Legislator Case Law & Legislation
775/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal arguing that the lower court ignored an independent claim regarding a specific fee percentage.

Case Number 775/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and an individual against a final judgment of the Piraeus Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to consider an independent claim that only half of their agency fee should belong to them, while the other half was paid to a third party. The court ruled this argument inadmissible because it was merely a negative denial of the plaintiff's claim rather than an independent factual assertion, and thus did not require the lower court to address it separately.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure; An argument is considered an independent factual claim under Article 559 no. 8 only if it reiterates an autonomous factual assertion, not a negative denial of the opposing party's claim.

Keywords

AI generated
independent claim negative denial admissibility of appeal Article 559 no. 8 factual assertion agency fee dispute negative argument

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 588, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298 and 330 of the Civil Code
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece 22/2005
Supreme Court of Greece 25/2003
Supreme Court of Greece 757/2015
Supreme Court of Greece 50/2020
Supreme Court of Greece 1795/2008
Supreme Court of Greece 8/2013
Supreme Court of Greece 3/1997
Supreme Court of Greece 1142/2019
Supreme Court of Greece 630/2020
Supreme Court of Greece 1187/2021
Supreme Court of Greece 1588/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 775 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 775/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στις ..., έχει εγκαταστήσει νόμιμα γραφείο στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο Μαρκόπουλο Αττικής κι εκπροσωπείται νόμιμα από τον Μ. Κ. του Ε. και 2) Μ. Κ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κατσαβριά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Νταλάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2402/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, 565/2015 και 572/2019 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 572/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 2402/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξαφάνισε, την απόφαση αυτή και έκανε δεκτή την από 24/5/2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 588, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη ,που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ. και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 895/2011).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση, που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 282/2010).

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 Κ.Πολ.Δ.), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011).

Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 706/2016).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ << αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο , ελληνικό ή ξένο , εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς>>.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος Εξάλλου τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, από τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου (ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 1000/2017) δεν αποτελούν κανόνες δικαίου και γι' αυτό η παραβίασή τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008), εκτός εάν χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για την εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας ή για την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών και παραβιαστούν τα διδάγματα αυτά ,οπότε ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση του συγκεκριμένου αυτού κανόνα δικαίου (ΑΠ 77/2014,ΑΠ 1583/2011).

Επίσης δεν αποτελούν κανόνα δικαίου τα συναλλακτικά ήθη, δηλαδή οι τρόποι συμπεριφοράς , που επικρατούν στις συναλλαγές, εκτός εάν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από συγκεκριμένο κανόνα δικαίου (ΑΠ 77/2014), οπότε αυτά καθίστανται μέρος του κανόνα αυτού και η μη εφαρμογή ή η εσφαλμένη εφαρμογή τους ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.

Τέλος οι γενικές αρχές του δικαίου δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου αλλά τέτοιους κανόνες αποτελούν οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που πηγάζουν από αυτές και προσδιορίζουν τη μορφή και το περιεχόμενο της έννομης τάξης στο σύνολό της (ΑΠ 472/2009, ΑΠ 924/2010). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά ,που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγουσες ( ήδη αναιρεσίβλητες) αλλοδαπές εταιρείες ("....", μετονομασθείσα ήδη, κατά τους ισχυρισμούς της, σε "....", "....", "....") υπήρξαν, κατά την ενδιαφέρουσα χρονική περίοδο (έτη 2007 - 2009), πλοιοκτήτριες των Μ/Τ με τα ονόματα "...","..." και "..." και είχαν κοινή διαχειρίστρια την εταιρεία "...."., η οποία, στο πλαίσιο των εξουσιών της ήταν( ενν, είχε) και η ( ενν.

την) σύναψη ναυλώσεων για την εμπορική εκμετάλλευση των προαναφερομένων πλοίων. Έτσι, στο πλαίσιο της δράστηριότητάς της αυτής, η διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία ήλθε σε επαφή με την πρώτη εναγομένη( ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ) αλλοδαπή εταιρεία ("..."), που είχε νόμιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, νόμιμο εκπρόσωπο και ιθύνοντα νου τον δεύτερο εναγόμενο..( ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) , με σκοπό την εξεύρεση ναυλωτών των πλοίων, δεδομένου ότι η πρώτη εναγομένη ήταν ναυλομεσιτική εταιρεία.

Η συναλλακτική αυτή επαφή ήταν επιτυχής υπό την έννοια ότι η πρώτη εναγομένη συμφώνησε στην ανάληψη της προσπάθειας για την εξεύρεση ναυλωτών με αμοιβή της ανερχομένη σέ ποσό αντίστοιχο προς ποσοστό 1,25% επί του εισπραχθησομένου ναύλου πλέον ποσού αντιστοίχου προς ποσοστό 1,25% επί του αυτού ναύλου για την κάλυψη αμοιβών τρίτων προσώπων (μεσαζόντων και διαμεσολαβητών).

Έτσι, με ενέργειες της πρώτης εναγομένης σε συνεργασία με την εταιρεία "....", που ενεργούσε για λογαριασμό υποψηφίων ναυλωτών, καταρτίσθηκε, στις 04.07.2007, σύμβαση ναυλώσεως του πλοίου της πρώτης ενάγουσας πλοιοκτήτριας με ναυλώτρια την εταιρεία "...", διάρκειας 415 ημερών και συνολικό ναύλο ποσού 6.343.703,33$, την 01.02.2008,καταρτίσθηκε σύμβαση ναυλώσεως του πλοίου της δεύτερης ενάγουσας πλοιοκτήτριας με ναυλώτρια την εταιρεία "...", διάρκειας 48 ημερών και συνολικό ναύλο ποσού 1.113.287,50$ ενώ, στις 17.03.2008 και στις 02.05.2008, καταρτίστηκαν συμβάσεις ναυλώσεως του πλοίου της τρίτης ενάγουσας πλοιοκτήτριας με ναυλώτρια την εταιρεία "...", διάρκειας 42 και 36 ημερών με συνολικούς ναύλους 811.603,46$ και 689.462,50$ αντιστοίχως.

Για όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις ναυλώσεως συντάχθηκαν αντίστοιχες ανακεφαλαιώσεις ναυλώσεως ("recaps"), στις οποίες περιέχονταν οι όροι κάθε ναυλώσεως και οι οποίες αποστέλλονταν από τον δεύτερο εναγόμενο τόσο προς την ναυλομεσίτρια των ναυλωτών όσο και προς τις πλοιοκτήτριες - εκναυλώτριες.

Ωστόσο, ο δεύτερος εναγόμενος είχε συλλάβει σχέδιο εξαπατήσεως των εναγουσών πλοιοκτητριών εταιρειών με σκοπό να καρπωθεί η πρώτη εναγομένη εταιρεία τα χρηματικά ποσά ,που αντιστοιχούσαν στο ποσοστό του 2,5%. Συγκεκριμένα, αφού ήλθε σε συνεννόηση με υπεύθυνους της ναυλομεσίτριας των ναυλωτών, συμφώνησαν στην αφαίρεση από τους καταβαλλομένους ναύλους ποσών αντιστοίχων προς ποσοστό 12% αυτών, με σκοπό την κάλυψη κάθε αμοιβής, εξόδου κτλ των ναυλομεσιτριών.

Ακολούθως, όμως, αντί να παρουσιάζει στις ανακεφαλαιώσεις τον καθαρό ναύλο που δικαιούνταν οι ενάγουσες πλοιοκτήτριες εταιρείες, παρουσίαζε ποσό ημερησίου ναύλου από το οποίο θα έπρεπε να γίνει κράτηση ποσοστού 2,5% για καταμερισμό. Χαρακτηριστικές εικόνες παρουσιάζουν οι ανακεφαλαιώσεις ,που απεστάλησαν στην ναυλομεσίτρια εταιρεία των ναυλωτών και στις ενάγουσες πλοιοκτήτριες:

Ανακεφαλαίωση, αποσταλείσα στην ναυλομεσίτρια των ναυλωτών, για την ναύλωση εκ μέρους της "...", με ημερομηνία συνάψεως της ναυλώσεως την 4η Δεκεμβρίου 2007, στην οποία εμφανίζεται ως ημερήσιος ναύλος το καθαρό ποσό των 14.000,00$ σε σύγκριση με την, αποσταλείσα στην διαχειρίστρια της πλοιοκτήτριας εταιρείας, ανακεφαλαίωση όπου ο ημερήσιος ναύλος ορίζεται στο αυτό μεν ποσό με επιβάρυνση όμως ποσοστού 2,5% προς καταμερισμό.

Επιπλέον, στην ανακεφαλαίωση που στάλθηκε στην ναυλομεσίτρια εταιρεία των ναυλωτών για την ναύλωση εκ μέρους της "..." αναφέρεται ως συμφωνηθείς ημερήσιος ναύλος το καθαρό ποσό των 17.000,00$ σε σύγκριση με την, αποσταλείσα στην διαχειρίστρια της πλοιοκτήτριας εταιρείας, ανακεφαλαίωση όπου ο ημερήσιος ναύλος ορίζεται στο αυτό μεν ποσό με επιβάρυνση όμως ποσοστού 2,5% προς καταμερισμό.

Περαιτέρω, στην αποσταλείσα στην ναυλομεσίτρια εταιρεία των ναυλωτών ανακεφαλαίωση για την ναύλωση εκ μέρους της "..." αναφέρεται ως συμφωνηθείς ημερήσιος ναύλος το καθαρό ποσό των 19.000,00$ σε σύγκριση με την, αποσταλείσα στην διαχειρίστρια της πλοιοκτήτριας εταιρείας, ανακεφαλαίωση όπου ο ημερήσιος ναύλος ορίζεται στο αυτό μεν ποσό με επιβάρυνση όμως ποσοστού 2,5% προς καταμερισμό.

Τέλος, στην ανακεφαλαίωση που απεστάλη στην ναυλομεσίτρια των ναυλωτών εταιρεία για την ναύλωση εκ μέρους της "..." αναφέρεται ως συμφωνηθείς ημερήσιος ναύλος το καθαρό ποσό των 23.500,00$ σε σύγκριση με την, αποσταλείσα στην διαχειρίστρια της πλοιοκτήτριας εταιρείας, ανακεφαλαίωση όπου ο ημερήσιος ναύλος ορίζεται μεν στο αυτό ποσό με επιβάρυνση όμως ποσοστού 2,5% προς καταμερισμό.

Περαιτέρω, από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες πλοιοκτήτριες εταιρείες, πεισθείσες από τα αναφερόμενα στις ανωτέρω ανακεφαλαιώσεις στοιχεία, ότι είχαν σχετικές υποχρεώσεις, κατέβαλαν σταδιακά στην πρώτη εναγομένη εταιρεία τα ακόλουθα, μη αμφισβητούμενα ως προς το ύψος, χρηματικά ποσά:

Η πρώτη ενάγουσα πλοιοκτήτρια συνολικά ποσό 110.183,63€, κατά την ισοτιμία $ και €, κατά τα χρονικά σημεία των καταβολών, η δεύτερη ενάγουσα πλοιοκτήτρια συνολικά ποσό 18.123,67€, κατά την ισοτιμία $ και €, κατά τα χρονικά σημεία των καταβολών, και η τρίτη ενάγουσα πλοιοκτήτρια συνολικά ποσό 34.825,15€, κατά την ισοτιμία $ και €, κατά τα χρονικά σημεία των καταβολών.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εξαρχής οι ενάγουσες πλοιοκτήτριες εταιρείες γνώριζαν ότι ποσό αντίστοιχο προς ποσοστό 1,25% κάθε ναύλου προοριζόταν για καταβολή σε πρόσωπα της ναυλαγοράς της Νιγηρίας, τα οποία ρύθμιζαν τα των ενδίκων ναυλώσεων, και η διαφορά τους άρχισε όταν ο ιθύνων νους των πλοιοκτητριών εταιρειών Β.

Μ. επιδίωξε με φορτικότητα να πληροφορηθεί την ταυτότητα των προσώπων αυτών ώστε να "κλείνει" απευθείας ναυλώσεις κατά παράκαμψη της πρώτης εναγομένης. Επιπλέον, αποδίδει την βοήθεια που παρέσχε στις ενάγουσες πλοιοκτήτριες εταιρείες ο A. V. V. της εταιρείας "..." δια της παροχής εγγράφου στηρίζοντος αποδεικτικά τους ισχυρισμούς τους ,αφενός μεν σε εξαγορά του με άδηλα ανταλλάγματα, αφετέρου δε σε πλεκτάνη με θύμα αυτή (εναγομένη εταιρεία).

Μάλιστα, στον παρόντα βαθμό και στην παρούσα φάση, οι εναγόμενοι "αποκαλύπτουν", απαραδέκτως διαδικαστικά, το πρόσωπο το οποίο ελάμβανε το ποσοστό του 1,25% και συγκεκριμένα την εταιρεία "...". Όμως, παρόλη αυτή την προσπάθεια των εναγομένων, παραμένει ανεξήγητη η διαδικασία των διπλών - διαφορετικών ανακεφαλαιώσεων που μόνο τους εναγομένους ωφελούσε οικονομικά....

Από τα παραπάνω, επίσης, προκύπτει με σαφήνεια ότι το σύνολο της ζημίας κάθε ενάγουσας πλοιοκτήτριας εταιρείας είναι το συνολικό ποσό που κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη και επομένως, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο ότι η ζημία εκάστης εξ αυτών ανέρχεται σε ποσό αντίστοιχο προς ποσοστό 1,25% επί του εκάστοτε καταβαλλομένου ναύλου>>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων (εναγομένων), έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων (εναγουσών εταιριών), εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε επιδικάσει σ' αυτές τα ποσά των 60.091,81 - 10.061,83 και 19.412,57 ευρώ, αντιστοίχως, σε εκάστη τούτων και, ακολούθως, δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον έκαστο, να καταβάλουν, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 115.183,63 ευρώ, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 19.123,67 ευρώ και στην τρίτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 36.825,15 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914, 297, 298 Α.Κ. και 386 Π.Κ., αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στις αναιρεσίβλητες ζημία, καθόσον ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, και, συνεπώς, θεμελιώνει την ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων προς αποζημίωση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσείοντος, οποίος ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας, που είχε συνάψει συμβάσεις μεσιτείας με εκάστη των αναιρεσιβλήτων, απόκρυψη από τις τελευταίες, βάσει σχεδίου, ότι η συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή της πρώτης αναιρεσείουσας, για την επιτυχή σύναψη των ενδίκων συμβάσεων ναυλώσεως, συνολικού ποσοστού 2,5% επί του εισπραχθησόμενου από τις ναυλώτριες ναύλου, είχε ήδη προεισπραχθεί από την πρώτη αναιρεσείουσα με την αφαίρεση της αμοιβής αυτής από τον εκάστοτε καταβαλλόμενο από τις ναυλώτριες εταιρείες ναύλο και η εν συνεχεία ψευδής παράστασή του προς τις αναιρεσίβλητες, ότι οι ανακεφαλαιώσεις ναυλώσεων, που έστελνε κάθε φορά σ' αυτές, δεν περιελάμβαναν τον καθαρό ναύλο (απαλλαγμένο δηλαδή από τη συμφωνηθείσα αμοιβή) αλλά τον μεικτό ναύλο, επί του οποίου οι αναιρεσίβλητες όφειλαν να καταβάλουν την ανωτέρω συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή, με αποτέλεσμα να πείθει έτσι τις αναιρεσίβλητες να καταβάλουν στην πρώτη αναιρεσείουσα την ανωτέρω αμοιβή ποσοστού 2,5% για δεύτερη φορά, αποτελεί παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτού και, συνεπώς, αδικοπραξία (απάτη) σε βάρος εκάστης αναιρεσίβλητης, από την οποία απάτη αυτές υπέστησαν ζημία ίση με την καταβληθείσα για δεύτερη φορά μεσιτική αμοιβή της πρώτης αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια επίσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να ερμηνεύσει τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα συναλλακτικά ήθη και τις γενικές δικαιϊκές αρχές, που διέπουν τις συμβάσεις γενικά και τις συμβάσεις ναυλομεσιτείας ειδικότερα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και η παράβαση των συναλλακτικών ηθών, όταν, όπως στην προκείμενη περίπτωση, η εφαρμογή τους δεν επιβάλλεται από κανόνα δικαίου και η παράβαση (μη κατονομαζόμενων) γενικών αρχών του δικαίου δεν ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθ' όσον αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα συμφώνησε στην ανάληψη της προσπάθειας για την εξεύρεση ναυλωτών με αμοιβή της ανερχομένη σέ ποσό αντίστοιχο προς ποσοστό 1,25% επί του εισπραχθησομένου ναύλου, πλέον ποσού αντιστοίχου προς ποσοστό 1,25% επί του αυτού ναύλου για την κάλυψη αμοιβών τρίτων προσώπων (μεσαζόντων και διαμεσολαβητών), β) ότι για όλες τις καταρτισθείσες συμβάσεις ναυλώσεως συντάχθηκαν αντίστοιχες ανακεφαλαιώσεις ναυλώσεως ("recaps"), στις οποίες περιέχονταν οι όροι κάθε ναυλώσεως και οι οποίες αποστέλλονταν από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, προς τις πλοιοκτήτριες - εκναυλώτριες, γ) ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, έχοντας συλλάβει σχέδιο εξαπατήσεως των αναιρεσιβλήτων πλοιοκτητριών εταιρειών, με σκοπό να καρπωθεί η πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία τα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούσαν στο ποσοστό 2,5% της ανωτέρω συμφωνηθείσας συνολικής αμοιβής, ήλθε σε συνεννόηση με τους υπεύθυνους της ναυλομεσίτριας των ναυλωτών προκειμένου να αφαιρούν από τους καταβαλλομένους από τους ναυλωτές ναύλους ποσοστό 12%, ήτοι χρηματικό ποσό που κάλυπτε κάθε αμοιβή και έξοδο των ναυλομεσιτριών, δ) ότι, ακολούθως, όμως, ο δεύτερος αναιρεσείων, αντί να παρουσιάζει στις ανακεφαλαιώσεις τον καθαρό ναύλο που δικαιούνταν οι αναιρεσίβλητες πλοιοκτήτριες εταιρείες, παρουσίαζε ποσό ημερησίου ναύλου ,από το οποίο θα έπρεπε να γίνει κράτηση ,ποσοστού 2,5% για καταμερισμό και ε) ότι οι αναιρεσίβλητες πλοιοκτήτριες εταιρείες, πεισθείσες, από τα αναφερόμενα στις ανωτέρω ανακεφαλαιώσεις αναληθή στοιχεία, ότι είχαν σχετικές υποχρεώσεις, κατέβαλαν σταδιακά στην πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία τα αναφερόμενα ως άνω χρηματικά ποσά, με αποτέλεσμα να υποστούν αντίστοιχη ζημία, δηλαδή ο δεύτερος αναιρεσείων, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της απόφασης, έπειθε κάθε αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσείουσα τη συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή για δεύτερη φορά, αφού και η πρώτη παρακράτηση είχε γίνει από τον καταβληθέντα, στο πλαίσιο της σύμβασης ναύλωσης, από τους ναυλωτές ναύλο.

Η μη αναφορά στην απόφαση α) του αρχικού ποσού που συμφωνήθηκε ως μεικτός ναύλος κάθε ναύλωσης, από τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα και η μεσίτρια εταιρεία των ναυλωτών προεισέπραξαν ποσοστό αμοιβής τους 12% και β) του ακριβούς ποσού από το ποσοστό του 12%, που προεισέπραξε για μεσιτική αμοιβή της η πρώτη αναιρεσείουσα, καλύπτεται από την στηρίζουσα το διατακτικό παραδοχή της απόφασης ότι το οποιοδήποτε ποσό προεισέπραξε η πρώτη αναιρεσείουσα από το συνολικό ποσοστό του 12% κάλυπτε τη συμφωνηθείσα με κάθε αναιρεσίβλητη και συνεπώς καταβλητέα μεσιτική αμοιβή της ποσοστού 2,5% επί του εισπραχθησόμενου ναύλου και συνεπώς με την πληρωμή για δεύτερη φορά της μεσιτικής αμοιβής της πρώτης αναιρεσείουσας κάθε αναιρεσίβλητη υπέστη αντίστοιχη ζημία.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο πρώτος λόγος, κατά το οικείο μέρος, με τον οποίο, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, προσάπτεται και η ως άνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι ίδιοι ως άνω, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναίρεσης, ως προς τις ειδικότερες αιτιάσεις, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 Α.Κ.

και 386 Π.Κ. αντιστοίχως, για τον λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει, γιατί υπήρχε νομική υποχρέωση της πρώτης αναιρεσείουσας να αναφέρει σε κάθε αναιρεσίβλητη τη σύναψη συμφωνίας της πρώτης αναιρεσείουσας με τον αντίστοιχο ναυλωτή κάθε σύμβασης ναύλωσης ότι θα εισπράξει και από αυτόν μεσιτική αμοιβή και γιατί η είσπραξη τέτοιας αμοιβής και από τους ναυλωτές επηρεάζει την υποχρέωση των εκναυλωτών - αναιρεσιβλήτων να της καταβάλουν τη συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή της, είναι απαράδεκτοι, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το παράνομο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εκπροσωπούντος την πρώτη αναιρεσείουσα δεύτερου αναιρεσείοντος δεν συνίσταται στην αθέμιτη απόκρυψη της είσπραξης από αυτήν μεσιτικής αμοιβής και από τους ναυλωτές, δυνάμει σύμβασης μεσιτείας που είχε συνάψει μαζί τους, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά στην αθέμιτη απόκρυψη του γεγονότος ότι την οφειλόμενη από κάθε αναιρεσίβλητη στην πρώτη αναιρεσείουσα μεσιτική αμοιβή, η τελευταία την είχε ήδη προεισπράξει από τον πράγματι καταβληθέντα από τους ναυλωτές (μεικτό) ναύλο.

Ομοίως απαράδεκτες είναι και οι περιλαμβανόμενες στους ανωτέρω πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι έγινε προείσπραξη της αμοιβής, που όφειλαν οι αναιρεσίβλητες, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.

β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 13/10/2014 βεβαίωση της ναυλομεσιτικής εταιρείας με την επωνυμία "..." ,που προσκόμισαν με επίκλησή της για πρώτη φορά στο Εφετείο, την οποία αυτό απέκρουσε ως απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, χωρίς όμως να αιτιολογήσει κατά το άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ ότι η απόρριψη αυτή έγινε γιατί η καθυστερημένη προσκόμιση του εγγράφου έγινε από στρεψοδικία ή από βαριά αμέλειά τους, από δε το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται το βάσιμο του ισχυρισμού τους ότι από το συνολικό ποσοστό του 2,5%, που θα ελάμβαναν κατά τις συμβάσεις μεσιτείας ως μεσιτική αμοιβή, το 1,25% θα το έδιδαν σε άλλους μεσίτες συνεργάτες τους.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό, αφού αναφέρει το περιεχόμενό του και το σχολιάζει, η δε φράση "απαραδέκτως διαδικαστικά", που χρησιμοποιεί δεν υπονοεί απόκρουση του εγγράφου ως απαράδεκτου κατά το άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά σχολιασμό της καθυστερημένης προσκόμισής του.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και απαράδεκτος, γιατί ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, τον οποίο κατά τον λόγο αναίρεσης αποδεικνύει το έγγραφο αυτό, είναι αλυσιτελής, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε το παράνομο της αδικοπραξίας των αναιρεσειόντων συνίσταται στην με τέλεση απάτης είσπραξη για δεύτερη φορά της συνολικής μεσιτικής αμοιβής της πρώτης αναιρεσείουσας ποσοστού 2,5% επί του εισπραχθησόμενου ναύλου και συνεπώς δεν ασκεί έννομη επιρροή η κατανομή της αμοιβής αυτής μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και των μεσαζόντων, που χρησιμοποίησε αυτή, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η πρώτη αναιρεσείουσα εισέπραξε ολόκληρη την συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή της ποσοστού 2,5%.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στη διάταξη αυτή.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007).

Περαιτέρω με τη διάταξη του αριθμού 11 περ. β` του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1β, 238, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου.

Η δε σχετική επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ` αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αφορά μεν τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, πλην όμως εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 14/2005 ΑΠ 149/2020).

Επομένως, δεν είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου εγγράφων για άμεση ή έμμεση απόδειξη με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ` έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων αυτών (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α έως γ της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 149/2020, ΑΠ 1419/2007).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 και κατά τη νοηματική εκτίμηση του λόγου και από το άρθρο 559 αρ. 11β' ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν κήρυξε απαράδεκτες τις προτάσεις των αναιρεσίβλητων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γιατί με αυτές δεν επανέφεραν τους ισχυρισμούς τους ούτε επικαλέστηκαν τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία τους, ούτε προσκόμισαν τις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης σε κεκυρωμένο αντίγραφο και έτσι εσφαλμένα έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς τους και τα έγγραφά τους.

Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο σκέλη του είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, που δεν επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο Εφετείο, ούτε ονομαστικά τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, χωρίς νόμιμη επίκλησή τους με τις προτάσεις τους.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των έγγραφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο, που κατατέθηκαν νομίμως στις 4/10/2018, δηλαδή την ημέρα της δικασίμου, προκύπτει ότι με αυτές οι αναιρεσίβλητοι επαναφέρουν νομίμως όλους τους περιεχομένους στην αγωγή και την έφεσή τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους και επικαλούνται ονομαστικά τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία και λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, καθώς επίσης και τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο.

Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα ,που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό ,το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό τους, ότι από το ποσοστό του 2,5% της μεσιτικής αμοιβής τους μόνο το 1,25% θα αποτελούσε δική τους αμοιβή, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό του 1,25% προοριζόταν για την εταιρεία "...", που συνέβαλε στη σύναψη των επίδικων ναυλώσεων στη Νιγηρία, στην οποία και το κατέβαλαν και έτσι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν και το ποσοστό αυτό στις αναιρεσίβλητες, το οποίοι οι ίδιοι απέδωσαν στην ανωτέρω εταιρεία.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός και γιατί σε κάθε περίπτωση είναι αλυσιτελής, αφού η παραδοχή της βασιμότητάς του δεν επάγεται την απόρριψη της αγωγής κατά το ποσοστό του 1,25% της αμοιβής που η πρώτη αναιρεσείουσα τυχόν κατέβαλε σε τρίτους μεσάζοντες δυνάμει συμφωνίας που είχε συνάψει με αυτούς, ενόψει του ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης η πρώτη αναιρεσείουσα προεισέπραξε τη συμφωνηθείσα συνολική αμοιβή της ποσοστού 2,5%.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5/11/2019 αίτηση των 1)εταιρείας με την επωνυμία <<...>> και 2) M. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 572/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ