεσίβλητης ως αποθήκη), όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες και δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση.
β) Η ανεμπόδιστη χρήση της επίδικης διόδου (και όταν τα δύο ακίνητα ανήκαν σ' αυτόν, ήτοι τον Δ. Κ., αλλά και όταν μεταβιβάστηκαν στις θυγατέρες του) από τους εκάστοτε χρήστες αμφοτέρων των ακινήτων, επέτρεψε και την ύπαρξη του βόθρου στην αυλή τους (αναιρεσειουσών), των υδρομετρητών και όλων των άλλων εγκαταστάσεων, οι οποίες δεν μπορούσαν να εξυπηρετούνται με διέλευση μέσα από την οικία.
γ) Το καθεστώς της ελεύθερης διέλευσης συνεχίστηκε και μετά τη μεταβίβαση των δύο οικιών στις θυγατέρες του Δ. Κ.. δ) Η επίδικη δίοδος καταλαμβάνει τμήμα του δικού τους ακινήτου (αναιρεσειουσών), γεγονός που εξηγεί τα συμπεράσματα του τεχνικού τους συμβούλου και ε) το αναληθές του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης που η προσβαλλόμενη απόφαση θεωρεί αποδεδειγμένο περί ύπαρξης συρματοπλέγματος διαχωριστικού των δύο ομόρων ιδιοκτησιών, που αργότερα δήθεν αντικαταστάθηκε από την αναιρεσίβλητη με τοιχίο.
Η ενιαία δε χρήση των ιδιοκτησιών, κατά τις αναιρεσείουσες, από τον κοινό δικαιοπάροχο δεν δικαιολογεί συρματόπλεγμα, που υπήρξε στο πίσω μέρος των ομόρων ακινήτων, στα διαχωριστικά όριά τους από τις όμορες ξένες ιδιοκτησίες". Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Με τον ίδιο λόγο, μέρος γ' οι αναιρεσείουσες καταλογίζουν την παραπάνω (του αρ. 6) πλημμέλεια, "διότι αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας και στερείται αιτιολογίας η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με τον συνυπολογισμό στο ακίνητό τους (αναιρεσειουσών) και της επιφάνειας της επίδικης διόδου, η κατά 6 περίπου μέτρα αύξησή του" είναι δικαιολογημένη απόκλιση της τάξης του 5%".
Ακόμη, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, ότι "δεν πρόκειται περί "ισχυρισμού" αλλά περί διδάγματος της τέχνης και της επιστήμης. Γι' αυτό, (κατά τις αναιρεσείουσες), αναιτιολόγητη είναι η παράβαση του διδάγματος αυτού από το Πρωτοδικείο, καθώς και η απόρριψή του με τις αντιφατικές αιτιολογίες, ότι: α) το συμπέρασμα αυτής της τεχνικής έκθεσης δεν είναι πειστικό.
β) είναι πειστικό το συμπέρασμα της πραγμ/νης. γ) Αποτελεί αντιφατική αιτιολογία να θεωρείται αναξιόπιστη μία τεχνική έκθεση, επειδή σε αυτήν διατυπώνεται το ρήμα "τεκμαίρεται" και αξιόπιστη μια πραγμ/νη επειδή χρησιμοποιεί το ρήμα "αποφαίνομαι". Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες αιτιώνται, ότι "αντιφατικότητα υπάρχει στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, αφενός δέχεται, ότι σαφώς συνάγεται το συμπέρασμα ότι η δίοδος που αναφέρεται σε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Φ.
Β. δεν είχε σχέση με την ιδιοκτησία που αυτή είχε αποκτήσει από τον πατέρα της και αυτός απ' το Ελληνικό Δημόσιο, και αφετέρου δέχεται, ότι αυτή ακριβώς ή δίοδος είναι η διαχρονικώς επίδικη". Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος, διότι, πέραν του ότι τα προαναφερόμενα δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, όπως η έννοιά τους αναλύεται στη νομική σκέψη που αναφέρθηκε στην αρχή, σε κάθε περίπτωση, πλήττει την περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ψέγουν το Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, "αφού διά μακρών επικαλέστηκαν ως έρεισμα των ισχυρισμών τους το πασιφανές και πασίδηλο πραγματικό γεγονός ότι:
α) οι όμορες οικίες αυτών (αναιρεσειουσών) και της αναιρεσίβλητης κείνται στον "Τούρκικο μαχαλά" της ... Λήμνου και έχουν δομηθεί με την εκεί κρατήσασα αρχιτεκτονική της διόδου στο πλάϊ προς το δρόμο και της αυλής στην πίσω πλευρά. β) Στη δίοδο αυτή έχουν ανοίγματα μόνο οι οικίες, στις οποίες η δίοδος ανήκει και τις οποίες εξυπηρετούν και εν προκειμένω ανοίγματα υπάρχουν μόνο στη δική τους οικία (αναιρεσειουσών) και δεν κατασκευάστηκαν τέτοια ούτε όταν η δίοδος χρησιμοποιείτο και για την εξυπηρέτηση του ακινήτου της αναιρεσίβλητης.
γ) Με το δεδομένο ότι δεν υπήρξαν κατατμήσεις ούτε αποσπάσεις (ανεπίτρεπτες) από ακίνητο σε άλλο (γειτονικό), όλες αυτές οι οικίες μαζί με τις περιοχές τους έχουν σχεδόν τα ίδια εμβαδά και έτσι, κατά τις αναιρεσείουσες, αποτρέπεται κάθε σοβαρή παραδοχή περί του ότι τα δύο όμορα ακίνητα εμφανίζουν απόκλιση 40 και πλέον τ.μ.".
Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες διατυπώνουν, ότι "αν αυτό το πραγματικό γεγονός, που είχε προταθεί, είχε ληφθεί υπόψη απ' την προσβαλλομένη, θα την είχε αποτρέψει από το να υιοθετήσει την κόντρα στο "πράγμα" αυτό άποψη του πραγμ/να και να απορρίψει ως αναξιόπιστη την αντίθετη άποψη του τεχνικού τους συμβούλου".
Το γεγονός δε αυτό, κατά τα όσα υποστηρίζουν περαιτέρω οι αναιρεσείουσες, είναι ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, "γιατί αν η προσβαλλόμενη απόφαση το είχε λάβει υπόψη, θα διαπίστωνε την απόλυτη ανεπάρκεια της διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης". Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το φερόμενο ως προταθέν και μη υπόψη ληφθέν ανωτέρω γεγονός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την αντίστοιχη έννοια που αναπτύσσεται στη νομική σκέψη, αλλά επιχείρημα των αναιρεσειουσών υπέρ των απόψεών τους.
IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στις ηττώμενες αναιρεσείουσες η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ.3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2018 αίτηση της Σ. Ε. και Α. Β. για αναίρεση της 508/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατικής έδρας Λήμνου) που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ