Legislator Case Law & Legislation
776/2016 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal against inheritance court ruling due to lack of substantive legal error.

Case Number 776/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the appellants' request to overturn a lower court's decision regarding inheritance distribution. The appellants argued for procedural errors, including contradictory reasoning and failure to consider evidence, but the court found these claims baseless. Consequently, the original judgment was upheld, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only upon proof of a substantive legal error or violation of statutory rules, and the Supreme Court will dismiss appeals where the lower court's reasoning is consistent and no such error exists.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive legal error contradictory reasoning inheritance distribution legal costs Code of Civil Procedure restitution of case

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 776 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 776/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Π. Γ. Π., κατοίκου ..., 2)Κ. χας Ε. Π., κατοίκου ..., 3)Μ. θυγ. Ε. Π., κατοίκου ... (η 2η και 3η υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αρχικώς 2ου των εναγομένων Ε. Π. του Γ. ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, που απεβίωσε στις 27-1-2013), 4)Θ. Γ. Π., κατοίκου ..., 5)Μ. χας Ν. Π., κατοίκου ..., 6)Μ. συζ. Κ. Σ., κατοίκου ..., 7)Γ. Π. του Ν., κατοίκου ... (οι 5η, 6η και 7ος υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αρχικώς 4ου των εναγομένων Ν. Π. του Γ. ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, που απεβίωσε στις 3-2-2009), 8)Φ. θυγ. Γ. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Παπακωνσταντίνου.

Της αναιρεσίβλητης: Π. θυγ. Μ. Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Παυλάκη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2014 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου)

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2015 αίτησή τους, τους από 17-9-2015 πρόσθετους αυτής λόγους, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την από 17-10-2016 αίτησή τους οι 1ος, 2η, 3η, 4ος και 8η των αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 17-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, των πρόσθετων αυτής λόγων και της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη αυτών, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ άρθρ. 559 ΚΠολΔ: Αναίρεση επιτρέπεται μόνο: "Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." (αρ.1), "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 8), "αν το δικαστήριο ... δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (αρ.11γ), "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" (αρ.12), "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ... απαράδεκτο", προκύπτοντος απ’ το δικονομικό δίκαιο (αρ.14), "αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις" (αρ.17) και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ.19).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση: Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο, ότι με την πληττομένη απόφασή του παραβίασε τις περί διαζευκτικής ενοχής (305, 306, 307) διατάξεις του Α.Κ. και έλαβε υπόψιν του ανύπαρκτη αξίωση της νυν αναιρεσίβλητης κι έτσι υπέπεσε στις κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1, 8 ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Το Δικαστήριο της ουσίας (στα πλαίσια της δικαιοδοτικής και διακριτικής του ευχέρειας), με σημείο αναφοράς την αγωγή της (ήδη) αναιρεσίβλητης, διέλαβε, ότι η αξίωσή της για καταβολή σε αυτήν των ωφελημάτων (μισθωμάτων) από την υπό των νυν αναιρεσειόντων εκμίσθωση τμημάτων του (επιδίκου) ακινήτου, στηρίζεται στ’ άρθρ. 1096, 1098, 961 ΑΚ.

Η αξίωση αυτή αυτοτελώς (ανεξαρτήτως της διεκδικητικής αγωγής) ασκήθηκε και αντιστοίχως αντιμετωπίσθηκε από το Εφετείο, υπό το δεδομένο της προρρηθείσας διακριτικής του εξουσίας (προς αξιολόγηση και εκτίμηση του δικογράφου και εφαρμογή του προσήκοντος δικαιικού κανόνος). Ουσιαστική, επομένως, αβασιμότης πλήττει τις ανωτέρω αιτιάσεις, δεδομένου του ερείσματός τους επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως, ότι παραβιάσθηκαν οι περί διαζεύξεως (ενοχής) διατάξεις του ΑΚ, (οι οποίες αντιστοίχως αφορούν στην επιλογή υπό του οφειλέτη της καταβλητέας παροχής σε περίπτωση διαζευκτικής οφειλής δύο ή περισσοτέρων παροχών, στην δήλωση της επιλογής και στην διά της επιλογής απλοποίηση της οφειλής), και κατά αιτιώδη συνάφεια ότι το Εφετείο υπέπεσε στις προμνησθείσες πλημμέλειες.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός (πρώτος) αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει, (όπως την διεκδικητική αγωγή) και την έτερη αγωγική αξίωση, περί καταβολής ωφελημάτων, ως αόριστη και όχι να επιστηρίξει αυτήν στις προεκτεθείσες διατάξεις, (χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους), κι έτσι η δικανική αυτή κρίση υποπίπτει στις πλημμέλειες υπ’ αρ. 1 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ όπως, όμως, προαναφέρεται, η αξίωση των ωφελημάτων αυτοτελώς ασκήθηκε και δεν είναι παρακολουθηματική της διεκδικητικής αγωγής, αντιμετωπισθείσης με απορριπτική λόγω αοριστίας κρίση υπό του Εφετείου.

Ειδικότερα, το Εφετείο, κατ’ επιτρεπτή επισκόπηση των παραδοχών του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ’ αριθμ. .../13-7-1988 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ικαρίας Σταματίου Κέφαλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ..., η Ε. Σ. του Μ. πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην ενάγουσα και τώρα εφεσίβλητη θυγατέρα της Π.

Σ., πλην άλλων ακινήτων, και ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 8.000 τ.μ. περίπου και κατόπιν ακριβέστερης καταμέτρησης 8.069,77 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... Ικαρίας και στο οικισμό ..., το οποίο εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό από 9-7-1988 τοπογραφικό σκαρίφημα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.

Δ. με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α και συνορεύει, σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό σκαρίφημα, βόρεια επί πλευράς Ε-Δ μήκους μέτρων 35 με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια εν μέρει επί πλευράς Γ-Β μήκους μέτρων 80 με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει επί προσώπου Β-Α μήκους μέτρων 50 με νέο αγροτικό δρόμο, ανατολικά επί πλευράς Ε-Α μήκους μέτρων 115 με ρέμα και δυτικά επί πλευράς Δ-Γ μήκους μέτρων 105 με ρέμα.

Στο παραπάνω τοπογραφικό σκαρίφημα, όπως αναφέρεται τόσο στην υπ’ αριθμ. ...10-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος Ι. Κ. όσο και στην από Ιανουαρίου 2008 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ. Γ., ο βορράς έχει τοποθετηθεί με λάθος προσανατολισμό και συγκεκριμένα σε γωνία 80ο περίπου προς δυσμάς, με αποτέλεσμα ο όλος προσανατολισμός των ορίων του ανωτέρω αγροτεμαχίου, όπως αυτά περιγράφονται στο τοπογραφικό αυτό σκαρίφημα και στο πιο πάνω πωλητήριο συμβόλαιο, να είναι εσφαλμένος.

Στην πραγματικότητα, δηλαδή, το αγροτεμάχιο αυτό συνορεύει βόρεια επί πλευράς Ε-Α μήκους μέτρων 115 με ρέμα, νότια επί πλευράς Δ-Γ μήκους μέτρων 105 με ρέμα, ανατολικά εν μέρει επί πλευράς Γ-Β μήκους μέτρων 80 με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει επί προσώπου Β-Α μήκους μέτρων 50 με νέο αγροτικό δρόμο και δυτικά επί πλευράς Ε-Δ μήκους μέτρων 35 με ιδιοκτησία αγνώστου.

Το ως άνω αγροτεμάχιο είχε περιέλθει κατά κυριότητα το έτος 1946 στον πατέρα της ενάγουσας Μ. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../29-8-1946 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ευαγγέλου Σπυράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ικαρίας στον τόμο ..., λόγω διατιμημένης προίκας, που είχε συστήσει υπέρ της παραπάνω πωλήτριας και συζύγου του Ε.

Σ. η μητέρα της Κ. χήρα Γ. Κ., κατά τους όρους του τότε ισχύοντος άρθρου 1413 ΑΚ. Μετά δε την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983 (18-2-1983), με τον οποίο καταργήθηκαν όλες οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν την προίκα, η κυριότητα του ανωτέρω αγροτεμαχίου περιήλθε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 57 του νόμου αυτού, στην πωλήτρια και μητέρα της ενάγουσας Ε.

Σ.. Αφότου καταρτίσθηκε το άνω προικοσυμβόλαιο ο προικολήπτης πατέρας της ενάγουσας Μ. Σ. παρέλαβε τη νομή του επιδίκου πιο πάνω αγροτεμαχίου από την έως τότε κυρία και νομέα του Κ. χήρα Γ. Κ. και έκτοτε ασκούσε επ’ αυτού με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, είτε ο ίδιος αυτοπροσώπως, αλλά κυρίως, μέσω της συζύγου του και μητέρας της ενάγουσας Ε.

Σ., λόγω του ότι αυτός ήταν ναυτικός και απουσίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα από το νησί. Ειδικότερα η μητέρα της ενάγουσας, που μέχρι το έτος 1960 ήταν μόνιμη κάτοικος ... Ικαρίας, βοηθούμενη και από το προικολήπτη σύζυγο της, όταν αυτός βρισκόταν στην Ικαρία, επισκεπτόταν τακτικά το επίδικο αγροτεμάχιο, το επέβλεπε και το οριοθετούσε προς αποτροπή καταπατήσεών του από τρίτους, δεδομένου ότι αυτό ήταν ορεινό και το έδαφος του άγονο και βραχώδες, με μεγάλες και απότομες κλίσεις, και δεν προσεφέρετο για καλλιέργεια ή για άλλου είδους εκμετάλλευση.

Μετά το έτος 1960 η μητέρα της ενάγουσας εγκαταστάθηκε μόνιμα, μαζί με την οικογένειά της, στο ... Αττικής και έκτοτε, κατά τις επισκέψεις της στους ..., ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, επέβλεπε, είτε μόνη είτε με το σύζυγο της, το επίδικο αγροτεμάχιο με επιτόπιες επισκέψεις τους σ’ αυτό, καθιστώντας εμφανή στους τρίτους την επ’ αυτού εξουσίασή τους.

Από το έτος 1983 και εφεξής η μητέρα της ενάγουσας συνέχισε να νέμεται για τον εαυτό της πλέον, με τα ίδια παραπάνω προσόντα, το επίδικο αγροτεμάχιο, επισκεπτόμενη και επιβλέποντας αυτό και εν γένει μεριμνώντας για την αποτροπή καταπατήσεών του από τρίτους, μέχρι και το έτος 1988, που μεταβίβασε, με το προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο, την κυριότητά του στην ενάγουσα θυγατέρα της Π.

Σ.. Η τελευταία, που κατοικούσε και αυτή μόνιμα στο ... Αττικής, εξακολούθησε τη με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, νομή της δικαιοπαρόχου μητέρας της, επιβλέποντας το επίδικο αγροτεμάχιο με επιτόπιες επισκέψεις της σ’ αυτό, όταν μετέβαινε στην Ικαρία, τουλάχιστον 2-3 φορές το χρόνο, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από οιονδήποτε.

Από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2005 οι επισκέψεις της ενάγουσας στην Ικαρία και στο επίδικο αγροτεμάχιο διακόπηκαν, εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε η μητέρα της, λόγω της μεγάλης ηλικίας της, που επέβαλαν τη συνεχή παρουσία της στον τόπο της κατοικίας της στο ... Αττικής. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύθηκαν οι εναγόμενοι και τώρα εκκαλούντες και περί τα μέσα του έτους 2000 κατέλαβαν τμήματα του επιδίκου αγροτεμαχίου, από το προς ανατολάς τμήμα αυτού, προς το δρόμο, και στη συνέχεια, αφού εμφανίσθηκαν ως συνιδιοκτήτες μείζονος εκτάσεως δέκα τεσσάρων (14) στρεμμάτων περίπου, στην οποία περιλαμβάνεται ολόκληρο το επίδικο αγροτεμάχιο, εκμίσθωσαν διαδοχικά τα καταληφθέντα τμήματα στις παρακάτω εταιρίες τηλεπικοινωνιών, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από αυτές για την εγκατάσταση και λειτουργία εντός αυτών σταθμών βάσης κινητής τηλεφωνίας, αποβάλλοντας έτσι την ενάγουσα παράνομα και χωρίς τη θέληση της από τη νομή της επί των τμημάτων αυτών.

Ειδικότερα οι εναγόμενοι: α) με το από 18-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, εκμίσθωσαν στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." για το χρονικό διάστημα από 18-7-2000 έως 17- 7-2009, τμήμα του επιδίκου αγροτεμαχίου, εμβαδού 504 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο μισθωτήριο αυτό συμφωνητικό τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ο.

Τ. με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια πιο πάνω εταιρία για την εγκατάσταση και λειτουργία εντός αυτού ιστών αναμετάδοσης (κεραιών) και σταθμού τηλεπικοινωνιών και κυψελοειδούς δικτύου GSM, β) με το από 20-3-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, εκμίσθωσαν στην ανώνυμη εταιρία "...." για το χρονικό διάστημα από 20-3-2001 έως 19-3-2010, άλλο τμήμα του επιδίκου αγροτεμαχίου, εμβαδού 600 τ.μ.

περίπου, το οποίο εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο μισθωτήριο αυτό από Μαρτίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Β. με τα αλφαβητικά στοιχεία Ε-Ζ-Η-Θ-Ε, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια πιο πάνω εταιρία για την εγκατάσταση και λειτουργία πυλώνων και ιστών (κεραιών), καθώς και για την κατασκευή οικίσκου στέγασης μηχανημάτων σταθμών επικοινωνίας και δομικής κατασκευής (μεταλλικού πυλώνα) και γενικά εξοπλισμού αναμετάδοσης τηλεπικοινωνιών δικτύου κινητής τηλεφωνίας ..., και γ) με το από 30-10-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, εκμίσθωσαν στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." για το χρονικό διάστημα από 20-9-2002 έως 19-9-2011 άλλο επίσης τμήμα του επιδίκου αγροτεμαχίου, εμβαδού 500 τ.μ.

περίπου, το οποίο εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο μισθωτήριο αυτό συμφωνητικό από Απριλίου 2002 σκαρίφημα του τοπογράφου μηχανικού Ε. Τ. με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια εταιρία για την εγκατάσταση του απαραίτητου εξοπλισμού (ηλεκτρολογικού, μηχανολογικού, τεχνικού) τηλεπικοινωνιών και ραδιοεπικοινωνιών και την κατασκευή οικίσκου ή την τοποθέτηση κοντέϊνερ για τη στέγαση των απαραίτητων μηχανημάτων και εγκαταστάσεων για τη λειτουργία του σταθμού.

Μετά την κατάρτιση των παραπάνω μισθωτικών συμβάσεων, καθεμία από τις μισθώτριες πιο πάνω εταιρίες περιέφραξε το εκμισθωθέν σ’ αυτήν από τους εναγόμενους εδαφικό τμήμα και έκτοτε οι εν λόγω εταιρίες χρησιμοποιούν τα εκμισθωθέντα τμήματα, σύμφωνα με τους όρους των εν λόγω μισθωτικών συμβάσεων, ως σταθμούς βάσεις κινητής τηλεφωνίας.

Οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως ότι το επίδικο αγροτεμάχιο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου αγροτεμαχίου τους, ακανόνιστου σχήματος, εμβαδού 14.163 τ.μ., εμφαινόμενου στο από 27-2-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Μ., το οποίο περιήλθε στη συγκυριότητα αυτών (εναγομένων), κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, συνεπεία εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στις 10-5-1973 πατέρα τους Γ.

Π., στον οποίο το αγροτεμάχιο αυτό είχε περιέλθει ατύπως, με παράδοση της νομής του, το έτος 1915 από τη μητέρα του Κ. Σ. και από τον παππού της συζύγου του και μητέρας αυτών Μ. Π. Κ. Κ., στους οποίους το εν λόγω αγροτεμάχιο είχε περιέλθει από την πρωτογενή διανομή των κτημάτων της περιοχής ... ... Ικαρίας που έγινε στις 18-7- 1892, ότι τόσο αυτοί όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας τους ενέμοντο, με διάνοια κυρίου, το όλο πιο πάνω αγροτεμάχιο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, συνεχώς από το έτος 1915 και εφεξής, ασκώντας επ’ αυτού τις αναφερόμενες πράξεις νομής, όπως καλλιέργεια αυτού με σιτάρι, όπου ήταν δυνατόν να καλλιεργηθεί, και εκμίσθωση τούτου από το έτος 1950 και μετά σε διάφορους κτηνοτρόφους της περιοχής, γενόμενοι έτσι κύριοι του αγροτεμαχίου αυτού με έκτακτη χρησικτησία και ότι οι επικαλούμενοι από την ενάγουσα τίτλοι κυριότητας αυτής και της δικαιοπαρόχου της, δηλαδή το προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. .../13-7-1988 πωλητήριο συμβόλαιο και το υπ’ αριθμ. .../29-8-1946 προικοσυμβόλαιο, αφορούν άλλο αγροτεμάχιο, όμορο νοτιοδυτικά του παραπάνω αγροτεμαχίου τους, το οποίο ο πατέρας της ενάγουσας Μ.

Σ.ς είχε πωλήσει το έτος 1954 ατύπως, με πρόχειρο χαρτί, στον Κ. Μ., ο οποίος το κατείχε και το νεμόταν έκτοτε μέχρι και το χρόνο του θανάτου του το έτος 1973, που, με βάση την υπ’ αριθμ. .../30-5-1972 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ικαρίας Μιχαήλ Οικονόμου, περιήλθε κατά ποσοστό 4/6 εξ αδιαιρέτου στις θυγατέρες του Μ., Κ.

και Γ. και κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου στο γιο του Χ. Μ., ο οποίος από το έτος 1970 έχει φυτέψει μέσα σ’ αυτό ελαιόδενδρα. Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των παραπάνω ισχυρισμών των εναγομένων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραπάνω υπ’ αριθμ. .../30-5-1972 δημόσια διαθήκη, ο διαθέτης Κ.

Μ. κατέλειπε με τη διαθήκη του αυτή στο γιο του Χ. Μ., πλην άλλων ακινήτων, και "δύο έκτα χωραφιού εις θέσιν ... ... ...", ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα έκτα κατέλειπε με την ίδια διαθήκη στα τέκνα του Ε. - Μ., Κ. και Γ.. Από το περιεχόμενο αυτό της διαθήκης προκύπτει ότι ο παραπάνω διαθέτης, εκτός από τη θέση του καταλειπομένου στους ανωτέρω κληρονόμους του ακινήτου, δεν αναφέρει κανένα άλλο προσδιοριστικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι το ακίνητο αυτό ταυτίζεται με τον αγρό που είχε δοθεί, με το προαναφερόμενο προικοσυμβόλαιο, ως διατιμημένη προίκα στον πατέρα της ενάγουσας Μ.

Σ.. Επιπρόσθετα ο διαθέτης, ενώ σε σχέση με όλα τα άλλα κληρονομιαία ακίνητα που μνημονεύει στην ανωτέρω διαθήκη του, και τα οποία είχαν περιέλθει σ’ αυτόν από αγορά, αναφέρει, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης του, ότι τα ακίνητα αυτά προέρχονται από "αγορά" αυτού, προσδιορίζοντας μάλιστα ονομαστικά και τα πρόσωπα από τα οποία τα είχε αγοράσει (χωρίς μνεία του τυχόν τίτλου κτήσεώς τους), για το προαναφερόμενο ακίνητο "στη θέση ... ... ...", δεν αναφέρει τίποτα για τον τρόπο κτήσεώς του και συγκεκριμένα ότι αυτό προέρχεται από αγορά αυτού από τον πατέρα της ενάγουσας Μ.

Σ., όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και καταθέτουν και οι μάρτυρες τους. Επίσης ο γιος του διαθέτη Χ. Μ., στον οποίο, όπως ο ίδιος κατέθεσε, εξεταζόμενος ως μάρτυρας των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έχει περιέλθει ολόκληρο το κληρονομιαίο πιο πάνω ακίνητο, κατόπιν διακανονισμού με τις συγκληρονόμους αδελφές του, ενώ επιβεβαιώνει ότι το αγροτεμάχιο του αυτό είναι εκείνο, που ο προικολήπτης πατέρας της ενάγουσας είχε πωλήσει ατύπως το έτος 1950 στον κληρονομούμενο πατέρα του, στο έντυπο Ε9 των φορολογικών του δηλώσεων των ετών 1995 και 2005, όπως επίσης και στην από 6-6-2002 αίτησή του προς τη Διεύθυνση Γεωργίας Νομού Σάμου για τη χορήγηση σ’ αυτόν ως ελαιοπαραγωγού κατ’ αποκοπή στρεμματικής ενίσχυσης, αλλά και στην προσκομιζόμενη δήλωση καλλιέργειας προς τον Ε.Ο.Σ.

Σάμου για παροχή σ’ αυτόν οικονομικής ενίσχυσης για την παραγωγή ελαιολάδου κατά την περίοδο 2000-2001, δήλωνε το εν λόγω αγροτεμάχιο του ως έχον έκταση 15 στρέμματα, δηλαδή έκταση σχεδόν διπλάσια από εκείνη του επιδίκου αγροτεμαχίου της ενάγουσας. Το προσκομιζόμενο δε από τους εναγόμενους άνευ ημεροχρονολογίας "Ιδιωτικόν Πωλητήριον Έγγραφον", το οποίο σημειωτέον προσκομίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, και με το οποίο φέρεται ότι ο πατέρας της ενάγουσας Μ.

Σ. πωλεί και μεταβιβάζει στον Κ. Μ., αντί τιμήματος 800.000 δραχμών, το οποίο, όπως αναφέρεται σ’ αυτό, ελήφθη τοις μετρητοίς, τη νομή και κατοχή του αγροκτήματος, το οποίο έχει από "...", στη θέση ... ... ... και συνορεύει με αγροκτήματα Κ. Κ., Γ. Κ. και Κ. Μ., παρουσία μάλιστα δύο μαρτύρων, που υπογράφουν στο τέλος του πωλητηρίου αυτού εγγράφου, αλλά χωρίς την παρουσία του αγοραστή και αντισυμβαλλόμενου Κ.

Μ., δεν παρέχει αξιοπιστία, καθόσον από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η γνησιότητα της υπογραφής του φερόμενου στο έγγραφο αυτό ως πωλητή Μ. Σ., η οποία ρητώς αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα πρωτοδίκως και αμφισβητείται και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού. Και τούτο διότι το παραπάνω πωλητήριο έγγραφο, πέραν του ότι δεν φέρει χρονολογία, έρχεται σε αντίθεση και με όσα ο γιος του αγοραστή Χ.

Μ. κατέθεσε ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο πατέρας του Κ. Μ. αγόρασε το έτος 1950, χωρίς χαρτιά, από τον πατέρα της ενάγουσας το προικώο πιο πάνω ακίνητο και ότι το τίμημα για την αγορά του ήταν 500 δραχμές, και όχι 800.000 δραχμές που αναφέρεται στο εν λόγω πωλητήριο έγγραφο, ενώ ο Γ.

Κ. δεν αναφέρεται στο προικοσυμβόλαιο ως όμορος ιδιοκτήτης του πωλουμένου ακινήτου, παρά μόνον από τους εναγόμενους στις πρωτόδικες προτάσεις τους και στο προσκομιζόμενο από αυτούς ως άνω από 27-2-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Μ.. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εναγόμενους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού από Μαρτίου 2013 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Μ.-Ε.

Κ., που συντάχθηκε κατ’ εντολή των εναγομένων, διότι η παραπάνω δικαστική γραφολόγος, όπως προκύπτει από την παραπάνω έκθεσή της, ενώ επισημαίνει επιφυλάξεις της, λόγω του ότι η γραφολογική διερεύνησή της έγινε από φωτοαντίγραφα και όχι από πρωτότυπα δείγματα υπογραφών, καταλήγει τελικά στο πόρισμα ότι η ευρισκόμενη επί του χειρογράφου ιδιωτικού πωλητηρίου εγγράφου υπογραφή είναι (γνήσια υπογραφή του Μ.

Σ., "βάσει των δειγμάτων υπογραφών που παρέλαβε προς σύγκριση, αλλά και των χαρακτηριστικών τα οποία διακρίνονται επ’ αυτής πέραν οποιασδήποτε συγκριτικής επισκόπησης". Άλλωστε, από την απλή παρατήρηση των αναμφισβήτητης γνησιότητας υπογραφών του Μ. Σ. στο προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. .../29-8-1946 προικοσύμφωνο και στα υπ’ αριθμ. .../12-9-1951 και .../27-11-1952 αγοραπωλητήρια συμβόλαια, τις οποίες χρησιμοποίησε προς σύγκριση η παραπάνω δικαστική γραφολόγος σε απλά φωτοαντίγραφα, και τα οποία (συμβόλαια) επισυνάπτονται στην έκθεσή της, προκύπτει ότι οι υπογραφές αυτές παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις σε σχέση με την φερόμενη ως υπογραφή του Μ.

Σ. στο επίμαχο πωλητήριο έγγραφο, γεγονός που επισημαίνει στην έκθεσή της και η ίδια η δικαστική γραφολόγος, αλλά τις χαρακτηρίζει μικρές τυπικές αποκλίσεις που έχουν οι υπογραφές του ίδιου προσώπου όταν τις θέτει σε διαφορετικό χρόνο, με διαφορετική ψυχολογική διάθεση ή και διαφορετική στάση. Αλλά και ο διορισθείς, με την προαναφερθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πραγματογνώμονας Ι.

Κ. στη συνταχθείσα από αυτόν υπ’ αριθμ. …15-9-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης γνωματεύει ότι το επίδικο αγροτεμάχιο εμπεριέχεται εξ ολοκλήρου στους επικαλούμενους από την ενάγουσα τίτλους κυριότητας αυτής και της δικαιοπαρόχου της, ήτοι στο υπ’ αριθμ. .../13-7-1988 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ικαρίας Σταματίου Κέφαλου και στο υπ’ αριθμ. .../29-8-1946 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Ευάγγελου Σπυράκη.

Το συμπέρασμα αυτό του παραπάνω πραγματογνώμονα δεν ανατρέπεται από τις αντίθετες απόψεις του πολιτικού μηχανικού Κ. Γ. στην από Ιανουαρίου 2008 τεχνική έκθεση, την οποία συνέταξε κατόπιν εντολής των εναγομένων, καθώς και στην από Μαρτίου 2010 έκθεση παρατηρήσεων επί της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του ίδιου πολιτικού μηχανικού, που διορίσθηκε από τους εναγόμενους ως τεχνικός τους σύμβουλος.

Στην παραπάνω τεχνική έκθεση ο ως άνω πολιτικός μηχανικός καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το αγροτεμάχιο της ενάγουσας, όπως αυτό ορίζεται στους τίτλους κυριότητας αυτής και της δικαιοπαρόχου της και στο προσαρτημένο στο πωλητήριο συμβόλαιο τοπογραφικό σκαρίφημα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Δ., δεν ταυτίζεται με το επίδικο, με το βασικό επιχείρημα ότι το αγροτεμάχιο αυτό της ενάγουσας δεν μπορεί να εφάπτεται προς ανατολάς με την υπό διάνοιξη σήμερα δημοτική οδό "...", διότι η οδός αυτή, η οποία έχει προκύψει από τη διάνοιξη παλαιάς υφιστάμενης οδού στη συγκεκριμένη θέση, δεν αναφέρεται ως όριο στον τίτλο κυριότητας της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, ήτοι στο ως άνω προικοσυμβόλαιο.

Όμως, από τη φωτοερμηνεία ζευγών αεροφωτογραφιών λήψεως των ετών 1945 και 1960 και από το χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, που παρήχθη από αεροφωτογραφίες λήψεως έτους 1975, διαπιστώθηκε από το διορισθέντα πραγματογνώμονα, όπως αυτός αναφέρει στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, ότι ανατολικά του επιδίκου το έτος 1945 δεν υπήρχε δρόμος, ώστε να αναφέρεται ως όριο στο προικοσυμβόλαιο, ο δε υπό διάνοιξη σήμερα, ανατολικά του επιδίκου, δρόμος "..." το έτος 1960 και το έτος 1975 ήταν ημιονικό μονοπάτι και πάνω ή κοντά στο ημιονικό μονοπάτι είχε διανοιχθεί μετά το έτος 1980 αγροτικός δρόμος, πάνω στον οποίο κατασκευάζεται σήμερα ο υπό διάνοιξη πιο πάνω δρόμος.

Στην ίδια παραπάνω τεχνική έκθεση ο πολιτικός μηχανικός Κ. Γ. υλοποίησε το αγροτεμάχιο της ενάγουσας νοτιοδυτικά του επιδίκου, ταυτοποιώντας το "νέο αγροτικό δρόμο", που αναφέρεται στο τοπογραφικό σκαρίφημα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Δ., ως ανατολικό όριο αυτού επί πλευράς Β-Α, με τα ίχνη οριογραμμών αγροτικού δρόμου, τον οποίο, όπως ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως, είχε διανοίξει το έτος 1982, με τη συναίνεσή τους, μέσα από το αγροτεμάχιο τους ο Χ.

Μ. για να μεταβαίνει στο όμορο νοτιοδυτικά αγροτεμάχιο του, και τον οποίο αυτός έκλεισε, όταν έγινε η εγκατάσταση των κεραιών στο επίδικο. Τη διάνοιξη και το εν συνεχεία κλείσιμο του παραπάνω δρόμου επιβεβαιώνει και ο Χ. Μ., που εξετάσθηκε, όπως προεκτέθηκε, ως μάρτυρας των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλην όμως ο πραγματογνώμονας κατά την αυτοψία που ενήργησε στο επίδικο διαπίστωσε, όπως αναφέρει στην έκθεσή του, ότι δεν υπάρχουν στο έδαφος ίχνη οριογραμμών του αγροτικού αυτού δρόμου, αλλά ούτε στην ευρύτερη περιοχή υπάρχει η συνέχεια του εν λόγω αγροτικού δρόμου που καταργήθηκε.

Με την υλοποίηση του αγροτεμαχίου της ενάγουσας από τον πολιτικό μηχανικό Κ. Γ. στην προαναφερθείσα θέση, τμήματα του αγροτεμαχίου των 14.163 τ.μ., του οποίου ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι είναι συγκύριοι, συνολικού εμβαδού 2.284,3 τ.μ., νότια του επιδίκου, εμπεριέχονται στο αγροτεμάχιο της ενάγουσας. Έτσι, με εντολή των εναγομένων, συντάχθηκε στη συνέχεια η από 18-9-2010 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Γ., ο οποίος μετά από φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών 1945,1960, 1975, 1980 και 1989 και χωρίς να επισκεφθεί το επίδικο, γνωματεύει ότι το αγροτεμάχιο της ενάγουσας, όπως αυτό εμφαίνεται στο τοπογραφικό σκαρίφημα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Δ., δεν εφαρμόζει στο έδαφος σε καμία από τις θέσεις που εξετάσθηκαν στην παραπάνω τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ.

Γ. και κατά μείζονα λόγο στη θέση που αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ι. Κ., επισημαίνοντας ανακρίβειες του παραπάνω σκαριφήματος, παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος παραδέχεται στην έκθεσή του ότι το σκαρίφημα αυτό συντάχθηκε, χωρίς τη χρήση τοπογραφικών οργάνων και μετρήσεων, αποτυπώνοντας μάλιστα τα ρέματα με απλουστευμένο τρόπο ως ευθείες και με εντελώς λάθος προσανατολισμό τα σημεία του ορίζοντα.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στην παραπάνω έκθεση του ο εν λόγω τοπογράφος μηχανικός, ενώ αναφέρει ότι το αγροτεμάχιο της ενάγουσας, όπως αυτό αποτυπώνεται στο παραπάνω σκαρίφημα, δεν εφαρμόζει στο έδαφος σε καμία από τις παραπάνω θέσεις, δεν αναφέρει όμως εάν το αγροτεμάχιο αυτό εφαρμόζει στο έδαφος και ταυτίζεται πράγματι με το όμορο, νοτιοδυτικά του επιδίκου, αγροτεμάχιο του Χ.

Μ., όπως εξαρχής ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και αποτελεί το βασικό επιχείρημά τους ότι το επίδικο δεν εμπεριέχεται στους τίτλους κυριότητας της ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου της. Μάλιστα ο παραπάνω τοπογράφος μηχανικός, ενώ ταυτοποιεί στις έδαφος από τη φωτοερμηνεία των παραπάνω αεροφωτογραφιών το μείζον αγροτεμάχιο, του οποίου ισχυρίζονται ότι είναι συγκύριοι οι εναγόμενοι, όπως αυτό περιγράφεται στο από 27-2-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Μ., δεν γίνεται το ίδιο με το αγροτεμάχιο της ενάγουσας σε σχέση με το αγροτεμάχιο του Χ. Μ., αλλά για το ζήτημα αυτό καταφεύγει στην κατάθεση της μητέρας της ενάγουσας στην υπ’ αριθμ. .../23-11-2006 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Αριστείδη Κατωπόδη και στην ανάμνηση της κατάστασης του αγρού που αυτή έχει από τα παιδικά της χρόνια και περιγράφει στην ένορκη αυτή βεβαίωσή της.

Τα αιτήματα δε που υποβάλουν οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού να διαταχθεί νέα τεχνική πραγματογνωμοσύνη για τη θέση του επιδίκου αγροτεμαχίου σε σχέση με τους επικαλούμενους από την ενάγουσα τίτλους κυριότητας αυτής και της δικαιοπαρόχου της, καθώς και γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για τη γνησιότητα της υπογραφής του πατέρα της ενάγουσας στο προαναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο, πρέπει να απορριφθούν, διότι από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την υπόθεση, ώστε να μην κρίνεται αναγκαία η διενέργεια νέας τεχνικής και γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά ούτε και η διενέργεια αυτοψίας στο επίδικο, όπως ζητούν επιπροσθέτως οι εναγόμενοι.

Ούτε αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο αγροτεμάχιο πριν από τα μέσα του έτους 2000, που κατέλαβαν, όπως ήδη προεκτέθηκε, τα προαναφερόμενα εδαφικά τμήματα και τα εκμίσθωσαν διαδοχικά στις προαναφερθείσες εταιρίες τηλεπικοινωνιών. Η κατάθεση δε του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος των εναγομένων Χ.

Μ. και οι πανομοιότυπες καταθέσεις των ενόρκως υπέρ αυτών βεβαιωσάντων μαρτύρων Δ. Κ., Χ. Γ. και Ν. Α., οι οποίοι επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί καλλιέργειας του επιδίκου από τον πατέρα τους με σιτάρι και περί εκμίσθωσης αυτού από το 1950 και μετά, αρχικά στον κτηνοτρόφο Γ. Α. και από το έτος 1973 μέχρι και σήμερα στο γιο του Ν.

Α. για τη βόσκηση των ζώων τους, δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον δεν ενισχύονται και από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως με την προσαγωγή των σχετικών μισθωτηρίων συμφωνητικών, αφού μάλιστα η εκμίσθωση του επιδίκου στο Ν. Α. από το έτος 1973 και μετά γινόταν με συμφωνητικά, όπως κατέθεσαν οι ενόρκως υπέρ των εναγομένων βεβαιώσαντες πιο πάνω μάρτυρες.

Εξάλλου, εάν ολόκληρο το αγροτεμάχιο των εναγομένων ήταν πράγματι εκμισθωμένο από τους εναγόμενους στον κτηνοτρόφο Ν. Α., όπως καταθέτουν οι παραπάνω μάρτυρες, δεν εξηγείται πως οι εναγόμενοι προέβησαν στην εκ νέου εκμίσθωση των παραπάνω εδαφικών τμημάτων αυτού στις προαναφερθείσες εταιρίες τηλεπικοινωνιών.

Τα δε περί καλλιέργειας του επιδίκου με σιτάρι, που βεβαιώνουν οι εν λόγω μάρτυρες, αναιρούνται από την από 18-9-2010 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ. Γ., στην οποία αναφέρεται ότι το όλο αγροτεμάχιο των εναγομένων, τμήμα του οποίου φέρεται ότι αποτελεί το επίδικο, δεν φέρει καλλιέργεια σε καμία φωτοληψία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945,1960, 1975, 1980 και 1989.

Επιπλέον οι εκ των εναγομένων Π. Π., Θ. Π., Ε. Π. και Φ. Π. δήλωναν στο έντυπο Ε-9 των φορολογικών τους δηλώσεων τους έτους 1997, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις τους αυτές, το παραπάνω αγροτεμάχιο τους στη θέση "...", ως έχον εμβαδόν 6.000 τ.μ. οι δύο πρώτοι, 7.000 τ.μ. ο τρίτος και 10 στρέμματα η τέταρτη, σε αντίθεση με όσα οι παραπάνω μάρτυρες κατέθεσαν ότι το εν λόγω αγροτεμάχιο των εναγομένων έχει εμβαδόν 14-15 στρέμματα, αλλά και σε αντίθεση με όσα τώρα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι δηλαδή το αγροτεμάχιο τους αυτό έχει εμβαδόν 14.163 τ.μ.

Για πρώτη φορά μάλιστα ο εκ των εναγομένων Θ. Π. δήλωσε ότι το παραπάνω αγροτεμάχιο έχει εμβαδόν 14.163 τ.μ. στο έντυπο Ε9 της φορολογικής του δήλωσης του έτους 2005, ήτοι μετά την εκμίσθωση των παραπάνω εδαφικών τμημάτων και αφού είχε προκύψει η αντιδικία με την ενάγουσα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι εναγόμενοι, ενώ ισχυρίζονται ότι το παραπάνω αγροτεμάχιο τους περιήλθε στη συγκυριότητα τους, συνεπεία εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στις 10-5-1973 πατέρα τους, δεν έχουν προβεί ακόμη σε δήλωση αποδοχής της παραπάνω κληρονομιάς του πατέρα τους, παρόλο που πρόκειται για ένα σημαντικής αξίας περιουσιακό στοιχείο.

Αλλά ούτε από την προσκομιζόμενη από τους εναγόμενους έγγραφη σύμβαση χρησιδανείου, με την οποία ο εκ των εναγομένων Ε. Π. παραχώρησε για το χρονικό διάστημα από 6-5-1998 έως 6-5-2013, χωρίς αντάλλαγμα, στον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε. (Ο.Τ.Ε), τη χρήση και εκμετάλλευση ενός χώρου, εμβαδού 15 τ.μ., στην περιοχή "... ...-...", για την εγκατάσταση σ’ αυτόν Σ.Α.Ρ.

για την τηλεπικοινωνιακή εξυπηρέτηση των κατοίκων της περιοχής, αποδεικνύεται η άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο από τους εναγόμενους, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο χώρος αυτός των 15 τ.μ. αποτελεί τμήμα του επιδίκου. Αντίθετα από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την ενάγουσα φωτογραφίες του επιδίκου και της ευρύτερης περιοχής του προκύπτει ότι η κεραία Σ.Α.Ρ.

του Ο.Τ.Ε. έχει εγκατασταθεί σε χώρο εκτός του επιδίκου αγροτεμαχίου. Επομένως οι εναγόμενοι, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί και ο δικαιοπάροχος τους νεμήθηκαν το επίδικο αγροτεμάχιο επί εικοσαετία πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν απέκτησαν κυριότητα επ’ αυτού με έκτακτη χρησικτησία, και ως εκ τούτου η ένσταση ιδίας κυριότητας, που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως και επαναφέρουν και στο Δικαστήριο αυτό με την έφεσή τους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όλα όσα αποδείχθηκαν παραπάνω, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ε. Σ., εφόσον αυτή και ο προικολήπτης σύζυγος της νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, το επίδικο αγροτεμάχιο συνεχώς από το έτος 1946 μέχρι και τη μεταβίβασή του το έτος 1988 στην ενάγουσα θυγατέρα της, δηλαδή για χρονικό διάστημα σαράντα δύο (42) συνολικά ετών, είχε καταστεί κυρία αυτού, εκτός από τον παράγωγο τρόπο, και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία με την προσμέτρηση στο χρόνο της δικής της νομής και του χρόνου νομής του προικολήπτη συζύγου της.

Επομένως η ενάγουσα, η οποία, όπως προεκτέθηκε, συνέχισε την κατά τα παραπάνω νομή των δικαιοπαρόχων της μέχρι και τα μέσα του έτους 2000, που οι εναγόμενοι κατέλαβαν και εκμίσθωσαν τα προαναφερόμενα τμήματα του επιδίκου αγροτεμαχίου, κατέστη κυρία αυτού αφενός μεν παραγώγως, εξ αγοράς από την αληθινή κυρία και μητέρα της Ε.

Σ., αφετέρου δε πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο χρόνο της δικής της νομής και του παραπάνω χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου αγροτεμαχίου και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων, ορθά τις προσκομισθείσες αποδείξεις εκτίμησε και ο αντίθετος σχετικός λόγος της υπό κρίση εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.

Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο κατάληψης των επιδίκων πιο πάνω εδαφικών τμημάτων γνώριζαν ότι δεν έχουν δικαίωμα συγκυριότητας και συννομής στα εδαφικά αυτά τμήματα και ότι τα τμήματα αυτά ανήκουν κατά κυριότητα στην ενάγουσα ως τμήματα του μεγαλύτερου πιο πάνω αγροτεμαχίου της.

Παρόλα αυτά οι εναγόμενοι εμφάνισαν τα παραπάνω εδαφικά τμήματα, όπως και ολόκληρο το επίδικο αγροτεμάχιο της ενάγουσας, ως τμήματα μεγαλύτερου αγροτεμαχίου τους, εμβαδού 14.163 τ.μ., το οποίο προηγουμένως οι ίδιοι δήλωναν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στο έντυπο Ε9 των φορολογικών τους δηλώσεων του έτους 1997, ως έχον πολύ μικρότερο εμβαδόν, και, αφού επιλήφθηκαν αυθαίρετα της συννομής τους, εκμίσθωσαν στη συνέχεια διαδοχικά τα εν λόγω εδαφικά τμήματα, με τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, στις προαναφερθείσες εταιρίες τηλεπικοινωνιών, αρνούμενοι να τα αποδώσουν στην ενάγουσα, παρά τις διαμαρτυρίες της.

Συνεπώς, οι εναγόμενοι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την κατάληψη των επιδίκων εδαφικών τμημάτων μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής (Μάϊος 2006) ήταν και παρέμειναν κακής πίστεως συννομείς των επιδίκων τμημάτων και γι’ αυτό υποχρεούνται να αποδώσουν στην ενάγουσα τα ωφελήματα, δηλαδή τα μισθώματα που εισέπραξαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα από την εκμίσθωσή τους στις ανωτέρω εταιρίες τηλεπικοινωνιών.

Με τα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως το ετήσιο μίσθωμα των επιδίκων εδαφικών τμημάτων ορίστηκε στα εξής ποσά: α) για το πρώτο επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 504 τ.μ., με το από 18-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, στο ποσό των 1.000.000 δραχμών ή 2.934,70 ευρώ για το πρώτο της μισθώσεως, σταδιακά αναπροσαρμοζόμενο κάθε έτος, σύμφωνα με τον τιμάριθμο του κόστους ζωής, όπως αυτός καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, προσαυξημένος κατά δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες (2%).

επί του καταβαλλομένου κατά το αμέσως προηγούμενο έτος μισθώματος, το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα προκαταβάλλεται στους εναγόμενους εκμισθωτές κατά ποσοστό 1/5 στον καθένα, μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του πρώτου μήνα εκάστου μισθωτικού έτους, β) για το δεύτερο επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 600 τ.μ., με το από 20-3-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, στο ποσό των 1.086.000 δραχμών ή 3.187 ευρώ για το πρώτο της μισθώσεως, σταδιακά αναπροσαρμοζόμενο κάθε έτος, σύμφωνα με τον τιμάριθμο του κόστους ζωής, όπως αυτός καθορίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος για τους αμέσως δώδεκα (12) προηγούμενους μήνες, προσαυξημένος κατά δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες (2%), το οποίο επίσης συμφωνήθηκε ότι θα προκαταβάλλεται στους εναγόμενους εκμισθωτές κατά ποσοστό 1/5 στον καθέναν, εντός των πρώτων δέκα εργασίμων ημερών κάθε μισθωτικού έτους, και γ) για το τρίτο επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 500 τ.μ., στο ποσό των 1.200.000 δραχμών ή 3.521,64 ευρώ για το πρώτο της μισθώσεως, σταδιακά αναπροσαρμοζόμενο κάθε έτος, σύμφωνα με τον τιμάριθμο του κόστους ζωής, όπως αυτός καθορίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος για τους αμέσως δώδεκα (12) προηγούμενους μήνες, προσαυξημένος κατά δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες (2%), προκαταβλητέο και αυτό στους εναγόμενους εκμισθωτές κατά ποσοστό 1/5 στον καθέναν, εντός των πρώτων δέκα εργασίμων ημερών κάθε μισθωτικού έτους.

Το ποσοστό του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό καθορίστηκε από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες, ανερχόταν, κατά τους κρίσιμους εν προκειμένω, μήνες για την αναπροσαρμογή του μισθώματος: 1) κατά το μήνα Ιούλιο των ετών 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005 σε ποσοστό 3,9%, 3,3%, 3,6%, 2,9% και 3,9% αντίστοιχα και, μαζί με τη συμφωνημένη προσαύξηση του 2%, σε 5,9%, 5,3%, 5,6%, 4,9% και 5,9% αντίστοιχα, 2) κατά το μήνα Μάρτιο των ετών 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006 σε ποσοστό 4%, 4,1%, 2,7%, 2,9% και 3,3% αντίστοιχα και, μαζί με τη συμφωνημένη προσαύξηση του 2%, σε ποσοστό 6%, 6,1%, 4,7%, 4,9% και 5,3% αντίστοιχα, και 3) κατά το μήνα Σεπτέμβριο των ετών 2003, 2004 και 2005 σε ποσοστό 3,3%, 2,8% και 3,9% αντίστοιχα και, μαζί με την προσαύξηση του 2%, σε ποσοστό 5,3%, 4,8% και 5,9% αντίστοιχα.

Ενόψει τούτων, το ετήσιο μίσθωμα των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους των εν λόγω μισθωτικών συμβάσεων, ανερχόταν, στα παρακάτω ποσά: Α) για το πρώτο επίδικο τμήμα: α) κατά το πρώτο μισθωτικό έτος, από 18-7-2000 έως 19-7-2001, σε 2.934,70 ευρώ, β) κατά το δεύτερο μισθωτικό έτος από 20-7-2001 έως 19-7-2002, σε 3.107,70 ευρώ (2.934,70+[2.934,70X5,9%=] 173=3.107,70), γ) κατά το τρίτο μισθωτικό έτος, από 20-7-2002 έως 19-7-2003, σε 3.272,40 ευρώ (3.107,70+[3.107,70X5,3%=] 164,70=3.272,40), δ) κατά το τέταρτο μισθωτικό έτος, από 20-7-2003 έως 19-7-2004, σε 3.455,40 ευρώ (3.272,40+[3.272,40X5,6%=] 183=3.455,40), ε) κατά το πέμπτο μισθωτικό έτος, από 18-7-2004 έως 17-7-2005, σε 3.624,40 ευρώ (3.455,40+[3.455,40X4,9%=] 169=3.624,40], και στ) κατά το έκτο μισθωτικό έτος, από 18-7-2005 έως 17-7-2006 σε 3.838,20 ευρώ (3.624,40+[3.624,40X5,9%=] 213,80=3.838,20), Β) για το δεύτερο επίδικο τμήμα:

α) κατά το πρώτο μισθωτικό έτος, από 20-3-2001 έως 19- 3-2002, σε 3.187 ευρώ, β) κατά το δεύτερο μισθωτικό έτος, από 20-3- 2002 έως 19-3-2003, σε 3.378 ευρώ (3.187+[3.187Χ6%=] 191=3.378), γ) κατά το τρίτο μισθωτικό έτος, από 20-3-2003 έως 19-3-2004, σε 3.584 ευρώ (3.378+[3.378Χ6,1%=] 206=3.584), δ) κατά το τέταρτο μισθωτικό έτος, από 20-3-2004 έως 19-3-2005, σε 3.752 ευρώ (3.584+[3.584Χ4,7%=] 168=3.752), ε) κατά το πέμπτο μισθωτικό έτος, από 20-3-2005 έως 19-3-2006, σε 3.936 ευρώ (3.752+[3.752Χ4,9%=] 184=3.936), και στ) κατά το έκτο μισθωτικό έτος, από 20-3-2006 έως 19- 3-2007, σε 4.145 ευρώ (3.936+[3.936X5,3%=] 209=4.145), και Γ) για το τρίτο επίδικο τμήμα:

α) κατά το πρώτο μισθωτικό έτος, από 20-9-2002 έως 19-9-2003, σε 3.521,64 ευρώ, β) κατά το δεύτερο μισθωτικό έτος, από 20-9-2003 έως 19-9-2004, σε 3.708,24 ευρώ (3.521,64+[3.521,64Χ5,3%=] 186,60=3.708,24) και, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής, στο μικρότερο ποσό των 3.705 ευρώ, γ) κατά το τρίτο μισθωτικό έτος, από 20-9-2004 έως 19-9-2005, σε 3.886,24 ευρώ (3.708,24+[3.708,24X4,8%=] 178=3.886,24), και δ) κατά το τέταρτο μισθωτικό έτος, από 20-9-2005 έως 19-9-2006 σε 4.115,24 ευρώ (3.886,24+[3.886,24X5,9%]= 229 = 4.115,24).

Επομένως, βάσει των παραπάνω συμφωνηθέντων, τα μισθώματα, τα οποία εισέπραξαν οι εναγόμενοι, όπως τούτο δεν αμφισβητείται ειδικώς από αυτούς, από την εκμίσθωση των επιδίκων εδαφικών τμημάτων στις προαναφερθείσες εταιρίες τηλεπικοινωνιών καθ’ όλο το χρονικό διάστημα μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής (Μάιος 2006), ανέρχονται:

α) για το πρώτο επίδικο τμήμα στο ποσό των 20.232,80 ευρώ (2.934,70+3.107,70+ 3.272,40+3.455,40+3.624,40+3.838,20), β) για το δεύτερο επίδικο τμήμα στο ποσό των 21.982 ευρώ (3.187+3.378+3.584+3.752+3.936+4.145), και γ) για το τρίτο επίδικο τμήμα στο ποσό των 15.228,12 ευρώ (3.521,64+3.705+3.886,24+4.115,24), και συνολικά στο ποσό των 57.442,92 ευρώ (20.232,80+21.982+15.228,12), Το συνολικό αυτό ποσό των 57.442,92 ευρώ των εισπραχθέντων μισθωμάτων υποχρεούνται να αποδώσουν οι εναγόμενοι ως κακόπιστοι νομείς στην ενάγουσα για τα ωφελήματα που εισέπραξαν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα από την εκμίσθωση των επιδίκων εδαφικών τμημάτων".

‘ Αρα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εφαρμοσθεισών των ανωτέρω προσηκουσών διατάξεων, ορθώς διατύπωσε τις προειπωθείσες παραδοχές και κατά τούτο την επί της αντίστοιχης αξιώσεως (σωρευθείσης στο ίδιο δικόγραφο αγωγής) απόφανσή του, αυτοτελώς, (άνευ αλληλοεξαρτήσεως με σχέση συγκοινωνούντων δοχείων με την διεκδικητική αγωγή), κατά τα άνω εκτιθέμενα. Γι’ αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

IV. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο την υπ’ αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον, ότι έλαβε υπόψιν του το περιεχόμενο του .../29-8-1946 προικοσυμβολαίου του Συμ/φου Πειραιώς Ευαγγ. Σπυράκη, στο οποίο αναφέρονται ως όμορες του επιδίκου ακινήτου οι ιδιοκτησίες Κ. Κ. και Κ. Μ., στοιχεία διαφοροποιητικά της ταυτότητος αυτού (επιδίκου ακινήτου). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι από τις προδιαλαμβανόμενες παραδοχές καθίσταται εναργές, ότι το Εφετείο με ενδελεχή αποδεικτική διαδρομή κατέληξε, (όπως αδιστάκτως προκύπτει) στην πεμπτουσία της δικανικής του κρίσεως, η οποία είναι το ανωτέρω πόρισμά του, συμφώνως προς την προηγηθείσα ανάλυση, στην οποία, ταυτοποιηθέντος, κατά τα ως άνω, του επιδίκου ακινήτου, εκτίθεται σαφώς η υποχρέωση των νυν αναιρεσειόντων αποδόσεως στην ήδη αναιρεσίβλητη των υπ’ αυτών εισπραχθέντων μισθωμάτων από την εκμίσθωση τμημάτων του επιδίκου.

V. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην υπ’ αρ. 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον αφορά στην δύναμη της αποδεικτικότητος του προρρηθέντος προικοσυμβολαίου και δη ως προς την εν σχέσει προς την ταυτότητα του επιδίκου αναφορά των ομόρων ιδιοκτησιών Κ. Κ. και Κ. Μ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο επί τη βάσει της διακριτικής του εξουσίας συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων γίνεται (ρητή) μνεία σε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, με εφαλτήριο, τα οποία (αποδεικτικά μέσα) εδραίωσε την ανωτέρω εκπεφρασμένη δικανική του κρίση.

VΙ. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο: 1) Ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του παρεβίασε τα άρθρα 1033, 1041, 1045 ΑΚ, (ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους), κι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο θεμελίωσε την αγωγή στα άρθρ. 1096, 1098 ΑΚ, κατά τα ως άνω.

Η δε εν θέματι πλημμέλεια εμφιλοχωρεί και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση (φερομένης) παραβιάσεως διατάξεως του νόμω βασίμου της αγωγής. 2)Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο (5ο) αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο, (ενόψει του ότι απέρριψε την διεκδικητική αγωγή και δέχθηκε την αξίωση αποδόσεως μισθωμάτων), ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος εξαιτίας της μεταξύ των δύο αξιώσεων (διεκδικήσεως του ακινήτου και αποδόσεως ωφελημάτων - μισθωμάτων) αυτοτέλειας (κατά την σώρευσή τους στο ίδιο δικόγραφο), τούτου βεβαίως συνδυαστικώς λαμβανομένου υπόψη (και) με το ότι η φερομένη παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων καθίσταται λυσιτελής, όταν αφορά σε διάταξη - στήριγμα του νόμω βασίμου της αγωγής, κατά τα άνω αναπτυσσόμενα. 3) Έτι περαιτέρω, στον ίδιο (5ο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες διαλαμβάνουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την πληττομένη απόφασή του υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ, δοθέντος ότι με την απόρριψη της διεκδικητικής αγωγής και την παραδοχή της (σωρευθείσας στο ίδιο δικόγραφο) αγωγικής αξιώσεως αποδόσεως ωφελημάτων, διέλαβε αντιφατικές διατάξεις.

Ο λόγος αναιρέσεως είναι (και) κατά τούτο αβάσιμος, με εφαλτήριο σκέψεως τα περί αυτοτέλειας των δύο αξιώσεων προειπωθέντα.

VIΙ. Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην υπ’ αρ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν έλαβε υπόψιν τον σχετικό λόγο εφέσεως (περί του ότι στην εκκληθείσα απόφαση υπήρχαν εσφαλμένες παραδοχές που δεν δικαιολογούσαν προσπορισμό κυριότητος στην (ήδη αναιρεσίβλητη) ενάγουσα, και, χωρίς από την τελευταία άσκηση ιδίας εφέσεως ή αντεφέσεως, δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι αυτή κατέστη κυρία του επιδίκου, τόσο παραγώγως, όσο και πρωτοτύπως (με τακτική και έκτακτη χρησικτησία) κι έτσι εξέδωσε επιβλαβέστερη γιαυτούς (νυν αναιρεσείοντες) απόφαση.

Εν τούτοις, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα: Εν προκειμένω το Εφετείο διερεύνησε (μέσα από τον ειρμό της ιστορικότητος του αποδεικτικού ιστού των στοιχείων των προπαρατεθεισών παραδοχών του, χωρίς, κατά τα ως άνω, παλινωδίες) τα δεδομένα, με γνώμονα την νομική βασιμότητα (προειπωθείσα) της εν λόγω αγωγικής αξιώσεως και υπό την αιγίδα αυτής έκρινε τα αποδοτέα ωφελήματα.

Το δευτεροβάθμιο, δηλαδή, Δικαστήριο δεν έκρινε την κτήση της κυριότητος υπό της ενάγουσας επί του επιδίκου ακινήτου, αφού υπό την διελκυστίνδα της κρίσεώς του τέθηκε η κατ’ άρθρ. 1096, 1098, 961 ΑΚ αξίωση της ενάγουσας, αυτοτελούς (της εν θέματι αξιώσεως) σωρευθείσης στην αγωγή αυτήν, κατά τα άνω ενδελεχώς αναπτυσσόμενα.

Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην προρρηθείσα πλημμέλεια, καθόσον δέχθηκε την επί του επιδίκου κυριότητα της ενάγουσας (παρά το παράπονό τους), και τα ειδικότερα αναφερόμενα στο προικοσυμβόλαιο, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

Η κρίση όμως του Εφετείου, όπως εδώ επανατονίζεται, εστιάζεται (εμπλουτιζόμενη από την ιστορική συνέχεια των στοιχείων) στην αγωγική αξίωση των αποδοτέων μισθωμάτων, κρίση η οποία είναι το επιστέγασμα της συνεκτιμήσεως και συναξιολογήσεως όλων των υπό των διαδίκων επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων ( και του προικοσυμβολαίου ) κατά τα άνω εκτιθέμενα.

Γιαυτό (και κατά τούτο) ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

VIIΙ. Με τον έβδομο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψιν του την .../9-4-2010 ένορκη βεβαίωση του Χ. Μ. ενώπιον του Συμ/φου ... Ηλ. Τριπουλά, η οποία δόθηκε με πρωτοβουλία αυτών (νυν αναιρεσειόντων) και μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ήδη αναιρεσίβλητης, κι έτσι, υπέπεσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, το Εφετείο κατ’ άρθρ. 270 παρ. 2 εδ. γ, δ ΚΠολΔ έλαβε υπόψη του τις κατά προτεραιότητα υπό των (εναγομένων - εκκαλούντων και νυν) αναιρεσειόντων επικληθείσες και προσκομισθείσες τρεις ένορκες βεβαιώσεις, δεν έλαβε δε υπόψη του την ανωτέρω αναφερομένη ένορκη βεβαίωση, αφού αυτή ήταν υπεράριθμη και ως τοιαύτη εμπίπτει στην αντίστοιχη απαγορευτικότητα (λήψεως υπόψη), η οποία προβλέπεται υπό της προμνησθείσης διατάξεως, ορθώς ως εκ τούτου μη ληφθείσα υπόψη υπό του Εφετείου.

Έτι ειδικότερα: Οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι το Εφετείο πλημμελώς δεν έλαβε υπόψη του την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, την οποία προσκόμισαν, πλέον των άλλων τριών, κατά την επαναληπτική συζήτηση της αγωγής, προς αντίκρουση της εσφαλμένης εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Η αιτίαση πάσχει αβασιμότητα υπό το δεδομένο ότι στο άρθρ. 270 παρ. 2 εδ.

γ ΚΠολΔ προβλέπεται ότι "... Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στις προθεσμίες της παραγράφου 3 του άρθρου 237 και του γ’ εδαφίου του άρθρου 238, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες". Στην προκειμένη περίπτωση η υπεράριθμη ένορκη βεβαίωση, δόθηκε, εκτός νομοθετικής προβλέψεως, όχι προς αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων της (ενάγουσας) - αναιρεσίβλητης, αλλά προς αντίκρουση της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης.

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως είναι, κατά τα ως άνω, αβάσιμος.

VIV. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο, ότι στην προσβαλλομένη απόφαση απαραδέκτως προέβη σε (διαφοροποιημένο απ’ τον αναφερόμενο στην αγωγή) χωροταξικό εντοπισμό του επιδίκου ακινήτου, (διά προσδιορισμού διαφορετικών ορίων) και, ακόμη, απαραδέκτως ερεύνησε και διέγνωσε τις προειπωθείσες επί των ωφελημάτων αγωγικές αξιώσεις, κι έτσι υπέπεσε στην υπ’ αρ. 14 πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός (1ος πρόσθετος) είναι απαράδεκτος, διότι εστιάζει το φερόμενο σφάλμα στην επί της ουσιαστικής διερευνήσεως της διαφοράς κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Περαιτέρω, με τον ίδιον αυτόν πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην εφετειακή απόφαση την υπ’ αρ. 17 πλημμέλεια λόγω φερομένης αντιφατικότητος των διατάξεών της. Εν τούτοις, όπως προαναφέρεται και στον 5ο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμο, και εδώ, το ίδιο σφάλμα επαναφερόμενο.

VV. Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επαναφέρουν το κατ’ αυτούς σφάλμα υπ’ αρ. 19, λόγω αντιφατικότητος των αιτιολογιών της πληττομένης αποφάσεως. Ο λόγος αυτός (2ος πρόσθετος) είναι αβάσιμος, όπως ενδελεχώς αναλύεται για τον 5ο λόγο αναιρέσεως.

VVI. Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες εμμένουν στο φερόμενο υπ’ αρ. 11 γ σφάλμα, το οποίο διαλαμβάνεται στον 3ο λόγο αναιρέσεως. Τα όσα εν προκειμένω προσθέτως εκτίθενται, ενέχουν αβασιμότητα, η οποία εν σχέσει προς τον 3ο λόγο αναπτύσσεται. VVII. Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες εμμένουν στα υπ’ αυτών ισχυριζόμενα περί σφάλματος κατ’ αρ. 12. Ο προκείμενος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος, όπως η αντίστοιχη αβασιμότης διεξοδικώς παρατίθεται και εν σχέσει προς τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως.

VVIIΙ. Με τον πέμπτο (τελευταίο) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες "περιστρέφονται" πέριξ των όσων προσάπτουν και αιτιώνται με τα εμπεριεχόμενα στον έκτο λόγο αναιρέσεως, ήτοι ανάγουν σε σημείο αναφοράς φερομένου σφάλματος της προσβαλλομένης αποφάσεως την υπ’ αρ. 8 πλημμέλεια. Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι αβάσιμος, όπως με διεξοδικότητα αποσαφηνίζεται εν σχέσει προς τον έκτο λόγο αναιρέσεως (καθώς επίσης και εν σχέσει προς τα αναπτυσσόμενα για τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο λόγους αναιρέσεως).

VVIV. Κατά συνέπεια και συμφώνως προς το κατωτέρω διατακτικό, μη υπάρχοντος δε προς διερεύνηση ετέρου λόγου ή πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, είναι απορριπτέα η από 10-5-2015 αίτηση αναιρέσεως, το από 17-9-2015 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, καθώς επίσης και το καθιστάμενο πλέον άνευ αντικειμένου από 17-10-2016, κατ’ άρθρ. 579 ΚΠολΔ, αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της αναιρεσιβληθείσης αποφάσεως κατάσταση, (καθόσον αφορά σε καταβληθέντα προς την αναιρεσίβλητη χρηματικά ποσά για εισπραχθέντες από τους αναιρεσείοντες πολιτικούς καρπούς, ήτοι μισθώματα, από την εκμίσθωση των επιδίκων ακινήτων, κατά τα άνω εκτιθέμενα).

Τέλος, πρέπει στους ηττωμένους αναιρεσείοντες να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2015 αίτηση και το από 17-9-2015 δικόγραφο των προσθέτων λόγων των 1) Π. Π., 2) Κ. χας Ε. Π., 3) Μ. θυγ. Ε. Π., 4) Θ. Π., 5) Μ. χας Ν. Π., 6) Μ. συζ. Κ. Σ., το γένος Ν. Π., 7) Γ. Π. και 8) Φ. θυγ. Γ. Π., περί αναιρέσεως της 174/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Σάμου), καθώς και το αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατάσταση.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€). Και

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ