Legislator Case Law & Legislation
776/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against bankruptcy trustee costs deduction ruling, remanding case for retrial.

Case Number 776/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding bankruptcy trustee expenses. The Court found the lower court erred in applying bankruptcy law provisions that exempt trustee costs from auction proceeds when the execution shifts to a new collective enforcement form. Consequently, the Court declared the appeal admissible in part and remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; Article 660 of the Bankruptcy Law: Bankruptcy trustee expenses are not deductible from auction proceeds if the execution shifts to a new form of collective enforcement, as such expenses retain their character as collective credits and are offset immediately after the offset of the new form's expenses.

Keywords

AI generated
bankruptcy trustee expenses collective enforcement auction proceeds deduction appeal admissibility remand for retrial collective credits civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 660 of the Bankruptcy Law
Article 12 of Law 2298/1995
Article 28 of Law 2579/1998
Article 42 of Law 2721/1999
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 776 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 776/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και εν προκειμένω και από τους προϊστάμενους των ΕΓΒΑ τελωνείων Θεσσαλονίκης, του Β Τελωνείου Πειραιά της Α ΔΟΥ και της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από την Ευφροσύνη Μπερνικόλα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη, η οποία ανακάλεσε την από 15-10-2008 δήλωση της του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-12-1999 και 23-12-1999 ανακοπές των ήδη διαδίκων, και με τους από 7-11-2000 πρόσθετους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11857/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 754/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 4-3-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 29-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 754/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εφόσον για το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής εκδόθηκε και κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού η με αριθμό 633/2006 θετική γνωμοδότηση του αρμοδίου Β' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως και των κατ' ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 660 του Εμπ.Ν. τα έξοδα και οι καταβολές που έγιναν για τη διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας, μεταξύ των οποίων και η απαίτηση του συνδίκου για την οφειλόμενη σ' αυτόν αντιμισθία, αποτελούν ομαδικό πίστωμα, το οποίο προηγείται στην ικανοποίηση από τα πτωχευτικά πιστώματα, δηλαδή τις απαιτήσεις των αποτελούντων την ομάδα των πιστωτών και μάλιστα όχι μόνο των εγχειρογράφων αλλά και των γενικών προνομιούχων.

Η προτίμηση αυτή, που γίνεται με προαφαίρεση από τον σύνδικο κατά τη διανομή χρημάτων που προέρχονται από την εκποίηση όχι μόνο των κινητών πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας αλλά και των ακινήτων, υπάρχει μόνο έναντι της ομάδας των δανειστών, οι οποίοι εκ του απομένοντος υπολοίπου προς διανομήν λαμβάνουν ποσό κατ' αναλογίαν των επαληθευθεισών απαιτήσεών τους, δεν ισχύει δε και έναντι των εκείνων που δεν μετέχουν στην ομάδα των πτωχευτικών πιστωτών και των οποίων οι απαιτήσεις ασφαλίζονται με ειδικό προνόμιο επί του πράγματος. 'Ετσι, στην περίπτωση κατά την οποία συνεχίζεται ή επισπεύδεται η εκτέλεση από ενυπόθηκο δανειστή στο ακίνητο του πτωχεύσαντος οφειλέτη, τόσο ο επισπεύδων όσο και οι εκπροσωπούμενοι από τον σύνδικο εγχειρογράφοι και γενικοί προνομιούχοι δανειστές κατατάσσονται στον πίνακα που συντάσσει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κατά την τάξη που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 975 επ.

ΚΠολΔ, με τις οποίες, όμως, δεν αναγνωρίζεται προνόμιο υπέρ της απαιτήσεως του συνδίκου από αντιμισθία και έξοδα διαχειρίσεως της πτωχεύσεως. Εάν, επομένως, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατατάξει προνομιακά τον σύνδικο της πτωχεύσεως για απαιτήσεις του από αντιμισθία και έξοδα διαχειρίσεως της πτωχεύσεως και στη συνέχεια, διαχωρίζοντας κατ' άρθρο 977 ΚΠολΔ το εναπομείναν πλειστηρίασμα σε ποσοστά 1/3 και 2/3, λόγω συνδρομής απαιτήσεων εκ των άρθρων 975 και 976 του ίδιου Κώδικα, κατατάξει στο 1/3 του πλειστηριάσματος, δια του συνδίκου, πτωχευτικό πιστωτή για μέρος της αναγγελθείσας και απολαύουσας γενικού προνομίου απαιτήσεώς του και στα 2/3 αυτού τον επισπεύδοντα για μέρος της αναγγελθείσας ενυπόθηκης απαιτήσεώς του, τότε εκ της κατατάξεως αυτής βλάπτεται όχι μόνον ο ενυπόθηκος δανειστής, ως προς τον οποίο οι ανωτέρω απαιτήσεις του συνδίκου της πτωχεύσεως είναι αδιάφορες, αλλά και ο γενικός προνομιούχος πιστωτής.

Η βλάβη του τελευταίου συνίσταται στην εκ της κατατάξεως του συνδίκου μείωση του πλειστηριάσματος και εντεύθεν στη μείωση του ποσού της κατατάξεώς του, η οποία συνεπάγεται περαιτέρω την λήψη μικρότερου χρηματικού ποσού κατά την εκ μέρους του συνδίκου διανομή του προϊόντος εκποιήσεως της πτωχευτικής περιουσίας.

Εν προκειμένω από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής : Με επίσπευση της τράπεζας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ" ως ενυπόθηκης δανείστριας και προς ικανοποίηση χρηματικής της απαιτήσεως ποσού 3.322.708.374 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων, εκπλειστηριάσθηκε στις 29-9-1994 η ακίνητη και κινητή περιουσία της πτωχεύσασας οφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία "SEVA ΝΙΚΟΣ Ι.

ΜΠΟΤΟΖΗΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ ΑΕ". Το επιτευχθέν πλειστηριάσμα ανήλθε στο ποσό των 340.001.000 δραχμών, εξαιτρίας δε του ότι αυτό δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων πιστωτών, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον με αριθμό ... πίνακα, στον οποίο, μετ' αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως εκ δραχμών 2.813.499, κατετάγη στο εναπομείναν ποσό των δραχμών 338.187.501 ο οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως α) προνομιακά και οριστικά για λογαριασμό των 106 εργαζομένων στην οφειλέτρια εταιρία, για απαιτήσεις τους από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, συνολικού ύψους μετά των τόκων 120.979.584 δραχμών, η κατάταξη δε αυτών έγινε στην τρίτη τάξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ σύμφωνα και με το άρθρο 31 εδ.

τελ. του ν. 1545/1985 και β) ατομικά για απαίτησή του από προσωρινή αντιμισθία ποσού 29.953.313 δραχμών προνομιακά και τυχαία με τον όρο προσκομιδής τελεσίδικης απόφασης για την εν λόγω απαίτηση, καθώς και για απαίτησή του από έξοδα διοικήσεως της πτωχεύσεως ποσού 1.000.000 δραχμών, προνομιακά και οριστικά. Το απομείναν πλειστηρίασμα εκ δραχμών 186.254.604 δραχμών η υπάλληλος του πλειστηριασμού διαίρεσε σε ποσοστά 1/3 και 2/3 και ακολούθως κατέταξε α) στο 1/3 τον οριστικό σύνδικο για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, προνομιακά και οριστικά, προς μερική ικανοποίηση των αναγγελθεισών απαιτήσεών του και β) τα 2/3 την επισπεύδουσα τράπεζα, η οποία είχε αναγγελθεί για απαίτησή της εκ 3.322.708.374 δραχμών (εξασφαλισμένη με πρώτο ενέχυρο, υποθήκη και προσημείωση υποθήκης), προνομιακά και οριστικά για 22.212.482 δραχμές ως ενεχυρούχο δανείστρια και για 101.957.255 δραχμές ως ενυπόθηκη δανείστρια, ήτοι κατέταξε αυτήν για το συνολικό ποσό των 124.169.637 δραχμών προς μερική ικανοποίηση της απαιτήσεώς της.

Στη συνέχεια η υπάλληλος του πλειστηριασμού προέβη σε επικουρική κατάταξη του συνδίκου για το εκ δραχμών 29.953.313 ποσό της προσωρινής του αντιμισθίας και για την περίπτωση της μη τελεσίδικης επιδίκασής της και όρισε ότι, στην περίπτωση αυτή, στο άνω ποσό θα καταταγούν α) ο οριστικός σύνδικος στο 1/3 για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, προνομιακά και οριστικά προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών του και β) η επισπεύδουσα τράπεζα στα 2/3, προνομιακά και οριστικά για 3.572.193 δραχμές ως ενεχυρούχος δανείστρια και για 16.396.683 δραχμές ως ενυπόθηκη δανείστρια, προς μερική ικανοποίηση της απαιτήσεώς της.

Κατά του ανωτέρω πίνακα κατατάξεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ανακοπή και προσθέτους λόγους, επιδιώκοντας την αποβολή του αναιρεσιβλήτου και την ατομική του κατάταξη στο απελευθερούμενο μέρος του πλειστηριάσματος. Η ανακοπή αυτή έγινε δεκτή με την 11857/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το αναιρεσείον και απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους. Με βάση τα προεκτεθέντα είναι σαφές ότι υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και συνεπώς ο περί του αντιθέτου παραδεκτώς προβληθείς με τις εμπροθέσμως κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, ισχυρισμός είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, απαράδεκτοι είναι και οι ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου περί αοριστίας του δικογράφου της ανακοπής και περί αντιφατικότητας των λόγων αυτής και των προσθέτων λόγων, αφού με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν μεταβιβάζεται στον 'Αρειο Πάγο η υπόθεση στο σύνολό της, μη εφαρμοζομένου στην αναιρετική διαδικασία του άρθρου 522 ΚΠολΔ, ο δε 'Αρειος Πάγος ελέγχει την ορθότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως στα όρια των περιοριστικώς προβλεπόμενων στο άρθρο 559 ου ίδιου Κώδικα λόγων αναιρέσεως.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 534, 644, 647, 648, 665 και 667 του Εμπ.Ν. προκύπτει ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως του οφειλέτη επάγεται την αναστολή των εναντίον του ατομικών διώξεων και, κυρίως, της αναγκαστικής εκτελέσεως. Ο κανόνας αυτός ισχύει έναντι των εγχειρογράφων και των γενικών προνομιούχων δανειστών που περιλαμβάνονται στην ομάδα των πτωχευτικών πιστωτών, ενώ αντιθέτως, δεν δεσμεύει τους ενυπόθηκους, ενεχυρούχους και ειδικούς προνομιούχους δανειστές, οι οποίοι δικαιούνται να συνεχίσουν την αρξάμενη πριν από την πτώχευση αναγκαστική εκτέλεση ή να αρχίσουν νέα, εφόσον η κατάσχεση έλαβε χώρα πριν από το στάδιο της ενώσεως. Στην περίπτωση συνεχίσεως ή επισπεύσεως εκτελέσεως από ενυπόθηκο δανειστή σε ακίνητο πτωχεύσαντος οφειλέτη, τόσο ο επισπεύδων όσο και οι εκπροσωπούμενοι από τον σύνδικο εγχειρόγραφοι και γενικοί προνομιούχοι δανειστές κατατάσσονται στον συντασσόμενο πίνακα του υπαλλήλου του πλειστηρισμού κατά την οικεία τάξη και στο προβλεπόμενο κατά περίπτωση ποσοστό πλειστηριάσματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ. Το ποσό δε που αναλογεί στους εκπροσωπούμενους από τον σύνδικο πιστωτές διανέμεται κατά την πτωχευτική διαδικασία, βάσει λογαριασμού διανομής του συνδίκου που εγκρίνεται από τον Εισηγητή της πτωχεύσεως.

Συνεπώς, μόνο ως προς τις ανωτέρω ενέργειες του συνδίκου εφαρμόζονται, κατ' εξαίρεση και κατά προσαρμογή στην κοινή διαδικασία εκτελέσεως, οι διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου, οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή επί προνομίων κατατάξεως, εκτός εκείνων που αναγνωρίζονται στις γενικές περί εκτελέσεως διατάξεις.

Έτσι, δεν θα ληφθούν υπόψη προνόμια υπέρ άλλων απαιτήσεων που προηγούνται κατά σειρά ικανοποιήσεως στην πτωχευτική διαδικασία, όπως είναι οι αναφερόμενες στα έξοδα διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως της περιουσίας του πτωχεύσαντος, στα οποία ανήκει και η αντιμισθία του συνδίκου. Ειδικότερα, για την αντιμισθία, που δεν αποτελεί δικηγορική αμοιβή, δεν προβλέπεται στο άρθρο 975 ΚΠολΔ προνομιακή κατάταξη, αλλ' ούτε και δικαιολογείται η προτίμηση ή προαφαίρεση αυτής στην περίπτωση της επισπεύσεως εκτελέσεως, επί ακινήτου πτωχεύσαντος οφειλέτη από ενυπόθηκο δανειστή, καθόσον τα έξοδα της πτωχευτικής διαχειρίσεως δεν θεωρείται ότι έγιναν προς όφελός του, αφού δεν ήταν αναγκαία προς τούτο η διαδικασία της πτωχεύσεως.

Αντίθετη εκδοχή δεν δύναται να υποστηριχθεί με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 18 εδ. ιη' του ν. 2479/1997, κατά την οποία "εάν πριν περατωθεί η πτώχευση, υπάρξει μετάβαση σε άλλη μορφή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία και κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, διατηρούν τον χαρακτήρα τους αυτόν, ως οιονεί ομαδικά πιστώματα και προαφαιρούνται αμέσως μετά την προαφαίρεση των εξόδων που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία και κατά τη διάρκεια της νέας αυτής μορφής συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης".

Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την εν λόγω διάταξη, η εφαρμογή της προϋποθέτει μετάβαση από συλλογική αναγκαστική εκτέλεση σε άλλη μορφή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης και συνεπώς δεν εφαρμόζεται επί ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως είναι η επισπευδόμενη από τον ενυπόθηκο δανειστή σε βάρος ακινήτου του πτωχεύσαντος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του ... πίνακα της συμβολαιογράφου Βασιλικών Θεσσαλονίκης Κων/νας Παπαϊωάννου-Κετικίδου συνταχθέντος κατόπιν πλειστηριασμού διενεργηθέντος με επίσπευση της "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ" ως ενυπόθηκης δανείστριας της πτωχεύσασας οφειλέτριας εταιρίας "SEVA ΝΙΚΟΣ Ι.

ΜΠΟΤΟΖΗΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ ΑΕ" και είχε αποβληθεί ο αναιρεσίβλητος (οριστικός σύνδικος της πτώχευσης της προαναφερθείσας εταιρίας), καθ' ό μέρος αυτός είχε καταταγεί προνομιακά για αντιμισθία και λοιπές δαπάνες, τυχαία μεν για το ποσό των 29.953.313 δραχμών και οριστικά για το ποσό των 1.000.000 δραχμών, με την αιτιολογία ότι, μετά την ισχύ της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 18 εδ.

ιη' του Ν. 2479/1997, η αντιμισθία του συνδίκου και οι λοιπές δαπάνες του, που έγιναν κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, προαφαιρούνται από το εκπλειστηρίασμα αμέσως μετά την προαφαίρεση των εξόδων της εκτελεστικής διαδικασίας, στη συνέχεια δε, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά το παραπάνω κεφάλαιο, απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος.

Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αφού, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, τα ως άνω ποσά (για αντιμισθία και λοιπές δαπάνες του συνδίκου) δεν ήταν προαφαιρετέα από το πλειστηρίασμα.

Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 754/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναιρούμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ