Legislator Case Law & Legislation
776/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on rent adjustment clause validity in public property lease.

Case Number 776/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeal in Lamia regarding a public property lease dispute. The appellant, a tenant, argued that the lower court incorrectly applied the Civil Code to reject her claim for a 12% annual rent adjustment, which she claimed was validly agreed upon. The court held that the lower court correctly interpreted Article 281 of the Civil Code and found that the rent adjustment clause remained valid despite the tenant's prior payment of reduced rent, as she had not formally exercised her right to claim the difference. Consequently, the appeal was rejected as the lower court did not violate the law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellate court correctly interprets substantive law and finds that the lower court did not violate the law, even if the appellant paid a reduced rent without formally exercising their right to claim the difference.

Keywords

AI generated
public property lease rent adjustment clause civil code interpretation appeal admissibility statutory rent increase lower court violation public interest defense

Cited Legislation

AI generated
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 44(2) of Presidential Decree 715/1979
Article 28 of Presidential Decree 715/1979
Article 281 of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 776 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 776/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση τελούσης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ζαχόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χόντο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2011 αγωγή της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28-3-2017 (αρ. κατ. …2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 59/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως τότε ίσχυε, πριν την κατάργησή του από το Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Το άρθρο 44 παρ. 2 του ΠΔ 715/1979 "περί τρόπου ενέργειας από ΝΠΔΔ μισθώσεων, εκμισθώσεων... ακινήτων κλπ" ορίζει ότι, "η σύμβαση μισθώσεως καταρτίζεται διά συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού εγγράφου, κατά την κρίση του διοικούντος το ΝΠΔΔ συλλογικού οργάνου". Κατά δε το άρθρο 28 του ίδιου ΠΔ/τος ορίζεται ότι, "...ο διαγωνισμός για τη μίσθωση ακινήτου ενεργείται κατόπιν διακηρύξεως του διοικούντος το ΝΠΔΔ συλλογικού οργάνου...".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι επί συμβάσεως μισθώσεως ακινήτου, το οποίο ανήκει σε ΝΠΔΔ, προηγείται διακήρυξη, στην οποία αναφέρονται οι κυριότεροι όροι της συμβάσεως και αυτή τελειούται με την υπογραφή της σύμβασης, στην οποία εξειδικεύονται οι όροι της διακηρύξεως ως προς τον τρόπο εκτέλεσής της και της υποχρέωσης των συμβαλλομένων μερών.

Σε περίπτωση που συνομολογήθηκε όρος ο οποίος δεν περιλαμβανόταν στην διακήρυξη και οι συμβαλλόμενοι νομίζουν ότι συμφώνησαν, ενώ αυτό δεν έχει γίνει, επιβάλλεται η έρευνα της υποθετικής βούλησης (ΑΠ 751/2014). Περαιτέρω το άρθρο 158 ΑΚ ορίζει ότι, "...η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος" και το άρθρο 159 του ΑΚ ορίζει ότι, "Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη".

Επίσης, το άρθρο 164 του ΑΚ ορίζει ότι, "...ο τύπος που ο νόμος ορίζει για τη δικαιοπραξία απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της". Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι, αν συμφωνήθηκε η τήρηση τύπου για δικαιοπραξία, για την οποία δεν απαιτείται η τήρησή του από τον νόμο, οι τροποποιήσεις της εν λόγω δικαιοπραξίας, έστω και αν μεταβάλλουν ουσιώδη όρο της αρχικής ή αν με αυτές διευρύνονται οι υποχρεώσεις των μερών, είναι έγκυρες, έστω και αν γίνουν ατύπως.

Τούτο συμβαίνει, επειδή μπορεί με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί η αρχική σύμβαση, καθόσον η νεότερη συμφωνία καταργεί αυτήν περί εγγράφου τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας (ΑΠ 1842/2013, ΑΠ 424/2011, ΑΠ 766/ 2003).

Συνεπώς, από όλα τα παραπάνω συνάγεται, ότι η μίσθωση που συνάπτει το ΝΠΔΔ πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως. Ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, η δε μη τήρησή του καθιστά τη σύμβαση άκυρη (ΑΠ 1205/2011, ΑΠ 716/ 2006, ΑΠ 1042/1995). Επίσης, τα ακίνητα που ανήκουν σε ΝΠΔΔ και γενικά τα από αυτό διαχειριζόμενα εκμισθώνονται με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό (ΑΠ 1042/1995, ΑΠ 1690/1984).

Επί τροποποίησης τυπικής δικαιοπραξίας, όπως είναι η μίσθωση, που συνάπτει το ΝΠΔΔ, πρέπει να τηρείται ο ίδιος τύπος, που ορίζει ο νόμος για την κατάρτιση της μίσθωσης (άρθρο 164 ΑΚ). Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη συστήθηκε αρχικά με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ EOT, με το άρθρο 13 του Ν. 2636/1998, με σκοπό τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού - EOT.

Κατά δε το άρθρο 1 του ΑΝ 1565/1950 που κυρώθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1624/1951, ο EOT αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου - ΝΠΔΔ, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους (Υπουργείο Πολιτισμού). Στη συνέχεια, η αναιρεσίβλητη, με το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν. 2837/2000 μετονομάσθηκε σε ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΑΠ 1649/2007).

Ακολούθως, με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. δ’ του Ν. 3270/2004 μετονομάσθηκε σε ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ. Τέλος, με την με το άρθρο 1 της Δ6Α 1162069 ΚΥΑ ΕΞ/28-11-2011 μετονομάσθηκε σε ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΕΤ.Α.Δ. ΑΕ, επωνυμία, με την οποία παρίσταται σήμερα (ΣτΕ 4883/2014, ΣτΕ 1589/2007). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2636/1998 η αναιρεσίβλητη εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως αυτός κάθε φορά ισχύει πλην αν ορίζεται διαφορετικά.

Ειδικότερα, ο σκοπός της αναιρεσίβλητης είναι η διοίκηση, η διασφάλιση και η αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του EOT και δικαιούται να ενεργεί κάθε πράξη διαχείρισης και διάθεσης για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της. Ως περιουσία του EOT, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται τα κάθε είδους κινητά ή ακίνητα πράγματα, που τελούν υπό τη διαχείρισή του και βρίσκονται στην εκμετάλλευσή του με οποιαδήποτε μορφή.

Για την επίτευξη του άνω σκοπού της η αναιρεσίβλητη μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε πράξη ή δραστηριότητα και ιδίως, α)..., β..., γ) να εκμισθώνει τα περιουσιακά στοιχεία ή τις επιχειρηματικές μονάδες του EOT... Με το προαναφερόμενο άρθρο 9 παρ. 4 του Ν. 2837/2000 ορίσθηκε ότι το σύνολο των μετοχών της αναιρεσίβλητης περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στην εταιρεία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το 51% του μετοχικού κεφαλαίου.

Εκτός τούτου, ο νόμος προβλέπει ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος της αναιρεσίβλητης προσλαμβάνεται μετά από δημόσια προκήρυξη της θέσης με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης (άρθρ. 15 Ν. 2636/1993, άρθρ. 9 παρ. 7 Ν. 2837/2000) και ότι το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται στη Γενική Συνέλευση της αναιρεσίβλητης από τους Υπουργούς Οικονομικών και Ανάπτυξης ή από εκπρόσωπο εξουσιοδοτούμενο από αυτούς (άρθρ. 14 παρ. 3 του Ν. 2636/1998, 9 παρ. 7 Ν. 2838/2000).

Η αναιρεσίβλητη εταιρεία επίσης, απολαμβάνει των προνομίων του EOT (άρθρ. 19 Ν. 2636/1998), προβλέπεται δε η κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας, καθώς επίσης και κανονισμοί σχετικά με τους όρους και τις διαδικασίες των πράξεων διαχείρισης, μεταξύ των οποίων οι διαδικασίες εκμισθώσεων και γενικά παραχωρήσεων της χρήσης ενοχικού δικαιώματος σε περιουσιακά στοιχεία του EOT κατ’ άρθρ. 18 και 20 του Ν. 2636/1998 (ΑΠ 1649/2007, ΑΕΔ 10/2003).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, AΠ 349/2014).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Η παράλειψη δηλαδή του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις, που να στηρίζουν την αγωγή, οπότε ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει μ’ αυτές, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ, ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που ιδρύει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, νοούνται μόνον οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 684/2013 πρβλ.

επίσης, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 1724/2010).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 158, 574 και 611 ΑΚ, που προβλέπουν την άτυπη τροποποίηση της κατάργησης του συμβατικού όρου αναπροσαρμογής του μισθώματος και εσφαλμένα δέχθηκε, ότι μεταξύ νομικού προσώπου, όπως οι συμβαλλόμενοι διάδικοι, απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου για την εγκυρότητα τέτοιας τροποποίησης, ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στη δίκη και στην ουσιαστική βασιμότητα του καταλυτικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας - εναγομένης, μισθώτριας ΟΕ ως προς το αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης - εκμισθώτριας ΑΕ, για την επιδίκαση σε βάρος της αναιρεσείουσας διαφοράς μισθωμάτων από αναπροσαρμογή αυτών, ισχυρισμό που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο για την αντίκρουση της έφεσης της εκ μισθώτριας - αναιρεσίβλητης - ενάγουσας.

Επίσης, με τον συναφή 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ΟΕ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 158, 160, 361, 574 ΑΚ και 18 επ. Ν. 2190/ 1920, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα περί της άτυπης κατάργησης από το 2003 του όρου αναπροσαρμογής της μίσθωσης, ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες των ερευνώμενων 1ου και 2ου αναιρετικών λόγων, (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με σύμβαση μίσθωσης που καταρτίστηκε με το από 14-8-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, κατόπιν δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, σύμφωνα με την υπ’ αρ. .../9-6-1992 προκήρυξη διακήρυξης μεταξύ του EOT (διάδοχος εκ του νόμου του οποίου, κατά τα ανωτέρω, είναι η ήδη αναιρεσίβλητη) και της ήδη αναιρεσείουσας ΟΕ, ο EOT εκμίσθωσε στην αναιρεσείουσα μισθώτρια ένα εστιατόριο που βρίσκεται στα ....

Η μίσθωση αυτή παρατάθηκε αναγκαστικά και έληξε στις 31-10-2007, μετά την πάροδο δεκαεξαετίας σύμφωνα με το άρθρο 61 εδ. δ’ του ΠΔ 34/1995. Η μισθώτρια ΟΕ και ήδη αναιρεσείουσα εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο έως στις 12-12-2010, οπότε αυτή κατήγγειλε τη μίσθωση με καταγγελία, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 20-12-2010.

Η αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια άσκησε την από 27-7-2011 (αρ. κατ. ...) ένδικη αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε το συνολικό ποσό των 131.259,48 ευρώ για καθυστερούμενα μισθώματα για το χρονικό διάστημα 2008 έως Μάρτιος 2011. Η εναγομένη - μισθώτρια ΟΕ και ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε προς αντίκρουση της αγωγής τον καταλυτικό ισχυρισμό - ένσταση, ότι το έτος 2003 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σιωπηρή τροποποιητική σύμβαση μίσθωσης, με την οποία καταργήθηκε ο όρος περί ποσοστιαίας αναπροσαρμογής του μισθώματος, ότι έκτοτε η ενάγουσα εισέπραττε το καταβαλλόμενο από αυτήν μίσθωμα αδιαμαρτύρητα και ότι συνεπώς, η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ).

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 207/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (ειδική διαδικασία του άρθρου 647 επ. ΚΠολΔ), που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη υιοθετώντας την άποψη της μισθώτριας. Ακολούθως, η ενάγουσα εκμισθώτρια άσκησε την από 2-10-2013 (αρ. κατ. 113/2013) έφεση και πρόσθετο λόγο αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και στη συνέχεια, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το ποσό των 105.538,01 ευρώ.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη ζήτημα της τροποποίησης του συμβατικού όρου αναπροσαρμογής της μίσθωσης, που αφορά τους ερευνώμενους 1ο και 2ο λόγους αναίρεσης: "Ο ΕΟΤ, του οποίου διάδοχος είναι η εκκαλούσα, κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού, εκμίσθωσε στην εφεσίβλητη με το από 14-8-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό το χώρο ενός εστιατορίου με το διακριτικό τίτλο "...", που βρίσκεται στα ....

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε αρχικά για μία λουτρική περίοδο, ήτοι από 1η Απριλίου 1992 έως την 31η Οκτωβρίου 1992, με δικαίωμα της μισθώτριας να παραμείνει στο μίσθιο και τις επόμενες λουτρικές περιόδους των ετών 1993 έως 1997, εφόσον καταβαλλόταν εντός του μηνός Αυγούστου εγγύηση για την επόμενη λουτρική περίοδο, είτε σε μετρητά είτε με εγγυητική επιστολή τραπέζης, ισόποση του εκάστου καταβαλλόμενου ετήσιου μισθώματος.

Το μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 2.001.000 δρχ. ήτοι 5.872,34 ευρώ ανά λουτρική περίοδο, προκαταβαλλόμενο το αργότερο έως την 1η Ιουλίου εκάστου μισθωτικού έτους και αναπροσαρμοζόμενο κάθε χρόνο (λουτρική περίοδο) σε ποσοστό 12% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος. Η μίσθωση καταλήφθηκε από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 Ν. 2235/1994 και παρατάθηκε αναγκαστικά αρχικά για εννέα έτη και μετά την υπαγωγή της στις διατάξεις του άρθρου 5 ΠΔ 34/1995, παρατάθηκε αναγκαστικά για δώδεκα έτη, ήτοι μέχρι τη λουτρική περίοδο από 1η Απριλίου έως την 31η Οκτωβρίου 2003.

Μετά την συμπλήρωση της δωδεκαετίας και την πάροδο εννέα μηνών από την συμπλήρωσή της, η εφεσίβλητη μισθώτρια συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο και η μίσθωση παρατάθηκε αναγκαστικά για τέσσερα ακόμη έτη (άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 2741/1999, άρθρο 61 εδαφ. δ’ ΠΔ 34/1995), ήτοι μέχρι τη λουτρική περίοδο από 1η Απριλίου έως την 31η Οκτωβρίου 2007, οπότε και έληξε η διάρκεια της αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης.

Επειδή η εφεσίβλητη εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο χωρίς εναντίωση της εκκαλούσας η μίσθωση μετατράπηκε σε τέτοια αορίστου χρόνου, ισχύουσα με τους όρους της αρχικής μίσθωσης (ΑΚ 608 παρ. 2, 609 και 611). Με το μισθωτήριο, οι διάδικοι δεν διέλαβαν τίποτε σχετικά με την αναπροσαρμογή του μισθώματος σε περίπτωση αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης, με αποτέλεσμα ο όρος της σταδιακής κατά μισθωτικό έτος ποσοστιαίας αναπροσαρμογής του μισθώματος, που συμφωνήθηκε για το συμβατικό χρόνο της μίσθωσης, να ισχύει, τόσο και για τον χρόνο της αναγκαστικής παράτασής της, έως τη συμπλήρωση δεκαεξαετίας, ήτοι έως 31η Οκτωβρίου 2007, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν κατά την κατάρτιση της σύμβασης ή μεταγενέστερα, να αποκλείσουν τον όρο αυτό της σταδιακής αναπροσαρμογής, όσο και για το χρονικό διάστημα που η μίσθωση μετατράπηκε και λειτούργησε ως αορίστου χρόνου.

Με βάση τον ανωτέρω συμβατικό όρο της ποσοστιαίας αναπροσαρμογής του μισθώματος κάθε μισθωτικό έτος (λουτρική περίοδο), το μίσθωμα διαμορφώθηκε ως εξής: Το 2003 σε 20.794,92 [= 20.427,23 + χαρτόσημο 1,8% (=367,69)] ευρώ, το έτος 2004 σε 23.290,31 [= 22.878,50 + χαρτόσημο 1,8% (=411,81)] ευρώ, το έτος 2005 σε 26.085,15 [= 25.623,92 + χαρτόσημο 1,8% (=461,23)] ευρώ, το έτος 2006 σε 29.215,37 [= 28.698,79 + χαρτόσημο 1,8% (=516,58)] ευρώ, το έτος 2007 σε 32.721,21 [= 32.142,64 (= 28.698,79 χ 1,12) + χαρτόσημο 1,8% (=578,57)] ευρώ, το έτος 2008 σε 36.647,76 [= 35.999,76 (= 32.142,64 χ 1,12) + χαρτόσημο 1,8% (=648)] ευρώ, το έτος 2009 σε 41.045,49 76 [= 40.319,73 (= 35.999,76 χ 1,12) + χαρτόσημο 1,8% (=725,76)] ευρώ και το έτος 2010 σε 45.970,95 [= 45.158,10 (= 40.319,73 χ 1,12) + χαρτόσημο 1,8% (=812,85)] ευρώ. 4. -Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την έναρξη της μίσθωσης μέχρι και τη μισθωτική περίοδο του έτους 2003 που το μίσθωμα ανήλθε σε 20.794,92 ευρώ η ανωτέρω συμφωνία εφαρμόστηκε κανονικά.

Να σημειωθεί ότι το έτος 1998 η μισθώτρια με αίτησή της είχε ζητήσει μείωση του μισθώματος για το πρώτο έτος της αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης, το οποίο δεν έγινε δεκτό, αφού με το με αριθμ. πρωτ. .../12-6-1998 έγγραφό του o EOT απάντησε ότι για τα μισθώματα των ετών της αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης, καθώς και για την ετήσια αναπροσαρμογή, ισχύουν τα προβλεπόμενα στην από 14-8-1992 σύμβαση.

Τη μισθωτική περίοδο του 2004 η μισθώτρια κατέβαλε έναντι του μισθώματος το ποσό των 20.788 ευρώ. Η εκκαλούσα (εκμισθώτρια) αρχικά εισέπραξε το ως άνω μίσθωμα χωρίς να διαμαρτυρηθεί, όμως το 2005 με την από 17-10-2005 επιστολή της προς την εφεσίβλητη (μισθώτρια) ζήτησε από αυτήν να τηρήσει τον όρο περί αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά ποσοστό 12% ετησίως, και να της καταβάλει την οφειλόμενη διαφορά από τα μισθώματα των ετών 2003 και 2004 ύψους 28.802,95 ευρώ, καθώς και στην προσαύξηση της εγγύησης για το μίσθωμα του έτους 2005 ύψους 7.517,59 ευρώ.

Η εφεσίβλητη δεν συμμορφώθηκε με τις ανωτέρω υποχρεώσεις της, καταβάλλοντος στις 18-11-2005 ως μίσθωμα για το 2005 το ποσό των 21.017,49 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν τόκοι υπερημερίας. Έκτοτε αυτή (εφεσίβλητη) και μέχρι τη λήξη της μίσθωσης που επήλθε με την από 12-12-2010 καταγγελία της που επιδόθηκε στην εκκαλούσα την 20η-12-2010 (βλ.

την αριθμ. .../20-12-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Ζ.) και επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της την 31-3-2011 (ΑΚ 609 τελευτ. εδαφ.), δηλαδή πριν την έναρξη της λουτρικής περιόδου 2011, συνέχισε να καταβάλει το ίδιο μίσθωμα (20.900 ευρώ), δηλαδή χωρίς να καταβάλλει τις συμβατικά ορισθείσες αναπροσαρμογές μισθώματος, ενώ συγχρόνως κατέθετε κάθε χρόνο ισόποση εγγυητική επιστολή (20.900 ευρώ).

Έτσι, λαμβανομένων υπόψη των καταβολών οι οποίες καταλογίσθηκαν από την εκκαλούσα πρώτα στους τόκους και ύστερα στα μη καταβληθέντα μισθώματα κατά σειρά αρχαιότητας [εφόσον η εφεσίβλητη οφειλέτρια δεν επικαλείται ότι συμφώνησε διαφορετικά με την εκκαλούσα, ή ότι όρισε διαφορετική, σειρά (ΑΚ 422, 423 παρ. 1)], η εφεσίβλητη οφείλει:

α) το υπόλοιπο μισθώματος του έτους 2008, ποσού 18.521,27 ευρώ, β) το μίσθωμα του έτους 2009, ποσού 40.319,73 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 1,8%, ποσού 725,76 ευρώ, ήτοι συνολικά 41.045,49 ευρώ και γ) το μίσθωμα του έτους 2010, ποσού 45.158,10 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 1,8%, ποσού 812,85 ευρώ, ήτοι συνολικά 45.970,95 ευρώ, που συμποσούνται στο ποσό 105.538,01 ευρώ.

Εξ άλλου και η ίδια η εκκαλούσα με την από 2-8-2011 επιστολή προς την εφεσίβλητη είχε προσδιορίσει το ύψος της ένδικης απαίτησής της στο ως άνω ποσό και όχι στο αιτούμενο με την αγωγή της ποσό των 118.387,61 ευρώ. Επίσης απορριπτέο ως αβάσιμο είναι και αίτημα για επιδίκαση 12.871,87 ευρώ ως αναλογία μισθώματος έτους 2011 (που αντιστοιχεί στο διάστημα 1 Ιανουάριου έως 31 Μαρτίου), καθότι η εκκαλούσα στηρίζει το αίτημά της αυτό σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δη στο ότι η κατ’ έτος μισθωτική περίοδος αφορούσε το διάστημα από 1η Ιανουάριου έως 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, ενώ όμως, όπως προκύπτει ευθέως από το μισθωτήριο η μισθωτική περίοδος αφορούσε τη λουτρική περίοδο κάθε έτους, δηλαδή το διάστημα από την 1η Απριλίου 1992 έως την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους. 5. -Από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ, προκύπτει, ότι όπως κάθε σύμβαση, έτσι και στη μίσθωση πράγματος οι συμβαλλόμενοι είναι δυνατόν, όσο διαρκεί η σύμβαση, να συμφωνήσουν και μάλιστα με άτυπη προφορική συμφωνία, την τροποποίηση των όρων αυτής, όπως αυτού περί αναπροσαρμογής του μισθώματος.

Έτσι οι συμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα να καταργήσουν με μεταγενέστερη συμφωνία τους τη ρήτρα της συμβατικής αναπροσαρμογής του μισθώματος. Η συμφωνία τροποποίησης μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή (ΑΚ 158, 164). Σιωπηρή τροποποίηση της σύμβασης υπάρχει όταν η συμπεριφορά του ενός από τους συμβαλλομένους έχει την έννοια της πρότασης προς τροποποίηση, η οποία, αν γίνει αποδεκτή με τη σιωπηρή και χωρίς διαμαρτυρία ή επιφύλαξη αποδοχή της από τον άλλο συμβαλλόμενο, καταλήγει σε σύναψη σύμβασης με το νέο περιεχόμενό της (ΑΚ 185, 189, 192).

Μόνη η σιωπή του συμβαλλομένου δεν αρκεί για να συναχθεί σιωπηρή συναίνεση αυτού του νέου περιεχομένου της σύμβασης, δεδομένου ότι μόνη της δεν αποτελεί δήλωση βούλησης, αλλά χρειάζονται και άλλα περιστατικά, από τα οποία να μπορεί να συναχθεί τέτοια βούληση, εκτός αν κατά την επιχείρησή τους διατυπωθεί επιφύλαξη, δηλαδή ότι αποκλείεται ερμηνεία της σχετικής πράξης ως σιωπηρής δήλωσης.

Στις περιπτώσεις όμως που το συμβαλλόμενο είναι ν.π.ι.δ. (σωματείο, ίδρυμα κ.λπ.) ή εταιρία, δηλαδή γενικά νομικό πρόσωπο που εκφράζει τη βούλησή του με ορισμένες διατυπώσεις (απόφαση διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας κ.λπ.) αποκλείεται η άτυπη ρητή ή σιωπηρή τροποποίηση των όρων της σύμβασης ... 6. -Εν προκειμένω η εφεσίβλητη προς αντίκρουση της αγωγής, προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον καταλυτικό, ως προς το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση των οφειλόμενων ποσών της αναπροσαρμογής του μισθώματος, ισχυρισμό περί σύναψης μεταγενέστερης συμφωνίας με την οποία και καταργήθηκε ο όρος της μισθωτικής σύμβασης περί ποσοστιαίας αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά λουτρική περίοδο.

Και ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι: Η εκμισθώτρια εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία, με το να εισπράττει ανεπιφύλακτα και χωρίς διαμαρτυρία το ποσό των 20.900 ευρώ που της κατέβαλε η εφεσίβλητη από το μισθωτικό έτος 2005 ως μίσθωμα κατά λουτρική περίοδο χωρίς πλέον αναπροσαρμογή, απεδέχθη σιωπηρά την πρόταση της τελευταίας περί σταθεροποίησης του μισθώματος στο ως άνω ύψος και ταυτόχρονης κατάργησης του όρου της αναπροσαρμογής του μισθώματος.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού όπως προαναφέρθηκε στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, μεταξύ εταιριών (όπως είναι εν προκειμένω οι διάδικοι) των οποίων η βούληση εκφράζεται με διατυπώσεις, δεν είναι δυνατή η σιωπηρή και άτυπη τροποποίηση των όρων της μίσθωσης, πόσο μάλλον όταν αυτή είναι βλαπτική για τα συμφέροντα της εκμισθώτριας, εν προκειμένω εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, τη στιγμή μάλιστα που της έγγραφης κατάρτισης της σύμβασης είχε προηγηθεί πλειοδοτικός διαγωνισμός...".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν είναι δυνατή η σιωπηρή και άτυπη τροποποίηση των όρων της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 158, 164 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθώς επίσης και τις προαναφερόμενες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του ΠΔ 715/1979 "περί του τρόπου ενεργείας υπό ΝΠΔΔ εκμισθώσεων ακινήτων κ.λπ.", οι οποίες στηρίζουν το αγωγικό αίτημα της αναιρεσίβλητης - εκμισθώτριας, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, που επιτρεπτά επίσης επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), τις οποίες αν και δεν μνημονεύει αριθμητικά η προσβαλλόμενη απόφαση, αναλύει επαρκώς το πραγματικό τους, που πληρούται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του.

Οι ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες παραλείπει να παραθέσει η προσβαλλόμενη, συμπληρώνονται επιτρεπτά από το Δικαστήριο τούτο κατ’ άρθρ. 578 ΚΠολΔ. Πιο συγκεκριμένα, η ένδικη από 14-8-1992 σύμβαση μίσθωσης καταρτίστηκε μεταξύ του EOT - ΝΠΔΔ, με διαγωνιστική διαδικασία - πλειοδοτικό διαγωνισμό, ως συστατικό τύπο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 44 του ΠΔ 715/1979 και συνεπώς, για την τροποποίηση όρου της ως άνω τυπικής δικαιοπραξίας, κατ’ άρθρ. 164 ΑΚ, με ποινή ακυρότητας απαιτείται η τήρηση του ίδιου τύπου, που ορίζει ο άνω νόμος για την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης.

Τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο με τις παραδοχές του, αρκούσαν για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, όπως αυτές επιτρεπτά συμπληρώθηκαν, κατά τα ανωτέρω, τις οποίες συνεπώς, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου, διότι διέλαβε σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του και έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων δικαίου.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ περί ελλιπούς αιτιολογίας, διότι δεν προσδιορίζεται ο εκπρόσωπος της ανοιρεσίβλητης, πρώην EOT και ποιες είναι οι εξουσίες αυτού, δεν ασκούν νομική επιρροή, διότι οι δικαιοπραξίες της αναιρεσίβλητης, που διέπεται από το Ν. 2190/1920 και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος ως διάδοχος του ΕΟΤ - ΝΠΔΔ, υπόκεινται στους κανόνες περί του κύρους των δικαιοπραξιών, ενώ για το ορισμένο της αγωγής δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται το όνομα του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα ΟΕ το κύρος της νόμιμης εκπροσώπησης της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης (ΑΠ 880/2011, ΑΠ 462/2010).

Επίσης, ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής, ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο και της παραδοχής ότι η κατάργηση του όρου αναπροσαρμογής θα έπρεπε να καταρτισθεί εγγράφως και όχι ατύπως, εφόσον τούτο επιβάλει ο νόμος για το κύρος των δικαιοπραξιών και συνεπώς, είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί αντιφατικής αιτιολογίας.

Συνακόλουθα, εφόσον δεν ιδρύονται οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ερευνώμενοι ως άνω 1ος και 2ος αναιρετικοί λόγοι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ Ολ. 17/1995, ΑΠ 831/2013, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 1484/2014, ΑΠ 901/2013).

Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μισθώτρια ΟΕ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή απορρίπτοντας κατ’ ουσίαν την ένσταση της αναιρεσείουσας - εναγομένης μισθώτριας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αγωγής της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή αξίωνε διαφορά από αναπροσαρμογή μισθώματος από το έτος 2008 έως 2010, την οποία ένσταση προέβαλε η αναιρεσείουσα παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, με τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι με το να δέχεται η αναιρεσίβλητη από το έτος 2003 ως μίσθωμα το ποσό των 20.794,92 ευρώ μηνιαία, που αρνήθηκε να μειώσει το έτος 1998 απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα της μισθώτριας - αναιρεσείουσας και με το να δέχεται το έτος 2004 ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 20.788 ευρώ, χωρίς συγχρόνως να επιμείνει στον όρο αναπροσαρμογής και έκτοτε με το να δέχεται μηναία 20.900 ευρώ έως την καταγγελία της σύμβασης στις 12-12-2010, δηλαδή για διάστημα επτά ετών, δημιούργησε εύλογα στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση, ότι αποδέχθηκε σιωπηρά την άτυπη συμφωνία περί κατάργησης του όρου αναπροσαρμογής του μισθώματος και ότι δεν θα επεδίωκε την καταβολή του αγωγικού ποσού.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο αναφορικά με το ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής της αναιρεσείουσας, που αφορά τον ανωτέρω 3ο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η εφεσίβλητη, προέβαλε επίσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επικουρικά την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, επικαλούμενη για την θεμελίωσή της ότι η συμπεριφορά της εκκαλούσας, δηλαδή, να εισπράττει ανεπιφύλακτα και χωρίς διαμαρτυρία καθ’ όλη την επίδικη χρονική περίοδο το μίσθωμα χωρίς τη συμφωνημένη με το μισθωτήριο ετήσια αναπροσαρμογή του 12% επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος, είχε δημιουργήσει δικαιολογημένα στην εφεσίβλητη την πεποίθηση ότι είχε συναινέσει σιωπηρά στην κατά τα παραπάνω τροποποίηση του όρου του μισθωτηρίου.

Ο ισχυρισμός αυτός, του οποίου η ιστορική θεμελίωση είναι ταυτόσημη με εκείνη του πρώτου, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι μη υφισταμένης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων με την οποία καταργήθηκε ο όρος της μισθωτικής σύμβασης περί ποσοστιαίας αναπροσαρμογής, η επικαλούμενη συμπεριφορά της εκκαλούσας δεν ήταν ικανή να δημιουργήσει εύλογα την πεποίθηση στην εφεσίβλητη ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της να αναζητήσει τα οφειλόμενα ποσά της αναπροσαρμογής του μισθώματος, πόσο μάλλον όταν με την από 17-10-2005 επιστολή της προς την εφεσίβλητη (μισθώτρια) της είχε ζητήσει να τηρήσει τον όρο περί αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά ποσοστό 12% ετησίως και να της καταβάλει την οφειλόμενη διαφορά. 7. -Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για την εφαρμογή του πραγματικού της διάταξης αυτής, την οποία επομένως δεν παραβίασε ευθέως. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχεται ότι δεν καταργήθηκε ο όρος της σύμβασης μίσθωσης περί ποσοστιαίας αναπροσαρμογής με νόμιμο τρόπο και ότι η είσπραξη του μειωμένου μισθώματος, το οποίο παρά το νόμο κατέβαλε η μισθώτρια - αναιρεσείουσα μειωμένο και το οποίο εισέπραττε η αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια, δεν μπορούσε να καταστήσει μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση της νόμιμης αξίωσης της αναιρεσίβλητης - εκμισθώτριας για την καταβολή της διαφοράς του συμφωνημένου μισθώματος.

Άλλωστε η επιδίωξη του νομίμου δικαιώματος της εκμισθώτριας - αναιρεσίβλητης (που όπως έχει εκτεθεί ενεργεί χάριν δημοσίου συμφέροντος) δεν αντιβαίνει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενόψει του ότι η μισθώτρια - αναιρεσείουσα χρησιμοποιούσε το μίσθιο αποκομίζοντας όφελος από την επιχειρηματική της δραστηριότητα σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος.

Τέλος, η προσβαλλόμενη αναφέρει όλα τα περιστατικά, που υποδηλώνουν την ανυπαρξία αδράνειας της αναιρεσίβλητης να ασκήσει το δικαίωμά της και ειδικότερα, ότι η μίσθωση λειτούργησε κανονικά μέχρι τη μισθωτική περίοδο του έτους 2003 και ότι η μισθώτρια κατέβαλε κανονικά το συμφωνημένο μίσθωμα και ότι με την από 17-10-2005 επιστολή της προς την αναιρεσείουσα - μισθώτρια η αναιρεσίβλητη ζητούσε την οφειλόμενη διαφορά και την τήρηση του όρου περί αναπροσαρμογής του μισθώματος.

Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ και ο σχετικός 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Β’ δ’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠλΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2017 (αρ. κατ. …2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 59/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (ειδική διαδικασία του άρθρου 647 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ