Legislator Case Law & Legislation
775/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property possession claim, upholding lower court's rejection of illegal disturbance suit.

Case Number 775/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision rejecting the municipality's eviction action. The appellants argued the lower court erred in finding their possession illegal, but the court ruled the First Instance Court correctly applied civil code provisions regarding possession and disturbance. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 981, 984, 989 of the Civil Code; The possessor of physical control over property is deemed the owner if exercising that control with the intent of an owner, and such possession may be challenged via disturbance or removal if done unlawfully without consent.

Keywords

AI generated
possession rights disturbance of possession eviction proceedings civil code provisions appeal dismissal property law legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 974, 981 paragraph 1 and 984 of the Civil Code
Article 989 of the Civil Code
Article 560 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006
AI generated
1191/2014
Supreme Court dismisses appeal on public road access, ruling private cutting of common paths violates Article 967 AC.
1594/2008
Supreme Court allows appeal against lower court ruling on whether a road is common property due to lack of statutory requirements.
1192/2012
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that vague property descriptions do not constitute legal indefiniteness under Article 560. The court held that the lower court's rejection was based on quantitative, not legal, indefiniteness. The appeal is inadmissible. The court ruled that the appellant's arguments regarding the indefiniteness of the property description in the lawsuit do not constitute a legal ground for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure. The court determined that the lower court's decision was based on quantitative rather than legal indefiniteness, thus rejecting the appeal as inadmissible. The appellant is ordered to pay the legal costs of the other parties. The court dismissed the appeal as inadmissible because the appellant's arguments regarding the indefiniteness of the property description in the lawsuit do not constitute a legal ground for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure. The court determined that the lower court's decision was based on quantitative rather than legal indefiniteness, thus rejecting the appeal as inadmissible. The appellant is ordered to pay the legal costs of the other parties.
955/2017
Supreme Court dismisses appeal against second-instance decision due to procedural defects and inadmissible supplementary grounds.
954/2017
Supreme Court partially allows appeal regarding public road status under Article 281 of the Civil Code.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 775 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 775/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσείοντων: 1) Ε. Σ. του Η., 2) C. (Κ.) J. (Ζ.) του L. - H. (Λ. Ε.), συζ. Ε. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοτζαμανίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ο.Τ.Α με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ..." (της Π.Κ.Μ.) που εδρεύει στην Θέρμη Θεσσαλονίκης, οδός Δημοκρατίας αριθμ. 1 και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του (Α.Φ.Μ. ... - Δ.Ο.Υ. Ζ' Θεσσαλονίκης), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ματέλλα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1515/2019 μη οριστική, 7333/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως (μετά της συμπροσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 1515/2019, προδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-12-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21.12.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 7333/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθ. 86/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 981 εδ. 1 και 984 AK, συνάγεται ότι ο αποκτήσας τη φυσική εξουσία επί του πράγματος είναι νομέας αυτού, αν ασκεί την εν λόγω εξουσία με διάνοια κυρίου, η δε νομή αυτή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα, εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, οπότε αυτός προστατεύεται με τις οικείες αγωγές των άρθρων 989 και 984 AK περί διατάραξης της νομής και περί αποβολής από αυτήν.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 989 AK, ο νομέας που διαταράχθηκε παράνομα έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Διατάραξη είναι κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διαρκή ή παροδικό χαρακτήρα, που δεν φτάνει μέχρι την αποβολή και με την οποία ανατρέπεται η ήσυχη και ειρηνική απόλαυση της νομής, συνιστά δε μερική προσβολή, γιατί ο νομέας δεν στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, αλλά παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη, είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα (πχ αφαιρώντας ή και κόβοντας ή και καταστρέφοντας αντικείμενα από ξένη ιδιοκτησία), είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα (δυσχεραίνει το νομέα να εισέλθει στην ιδιοκτησία του με την τοποθέτηση αντικειμένων που φράζουν ή παρεμποδίζουν ή παρακωλύουν την είσοδο και έξοδο απ` αυτήν), ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει και όταν αυτός (προσβολέας) παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 883/2022, ΑΠ 767/2022, ΑΠ 150/2017, ΑΠ 1529/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ , ισχυριζόμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968, 971 ΑΚ και ν. 3 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8 Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3 του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas) και έκρινε εσφαλμένα νόμιμη την αγωγή, η οποία ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα πραγματικά περιστατικά που ιστορούνται σ' αυτήν δεν αρκούν για τον χαρακτηρισμό του ενδίκου ακινήτου ως κοινοχρήστου, καθώς η κοινοχρησία, με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για τον Νομό Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται το ακίνητο, είναι αδύνατη, αφού από τον χρόνο που προσαρτήθηκε στην Ελλάδα το έτος 1913 και μέχρι την ισχύ του ΑΚ (1946) δεν παρήλθε χρόνος ογδόντα (80) τουλάχιστον ετών.

Από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής : Ότι ο ίδιος τυγχάνει κύριος, νομέας και κάτοχος μίας αγροτικής οδού, η οποία κατέστη κοινόχρηστη με την αμνημονεύτου αρχαιότητα, όπως την περιγράφει με σαφήνεια κατά θέση, έκταση, όρια και διαστάσεις στο ιστορικό αυτής και με το συνημμένο στο δικόγραφο τοπογραφικό διάγραμμα.

Ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι είναι κύριοι, νομείς και κάτοχοι του υπ' αριθ. ... ακινήτου, με πρόσοψη στην ανωτέρω αγροτική οδό, στις 24.8.2016 προέβησαν σε εργασίες κατασκευής περίφραξης επί της οδού, αφού πρώτα είχαν μεταφέρει δύο τεράστιους όγκους χωμάτων, τους οποίους εναπόθεσαν μέσα στην οδό, αποβάλλοντας τον ενάγοντα από τη νομή του.

Ότι προς τούτο, ο ενάγων κάλεσε αμέσως την αστυνομία και οι εναγόμενοι σταμάτησαν τις εργασίες. Ότι εν συνεχεία, οι εναγόμενοι στις 26.8.2016 τοποθέτησαν επί της πλευράς Π-Λ 62 γρ.μ. του ακινήτου, όπως απεικονίζεται στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, μεταλλικούς πασσάλους πακτωμένους σε τσιμεντένια βάση και εναπόθεσαν επ' αυτού πέτρες και μπάζα.

Ότι ο ενάγων κάλεσε εγγράφως τους εναγομένους να απομακρύνουν τα υλικά που τοποθέτησαν αυθαίρετα και παράνομα μέσα στην οδό, όμως οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν. Ότι οι εναγόμενοι προσβάλλουν τη νομή του ενάγοντος, παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, παρεμποδίζοντας τη χρήση της οδού από τους περιοίκους και για τους λόγους αυτούς ζήτησε να αναγνωριστεί νομέας και κάτοχος του ανωτέρω επιδίκου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να απομακρύνουν τους μεταλλικούς σωλήνες, τις πέτρες και τα μπάζα που έχουν εναποθέσει επ' αυτού και να απαγορευτεί σ' αυτούς κάθε μελλοντική διατάραξη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή, ορθώς εκτιμωμένη, ενόψει των διαλαμβανομένων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών και των ως άνω αιτημάτων της, περί αναγνώρισης του ενάγοντος ως νομέα και κατόχου του ακινήτου, παύσης και άρσης της διατάραξης της νομής από τους εναγομένους και παράλειψης αυτής στο μέλλον, θεμελιώνεται αποκλειστικά και ευθέως στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 974, 984 και 989 ΑΚ περί νομής και όχι στις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968, 971 ΑΚ και ν. 3 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3 του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas), μόνη δε η αναφορά στο ιστορικό αυτής περί του κοινοχρήστου χαρακτήρα της οδού, δεν μεταβάλλει τη νομική της βάση, ενόψει των ως άνω σαφών αιτημάτων της, ως αγωγής περί νομής.

Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή ερείδεται στις ως άνω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν εφαρμόστηκαν από την προσβαλλομένη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ή από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όταν προσβάλλεται απόφαση Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου), ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ή αντίστοιχα του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (ή άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ) λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 145/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας ως ορισμένη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται από τις διατάξεις του ν. 3 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8 Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3 του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για τη γέννηση του οικείου δικαιώματος, ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός, περί αοριστίας της αγωγής, ισχυρισμός, προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τους αναιρεσείοντες - εκκαλούντες.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την από 25.4.2018 έφεση των αναιρεσειόντων, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, δεν περιέχεται σ' αυτήν λόγος έφεσης σχετικός με την αοριστία της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.

α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968 ΑΚ και ν. 3 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3 του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas), σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί νομής του ΑΚ., δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα αγροτικής οδού που δόθηκε σε δημόσια χρήση προ αμνημονεύτων χρόνων, δηλαδή ογδόντα (80) τουλάχιστον έτη πριν από την εισαγωγή του ΑΚ το έτος 1946 και νομέας αυτού τυγχάνει ο ενάγων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Οι εναγόμενοι δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ.

Ν., νομίμως μετεγγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο ..., απέκτησαν την κυριότητα και νομή του υπ' αριθμόν ... αγροτεμαχίου του αγροκτήματος ... Θεσσαλονίκης, εμβαδού κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης 6.634,77 τ.μ., συνορευόμενου κατά το συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο από 26-11-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.

Τ. σε πλευρά Α- Β μήκους 60,33μ. με το υπ' αριθμόν ... αγροτεμάχιο, σε πλευρά Β-Γ μήκους 58,66μ. με το υπ' αριθμόν ... αγροτεμάχιο, σε πλευρά Γ-Δ μήκους 60,76μ. με αγροτικό δρόμο, σε πλευρά Δ-Ε μήκους 41,35μ. με το υπ' αριθμόν ... αγροτεμάχιο, σε πλευρά Ε-Ζ μήκους 40,40μ. με το υπ' αριθμόν 1155 αγροτεμάχιο και σε πλευρά Ζ-Α μήκους 68,36μ.

με αγροτικό δρόμο. Ο επίδικος αγροτικός δρόμος, στον οποίο το ως άνω ακίνητο έχει πρόσοψη, ως προελέχθη, σε πλευρά Γ-Δ μήκους 60,76μ., και ο οποίος έχει πλάτος 4μ. περίπου, έχει, σύμφωνα με την από 06-02-2020 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Κ. Λ. εμβαδό 223,21 τ.μ και δεν εμφαίνεται ως οδός στο τοπογραφικό διάγραμμα της αποτύπωσης της οριστικής διανομής του αγροκτήματος ...

του έτους 1936, όπου φαίνεται ενσωματωμένος στα ήδη όμορα σε αυτόν αγροτεμάχια, μεταξύ αυτών και το υπ' αριθμόν ... αγροτεμάχιο, πλην όμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου υπάρχει στη συγκεκριμένη θέση και με την παρούσα μορφή του για τουλάχιστον διακόσια χρόνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα υπ' αρίθμ. ...2016 ένορκες βεβαιώσεις των Α.

Π. και Κ. Π. ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... και υπ' αριθμ. ...2017 ένορκων βεβαιώσεων των Χ. Κ. και Γ. Γ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., οι οποίοι έχουν γεννηθεί τα έτη 1941, 1940, 1940 και 1936 αντίστοιχα και κατοικούν στον ... όλη την ζωή τους, άρα έχουν ιδία αντίληψη της πραγματικής κατάστασης, άπαντες καταθέτουν όχι μόνο ότι οι ίδιοι χρησιμοποιούν τον εν λόγω δρόμο σε όλη την ζωή τους, αλλά και ότι οι πατέρες τους, στην περίπτωση του πρώτου και ο παππούς του, έκαναν χρήση αυτού, καθώς επίσης και ότι την συντήρηση και την εποπτεία της οδού είχε ανέκαθεν ο αιτών Δήμος, ο δρόμος αυτός θεωρείται κοινόχρηστη αγροτική οδός και τον χρησιμοποιούν για να διέρχονται οι κάτοικοι της περιοχής, οι αγρότες και οι κάτοικοι του όμορου συνοικισμού της ..., καθώς και οποιοσδήποτε επιθυμεί να διέλθει.

Σύμφωνα δε με τις ίδιες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις η κατάσταση αυτή, ήτοι η κοινή χρήση της οδού, συνεχίστηκε και μετά την αγορά από τους εναγόμενους του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. ... αγρού, οι οποίοι δεν προέκυψε από το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό ότι άσκησαν σε οιοδήποτε χρονικό σημείο οιαδήποτε πράξη νομής επί του τμήματος της οδού που συνορεύει με την ιδιοκτησία τους, της οποίας άλλωστε δεν αποτελούσε τμήμα κατά τον προαναφερθέντα τίτλο κτήσης τους, ήτοι το προαναφερόμενο υπ' αριθμόν ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Ν.. Εξίσου, ωστόσο, σημαντική για την κρίση του Δικαστηρίου τυγχάνει και η υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του Χ. Π. - Σ. ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, για το λόγο ότι τυγχάνει ο πατέρας της δικαιοπαρόχου των εναγόμενων και ο οποίος καταθέτει επί λέξει: "Γεννήθηκα και ζω μόνιμα στον .........Το χωράφι που έχουν ο κος Σ.

και η σύζυγος του , το αγόρασαν από την κόρη μου Σ. το έτος 2002. Ήμουν παρών σε όλες τις διαπραγματεύσεις για την πώληση και εγώ προσωπικά έδειξα επί τόπου τα ακριβή όρια στον Κο Σ. και έβαλα τα πασαλάκια ενώ έδειξα τα όρια και στον τοπογράφο που έκανε το τοπογραφικό και μετρήθηκε 6.630 τ.μ . Ήμουν πολύ σαφής στα όρια που υπέδειξα καθώς στο προηγούμενο συμβόλαιο που απέκτησε η κόρη μου το χωράφι από λάθος δεν αναφερόταν ο υφιστάμενος αγροτικός δρόμος και για το λόγο αυτό έγινε νέο σωστό τοπογραφικό.

Τα όρια τα γνώριζα εγώ καθώς η κόρη μου το είχε αγοράσει λίγα χρόνια νωρίτερα από τη θεία μου Μ. Π. και όλα τα προηγούμενα χρόνια πριν την πώληση στον κο Σ., το καλλιεργούσα εγώ. Μεταξύ των άλλων ορίων έδειξα στον Κο Σ. και τα όρια του χωραφιού σε σχέση με τον αγροτικό δρόμο, έβαλα τα πασσαλάκια για να γνωρίζει τα όρια και όταν μετά από 5-6 χρόνια περιέφραξε όντως περιέφραξε στα όρια που του έδειξα σεβόμενος τον αγροτικό δρόμο.

Όταν πέρυσι ο κος Σ. κάλεσε την κόρη μου για την διόρθωση του συμβολαίου, είπε ότι κάνει μία μικρή διόρθωση στο εμβαδόν αλλά τελικά όπως έμαθα μετά το περιστατικό που έγινε φέτος το καλοκαίρι, στο διορθωτικό συμβόλαιο χρησιμοποίησε ένα τοπογραφικό που εμφάνιζε το δρόμο να ανήκει στην ιδιοκτησία του, πράγμα απόλυτα ψευδές με αποτέλεσμα το χωράφι να ξεπερνά τα 7000 τ.μ, επιφάνεια που δεν είχε ποτέ.

Ο αγροτικός αυτός δρόμος υπήρχε εδώ και 200 τουλάχιστον χρόνια όπως λένε όλοι οι ηλικιωμένοι κάτοικοι της περιοχής με βάση τις αφηγήσεις των παππούδων τους ενώ τουλάχιστον 40 χρόνια τον θυμάμαι εγώ στη μορφή και στη θέση που βρίσκεται σήμερα και όλοι οι διερχόμενοι τον χρησιμοποιούσαν χωρίς κανένα πρόβλημα μέχρι τον Αύγουστο του 2016 που ο κος Σ.

με μπάζα και με σενάζια τον έκλεισε μπροστά από την ιδιοκτησία του για αρκετές ημέρες μέχρις ότου ο Δήμος ... απομάκρυνε τα χώματα ενώ ο ίδιος ο κος Σ. ξήλωσε τα σενάζια. Σήμερα παραμένουν κομμάτια από τα σενάζια και μεγάλες πέτρες πάνω στο δρόμο αλλά και πολλοί πάσσαλοι πηγμένοι στο έδαφος έτοιμοι για την ολοκλήρωση της περίφραξης".

Περαιτέρω, τα ανωτέρω αποδειχθέντα ουδόλως ανατρέπονται από τις υπ' αριθμ. ...2017 ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Μ., Δ. Σ., Ι. Χ. και Π. Π. ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., τις υπ' αριθμ. ...2017 ένορκες βεβαιώσεις των Ν. Μ. και Ε. Π. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και την υπ' αριθμ. ...2018 ένορκη βεβαίωση του Ν. Α. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εκ των οποίων μόνο ο πρώτος (ο οποίος μάλιστα μετοίκησε σχετικά πρόσφατα το έτος 2000) και ο τελευταίος είναι κάτοικοι της περιοχής, ενώ ο τέταρτος περιστασιακά μόνο διαμένει εκεί και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει -σε αντίθεση με τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο ενάγων - ότι άπασες οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις ελέγχονται για την αξιοπιστία τους.

Αναφορικά δε, πέραν του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη ένορκη βεβαίωση έλαβε χώρα οψίμως, περαιτέρω δεν κρίνεται πειστική κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι ο τελευταίος καταθέτει περί της ύπαρξης μίας εποχιακής ατραπού, ενώ από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες προκύπτει ότι πρόκειται για ένα κανονικό αγροτικό δρόμο, που δύναται να εξυπηρετήσει ακόμα και ΙΧΕ αυτοκίνητα.

Ειδικότερα, σε αντίθεση με όσα αναφέρουν οι τελευταίοι, από την από 02-12-2005 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση των εναγόμενων κατά του Δ. Π., κυρίου έτερης έκτασης έναντι του ακινήτου των εναγόμενων, την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, προκύπτει ότι το έτος που έλαβε χώρα αυτή (2005) οι εναγόμενοι συνομολογούν την ύπαρξη της επίδικης αγροτικής δημοτικής οδού και διαμαρτύρονται στον ανωτέρω γείτονά τους για την προσπάθεια του να περιφράξει τμήμα της επίδικου οδού.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την από 06-02-2020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ. Λ., κατόπιν λεπτομερούς τοπογραφικής αποτύπωσης του επίδικου και της ευρύτερης περιοχής, διαπιστώθηκε ότι στο υπ' αριθμ. ... ακίνητο (το οποίο κατατμήθηκε εν συνεχεία σε ... και ... (εναγομένων)) δεν παρατηρείται καμία έλλειψη εμβαδού σε σχέση με την αποτύπωση του έτους 1936 και μάλιστα αντί για την έκταση των 13.985 τ.μ (1936) εμφανίζει πλέον 14.948,50 τ.μ., γεγονός που σημαίνει ότι η επίδικη οδός ουδέποτε υπήρξε τμήμα του ακινήτου των εναγομένων.

Περαιτέρω, αναφορικά με το γιατί η επίδικη οδός δεν εμφαίνεται στην αποτύπωση του αγροκτήματος ... του έτους 1936, σύμφωνα με την ίδια ως άνω πραγματογνωμοσύνη του Κ. Λ., εντοπίστηκαν στην εγγύς και στην ευρύτερη περιοχή τουλάχιστον άλλες δέκα (10) περιπτώσεις μεγαλύτερων μάλιστα οδών, που υφίστανται μέχρι και σήμερα και που, ωστόσο, δεν είχαν εξίσου αποτυπωθεί στην αποτύπωση του 1936, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ανωτέρω τύγχανε μία πρόχειρη αποτύπωση της περιοχής, καθώς δεν έλαβε χώρα για να επακολουθήσει διανομή.

Επιπλέον, στο από 22-04-2013 ακριβές απόσπασμα της οριστικής διανομής ... 1936 του προϊσταμένου του τμήματος τοπογραφίας της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης Θεσσαλονίκης υπάρχει η παρατήρηση: "Σημειώνεται ότι τα στοιχεία της εμφανιζόμενης ιδιοκτησίας δηλ. ο φερόμενος ιδιοκτήτης, το εμβαδόν, το σχήμα της, οι διαστάσεις κ.λ.π.

είναι ενδεικτικά, έχουν προκύψει από απλή οριοδειξία, δεν έχει εκδοθεί τίτλος κυριότητας και κατόπιν αυτού δεν έχουν καμία αποδεικτική ισχύ ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής". Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιάζουσα σημασία, καθώς η ίδια η Υπηρεσία αναγνωρίζει ότι η οριστική διανομή ... 1936 δεν έχει αποτυπώσει τα ακριβή όρια των ιδιοκτησιών.

Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα από το απόσπασμα που προσκομίζεται δεν είναι κληροτεμάχια και δεν αποδόθηκαν από τη Διεύθυνση Γεωργίας σε κληρούχους και επομένως δεν ευθύνεται τούτη για την ακρίβεια της αποτύπωσης μη διαναμηθέντων αγροτεμαχίων. Η αποτύπωση των παλαιών ιδιοκτησιών είναι ενδεικτική και δεν έγινε με τις ίδιες προδιαγραφές για τα χέρσα κομμάτια, καθώς έγινε οριοδειξία από τους ιδιοκτήτες.

Για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν πουθενά διαστάσεις για τα συγκεκριμένα αγροτεμάχια, ούτε ορόσημα, για να γίνει η οριοθέτηση τους με ακρίβεια και τα εμβαδά είναι πρόχειρα υπολογισμένα. Αντιθέτως, στην αριστερή πλευρά του ανωτέρω εγγράφου της οριστικής διανομής 1936 περιλαμβάνονται ενδεικτικά κληροτεμάχια (3891, 3892, 3893, 3894 κλπ), στα οποία υπάρχουν διαστάσεις και η εμβαδομέτρηση είναι ακριβής.

Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω πραγματογνώμονας, αφού έλαβε υπόψιν του τα τοπογραφικά διαγράμματα και τους χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1945, 1955, 1970 και 1983 όπου σε όλα αυτά τα διαγράμματα το επίδικο χαρακτηρίζεται ως καρροποίητοι οδοί , βατοί καθόλο το έτος ή αμαξιτή οδός , βατή καθ' όλο το έτος, διαπίστωσε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα χρησιμοποιείται ως αγροτική οδός, τουλάχιστον από το έτος 1945 έως και σήμερα, συμπέρασμα στο οποίο ήχθη και ο ίδιος μελετώντας τη γενικότερη διαμόρφωση του Αγροκτήματος ....

Αναφορικά δε με τις γνωμοδοτήσεις που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, το Δικαστήριο τις κρίνει μη αξιόπιστες, δεδομένου ότι μόνον τέσσερις εξ αυτών ήτοι η από 20-09-2016 γνωμοδότηση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν. Α., η από 10-03-2020 τεχνική έκθεση της Ε. Α., αγρονόμου Τοπογράφου μηχανικού, οι από το έτος 2018 και από 16-06-2020 τεχνικές εκθέσεις του Κ.

Μ., Ομοτίμου Καθηγητή Γεωπονίας, Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος και ειδικού σε θέματα φωτοερμηνείας και ψηφιακής ανάλυσης αεροφωτογραφιών, έχουν συνταχθεί από εξειδικευμένους σχετικά με τα αποδεικτέα θέματα επιστήμονες, οι δε λοιπές, ήτοι η 29-09-2016 γνωμοδότηση της εταιρείας "...", η οποία υπογράφεται από τον αρχιτέκτονα Ι.

Χ. και τον ηλεκτρολόγο-μηχανολόγο μηχανικό Χ. Γ., η από 12-04-2017 γνωμοδότηση του αρχιτέκτονος μηχανικού Ι. Χ. και οι από 11-04-2017 και 28-04-2017 γνωμοδοτήσεις της αρχιτέκτονος μηχανικού Ε. Χ., συνετάχθησαν από μηχανικούς των οποίων το γνωστικό αντικείμενο και η επιστημονική κατάρτιση δεν σχετίζεται καν με την τοπογραφική αποτύπωση αγροτικών οδών ή την εν γένει ενασχόληση με αγροτικές περιοχές, και κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου επιπόλαια εκφέρουν άποψη σχετικά με την χρήση και της κατάσταση της επίδικης οδού.

Οι ανωτέρω, ωστόσο αναφερθέντες (Ν. Α., Ε.. Α.. και Κ. Μ.), μόνοι εκ των ως άνω επιστημόνων που μπορούν να θεωρηθούν ειδικοί επί του θέματος αυτού, δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην εφαρμογή των σχετικών με το επίδικο εδαφικό τμήμα τίτλων ιδιοκτησίας σε σχέση με το διάγραμμα της οριστικής διανομής του έτους 1936 και δεν υπεισέρχονται σε βάθος στην πραγματική κατάσταση και χρήση του επιδίκου, πλην όμως σε κάθε περίπτωση εν όψει του ότι η προκείμενη αγωγή αφορά την προστασία της νομής κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω τυγχάνει ποιος ήταν ο νομέας του επιδίκου κατά το χρόνο της προσβολής και όχι η κυριότητα επί αυτού.

Άλλωστε, κανένας από τους ως άνω διορισθέντες από τους εναγόμενους τεχνικούς συμβούλους - ούτε όμως και οι εναγόμενοι - δίνουν κάποια πειστική εξήγηση για το ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν συμπεριλήφθηκε στο ακίνητο, η κυριότητα του οποίου μεταβιβάσθηκε στους εναγόμενους- ως προελέχθη - δυνάμει του υπ' αριθμόν ...

συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Ν., λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η περιγραφή του ακινήτου στο ως άνω συμβόλαιο παραπέμπει σε συνημμένο σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα και αναφέρει ρητά την ύπαρξη της επίδικης οδού στα νότια του μεταβιβαζόμενου, αναφορά που δεν είναι δυνατό να οφείλεται σε παραδρομή.

Αναφορικά δε με το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 1793/19.09.1989 πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας ... που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι ουδέν χρήσιμο εισφέρει στην υπόθεση, καθώς είναι προφανές ότι σκοπός του συγκεκριμένου εγγράφου είναι να βεβαιώσει σχετικά με τις αγροτικές ασχολίες της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγομένων (Μ.

Π.) και περιέχει απλώς γενικές περιγραφές των ακινήτων που αυτή καλλιεργούσε. Τέλος, αναφορικά με την από 21-12-2020 απόφαση του Εθνικού Κτηματολογίου που επικαλούνται οι εναγόμενοι, πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος που απορρίφθηκε η ένσταση του ενάγοντος ήταν το γεγονός ότι η ανωτέρω απόφαση στηρίχθηκε αφενός στη αποτύπωση του 1936, αφετέρου στη μη τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με την παρούσα απόφασης, ενώ σε κάθε περίπτωση οι αρχικές εγγραφές και μέχρι να παρέλθει η προθεσμία προσβολής αυτών παράγουν μαχητό τεκμήριο.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι σε μεταγενέστερο χρόνο και δη δεκατρία έτη μετά τη σύνταξη του ανωτέρω συμβολαίου, οι εναγόμενοι προέβησαν στην σύνταξη της υπ' αριθμόν 7699/07.04.2015 διορθωτικής πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Ν., νομίμως μετεγγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο ..., με την οποία διόρθωσαν τον τίτλο κτήσης τους ως προς το εμβαδό του ακινήτου, ώστε αυτό να αναγράφεται πλέον ως 7.006,91τ.μ.

αντί 6.634,77τ.μ., με τον τρόπο δε αυτό επιχείρησαν να ενσωματώσουν στην ιδιοκτησία τους το όμορο αυτής και ήδη επίδικο τμήμα του δρόμου, εμβαδού 233τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται υπό στοιχεία Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Α-Π-Λ στο από Οκτωβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού έργων υποδομής Α. Μ.. Αναφορικά, ωστόσο, με την ως άνω διόρθωση του τίτλου, αυτή ήταν παντελώς ανακριβής, σύμφωνα με την ανωτέρω αναφερθείσα επί λέξει ένορκη κατάθεση του Χ.

Π. - Σ., ο οποίος κατ' αυτόν τον τρόπο αναιρεί και τον ισχυρισμό των εναγομένων περί του ότι στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Γ. - Δ., που αποτελεί τον τίτλο κτήσης της δικαιοπαρόχου των εναγομένων - κόρης του δεν αναγράφονταν η επίδικη οδός ως όριο της ιδιοκτησίας της. Επίσης, οι εναγόμενοι επικαλούνται το υπ' αριθμ.

πρωτ. ...2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Υπηρεσιών του ενάγοντος το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, αποτελεί εξώδικη ομολογία και πιστοποιεί ότι το επίδικο τμήμα δεν αποτελεί κοινόχρηστο δρόμο. Παρά ταύτα, με το ανωτέρω έγγραφο η ως άνω Διεύθυνση το μόνο που πιστοποιεί είναι ότι, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία της υπηρεσίας (διάγραμμα οριστικής διανομής 1936, πράξεις μεταβολής διαγραμμάτων διανομής και ελλείψει συμβολαιογραφικών δηλώσεων παραχώρησης σε κοινή χρήση), δεν μπορεί να αποδοθεί στο επίδικο τμήμα ο χαρακτήρας της κοινόχρηστης οδού, καλώντας τους να προσκομίσουν σχετικά έγγραφα, εφόσον υπάρχουν στην κατοχή τους και να προασπίσουν τα δικά τους (των εναγομένων) συμφέροντα, μη αποκλείοντας ωστόσο - μη έχοντας άλλωστε τη σχετική δυνατότητα η συγκεκριμένη Υπηρεσία - το χαρακτηρισμό του επίδικου ως κοινόχρηστου με βάση την προ αμνημονεύτων χρόνων δημόσια χρήση αυτού.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατόπιν αιτήσεως των εναγομένων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας για κατασκευή περίφραξης, πλην όμως δυνάμει του υττ' αριθμ. ...2016 πρακτικού τακτικής συνεδρίασης του συμβουλίου της Δημοτικής Ενότητας ... αναγνωρίστηκε η ύπαρξη επί 200 τουλάχιστον ετών της αγροτικής οδού και ζητήθηκε από τον ενάγοντα να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα.

Σημειωτέον δε ότι ακόμα και η ανωτέρω απόφαση της Δημοτικής Ενότητας ..., παρά τα όσα αντιθέτως διατείνονται οι εναγόμενοι περί πολιτικών σκοπιμοτήτων, συνηγορεί υπέρ του κοινόχρηστου χαρακτήρα της επίδικης οδού. Ο δε αρμόδιος Αντιδήμαρχος της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών απέστειλε το υπ' αρίθμ. πρωτ. ...

έγγραφο προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου ..., όπου αναφέρονταν ότι οι εναγόμενοι κατά την υποβολή της αίτησης για την έγκριση της άδειας μικρής κλίμακας δεν προσκόμισαν το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου τους και τη με αριθμό ... άδεια οικοδομής, ενώ κατά την έναρξη υλοποίησης των εργασιών μικρής κλίμακας, ενσωμάτωσαν τμήμα της επίδικης αγροτικής οδού, στερώντας τη χρήση της από τους κατοίκους της περιοχής.

Εν συνεχεία, η Διεύθυνση Πολεοδομίας, αφού εκτίμησε το ως άνω έγγραφο α) διενήργησε αυτοψία (...), κατά την οποία διαπιστώθηκε η αυθαίρετη εναπόθεση των χωμάτων στα δύο σημεία του δρόμου, η οποία πέραν από αυθαίρετη έκλεινε και το δρόμο σύμφωνα με όσα εξιστορούνται στην κρινομένη αγωγή και β) εξέδωσε και επέδωσε το με αριθμό ...2016 σήμα διακοπής εργασιών, με το οποίο ζητούσε τη διακοπή κάθε εργασίας κατασκευής της περίφραξης σύμφωνα με την υπό αριθμό ...

έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας. Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι προέβησαν σε διατάραξη της κοινόχρηστης ως άνω οδού, όπως έγινε δεκτό και με την προσβαλλομένη απόφαση, καθώς τοποθέτησαν επ' αυτής πέτρες και σιδερένιους σωλήνες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνεται κανονική και σύμφωνα με τον προορισμό της χρήση.

Μάλιστα, οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα αρνούνται να τα απομακρύνουν παρόλο που κλήθηκαν και με το υπό αριθμό ...2016 έγγραφο του Δήμου ..., καθότι θέτουν σε κίνδυνο τους διερχόμενους χρήστες της οδού και συντρέχει κατεπείγων λόγος δημόσιας ασφάλειας, ενώ η ύπαρξη των μεταλλικών πασσάλων προκύπτει και από το υπό αριθμό 29538/7.9.2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του ΔΗΜΟΥ ..., όπου ρητά αναγράφεται ότι "στο πλάγιο όριο του χωματόδρομου υφίστανται εννέα (9) μεταλλικοί πάσσαλοι περίφραξης οι οποίοι τοποθετήθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της σύνταξης της από 26.8.2016 έκθεσης αυτοψίας....".

Απορριπτέος δε τυγχάνει ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ίδιοι ενήργησαν κατόπιν προηγούμενης συναινέσεως του ενάγοντος, δεδομένου ότι ως προελέχθη κατόπιν νομίμων ενεργειών διατάχθηκε η διακοπή των συγκεκριμένων εργασιών. Μετά ταύτα, αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 233τ.μ.

αποτελεί μέρος αγροτικής οδού που δόθηκε σε δημόσια χρήση προ αμνημονεύτων χρόνων, ήτοι 80 έτη τουλάχιστον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ το έτος 1946, και νομέας αυτού τυγχάνει ο αιτών Δήμος, αφ' ετέρου ότι παρεμποδίζεται η ελεύθερη διέλευση των δημοτών του αιτούντος από τον ανωτέρω δρόμο από τους εναγόμενους.".

Κατόπιν τούτων, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των εναγομένων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, αναγνώρισε τον ενάγοντα νομέα και κάτοχο του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε τους εναγομένους να άρουν τη διατάραξη και να απομακρύνουν τα εισκομισθέντα επ' αυτού, ήτοι τους μεταλλικούς σωλήνες, τις πέτρες και τα μπάζα.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 984 και 989 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από τα αξιούμενα από τις ως άνω διατάξεις για την παραδοχή της ένδικης αγωγής περί νομής ως ουσιαστικά βάσιμης.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προαναφερθείσα νομική σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων υπήρξε νομέας του επιδίκου ακινήτου, τόσο κατά τον χρόνο της προσβολής όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής και οι εναγόμενοι, οι οποίοι δεν άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου, ούτε άλλωστε αυτό αποτελούσε τμήμα της ιδιοκτησίας τους κατά τον προαναφερθέντα τίτλο κτήσης τους, ήτοι το υπ' αριθ. ...2002 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ.

Ν., με τις προαναφερθείσες ενέργειές τους, προσέβαλαν με διατάραξη τη νομή του ενάγοντος, παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Περαιτέρω το Πρωτοδικείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, καθ' ο μέρος οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968 ΑΚ και ν. 3 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3 του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas), είναι απορριπτέοι, ως αλυσιτελείς, διότι με αυτούς πλήττεται πλεοναστική αιτιολογία αναφορικά με την κοινοχρησία του επιδίκου ακινήτου, η οποία όμως δεν ενδιαφέρει, καθώς η αιτιολογία αυτή δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης και δεν στηρίζει αυτό, ενόψει του αντικειμένου της αγωγής περί νομής.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι, διότι αφορούν στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε επιχειρήματα του δικαστηρίου που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, υπό το πρόσχημα δε της θεμελίωσής τους στον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ.2 ν.3463/2006, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21.12.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 7333/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ