Legislator Case Law & Legislation
776/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural defect grounds, ruling substantive law violation requires specific statutory criteria.

Case Number 776/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting a lease claim. The appellant argued the lower court erred by failing to recognize a legal defect regarding the transfer of property rights, while the respondent maintained the original judgment was procedurally sound. The court ruled that the appellant's specific arguments did not meet the strict statutory requirements for an appeal under the Code of Civil Procedure, leading to the rejection of the appeal and the award of costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only upon violation of substantive law rules or lack of legal basis in the judgment, requiring specific statutory criteria to be met for procedural defects to constitute grounds for overturning a final decision.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility substantive law violation legal basis requirement procedural defect lease claim property transfer

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 2 para. 1 of the Constitution
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 1033 of the Civil Code
Art. 1192 no. 1 of the Civil Code
Art. 1194 para. 1 of the Civil Code
Art. 1198 of the Civil Code
Art. 1201 of the Civil Code
Art. 614 of the Civil Code
Art. 118 of the Code of Civil Procedure
Art. 216 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 776 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 776/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αναστασίου Γιατράκου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Φ. Λ.-Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Βασιλικού-Μπουλούγαρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2824/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8026/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/2/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 10/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-2-2009 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.

ΑΠ 1/1999). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στη κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφ' όσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων, και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν απ' αυτήν δεν μπορούν ν' ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος γενική αρχή της ισότητας απαγορεύει στον νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίως πραγμάτων ή σχέσεων ή καταστάσεων ή κατηγοριών προσώπων, να προβαίνει σε διαφορετική μεταχείριση, εκτός αν αυτή ανταποκρίνεται σε λόγους γενικότερου (κοινωνικού ή δημοσίου) συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται δικαστικώς.

Στην απαγόρευση αυτή εμπίπτει κάθε αυθαίρετη διάκριση, δηλαδή κάθε διάκριση η οποία στηρίζεται σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια και αγνοεί την ουσιώδη ομοιότητα των υπό ρύθμιση ή κρίση περιπτώσεων. Κατά την επιλογή των διαφορετικών τρόπων ρυθμίσεως, ο νομοθέτης πρέπει να κινείται εντός των ορίων που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση με τη μορφή μιας δυσμενούς διακρίσεως για ορισμένη κατηγορία περιπτώσεων βάσει όλων συμπτωματικών κριτηρίων.

Ο εκ μέρους του δικαστηρίου όμως σχετικός έλεγχος της συνταγματικότητας της συμπεριφοράς του νομοθέτη δεν μπορεί, μέσω της αρχής της ισότητας, να μετατραπεί σε μέθοδο διευρύνσεως του πεδίου ισχύος μιας νομοθετικής ρυθμίσεως και σε περιπτώσεις, οι οποίες, κατά τη ρητώς εκδηλωθείσα βούληση του νομοθέτη, εξαιρούνται από την εν λόγω ρύθμιση.

Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη επέμβαση του δικαστή στο έργο της νομοθετικής εξουσίας. Σημειωτέον ότι η αρχή της ισότητας δεν επιβάλλει την ίση σε όλους εφαρμογή αντισυνταγματικής διατάξεως, γιατί δεν υπάρχει ισότητα στην παρανομία. Εξάλλου, το εδάφιο ε' του άρθρου 3 του ν. 813/1978, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 1898/1990, όριζε ότι δεν υπάγονται στον ν. 813/1978 οι μισθώσεις ακινήτων που έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα.

Η ρητή εξαίρεση των μισθώσεων αυτών από το προστατευτικό για τους μισθωτές καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων δεν προσκρούει στην αρχή της ισότητας, αλλά και στις λοιπές Συνταγματικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν για την προστασία της αξίας του ανθρώπου, της προσωπικότητάς του και της περιουσίας του, διότι αφορά σε κτήρια με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική εμφάνιση, δηλαδή σε κτήρια των οποίων τα χαρακτηριστικά στοιχεία διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα των άλλων κτηρίων, η σχετική δε επιλογή του νομοθέτη, υπαγορευθείσα από την ανάγκη διατηρήσεως της αρχιτεκτονικής μορφής των εν λόγω κτηρίων με την αποφυγή οποιασδήποτε υλικής ή αισθητικής βλάβης αυτών, εναρμονίζεται με τη συνταγματική επιταγή για την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος (άρθρο 24 παρ.

παρ. 1 και 6 Συντάγματος). Η ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 1898/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1930/1991 (ήδη άρθρο 4 παρ. 1 περ. θ' π.δ. 34/1995), κατά το οποίο δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν. 813/1978 (ήδη π.δ. 34/1995) οι μισθώσεις ακινήτων χαρακτηρισμένων ως διατηρητέων, οι οποίες συνάπτονται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1990.

Η τελευταία αυτή ρύθμιση έγινε προκειμένου να αποφευχθεί ο νομοθετικός αιφνιδιασμός τον οποίο θα προκαλούσε στους παλαιούς μισθωτές η άμεση άρση της προστασίας τους κατά την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας σε διατηρητέα ακίνητα, γι' αυτό και οι σχετικές μισθώσεις θα εξακολουθούν να υπάγονται στο προστατευτικό καθεστώς του π.δ. 34/1995 εωσότου παρέλθει ο προβλεπόμενος στο εν λόγω π.δ/μα χρόνος διάρκειάς τους.

Ενόψει των ειδικών τούτων συνθηκών, υπό τις οποίες τελούν οι παλαιές μισθώσεις είναι δικαιολογημένη η διαφοροποίηση στη νομοθετική τους μεταχείριση, και ως εκ τούτου η ανωτέρω ρύθμιση δεν μπορεί, μέσω της αρχής της ισότητας, να επεκταθεί και στις, ρητώς αποκλειόμενες από τη ρύθμιση αυτή, νέες μισθώσεις.

Η ρύθμιση αυτή άλλωστε ανταποκρίνεται και στη αρχή της αναδρομικότητας του νόμου, της μη εφαρμογής του δηλαδή σε έννομες σχέσεις ή συνέπειες προγενέστερες της ισχύος του. Η προβλεπόμενη έτσι στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1930/1991 εξαίρεση των συναφθεισών μετά την 1-9-1990 μισθώσεων από τις προστατευτικές για τους μισθωτές διατάξεις του π.δ. 34/1995 δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, άλλ' ούτε και στα άρθρα 2, 5 και 17 αυτού και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1589/2006).

Εξ άλλου η εφαρμογή της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του 1930/1991 (ήδη άρθρο 4 παρ. 1 περ. Θ' του ΠΔ 34/1995) δεν εξαρτήθηκε από καμμία άλλη προϋπόθεση, και για το λόγο αυτό δεν ασκεί για την εφαρμογή της καμμία επιρροή το γεγονός ότι ο μισθωτής αγνοούσε την ιδιότητα του μισθίου ως διατηρητέου κατά την έναρξη της μισθώσεως, ή ότι δεν αναφέρθηκε η ιδιότητα αυτή στο ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως (Α.Π. 584/2005).

Εν όψει αυτών, ούτε το γεγονός ότι το μίσθιο ακίνητο μισθώσεως, χαρακτηριζομένης ως εμπορικής και υπαγομένης στις ρυθμίσεις 34/1995 χαρακτηρίσθηκε εκ των υστέρων ως διατηρητέο, αποκλείει την εφαρμογή της ίδιας πιο πάνω διάταξης, και τον εκ των υστέρων χαρακτηρισμό της ίδιας μίσθωσης ως μη εμπορικής, εφ' όσον δεν πρόκειται για εκ των υστέρων εφαρμογή με αναδρομική δύναμη της ίδιας πιο πάνω διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

θ του ν.δ. 34/1995, χωρίς ν' αναιρείται η κρίση αυτή από το γεγονός ότι στηρίζεται στο μεταγενέστερο μεν γεγονός του χαρακτηρισμού του μίσθιου ακινήτου ως διατηρητέου, που όμως ρητά, και πριν από την επέλευση του ίδιου γεγονότος, χαρακτηρίζεται ως λόγος άρσεως της αντίστοιχης προστασίας. Με βάση δε τα όσα προαναφέρθηκαν για τα γεγονότα πρό και μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1930/1991 με την οποία τ' αποτελέσματα του χαρακτηρισμού ως διατηρητέου αφορούν τις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1990, είναι δικαιολογημένη η ίδια ρύθμιση ως ενιαία για όλες τις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την 1η-9-1990, έστω και αν για ορισμένες απ' αυτές ο χαρακτηρισμός ως διατηρητέου του μίσθιου ακινήτου επήλθε μετά τη 1η-9-1990, και αφορά μίσθωση συναφθείσα επίσης μετά την 1η-9-1990, αφού η διαφοροποίηση στη νομοθετική τους μεταχείριση, ώστε ν' αποκλεισθεί ως προς αυτές η ίδια ρύθμιση, και μέσω της αρχής της ισότητας να επεκταθεί σ' αυτές η ρύθμιση για τις μισθώσεις που είχαν συναφθεί πριν από την 1η-9-1990, δεν είναι επιτρεπτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχτηκε τ' ακόλουθα: "Με το από 28-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο Κ. Μ. εκμίσθωσε στον εναγόμενο δύο ισόγεια καταστήματα, επιφάνειας 18 τ.μ. περίπου το καθένα, που βρίσκονται επί της οδού ..., στην Αθήνα, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, ήτοι από 1-7-1994 έως 1-7-1997, αντί μηνιαίου μισθώματος 55.000 και 33.000 δραχμών αντιστοίχως για καθένα από αυτά, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τον τελευταίο ως καταστήματα πωλήσεως ειδών νεωτερισμού και άλλων συναφών ειδών.

Το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το από 17-1-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ορίσθηκε ότι η διάρκεια της μισθώσεως θα είναι εννεατής, αρχόμενη τη 1-7-1994 και λήγουσα την 30-6-2003, έχοντας, όμως, ο εναγόμενος μισθωτής το δικαίωμα παράτασης της μισθώσεως για άλλα τρία (3) επιπλέον χρόνια, ήτοι μέχρι την 30-6-2006, προβαίνοντας σε σχετική έγγραφη δήλωση προς τον εκμισθωτή (2) μήνες πριν από τη λήξη της μίσθωσης.

Τα ανωτέρω μίσθια καταστήματα βρίσκονται στο ισόγειο πολυόροφου κτιρίου, το οποίο έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο με την υπ' αριθμ. 7863/1383/1997 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 267/7-4-1997 τ. Δ'). Το κτίριο αυτό αρχικά ανήκε κατά κυριότητα στον ανωτέρω εκμισθωτή Κ. Μ. και Γ. Μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, και στη συνέχεια αυτό περιήλθε νομίμως στη συγκυριότητα, κατά τα ίδια ως άνω ποσοστά, στη Σ.

Μ. (κατόπιν μεταβιβάσεως σ' αυτήν του ανωτέρου μεριδίου του συζύγου της Κ. Μ., κατά ψιλή κυριότητα, καταστάσα συγκυρία κατά πλήρη συγκυριότητα μετά το θάνατο αυτού) και στην εδρεύουσα στη Μονροβία Λιβερίας εταιρεία με την επωνυμία "LATONA DEVELOPMENT INC" (κατόπιν μεταβιβάσεως σ' αυτήν, λόγω πωλήσεως, του ανωτέρω μεριδίου, κατά ψιλή κυριότητα, του Γ.

Μ., μετά το θάνατο του οποίου κατέστη αυτή συγκυρία κατά πλήρη συγκυριότητα). Στη συνέχεια, με τα νόμιμως μεταγραφέντα (βλ. τα από 19-11-2003 πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών) υπ' αριθμ. 62223/17-11-2003 και 62224/17-11-2003 πωλητήρια συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γρηγορίου Βαρυμποπιώτη, η Σ. χήρα Κ. Μ. και η ανωτέρω εταιρεία (η οποία, όπως αναφέρεται στο τελευταία από τα ως άνω συμβόλαια, έχει συσταθεί νομίμως), μεταβίβασαν στην ενάγουσα τα προαναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητάς τους επί του εν λόγω κτιρίου και έτσι αυτή κατέστη μοναδική και αποκλειστική κυρία αυτού.

Κατόπιν αυτού η τελευταία υπεισήλθε αυτοδικαίως, ως εκμισθώτρια, στην επίδικη μίσθωση, η οποία μετά τη συμφωνηθείσα λήξη της (30-6-2003) και ενόψει του ότι ο εναγόμενος εκμισθωτής δεν άσκησε το προαναφερόμενο δικαίωμά του για παράταση αυτής για άλλη, μία τριετία, κατέστη αόριστου χρόνου, αφού ο εναγόμενος εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο χωρίς εναντίωση της ενάγουσας (άρθρ. 611 Α.Κ.).

Και τούτο γιατί η προκειμένη μίσθωση, αφορούσε μίσθιο που έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο και έχει συναφθεί μετά τη 1-9-1990, διέπεται από τις διατάξεις του Α.Κ. και τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών και δεν υπάγεται στην προστασία του Ν. 813/1978 (ήδη Π.Δ. 34/1995), ακόμη και αν ο εναγόμενος αγνοούσε, όπως ισχυρίζεται, την ιδιότητα του κτιρίου, όπου βρίσκονται τα μίσθια καταστήματα, ως διατηρητέου, αφού στο νόμο δεν τίθεται καμμία προϋπόθεση για την προστασία ή μη τέτοιας μίσθωσης (διατηρητέου), παρά μόνον ο χρόνος συνάψεώς της, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.

Έτσι νομίμως η ενάγουσα κατήγγειλε τη μίσθωση, ως αόριστου χρόνου, με την ένδικη αγωγή (ο χρόνος επιδόσεως της οποίας δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας), η οποία έτσι έληξε με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας (άρθρ. 608 παρ. 2, 609 Α.Κ.)". Επομένως κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές του δέχθηκε ότι η επίδικη μίσθωση ως αφορώσα μίσθιο ακίνητο χαρακτηρισθέν διατηρητέο και ως συναφθείσα μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1990, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

θ του Π.Δ/τος 34/1995 δεν διέπεται από τις διατάξεις αυτού, αλλά από τις διατάξεις του Α.Κ. και από τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών, μη ασκούντος επιρροή του γεγονότος ότι το μίσθιο ακίνητο χαρακτηρίσθηκε ως διατηρητέο μετά την έναρξη ισχύος της μίσθωσης, αφού από το νόμο δεν τίθεται καμία προϋπόθεση για την προστασία ή μη τέτοιας μίσθωσης (διατηρητέου) παρά μόνο ο χρόνος συνάψεώς της που είναι μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1990, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξ άλλου το Εφετείο με βάση τις πιο πάνω παραδοχές απέρριψε τον ισχυρισμόν του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο μίσθιο έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο μετά την έναρξη της μίσθωσης και ότι ο εν λόγω χαρακτηρισμός αυτού έπρεπε να είχε γίνει πριν από την έναρξη της μίσθωσης για να ασκεί έννομη επιρροή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

θ του Π.Δ/τος 34/1995 αλλά ούτε εκ πλαγίου, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και σαφώς διατυπωμένο πόρισμα. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του κρίνεται αβάσιμος. Τέλος το Εφετείο εφαρμόζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1930/1991 και κρίνοντας εκ του πράγματος ότι αυτή δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εφαρμογής αντισυνταγματικού και εντεύθεν ανίσχυρού κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτονται στο εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη του περί αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως ισχυρισμού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι νομικός και η μη λήψη αυτού υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί, στο ουσιαστικό Δικαστήριο, το δε απαράδεκτο της προβολής αυτής που ερευνάται αυτεπάγγελτα απ' το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αν αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Α.Π. 115/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ "αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά, και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ.

δ' του ιδίου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως ... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων ... τις καταθέσεις των μαρτύρων ...". Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε των άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.

ΑΠ 2/2005). Στη προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 9, 10, 13 και 19 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο που απέρριψε κατ' ουσίαν με τη προσβαλλόμενη απόφασή του τις νομίμως από τον αναιρεσείοντα προταθείσες ενστάσεις: α) παράτασης της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων μέχρι την 30-6-2009, β) καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, και γ) καταχρηστικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας, με την οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ παρακωλύθηκε η πλήρωση αίρεσης από την οποία θα συνεχιζόταν για μια τριετία συμβατικά η ένδικη μίσθωση, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 361, 207, 281 ΑΚ, παρέλειψε να λάβει υπόψην του τους ίδιους ισχυρισμούς, και αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε και προσκόμισε, και χωρίς αποδείξεις απέρριψε τους ίδιους ισχυρισμούς.

Κατά την αυτεπάγγελτη όμως έρευνα από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι πρότεινε νομίμως τις προαναφερόμενες ενστάσεις, η βασιμότητα του οποίου αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού των προσβαλλόμενων με τους παραπάνω λόγους της αναιρέσεως αιτιάσεων, προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα (άρθ. 561 ΚΠολΔ), και ιδίως το προσκομιζόμενο επίσημο αντίγραφο των πρακτικών συνεδριάσεων του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, ότι ο εν λόγω ενστάσεις δεν έχουν καταχωρηθεί ούτε επιγραμματικά στα πρακτικά αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται μόνο η γενική δήλωση αναφοράς του πληρεξούσιου Δικηγόρου του αναιρεσείοντος στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις, χωρίς καμμία επί μέρους αναφορά στους ίδιους ισχυρισμούς συγκεκριμένα, έστω συνοπτικά και επιγραμματικά.

Εφ' όσον, επομένως οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προτάθηκαν νομίμως και παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και δεν μπορούσαν να προταθούν παραδεκτά ούτε και στο Εφετείο, εκ μέρους του αναιρεσείοντος ως εκκαλούντος εναγομένου (αρ. 527 παρ. 3 και 269 ΚΠολΔ) οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης κρίνονται απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004).

Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτο στο αναιρετήριο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 αρ. 1, 1194 παρ. 1, 1198, 1201 και 614 του Α.Κ.

προκύπτει ότι χωρίς τη μεταγραφή της εν ζωή μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, που πιστοποιείται αρμοδίως από τον οικείο μεταγραφοφύλακα, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάζεται μισθωμένο ακίνητο δεν καθίσταται κύριος του, και δεν υπεισέρχεται κατά την διάταξη του άρθρου 614 ΑΚ ως νέος κτήτορας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, και για το λόγο αυτό στην αγωγή που ασκούνται αξιώσεις από υφισταμένη μίσθωση εκ μέρους του νέου κτήτορος του μισθίου πρέπει να εκτίθετο σ' αυτήν για να είναι ορισμένη κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 και 216 Κ.Πολ.Δ.

και το γεγονός της μεταγραφής της μεταβιβαστικής πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, στην από 18-5-2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται ότι οι αναιρεσίβλητοι με τα υπ' αριθμ. 62223, 62224/17-11-2003 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γρηγορίου Βαρυμποπιώτη, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών (τόμος 4485 και αύξοντας αριθμός 3594 και 360 αντίστοιχα), αγόρασε κατά πλήρη κυριότητα ολόκληρο το κτίριο, όπου και το επίδικο μίσθιο.

Επομένως, η αγωγή ήταν ορισμένη κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, το δε Εφετείο που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, (αλλά και κατ' εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου), κρίνεται αποριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που ψέγεται το Εφετείο για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το απορριπτικό του πιο πάνω ισχυρισμού περί αοριστίας σκέλος της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει αιτιολογίες επί της ουσίας της υποθέσεως.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.2.2009 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 8026/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ